Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εξωτερική Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Αθήνα - Μόσχα : προς μια νέα προσσέγγιση;




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Οι παντρεμένοι είναι καλό να μη φλερτάρουν εξωσυζυγικά, προειδοποίησε ευσχήμως την Αθήνα ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι για τα ανοίγματα στη Μόσχα. Αν όμως δεν είναι καλό το εξωσυζυγικό φλερτ, τότε τι να πει κανείς για την άγρια και συνεχή κακοποίηση του ενός συζύγου από τον άλλο; Πόσο λογικό είναι να εμποδίζουμε τον/την κακοποιούμενο/η σύζυγο να αναζητήσει βοήθεια εκτός μιας εστίας που τείνει να μεταβληθεί σε τόπο μαρτυρίου;

 

Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, που τη μια οι υπερατλαντικοί «σύμμαχοι» ζητάνε να διαλύσει το κράτος (περίπτωση Κύπρου και σχεδίου Ανάν για να μη πάμε πιο πίσω), την άλλη οι «εταίροι» της την καταστρέφουν με οικονομικά μέσα.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακαλύπτει τη Μόσχα γιατί είναι «φιλορωσικός». Στην πραγματικότητα, σημαντικό μέρος της αριστερής ηγεσίας ψυχολογικά θα ήθελε μάλλον να αποδείξει ότι έχει τα «προσόντα» να γίνει αποδεκτό από Ευρωπαίους και Αμερικανούς. ‘Ελα που η ασκούμενη πολιτική δεν το αφήνει να αγιάσει. Η επιδίωξη του «έντιμου συμβιβασμού», που έθεσε (κακώς ως μόνη) ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει αποκλειστεί εντελώς, αλλά μοιάζει όλο και πιο πολύ με άπιαστο όνειρο.

 

Σε αυτό άλλωστε η Αριστερά δεν πρωτοτυπεί. Ολοκληρώνοντας μια επίσκεψή του στην Αθήνα, μετά την πτώση του, ο Γκορμπατσώφ ρώτησε τον τότε Πρόεδρο Καραμανλή τι θα ήθελε από τη Ρωσία. «Να μας τη φέρεις πίσω» του απάντησε ο ‘Ελληνας πολιτικός, προκαλώντας τη συγκίνηση του σοβιετικού ηγέτη που έσκυψε και τον φίλησε. Μαρκεζίνης, Μακάριος, Καραμανλής ήταν μερικοί μόνο από τους ‘Ελληνες πολιτικούς που αναγκάστηκαν  να ανακαλύψουν τη Μόσχα, το γκωλικό Παρίσι, το Πεκίνο και τους Αδέσμευτους, όχι γιατί τους έσπρωχνε κάποια ιδεολογική παρόρμηση, αλλά η θηλιά που οι υποτιθέμενοι εταίροι και σύμμαχοι έσφιγγαν στον λαιμό τους.

 

Οι λόγοι που σπρώχνουν κατά καιρούς Ελλάδα και Ρωσία να πλησιάζουν διερευνώντας αν ο αναμφισβήτητος μεταξύ τους διαχρονικός «έρωτας» μπορεί να οδηγήσει σε κάποια μονιμότερη «σχέση», έχουν βαθειές ιστορικές, πολιτιστικές και γεωπολιτικές ρίζες που δεν θα αναλύσουμε περαιτέρω εδώ. Και οι ‘Ελληνες και οι Ρώσοι αντιμετώπισαν συντριπτικές απειλές εξ Ανατολών. Κι αν για αμφότερους η Δύση υπήρξε μεγάλος δάσκαλος, υπήρξε συχνά ακόμα πιο τρομερός εχθρός. Και η Ελλάδα και η Ρωσία είναι χώρες του Status Quo, επιδιώκουν κατά το δυνατόν τη διατήρηση σε ένα βαθμό της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και αναπόφευκτα έρχονται σε σύγκρουση με τα ισχυρά, άκρως αναθεωρητικά κέντρα μιας «ολοκληρωτικής αυτοκρατορίας της παγκοσμιοποίησης» που αναδύεται από τα χαρακώματα ενός (πρόωρα κηρυχθέντος ως λήξαντος) Ψυχρού Πολέμου.

 

Αν όμως νοιώθουν την ανάγκη να αντισταθούν, και η Αθήνα και η Μόσχα συνήθως προτιμούν στο βάθος να μην τα σπάσουν τελείως με τα αφεντικά του κόσμου, συνήθως απλά αμύνονται, χωρίς αντιπρόταση και αποφασιστικότητα να το τραβήξουν ως την άκρη. Καμμιά φορά ούτε καν στοιχειώδη αντίσταση δεν προτάσσουν, όπως συνέβη με τους ‘Ελληνες επί Σημίτη, Γιωργάκη και Μνημονίου, με τους Ρώσους επί Μπαρίς Γέλτσιν.

 

Εκεί πρέπει να αναζητηθούν και οι λόγοι που συχνά ο ελληνορωσικός «έρωτας» μένει πλατωνικός, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και οι δύο πλευρές κατέληξαν συχνότατα να κάνουν τελικά «σεξ» με άλλους. Απομένει να δούμε αν, αυτή τη φορά, η διαφαινόμενη «προσέγγιση» θα πατήσει σε πιο στέρεα θεμέλια από ότι τις προηγούμενες. 

 

Χωρίς αμφιβολία μια τεράστια ελπίδα και προσδοκία υφίσταται σήμερα στα κατάβαθα της ψυχής του ελληνικού λαού, ακόμα κι όταν δεν την εκφράζει ανοιχτά, να βρει λίγο οξυγόνο από το «ξανθό γένος» κι όπου αλλού μπορεί, στην απελπισμένη προσπάθειά του να κρατηθεί όρθιος και ζωντανός. Περιμένει μια χειρονομία της Μόσχας, τώρα ή αργότερα, και οποιαδήποτε τυχόν τέτοια χειρονομία θάχει τεράστια απήχηση. ‘Όχι μόνο στους ‘Ελληνες, αλλά και στους ευρωπαϊκούς λαούς που ασφυκτιούν όλο και περισσότερο εντός του «ευρωφιλελεύθερου» οικοδομήματος. Από την άλλη οι γνωστοί καλοθελητές θα θελήσουν να εκμεταλλευθούν κάθε στραβοπάτημα για να πείσουν τους ‘Ελληνες ότι δεν έχουν κανένα άλλο σύμμαχο, εξόν από αυτούς που τους καταστρέφουν και καμμία άλλη δυνατότητα παρά την υποταγή, ακόμα κι αν συνεπάγεται την καταστροφή τους!

 

Βεβαίως οι προσεγγίσεις θέλουν δύο, οι τακτικές κινήσεις πρέπει, αν δεν εξυπηρετούν υπάρχουσα, τουλάχιστο να συμβάλλουν στη διαμόρφωση στρατηγικής. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα καθιστούν αστεία οποιαδήποτε σκέψη ότι μπορούν να λυθούν με τα μέσα της «επικοινωνίας». Ο γράφων έχει εκφράσει από πολύ καιρό σοβαρές επιφυλάξεις για την ύπαρξη κατάλληλου συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου και συστηματικής προετοιμασίας και αναζήτησης των κατάλληλων εργαλείων για την ανόρθωση της χώρας από τις δυνάμεις που την κυβερνούν εν ονόματι αυτής της ανάγκης. Δεν είναι η στιγμή να τις επαναλάβει. ‘Εστω και τώρα είναι σκόπιμο να καλυφθούν τυχόν κενά, όσο αυτό είναι δυνατό. ‘Ολοι, φίλοι και εχθροί, σε μετράνε και για την αποφασιστικότητα, τη σοβαρότητα, τη συνοχή του σχεδίου σου.

 

Εννοείται ότι μια στρατηγική προσέγγιση αν πραγματοποιηθεί δεν είναι περίπατος. Είναι μια βαρειά επιλογή και θέλει αντίστοιχη ετοιμασία. Διερωτάται όμως κανείς τι άλλο να κάνει όταν τον περιβάλλουν όλο και πιο πολύ οι λύκοι. Σήμερα άλλωστε, δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει μόνο ΕΕ και ΗΠΑ, υπάρχουν και οι BRIICS. Δουλειά μιας επιδέξιας ηγεσίας είναι να εκμεταλλευθεί όλους αυτούς τους αντιφατικούς παράγοντες.

 

Η ελληνική κρίση περνάει σταδιακά αλλά αναπόφευκτα  στη γεωπολιτική της διάσταση. Επιβεβαιώνει όσους υποστήριξαν εξαρχής ότι είναι μια πρώτη εκδήλωση μιας βαθειάς συστημικής κρίσης με επίκεντρο την Ευρώπη, αλλά και της αλληλεπίδρασης αυτής της κρίσης με τη μεσανατολική και δυτικο-ρωσική κρίση. Το τι θα γίνει στην Ελλάδα δεν θα έχει, από άποψη διεθνούς πολιτικής, μόνο «τακτικές» ή «τοπικές» συνέπειες. Θα επηρεάσει βαθειά την εξέλιξη όλης της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.

 

ΥΓ. Ωραίες οι δηλώσεις Ομπάμα για την Ελλάδα, αλλά κι αυτός «μεταρρυθμίσεις» ζητάει. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς πως συμβιβάζεται η στάση του επηρεαζόμενου από τις ΗΠΑ ΔΝΤ με την υποτίθεται φιλικότερη στάση της Ουάσιγκτων; Ερώτηση, πιθανώς επί ματαίω, προς εμμονικώς επιθυμούντες να αναζητούν συνδρομή των ΗΠΑ, που θα ήταν πολύ χρήσιμη, αλλά πρέπει να τη δούμε και στην πράξη, όχι μόνο στην (ενίοτε ιδιοτελή ή τρομοκρατημένη) φαντασία μας.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

ΕΛΛΑΔΑ, ΑΡΜΕΝΙΑ ΚΑΙ ΙΡΑΝ


Μεταξύ Ευρώπης και Ασίας


 

Γερεβάν, Αρμενία, του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Η ιδέα μιας συνεργασίας ή και συμμαχίας Ελλάδας, Αρμενίας και Ιράν είχε αρχίσει να σχεδιάζεται και να πραγματοποιείται στη δεκαετία του 1990, με Υπουργό ‘Αμυνας τον Γεράσιμο Αρσένη. Η στρατηγική λογική της ήταν (και παραμένει!) προφανής, αν και ανομολόγητη – η γεωπολιτική πίεση προς τις τρεις χώρες εκ μέρους της Τουρκίας.

 

Στην πορεία η ιδέα εγκαταλείφθηκε. Για τους «εκσυγχρονιστές» του Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου, δεν υπήρχε εθνικό συμφέρον κι αν υπήρχε ήταν ένα ενοχλητικό «βάρος» από το «παρελθόν». ‘Όμως, όσο βιάζεται να απαλλαγεί από το παρελθόν, τόσο πιο πολύ αυτό εμφανίζεται μπροστά του. Στα χρόνια μας πήρε τη μορφή μιας επίθεσης άνευ προηγουμένου, με οικονομικά  και επικοινωνιακά μέσα, εναντίον του ελληνικού έθνους-κράτους και του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με τις δανειακές και τα μνημόνια, από τις ίδιες δυνάμεις στις οποίες (έλεγε ότι) απέβλεπε ο «εκσυγχρονισμός» για την πρόοδο της χώρας, μια «πρόοδο» που απεδείχθη πανηγυρικά με το σχέδιο Ανάν και με το Μνημόνιο ως ολοκλήρωση της εθνικής υποτέλειας και της κοινωνικής αποσύνθεσης.

 

Απομένει να δούμε τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξωτερική πολιτική, ένα θέμα που απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, όσο ήταν στην αντιπολίτευση, με το επιχείρημα συνήθως ότι «αν συζητήσουμε εξωτερική πολιτική θα σκοτωθούμε». Η αμφισημία, αν μη τι άλλο, του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην κληρονομιά του Γιώργου Παπανδρέου και την εξωτερική του πολιτική συνιστά οπωσδήποτε λόγο σοβαρής ανησυχίας, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι προδικάζει οριστικά τη δική του πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι, υπάρχει λόγω των αντιμνημονιακών διακηρύξεών του, ενός αιτήματος δηλαδή εθνικού, όσο και κοινωνικού. Αλλά δεν μπορείς να υπερασπίσεις μόνο στον οικονομικό ή μόνο τον γεωπολιτικό το έθνος και την κοινωνία σου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της σημερινής Ελλάδας είναι αδύνατο να υπερασπιστείς την κοινωνία χωρίς να υπερασπιστείς το έθνος, το έθνος χωρίς να υπερασπιστείς την κοινωνία.

 

‘Ισως λοιπόν ήρθε ο καιρός να «αναστηθεί» και η ιδέα μιας στενότερης συνεργασίας Ελλάδας, Αρμενίας και Ιράν, που καθιστά άλλωστε ευχερέστερη η σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτων. Αυτή είναι και η γνώμη του Αρμένιου Προέδρου Vigen Sargsyan, που, απαντώντας σε σχετική ερώτησή μας, υπογραμμίζει ότι αν υπάρξει συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα και με τη θετική προσέγγιση της νέας ελληνικής κυβέρνησης, μια τέτοια συμμαχία, «που δεν στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε τρίτου μέρους», είναι χρήσιμη και ίσως μπορεί η ιδέα της συγκρότησής της να αναγεννηθεί.

 

 

Την απάντηση μας την έδωσε στο περιθώριο μεγάλου διεθνούς συνέδρίου, με τον τίτλο «Στους πρόποδες του Αραράτ», που πραγματοποιήθηκε αυτές τις μέρες στο Γερεβάν, πρωτεύουσα της Αρμενίας. Και μπορεί κανείς όντως να αντικρίσει από εδώ το μυθικό Αραράτ τις μέρες που έχει καλοκαιρία – μόνο που το βουνό-σύμβολο των Αρμενίων, βρίσκεται από την άλλη μεριά των τουρκοαρμενικών συνόρων. ‘Ένα «κλειστό σύνορο», το τελευταίο στον κόσμο, λένε οι Αρμένιοι, χωρίζει τη χώρα τους από την Τουρκία και εντείνει τα αισθήματα απώλειας και ματαίωσης που έχει ενσταλλάξει στη συλλογική συνείδηση του αρμενικού λαού η τραγωδία της γενοκτονίας, αλλά και η απώλεια ενός μέρους της ιστορικής τους πατρίδας.

 

Το πάντα ανοιχτό θέμα του Ναγόρνο-Καραμπάχ, η  ανάμνηση της γενοκτονίας, η περίκλειστη γεωγραφία   προσδιορίζουν τη γεωπολιτική της Αρμενίας και εξηγούν την «ανασφάλεια» του Γερεβάν. «Η Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι μια καλά εδραιωμένη πραγματικότητα και είναι αδύνατο να σπάσει η θέληση των κατοίκων του να ζήσουν ελεύθεροι», μας λέει ο Πρόεδρος της Αρμενίας Serzh Sargsyan, για τον οποίο η λύση του ζητήματος αυτού «πρέπει να λάβει υπόψι της την αρχή της αυτοδιάθεσης μέσα στα πλαίσια του ΟΑΣΕ και στη βάση των τριών αρχών της συμφωνίας του Ελσίνκι».

 

Τμήμα της σοβιετικής δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ήταν μια αυτόνομη δημοκρατία, κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Αρμενίους. Διεκδίκησε την ανεξαρτησία της από το Αζερμπαϊτζάν κατά την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής ‘Ενωσης και την απέκτησε ντε φάκτο μετά από έναν αρμενο-αζερικό πόλεμο που στοίχισε τη ζωή 25.000 ανθρώπων. ‘Εκτοτε, τα ένοπλα μικροεπεισόδια,  δεν λείπουν σχεδόν καθημερινά από τη γραμμή αντιπαράθεσης. Η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, που το θεωρεί τμήμα του Αζερμπαϊτζάν.

 

Στην περίπτωση του Καραμπάχ έχουμε μια τυπική σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών και στην αναγνώριση των κρατών που διαδέχθηκαν τη σοβιετική ή και τη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία στα σύνορα που αντιστοιχούν στην εσωτερική, διοικητική υποδιαίρεση της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας.  Το ίδιο που συμβαίνει και στις περιπτώσεις του Κοσόβου, της ανατολικής Ουκρανίας και της Κριμαίας και πολλών άλλων εστιών κρίσης. Οι δημοκρατίες που αποτελούσαν την ΕΣΣΔ και τη Γιουγκοσλαβία δεν αντιστοιχούσαν ακριβώς στις περιοχές που πλειοψηφούσαν τα έθνη στα οποία αναφέρονταν. Σημαντικές, συμπαγείς εθνικές μειονότητες, τοπικά πλειοψηφικές ζούσαν εντός Δημοκρατιών που αναφέρονταν σε άλλους εθνότητες (Ρώσοι, πλειοψηφία στην Αν. Ουκρανία και Κριμαία, Σέρβοι στην Κράινα της Κροατίας, Αλβανοί στο Κόσοβο της Σερβίας κ.ο.κ.). Μόλις διαλύθηκαν ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβία άρχισαν δέκα πόλεμοι μεταξύ εθνοτήτων που κυριαρχούσαν τοπικά και εθνοτήτων που κυριαρχούσαν σε επίπεδο Δημοκρατίας.

 

Για την περίκλειστη Αρμενία, σφηνωμένη στον Καύκασο, ανάμεσα στο εχθρικό Αζερμπαϊτζάν και την επίφοβη Τουρκία, χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα, το μάλλον φιλικό Ιράν προς νότο και η επαφή με τη Ρωσία μέσω της Γεωργίας προς βορρά είναι οι ζωτικές του διέξοδοι. Προσπαθούμε να εξυπηρετήσουμε, να συγκεράσουμε όλες τις μεγάλες δυνάμεις που εμπλέκονται στην περιοχή, μας λέει ο Αρμένιος Πρόεδρος.

 

‘Οσο τουλάχιστο δεν υπάρχει μεγάλη δύναμη με συμφέρον να αναζωπυρώσει την αρμενο-αζερική διαμάχη, η Αρμενία μάλλον το καταφέρνει αυτό. Αλλά το παράδειγμα της γειτονικής Γεωργίας, που πιθανώς σπρώχτηκε από ορισμένους  δυτικούς κύκλους σε μια αυτοκτονική περιπέτεια με τη Ρωσία, για να δοκιμάσουν οι πρώτοι τις αντιστάσεις της δεύτερης, δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η κατάσταση να εκτροχιασθεί. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί και στην απομακρυσμένη τώρα, αλλά όχι και αδύνατη περίπτωση μιας πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν.

 

Ο Αρμένιος Πρόεδρος χαρακτηρίζει ως «συνιστώσα-κλειδί» της εξωτερικής πολιτικής του Γερεβάν τη «στρατηγική εταιρική σχέση», υπογραμμίζοντας όμως ταυτόχρονα την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει η χώρα του στην «ειδική σχέση» με τη Γαλλία και την  «κορυφαία προτεραιότητα» που επίσης αποτελούν οι σχέσεις με τη Γεωργία και το Ιράν. Το Γερεβάν, λέει ο  Vigen Sargsyan,  κάνει έντονες προσπάθειες να αναπτύξει τις σχέσεις με επιμέρους ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και την ΕΕ στο σύνολό της. Δεν έχει νόημα, πρόσθεσε, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον προσανατολισμό προς την ΕΕ και αυτόν προς την Ευρασιατική ‘Ενωση. «Η προσχώρηση στην Ευρασιατική ‘Ενωση», λέει, «ποτέ δεν νοήθηκε ως υποβάθμιση ή διακοπή των σχέσεων με την ΕΕ».

 

Η Αρμενία σημείωσε πάντως με δυσφορία την απόφαση της Μόσχας να πουλήσει εξελιγμένα οπλικά συστήματα στο Αζερμπαϊτζάν, παρά την ρωσο-αρμενική στρατιωτική συμμαχία, συμμαχία που έχει αρνηθεί να συνάψει το Μπακού. «’Εχουμε πρόβλημα γιατί τα όπλα αυτά στοχεύουν Αρμένιους στρατιώτες. Επί 250 χρόνια Αρμένιοι και Ρώσοι πολεμάνε κοινούς εχθρούς, ποτέ δεν πολέμησαν μεταξύ τους», λέει ο κ. Sargsyan, προσθέτοντας ότι, αν το Μπακού εκτιμήσει ότι έχει συντριπτική στρατιωτική υπεροχή θα επιχειρήσει να λύσει στρατιωτικά το θέμα του Ναγκόρνο – Καραμπάχ.

 

Ρωτάμε τον Αρμένιο Πρόεδρο τι πιστεύει για το θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αν πρέπει να συνεχιστούν ή να διακοπούν. Θα ήθελα την ταχύτερη δυνατή άρση των κυρώσεων, την ταχύτερη δυνατή ειρήνευση στην Ουκρανία, αλλά πρέπει να βρούμε τη χρυσή τομή, είναι η ελαφρώς σιβυλλική απάντηση του κ. Sargsyan

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

«Επίκαιρα», 26.3.2015

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ... και μερικές παρατηρήσεις για την Εξωτερική-Αμυντική πολιτική




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Να μην τον πούμε «τουρκικό» αγωγό, ζήτησε ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς από τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρώφ όταν συναντήθηκαν στη Μόσχα. Ο λόγος για τον «Turkish Stream» που αποφάσισαν να κατασκευάσουν  Πούτιν και Ερντογάν στη θέση του ναυαγήσαντος “South Stream”. Ο «Turkish Stream» θα έρθει να προστεθεί στον “Blue Stream”, μεταφέροντας και αυτός ρωσικό φυσικό αέριο, μέσω του πυθμένα της Μαύρης Θάλασσας, στην Τουρκία. Το σχέδιο μάλιστα προβλέπει να δημιουργηθεί και αποθηκευτικός χώρος στα ελληνοτουρκικά σύνορα από όπου το αέριο θα μπορεί να εξάγεται στην Ελλάδα ή και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Πιο σημαντικό από το πώς θα ονομάζεται αυτός ο αγωγός, είναι το τι θα είναι. Και είτε λέγεται έτσι, είτε όχι, θα είναι ένας τουρκικός αγωγός. Σε συνδυασμό με τον αγωγό από το Αζερμπαϊτζάν, ίσως και από άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής, ελπίζουμε όχι και από την Κύπρο όπως σκέφτεται η Noble, αλλά και τον πετρελαιαγωγό Μπακού-Τσεϊχάν θα καταστήσει την Τουρκία κύριο διαμετακομιστή ενέργειας για την Ευρώπη.

 

Αυτό είναι απολύτως παράλογο. Δεν εξυπηρετεί ασφαλώς τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, όπως δεν τα εξυπηρετεί και ο αγωγός ΤΑΡ, αλλά δεν εξυπηρετεί ούτε τα ρωσικά, ούτε τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Για ποιο λόγο η ενεργειακή σχέση Ευρώπης και Ρωσίας πρέπει να περνάει από μια απρόβλεπτου μέλλοντος χώρα του αραβομουσουλμανικού κόσμου, που ελπίζουμε να σταματήσει, αλλά βρίσκεται προς το παρόν «στα μαχαίρια» με την Ελλάδα και την Κύπρο;

 

Η στρατηγική λογική του South Stream, όπως και του NordStream, που συνδέει απευθείας Ρωσία και Γερμανία, είναι η απεξάρτηση των ευρωρωσικών ενεργειακών ανταλλαγών από την επιρροή και τις προβοκάτσιες τρίτων δυνάμεων. Τόσο ο South Stream όσο και ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη απεξαρτούν τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης τόσο από τα καπρίτσια των ΗΠΑ που ελέγχουν την Ουκρανία, όσο και από οποιαδήποτε επιρροή της ‘Αγκυρας.

 

Οι δύο αγωγοί βέβαια υπονομεύτηκαν από τις δυνάμεις του ατλαντισμού, που συνήθως κυριαρχούν του εθνικού και ευρωπαϊκού συμφέροντος στην πολιτική Αθήνας, Σόφιας και Βρυξελλών. Η Μόσχα, αντιμέτωπη με την εχθρότητα της Βουλγαρίας και τα διαρκή προσκόμματα της ΕΕ, προτίμησε μια λύση μέσω Τουρκίας που θεωρεί «ουδέτερη» στρατηγικά χώρα.  Αλλά η βουλγαρική «εχθρότητα» μπορεί αύριο να μεταβληθεί, όπως και η τουρκική «ουδετερότητα».

 

Η ελληνική κυβέρνηση, εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να αγωνιστεί  για την εθνική κυριαρχία  στο οικονομικό πεδίο, δεν μπορεί να μην το κάνει και στο γεωπολιτικό-ενεργειακό. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

 

Η Αθήνα προτού εκφράσει, όπως φαίνεται από δηλώσεις Κοτζιά, Λαφαζάνη και Καμμένου, τη συμφωνία της με τον τουρκικό αγωγό, θα ήταν ίσως σκόπιμο  να κάνει μια τελευταία προσπάθεια μήπως μπορούν να «αναστηθούν» τα άλλα δύο σχέδια (South Stream και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) που ανταποκρίνονται σε ζωτικά εθνικά συμφέροντα. ‘Επρεπε μάλιστα να το έχει κάνει από καιρό, ήδη επί αντιπολίτευσης. ΄Εχουν  ζωτική στρατηγική, αλλά και καθαρά αμυντική σημασία. Οι αγωγοί αυτοί αποτελούν και «ασπίδα» της Θράκης.

 

Μόνο αν αποδεικνυόταν τελείως αδύνατη η υλοποίηση του South Stream, θα μπορούσε - και καλά θα έκανε τότε η Αθήνα - να αποδεχθεί το ρωσο-τουρκικό σχέδιο, γιατί έτσι όπως πάμε θα καταλήξουμε να εισάγουμε όλη σχεδόν την ενέργεια που χρησιμοποιούμε από τον «τουρκικό κόσμο» (Τουρκία-Αζερμπαϊτζάν). ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. δεν εμφάνισαν μέχρι τώρα κάποιο γεωπολιτικό σχέδιο. Η πολιτική των αγωγών μπορεί να αποτελέσει τμήμα τέτοιου απαραίτητου σχεδίου.

 

Τα «όρια» στην εξωτερική πολιτική

 

Η ιστορία διαθέτει δική της ειρωνεία.  Ορισμένοι στην κυβέρνηση πιστεύουν βαθιά στην αναγνώριση των «ορίων» που πρέπει να σέβεται η ελληνική εξωτερική πολιτική. ‘Όμως είναι ακριβώς αυτοί που θα κληθούν ίσως να τα «ξεπεράσουν» αν θέλουν να πρωταγωνιστήσουν στη σωτηρία της χώρας. ‘Οσο πιο έγκαιρα γίνει αυτό αντιληπτό, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητας επιτυχίας. Δεν διαλέγει κανείς πολιτικές ανάλογα με τα κέφια του.

 

Η επιδίωξη ειδικής σχέσης με τη Ρωσία αλλά και άλλους εναλλακτικούς πόλους είναι εκ των ουκ άνευ για την Ελλάδα, όπως και να εξελιχθούν οι σχέσεις με την Ευρώπη, πολύ περισσότερο σε περίπτωση ρήξης. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολύ σοβαρή επεξεργασία και την αποφασιστικότητα που προσφέρει η συνείδηση της πραγματικότητας και των αναγκών.

 

Δεν γνωρίζουμε τι βοήθεια ακριβώς μπορεί/θέλει να δώσει στον οικονομικό τομέα η Ρωσία στην Ελλάδα, αν και στο σημείο που είμαστε κάθε συνδρομή είναι καλοδεχούμενη. Είναι καθήκον της διαπραγμάτευσης να τα διαπιστώσει αυτά. Βέβαιο είναι ότι μπορεί να προσφέρει πολλά στην αναβάθμιση της αμυντικής ασφάλειας Ελλάδας-Κύπρου σε πολύ κρίσιμη περίοδο. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) δεν χρειάζεται, ούτε αντέχει καινούρια βαριά όπλα. Χρειάζεται πληροφορίες, έξυπνη και ασύμμετρη άμυνα με με ενσωματωμένη τη σύγχρονη πληροφορική τεχνολογία (π.χ. πυραύλους), διαφοροποίηση πηγών προμήθειας, «στεγανοποίηση» της άμυνας από τους συμμάχους, στρατό προσανατολισμένο στην πραγματική απειλή κατά της χώρας, με ανάλογη στρατηγική-γεωπολιτική αίσθηση. Και εδώ επίσης χρειάζεται ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. να επεξεργασθούν κατεπειγόντως ολοκληρωμένη αντίληψη για την άμυνα.

 

Σε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, η σύσφιγξη των σχέσεων με τη Μόσχα θα αντιμετωπιστεί με μεγάλη εχθρότητα από τις κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις. ‘Όπως όμως και στο ζήτημα του ευρωπαϊκού χρέους, έτσι και

στο θέμα αποφυγής του πολέμου με τη Ρωσία, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί, κατάλληλα δραστηριοποιούμενη διεθνώς,  να βρει ευήκοο ους στις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες ευρωπαϊκές ανάγκες. Αυτό δεν γίνεται αυτόματα, θέλει και δουλειά.

 

Το χειρότερο που θα μπορούσε φυσικά να συμβεί και δεν νομίζουμε ότι θα συμβεί, είναι να αρχίσει η Ελλάδα να παίρνει δάνεια από αριστερά και δεξιά ή να παίζει βαριά γεωπολιτικά χαρτιά απλά και μόνο για να εξυπηρετήσει ένα μη βιώσιμο χρέος  (ή και να χρησιμοποιεί αποθεματικά και άλλες στρατηγικές εφεδρείες για τέτοιο σκοπό). ‘Εχουμε αρκετούς πιστωτές για να χρειαζόμαστε και άλλους. Αυτά έχουν νόημα αν η Αθήνα αντιμετωπίσει σοβαρά τη στάση πληρωμών χρέους, το κύριο σχέδιο Β’, στην περίπτωση που οι πιστωτές της αρνηθούν τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον κύκλο ύφεσης, ανεργίας και κοινωνικής αποσύνθεσης.

 

Κινδυνολογία και εφησυχασμός

 

Ο γράφων ήταν πάντα οπαδός του «σχεδίου Α’». Δεν υποτιμά καθόλου τις δυσκολίες και τους κινδύνους μιας ρήξης με τους πιστωτές, ούτε ονειρεύεται κάποιο «παράδεισο της δραχμής». Αλλά για να έχει ελπίδα το σχέδιο Α’, τονίσαμε εξαρχής, πρέπει να υπάρχει, πραγματικά και όχι λεκτικά-επικοινωνιακά, και το Β’ και το Γ’ και το Δ’, για την περίπτωση που η σωτηρία της χώρας τα απαιτήσει.

 

‘Όταν διατυπώσαμε αυτή την άποψη κυρίως συναντήσαμε την αμηχανία, ή τη (σιωπηρή συνήθως) συμφωνία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο επιχείρημα που κάποιος μας αντέταξε, όχι παράλογο, είναι ότι η Ελλάδα συνιστά συστημικό κίνδυνο. Για τη Μέρκελ όμως και η επιτυχία του Τσίπρα αποτελεί μεγάλο κίνδυνο.  Το επιχείρημα του συστημικού κινδύνου, αν και παραβλέπει την πιθανότητα ύπαρξης δυνάμεων που αποβλέπουν στο ελληνικό ατύχημα ή εσφαλμένων υπολογισμών, δεν στερείται βάσης. Αλλά δεν είναι ο νόμος της βαρύτητας, είναι υπόθεση εργασίας που η πολιτική καλείται να την επιβεβαιώσει. Υπήρξαν και ορισμένοι, ευτυχώς ελάχιστοι, που λοιδώρησαν, στο παρασκήνιο πάντα, δεν έχουν παρουσιάσιμα επιχειρήματα, του φωτός, τον γράφοντα ως «κινδυνολόγο» κ.α. Η «κινδυνολογία» δεν έβλαψε κανέναν, η ανεύθυνη υποτίμηση των κινδύνων και της αναγκαίας προετοιμασίας πολλούς. Θα αγανακτούσε κανείς κάποτε και με την κακοήθεια μερικών ανθρώπων, αν δεν τον τρόμαζε η ανοησία τους.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Δημοσιεύτηκε στον «Δρόμο της Ατιστεράς», 28.3.2015

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ελλάδα, Ρωσία και αγωγοί - η στρατηγική διάσταση




 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Με το τηλεφώνημά του στον Αλέξη Τσίπρα, την ημέρα που ο Σόιμπλε επεφύλασσε ένα κρύο ντους στον Γιάνη Βαρουφάκη, ο ηγέτης του Κρεμλίνου υπενθύμισε στον ‘Ελληνα πρωθυπουργό ότι η Ρωσία «είναι εδώ». Αν φυσικά και η Αθήνα την θέλει εδώ, γιατί ενίοτε στην Ελλάδα γοητευόμαστε περισσότερο από την Αμερική παρά από τη Ρωσία και φοβόμαστε την πλήρη ανάπτυξη των σχέσεων με τη Ρωσία, που θα δυσαρεστούσε τους δυτικούς, Αμερικανούς και Ευρωπαίους.

 

Το πιο επείγον, άμεσο ζήτημα σήμερα στις ελληνορωσικές σχέσεις είναι το θέμα των αγωγών αερίου. Ελπίζουμε ότι στην κυβέρνηση αντιλαμβάνονται τη στρατηγική σημασία της πρότασης για τον South Stream. O αγωγός αυτός υπήρξε ελληνική πρόταση, όπως και ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Η στρατηγική λειτουργία του είναι ότι συνδέει απευθείας τη Ρωσία με τα Βαλκάνια και επέκεινα με την Ευρώπη, παρακάμπτοντας τόσο μια Ουκρανία όργανο της νέας αντιρωσικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ, όσο και μια Τουρκία που συνιστά διαχρονική απειλή για την Ελλάδα.

 

Δεν είναι σωστό η Ελλάδα, που ξοδεύει, καλώς ή κακώς, ένα σκασμό λεφτά για να αμυνθεί από την Τουρκία, να εναποθέσει στη γείτονα το κύριο μέρος του ενεργειακού της εφοδιασμού, είτε δια του ΤΑΡ, είτε δι΄ενός Turkish Stream. Ούτε και έχει πολύ λογική, από την άποψη όχι μόνο των ελληνικών, αλλά επίσης των ρωσικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων, να περνάει από την Τουρκία ένα σημαντικό μέρος των ρωσικών εξαγωγών αερίου προς την Ευρώπη.

 

Η Μόσχα μετά από τη στάση της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της ΕΕ αποφάσισε με το ΄δικηο της να ματαιώσει τον South Streem και να τον αντικαταστήσει με τον Turkish Stream, ένα δεύτερο υποθαλάσσιο αγωγό που θα συνδέσει απευθείας Ρωσία και Τουρκία. Είναι προς το στρατηγικό συμφέρον της Αθήνας να ασκήσει όλη την επιρροή της σε Σόφια, Μόσχα και Βρυξέλλες, μήπως γίνει τελικά δυνατή η κατασκευή του South Stream.

 

Το δεύτερο μεγάλο θέμα στο οποίο η Αθήνα μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διακοπή της κλιμάκωσης και την αντιστροφή της πορείας προς ψυχρό και θερμό πόλεμο στην Ευρώπη. Η επικράτηση μιας τέτοιας ατμόσφαιρας μας οδηγεί σε άνευ προηγουμένου, παγκόσμια καταστροφή. Δημιουργεί ένα περιβάλλον εξαιρετικά ασφυκτικό και επικίνδυνο για μικρά έθνη όπως το δικό μας. Στο παρελθόν, επί Ανδρέα Παπανδρέου, η Ελλάδα μόνο κέρδισε από την ανάληψη μεγάλων διεθνών πρωτοβουλιών, όπως τότε η πρωτοβουλία των ‘Εξη για τον έλεγχο της πυρηνικής κλιμάκωσης. Είναι πολλαπλώς προς το εθνικό συμφέρον και το διεθνές συμφέρον της ειρήνης να εργασθεί η Αθήνα συστηματικά σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Το «αντιμνημονιακό» πρόγραμμα της κυβέρνησης είναι ουσιαστικά ένα πρόγραμμα ανάκτησης της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. ‘Ένα τέτοιο πρόγραμμα συνεπάγεται και προϋποθέτει και την αποκατάσταση κανονικών διμερών σχέσεων με τη Ρωσία, σχέσεις που ουσιαστικά έχουν απαγορευθεί στην Ελλάδα από τους «προστάτες», Αμερικανούς και Ευρωπαίους, με τη συνδρομή βεβαίως υποτελών εθνικών ηγεσιών.

 

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε δια μακρών στην προφανή σημασία ανάπτυξης των σχέσεων με τη Μόσχα, στον τομέα της ενέργειας, των εμπορικών ανταλλαγών, του τουρισμού, κοινών επενδυτικών κοινοπραξιών, των πολιτιστικών και των αμυντικών σχέσεων – όπου η Ελλάδα μπορεί να προσπορισθεί κρίσιμο στρατηγικό στοιχείο υπεροχής με μικρό κόστος για τα θέατρα Κύπρου και Αιγαίου.

 

Ούτε είναι δυνατόν να δεχθούμε το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να δυσαρεστούμε τους «προστάτες». Η Ελλάδα (και η Κύπρος) έχουν δεχθεί οικονομικό πόλεμο από την Ευρώπη. Στο Αιγαίο και το κυπριακό, οι θέσεις των ΗΠΑ κινούνται παραδοσιακά σε κατεύθυνση αντίθετη προς τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Πως είναι δυνατόν, ιδιαίτερα σε τέτοιες συνθήκες, να καλούμεθα οι ‘Ελληνες να αποποιηθούμε παραδοσιακούς δεσμούς και με τη Ρωσία, αλλά και με άλλους «εναλλακτικούς» πόλους του παγκόσμιου συστήματος.

 

Πολύ μεγαλύτερη βέβαια θα είναι η σημασία των ελληνορωσικών σχέσεων σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν μπορέσει να φτάσει σε έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό και αναγκασθεί να φτάσει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους για να μη φτάσει σε υποταγή.

 

Χρειάζεται η κυβέρνηση να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης των ελληνορωσικών σχέσεων. Ασφαλώς, μπορεί να «δυσαρεστηθούν» Γερμανοί και Αμερικανοί, από το «ξαναζέσταμα» της ελληνορωσικής φιλίας, αλλά θα λογαριάσουν και πολύ περισσότερο την Αθήνα.

 

Μια μικρή χώρα δεν πρέπει να είναι προβλέψιμη, είχε τονίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε μια ιστορική συνέντευξη που έδωσε αναλαμβάνοντας την εξουσία το 1981. Ο γιός του έκανε την αντίθετη επιλογή. ‘Ηταν απολύτως προβλέψιμος και ακολούθησε πιστά τη γραμμή που υπαγόρευαν στον ίδιο και τους συνεργάτες του οι Ηνωμένες Πολιτείες και το σύστημα Σόρος με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο ίδιος και να καταστρέψει και τη χώρα. ‘Οσοι θεωρούν «τυχοδιωκτισμό» τη στοιχειώδη ανεξαρτησία μιας χώρας, οφείλουν να σκέπτονται και του που ιστορικά οδήγησε την Ελλάδα η ξένη εξάρτηση.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Παρόν της Κυριακής, 8.2.2015

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Την Κύπρο και τα μάτια σας...


Την Κύπρο και τα μάτια σας…

(και μια παρατήρηση για τη διαπραγμάτευση των δανειακών)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Περίοδοι μεγάλων πολιτικών αλλαγών και ανόδου νέων δυνάμεων στην Ελλάδα υπήρξαν συνήθως και περίοδοι αστάθειας στα ελληνοτουρκικά, με την ‘Αγκυρα συχνά να «τεστάρει» τις νέες ηγεσίες των Αθηνών.

 

Το πιο κλασικό σχετικό παράδειγμα ήταν η κρίση των Ιμίων που συνέπεσε με την άνοδο του Σημίτη στην πρωθυπουργία. ‘Αγκυρα και – παρασκηνιακά – Ουάσιγκτων έδωσαν τότε ένα μάθημα για το ποιος κάνει κουμάντο στην περιοχή. Μάθημα που δεν ξέχασαν ποτέ ούτε ο Σημίτης (παρά τον φιλογερμανισμό του) ούτε οι Ευρωπαίοι.

 

Σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες από πρεσβείες τρίτων χωρών, η κυβέρνηση Ερντογάν-Νταβούτογλου εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να προκαλέσει μια μίνι-κρίση στην Κύπρο κατά προτίμηση. Επιθυμεί αφενός να τεστάρει τον ΣΥΡΙΖΑ, στους κόλπους του οποίου έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί αντιφατικές απόψεις για τα εθνικά θέματα, αφετέρου να εκμεταλλευθεί την αστάθεια και αδυναμία Ελλάδας (και Κύπρου).

 

Δεν μπορεί άλλωστε να αποκλείσει κανείς ότι η Τουρκία θα ενθαρρυνθεί σε αυτό το παιχνίδι από τους Πιστωτές, αν τυχόν η Αθήνα θελήσει/υποχρεωθεί να οδηγηθεί σε σύγκρουση μαζί τους.

 

Γι’ αυτό, η νέα κυβέρνηση της Αθήνας πρέπει να βρει τον τρόπο να στείλει ένα περισσότερο από σαφές αποτρεπτικό μήνυμα προς την ‘Αγκυρα για την αποφασιστικότητα της ελληνικής αντίδρασης σε τυχόν τουρκική πρόκληση, ανεξαρτήτως των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Και ελπίζει κανείς, σε αυτό τουλάχιστο το ζήτημα, η Τουρκία να βρει ενωμένα όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα.

 

Οι «παράπλευρες» σχέσεις

 

Αποφασιστική σημασία έχει επίσης η ταχεία και αποφασιστική επανενεργοποίηση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου, ουσιαστικού στοιχείου του ελληνισμού στην ελληνοτουρκική στρατηγική εξίσωση.

 

Η άποψη ότι διάφοροι τρίτοι θα υπερασπιστούν την Κύπρο περισσότερο από την Ελλάδα μόνο ως επικίνδυνη, αν όχι ύποπτη αυταπάτη μπορεί να θεωρηθεί.

 

Να τονίσουμε επίσης ότι δέκα χρόνια μετά την απόρριψη του εξωφρενικού σχεδίου Ανάν, δεν είναι δυνατόν πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο, περιλαμβανομένου του ίδιου του Προέδρου Αναστασιάδη, να παίζουν ξανά με την επαναφορά ανάλογης φιλοσοφίας σχεδίου, δηλαδή με την ίδια την ύπαρξη συντεταγμένου κράτους στην Κύπρο.

 

‘Η να συνεχίζουν επαναλαμβάνοντας – αντί πολιτικής - τις επικίνδυνες αρλούμπες εισαγωγής για μια «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία» που ουδείς (πλην του Ανάν) δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει και να εξηγήσει ποιος θα την κυβερνά.

 

Η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και του δημοκρατικού χαρακτήρα του κυπριακού κράτους οφείλει να είναι το κέντρο της ελλαδικής και κυπριακής εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής.

 

Δυστυχώς, περισσότερο από τους Τούρκους, την Κύπρο απειλεί κυρίως το εν Λευκωσία και Αθήνα «κόμμα των ανανιστών», διαχρονικών φορέων της ξένης εξάρτησης. Γιατί, όπως είπε το 1987, εξαγγέλλοντας το casus belli σε περίπτωση προέλασης των τουρκικών στρατευμάτων στη Μεγαλόνησο, ο Ανδρέας Παπανδρέου, «αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί».

 

Θεωρητικά η προσεχής επίσκεψη Αναστασιάδη στη Μόσχα συνιστά επίσης μια μεγάλη ευκαιρία διεύρυνσης των γεωπολιτικών στηριγμάτων της Κύπρου. Λέμε θεωρητικά, γιατί οτιδήποτε έχει μέχρι τώρα κάνει ο Κύπριος Πρόεδρος αφενός στρέφεται κατά της πατρίδας του και του λαού της, αφετέρου συνιστά συνήθως στάχτη στα μάτια των Κυπρίων πολιτών, όπως έγινε με την αποστολή στη Μόσχα τις μέρες του bail in.

 

Παραχωρήσεις οιασδήποτε μορφής προς τη Μόσχα, το Πεκίνο ή οποιονδήποτε άλλο έχουν νόημα, από την Αθήνα ή από τη Λευκωσία, μόνο στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας των δύο κρατών από τα δεσμά της ιδιάζουσας αποικιοκρατίας που υφίστανται («Χρεωκρατία», όπως την ονόμασε ο Βάσος Λυσσαρίδης). Κάτι που ανταποκρίνεται και στα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, εφόσον βέβαια μπορεί να το καταστήσει αισθητό αυτό το επιχείρημα η ηγεσία Αθηνών και Λευκωσίας.

 

Ελπίζει κανείς και η ελλαδική αριστερά, έστω και τώρα, να καλύψει το δυστυχώς ανεκμετάλλευτο έδαφος με τους Ρώσους και άλλους «εναλλακτικούς» του πλανήτη. Οι «παράπλευρες» αυτές σχέσεις συνιστούν ουσιώδη παράμετρο του ελληνικού στρατηγικού βάθους, όπως συνειδητοποίησαν στο παρελθόν, εφαρμόζοντας αντίστοιχες πολιτικές, όλοι οι σημαντικοί πολιτικοί Ελλάδας και Κύπρου από όλο το πολιτικό φάσμα.

 

Με την ευκαιρία να τονίσουμε ότι η σημερινή συγκυρία που όλα τα βλέμματα παγκοσμίως είναι στραμμένα στην Ελλάδα, είναι μια μοναδική ευκαιρία να ειπωθούν πολλά ουσιαστικά πράγματα και για την Ευρώπη και για τις διεθνείς υποθέσεις, πέραν της ορθής πλην περιορισμένης αντιπολίτευσης στις πολιτικές λιτότητας.

 

ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ

 

Σε πρόσφατα άρθρα μας υπογραμμίσαμε την ανάγκη να αμφισβητηθούν και να μην αναγνωρισθούν οι δανειακές συμβάσεις. Υπογραμμίσαμε την κεντρική σημασία τους για την οργάνωση της αποικιακής σχέσης Πιστωτών-Ελλάδας, όπως και τους απαράδεκτους όρους τους, που οργανώνουν την έμμεση πλην σαφή κατάλυση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.

 

Ορισμένοι φίλοι παραδέχονται ότι αυτή είναι η ορθή θέση, εκτιμούν όμως ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να πάρουμε τέτοιες αλλαγές. Ξεχνάνε όμως ότι ξεκινά κανείς μια διαπραγμάτευση ζητώντας όσα μπορεί περισσότερα, πολύ περισσότερο όταν μπορεί να κινητοποιήσει πολύ ισχυρά επιχειρήματα και τη διεθνή νομιμότητα. Δεν τη ξεκινά κάνοντας το καλό παιδί και μπαίνοντας στα παπούτσια της άλλης πλευράς.

 

Ακόμα εξάλλου κι αν δεν πάρεις αυτό που θέλεις, ακόμα κι αν χρειαστείς να εφαρμόσεις μέτρα που δεν θέλεις, δεν έχεις λόγο να αναγνωρίσεις τη βασιμότητα και τη νομιμότητά τους.

 

Δυσκολεύεται άλλωστε κανείς να φανταστεί πως η Αριστερά, αν όχι η Δημοκρατία στην Ελλάδα θα μπορέσουν να επιβιώσουν επί μακρόν, αν δεν αμφισβητήσουν την ουσία της διαδικασίας κατάλυσης του κράτους έθνους και της δημοκρατίας στη χώρα που οργάνωσαν Δανειακές και Μνημόνια. Μακάρι εξάλλου να πετύχει το πλαν Α, ακριβώς όμως για να πετύχει χρειάζεται και πλαν Β.

 

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 29.01.2015

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΡΕΖΙΛΙΚΙΑ




 

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Μόνο ως εξωφρενική, παράλογη και εξευτελιστική μπορεί να χαρακτηριστεί η απόφαση να συνέλθει στην Αθήνα η επιτροπή συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, δηλαδή τα δύο υπουργικά συμβούλια σε κοινή συνεδρίαση. Πολύ περισσότερο που η σύγκλιση αυτή συμπίπτει με την κλιμάκωση της έμπρακτης παραβίασης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στη θάλασσα νοτίως του νησιού, κατά τρόπο πρωτοφανή μετά την εισβολή του 1974. Ουσιαστικά, η Αθήνα από τη μία αυτοεξευτελίζεται και από την άλλη δίνει, με τον τρόπο αυτό, «πράσινο φως» στην ‘Αγκυρα να συνεχίσει και να κλιμακώσει τις προκλήσεις της.

 

‘Εχουμε φτάσει στο σημείο να χρειάζεται τώρα να υπενθυμίσουμε – μην το ξεχάσουμε κι εμείς οι ίδιοι, όπως πάει η χώρα, οι πολιτικοί και τα «Μέσα» της - ότι η Τουρκία έχει καταλάβει και διατηρεί υπό κατοχή τη μισή Κύπρο, το 80% του πληθυσμού της οποίας είναι ‘Ελληνες, με μια στρατιωτική επιχείρηση που είχε (αναλογικά με τον πληθυσμό) περισσότερα θύματα από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ. ‘Εδιωξε από τα σπίτια τους 250.000 ‘Ελληνες, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και την απειλεί μονίμως με κατάλυση. Απειλεί λόγω και έργω την Ελλάδα και την Κύπρο με πόλεμο, ιδίως αν η Αθήνα εφαρμόσει τα δικαιώματά της που απορρέουν από τη διεθνή σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας (επέκταση χωρικών υδάτων). Παρατάσσει μια τεράστια στρατιωτική μηχανή από τον ‘Εβρο μέχρι την Κύπρο, περιλαμβανομένου και του μεγαλύτερου αποβατικού στόλου στον κόσμο που ελλιμενίζεται απέναντι από τα ελληνικά νησιά και γυμνάζεται ετησίως στην κατάληψή τους, υποχρεώνοντας επί τέσσερις δεκαετίες την Ελλάδα σε εξοπλιστικό ανταγωνισμό που την κατέστρεψε. ‘Εχει εδαφικές διεκδικήσεις σε όλο το ανατολικό Αιγαίο.

 

Πως είναι δυνατόν λοιπόν η Ελλάδα να κάνει με μια χώρα, που έτσι συμπεριφέρεται, κοινά υπουργικά συμβούλια, ωσάν όχι μόνο να μην τρέχει τίποτα, αλλά να είμαστε οι καλύτεροι δυνατοί φίλοι; Ποιος θα σεβαστεί μια χώρα που συμπεριφέρεται όπως η Ελλάδα; Πως είναι δυνατόν να κάνει η Αθήνα τέτοιες συναντήσεις – πολύ περισσότερο - τη στιγμή που η Τουρκία εμπράκτως αμφισβητεί την κυριαρχία της Κύπρου και μάλιστα νοτίως του νησιού, κάτι που δεν έχει ξανακάνει μετά το 1974; Είναι τόσο τραγελαφικά όλα αυτά που σχεδόν δεν επιτρέπουν τον σχολιασμό. Το μόνο συμπέρασμα που πολύ λογικά θα βγάλει η ‘Αγκυρα είναι ότι η Αθήνα είτε δεν ενδιαφέρεται για το τι κάνει η ‘Αγκυρα στην Κύπρο, είτε τρέμει την αντίδραση της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, διάφοροι που εργάζονται συστηματικά και υπογείως εδώ και δεκαετίες για την «απομάκρυνση» Κύπρου και Ελλάδας, για λογαριασμό ξένων δυνάμεων, θα χρησιμοποιήσουν και αυτό το γεγονός για να ενσταλλάξουν στο κυπριακό συλλογικό ασυνείδητο την άποψη ότι αλλού θα βρει «σωτηρία» το νησί, ενώ θα ενισχύουν στο ελλαδικό την εξοικείωση με την αδιαφορία για την Κύπρο.

 

«Διπλωματία εισαγωγής και υπαγόρευσης»

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Αθήνα οργανώνει τέτοια «κοινά υπουργικά συμβούλια» μόνο με την Τουρκία και το Ισραήλ. Δεν έχει ποτέ οργανώσει με τη Κυπριακή Δημοκρατία, όπως θα ήταν πολύ λογικότερο, ούτε με κάποιον από τους Ευρωπαίους «εταίρους» ή τη Ρωσία αίφνης. Στην πραγματικότητα, η ελληνική διπλωματία δεν σκέφτηκε μόνη της τέτοια υπουργικά συμβούλια. Η ιδέα είναι εισαγωγής, όπως και πολλές άλλες. Η ιδέα σύγκλισης κοινών υπουργικών συμβουλίων με την Τουρκία (όπως και το Ισραήλ) αντανακλούν την πρόθεση του «διεθνούς παράγοντα», δηλαδή του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, να «ολοκληρώσει» την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου υπό την αιγίδα του. Ανοιχτό και αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης μεταξύ ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ παραμένει το ερώτημα του ρόλου και ακριβούς μεριδίου της Τουρκίας, το αν δηλαδή Ελλάδα και Κύπρος θα υπαχθούν σε μια αμερικανο-τουρκική (όπως ήταν έως πρόσφατα το σχέδιο) ή σε μια αμιγώς αμερικανο-ισραηλινή ζώνη επιρροής. Και στις δύο περιπτώσεις, το βέβαιο είναι ότι προβλέπεται να μην ενταχθούν ως ανεξάρτητα, στοιχειωδώς κυρίαρχα κράτη.

 

‘Ετσι φτάσαμε στην εξής τραγελαφική κατάσταση. Ο ξένος παράγων έβαλε στον μηχανισμό της ελληνικής διπλωματίας το software της ελληνοτουρκικής προσέγγισης (εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, αφού γίνεται με την Τουρκία σε πλήρη διεκδικητική-επιθετική διάταξη). Ταυτόχρονα, τούχωσε και το software της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης με υποτιθέμενη, δικαιολογητική βάση τη συμμαχία με το Τελ Αβίβ εναντίον της ‘Αγκυρας. ‘Όχι μόνο τα δύο «προγράμματα» είναι ξένα, εισαγωγής, αλλά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους! Φυσικά, όπως και πολλά άλλα, αυτό ήταν το έργο του βασικού καταστροφέα της Ελλάδας και της Κύπρου στη δεκαετία του 2000, δηλαδή του «αμερικανού» Γιώργου Παπανδρέου, υπό την εποπτεία του ‘Αλεξ Ρόντος (όπως κάποτε του Τομ Καραμεσίνη ή του Αβρακώτου). Αρχιτέκτων και της ελληνοτουρκικής και της ελληνοισραηλινής φιλίας, όπως και της μνημονιακής υποδούλωσης, ο Ρόντος κατάφερε να έχει τις καλύτερες των σχέσεων τόσο με το «αμερικανικό» ΠΑΣΟΚ, όσο και με μια πτέρυγα της «εθνικής» ελληνικής και κυπριακής δεξιάς!

 

Τόσο η σύγκλιση της ελληνοτουρκικής επιτροπής σε μια τέτοια συγκυρία, όσο και η απουσία ευρύτερων αντιδράσεων, αντανακλά ένα είδος σχεδόν «εγκεφαλικού θανάτου» της χώρας (και της πολλαπλά αλληλεξαρτώμενης Κύπρου), την απουσία στοιχειωδών ρεφλέξ, την όλο και μεγαλύτερη αδυναμία και απροθυμία του πολιτικο-κρατικού προσωπικού της Ελλάδας να επιτελέσει τις πιο στοιχειώδεις λειτουργίες υπεράσπισης του ελληνικού έθνους-κράτους και των πιο ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού λαού σε όλους τους τομείς, περιλαμβανομένου του τομέα των διεθνών οικονομικών, όσο και των «κλασικών» εξωτερικών σχέσεων.  Στον πέμπτο χρόνο του Μνημονίου το ελληνικό «κράτος-έθνος» σταδιακά παραλύει και «πεθαίνει», τουλάχιστο ως προς τις κάπως ανεξάρτητες λειτουργίες του – εξακολουθεί να υπάρχει μόνον ως τοπικός αποικιακός σταθμός της τρόικας και του μνημονίου. Στον τομέα της οικονομίας εφαρμόζει τις εντολές της τρόικας, στον τομέα της γεωπολιτικής των πιο «παραδοσιακών» Νταβατζήδων («ναυτικές δυνάμεις»).

 

Γεωπολιτική και Μνημόνιο

 

‘Όλα αυτά γίνονται σε περιβάλλον ακραίας σύγχυσης, είδος προϊούσης εθνικής άνοιας, τα συμπτώματα της οποίας είναι προφανή από καιρό και χωρίς άλλωστε την οποία δεν θα ήταν ποτέ δυνατή η εμφάνιση προτάσεων όπως το σχέδιο Ανάν για την «επίλυση του κυπριακού» με κατάλυση του κυπριακού κράτους (πολιτική που συνέχισε ο Χριστόφιας και τώρα ο Αναστασιάδης) ή της Δανειακής και του Μνημονίου, που προέβλεψαν την κατάλυση του ελληνικού κράτους. Είναι χαρακτηριστικοί π.χ. οι διθύραμβοι μεγιστοποίησης των ελάχιστων ωφελών που μπορεί κανείς να αναμένει από τις τριμερείς ή τετραμερείς με τον Σίσι της Αιγύπτου, που εμφανίζεται στους «ιθαγενείς», εν Ελλάδι και εν Κύπρω, ως μία τεράστια επιτυχία, αλλά που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει πολύ συγκεκριμένα τα οφέλη από αυτή.

 

Οι τουρκικές προκλήσεις επέτρεψαν στο μεταξύ στο Ισραήλ να εμφανιστεί ως «προστάτης» της Κύπρου, στην πραγματικότητα όμως μόνο του «οικοπέδου 12», όπου δρα η αμερικανοεβραϊκών συμφερόντων Νομπλ και η ισραηλινών Ντελέκ. Σήμερα όμως, ακόμα πιο σημαντική απειλή από οποιαδήποτε μπορεί να προέλθει από την Τουρκία (και συμπληρωματική αυτής στην πραγματικότητα) είναι η μετατροπή, δια των δανειακών και μνημονίων, σε αποικίες χρέους Ελλάδας και Κύπρου. Εκεί το Ισραήλ θα μπορούσε, με την επιρροή που διαθέτει στην ΕΕ, στα παγκόσμια μήντια και στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα να βοηθήσει πολύ την Αθήνα και τη Λευκωσία. Προς το παρόν όμως δεν έχουμε δει τίποτα τέτοιο. Από τότε που η Κύπρος σύσφιγξε τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ, διακήρυξε τη νέα πολιτική με τις ΑΟΖ και τα πετρέλαια και μισοκατέστρεψε τις σχέσεις της με τη Μόσχα, γνωρίζει τη μια καταστροφή μετά την άλλη. Το ότι αυτό θεωρείται επιτυχής πολιτική είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της καθολικής «εθνικής άνοιας» του ελληνισμού.

 

Θα ήταν λοιπόν ευχής έργο, οι πολλοί, κάθε είδους οπαδοί της ελληνο-ισραηλινής συμμαχίας σε Κύπρο και Ελλάδα να στρέψουν εκεί την προσοχή τους. Να ζητήσουν από τον κ. Νετανιάχου και τις δυνάμεις που επηρεάζει παγκοσμίως να βοηθήσουν στην κατάργηση των αποικιακών δεσμών των δύο χωρών.

 

Για να ολοκληρώσουμε, και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά υποδεικνύουν με τη σειρά τους πόσο κρίσιμα ζητήματα θέτει οποιαδήποτε προσπάθεια αποτίναξης των νεοαποικιακών μνημονιακών δεσμών. Μόνο μια δύναμη «τύπου ΕΑΜ» από την άποψη των δεσμών της με τον λαό, με πολύ επεξεργασμένη αίσθηση του διεθνούς περιβάλλοντος και στρατηγική, με βαθειά και ξεκάθαρη αντίληψη για τον ρόλο του έθνους στην εποχή και την περιοχή μας, με δίκτυο διεθνών συμμαχιών, αλλά και με αληθινή αίσθηση του ιστορικού καθήκοντος και των υποχρεώσεών της απέναντι στον λαό που την ανάδειξε θα μπορούσε να πάει σε διακοπή της μνημονιακής πορείας. ‘Οποιος δοκιμάσει να συμβιβαστεί με το Μνημόνιο ή δεν προετοιμαστεί όπως πρέπει για τη σύγκρουση μαζί του, κινδυνεύει να χαθεί σε χρόνο ρεκόρ, εν μέσω νέων φοβερών ερειπίων.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Επίκαιρα, 27.11.2014

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Χρέος και Γεωπολιτική


'Eσο έτοιμος για την επόμενη μέρα

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

«Τους άλλους πολιτικούς τους σκότωσαν οι επικοινωνιολόγοι και οι δημοσκόποι. ‘Ενας υπεύθυνος πολιτικός είναι κάποιος που είναι μέσα στον λαό, που συναισθάνεται αυτό που λέει ο λαός».

 

 Ψάρεψα αυτή τη φράση της Μαρίν Λε Πεν από το τελευταίο Express. Δημαγωγία μπορεί να πείτε, αλλά αυτή η δημαγωγός  έρχεται τώρα πρώτη στις δημοσκοπήσεις για τις επόμενες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, γεγονός κοσμοϊστορικό για τα μεταπολεμικά πολιτικά δεδομένα μιας χώρας που είναι, εδώ και τρεις αιώνες, η «ιδρύτρια» και το πολιτικό βαρόμετρο όλης της Ευρώπης.

 

Σε μια κατάσταση βαθειάς κρίσης και «προδοσίας» των ελίτ, το κοινωνικό σώμα έχει ακόμα περισσότερο ανάγκη από τη γλώσσα και την αυθεντικότητα της αλήθειας. ‘Ένα μεγάλο μέρος της εκτόξευσης του ΣΥΡΙΖΑ π.χ. μεταξύ 2011 και 2012 οφείλεται στον «αυθορμητισμό» του Τσίπρα. Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012, η αλλαγή στο στυλ του κόμματος μάλλον απέτρεψε παρά βοήθησε την άνοδό του.

 

Από το 1974 έως σήμερα οι πολιτικές ηγεσίες στη χώρα μας κοροϊδεύουν στον α’ ή β’ βαθμό την κοινωνία. Είχαν όμως τη δυνατότητα (τα λεφτά) να το κάνουν. Μετά το 2010 το φαίνεσθαι καταδικάστηκε σε ανελέητη σύγκρουση με το είναι.

 

‘Ολες οι δυνατές τροχιές, από τον θρίαμβο μέχρι την περιπέτεια και την τραγωδία άνοιξαν  για τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2012. Το που θα καταλήξει τελικά εξαρτάται από το αν υποτάξει την επικοινωνία στην πολιτική, την πολιτική στην ιστορία. Αν δηλαδή η πολιτική του ανταποκρίνεται όντως στην τραγική ελληνική πραγματικότητα.

 

Απαραίτητη η «διεθνοποίηση» του ελληνικού

 

Μια τέτοια πολιτική π.χ. θα έπρεπε από πολλού χρόνου να περιλαμβάνει μια μεγάλη, διεθνή εκστρατεία ενημέρωσης και αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, χωρίς την οποία μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση θα έχει ηττηθεί προτού μπει καν στο γήπεδο της αναμέτρησης για τη διακοπή του σημερινού προγράμματος καταστροφής της Ελλάδας. Οι αναγνώστες των Επικαίρων ας μας συγχωρήσουν για τη συχνή επανάληψη από μέρους μας αυτής της διαπίστωσης, αλλά οφείλεται στην καίρια, εθνική σημασία αυτού του ζητήματος. Με το σημερινό πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη, με τους Ευρωπαίους να πιστεύουν ότι έχουν βοηθήσει την Ελλάδα κι αν η βοήθεια δεν έχει πιάσει πλήρως τόπο, γι’ αυτό φταίει το «διεφθαρμένο μπάχαλο» της Αθήνας, δεν μπορούν να αλλάξουν οι μνημονιακές πολιτικές.

 

Τις προάλλες συνήλθε στην Αθήνα η εκτελεστική επιτροπή του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς», αντιπρόεδρος του οποίου είναι ο Αλέξης Τσίπρας και αποφάσισε να ξεκινήσει διεθνή καμπάνια υπέρ των Κούρδων. Πολύ καλό αυτό. Οι Κούρδοι είναι, μαζί με τους Παλαιστίνιους, ο πιο βασανισμένος λαός της Μέσης Ανατολής. Χρειάζονται τη συμπαράστασή μας ακόμα και τώρα που μοιάζουν  να τους ενισχύουν, θέλοντας προφανώς να τους χρησιμοποιήσουν, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, όπως και η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, που συνήθως εφαρμόζει την πολιτική που αυτοί αποφασίζουν.  Ελπίζουμε ότι, στην επόμενη συνεδρίασή της, η Εκτελεστική Επιτροπή θα αποφασίσει και μια καμπάνια υπέρ του ελληνικού λαού που έχει γνωρίσει, ως αποτέλεσμα ενός ευρωπαϊκού «προγράμματος διάσωσης» τη μακράν σημαντικότερη, σε όρους ΑΕΠ, ανεργίας, προοπτικής της χώρας και κοινωνικού κράτους, κοινωνικο-οικονομική καταστροφή στη δυτική Ευρώπη μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Μια τέτοια καμπάνια μπορεί να μην είναι ικανή από μόνη της, είναι όμως αναγκαία για να αποπειραθεί κανείς να ξαναδιαπραγματευθεί ή, πολύ περισσότερο, να διακόψει μονομερώς τις συμφωνίες που έχει συνομολογήσει η Αθήνα.

 

Ακόμα και οι πιο ενημερωμένοι άνθρωποι στην Ευρώπη και διεθνώς, αν εξαιρέσουμε ειδικούς οικονομολόγους, δεν γνωρίζουν το βάθος και την ένταση της ελληνικής τραγωδίας. Γι’ αυτό μπορούσε ο κ. Γιούνκερ να λέει στον Τσίπρα κατά το eurodebate να μην είναι οι ‘Ελληνες αγνώμονες για την «αλληλεγγύη» που δήθεν τους δόθηκε! Για να ζητήσει αύριο μια ελληνική κυβέρνηση διαγραφή χρέους θα πρέπει από σήμερα οι αντιμνημονιακοί να μαζέψουν έστω μερικές διεθνείς υπογραφές υπέρ τέτοιου αιτήματος.

 

Η αναγκαία «αλλαγή κλίματος»

 

Για να ζητήσεις τόσο ριζικά και επώδυνα μέτρα όπως η διαγραφή του χρέους, ή η αναστροφή των ψευδώνυμων «μεταρρυθμίσεων» χρειάζεται ο διεθνής πολιτικός λόγος των αντιμνημονιακών να φύγει από τις καταγγελίες της «λιτότητας», που είναι ευφημισμός για την κατάσταση που ζει η Ελλάδα, και να αρχίσει να χρησιμοποιεί όρους όπως γενοκτονία και κοινωνικό ολοκαύτωμα.  Μόνο η επίκληση της κολλοσιαίας καταστροφής που συντελέσθηκε μπορεί να στηρίξει νομικά και κυρίως πολιτικά το αίτημα διακοπής του μνημονιακού προγράμματος. Χρειάζεται να γίνει για την Ελλάδα αυτό που έκαναν οι Εβραίοι για το ολοκαύτωμα, αυτό που έγινε στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας ή των πολέμων στο Βιετνάμ και την Αλγερία.

 

Προ καιρού πήγαν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στο Συμβούλιο της Ευρώπης ζητώντας να γίνει έρευνα για τους πνιγμούς στο Φαρμακονήσι. Αυτή η μέθοδος πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να ζητηθεί και η εκπόνηση μελετών για τα οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα του Μνημονίου και από το Συμβούλιο και από την Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και από μια πληθώρα άλλων διεθνών οργανισμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να εφοδιάσουν αύριο τον κ. Τσίπρα, εφόσον καθήσει στη θέση του Πρωθυπουργού, με τεκμηριωμένα επιχειρήματα υπέρ της διακοπής του προγράμματος.

 

Παραμένει ακατανόητο εξάλλου γιατί οι πολυμελείς αντιπροσωπείες της αριστεράς σε διάφορα φόρουμ της «αντιπαγκοσμιοποίησης» όπως στη Φλωρεντία, την Τυνησία και την ίδια την Αθήνα δεν ζήτησαν την έκδοση ειδικών ψηφισμάτων για την ελληνική τραγωδία ή τη διεξαγωγή εκστρατειών διεθνούς ενημέρωσης και αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, όπως αυτά που εκδίδονται τακτικά για τους μετανάστες, τους λαούς του Μαγκρέμπ και της υποσαχάριας Αφρικής, τις γυναίκες κλπ.  Μια εξαιρετικά σύνθετη και έντονη διεθνής επικοινωνιακή-πολιτική καμπάνια στην Ευρώπη και διεθνώς είναι προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ για να αποπειραθεί μια κυβέρνηση να τροποποιήσει ριζικά τις συμφωνίες που έχει υπογράψει η Αθήνα.

 

«Πόλεμοι χρέους», γεωπολιτικές απειλές και νέες συμμαχίες

 

Δυστυχώς άλλωστε, όπως δείχνει τώρα και η κυπριακή υπόθεση, η Ελλάδα μπορεί να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα και οικονομικό «πόλεμο χρέους» και γεωπολιτικές απειλές. Για να μπορέσει να ασκήσει εξουσία με στοιχειώδη ελπίδα επιτυχίας μια «αντιμνημονιακή κυβέρνηση», χρειάζεται η συγκρότηση από τώρα μιας σοβαρής, επαρκούς συλλογικής δομής ικανής να αναλύει τη διεθνή κατάσταση, να επεξεργασθεί πρόγραμμα και πολιτικές, με χρησιμοποίηση και όλων των δυνάμεων που μπορεί να βρει ο ΣΥΡΙΖΑ εκτός των τάξεών του, με κριτήρια αξιοκρατικά. Κάτι άλλωστε που δεν ισχύει μόνο για την εξωτερική και τη διεθνή πολιτική.

 

Και αντιστρόφως, η τελευταία κυπριακή κρίση δείχνει επίσης ότι δεν μπορεί μια Ελλάδα που δηλώνει καθησυχαστικά γεωπολιτικά «δεδομένη» να αντιμετωπίσει, χωρίς νέες γεωπολιτικές συμμαχίες και στηρίγματα, σε Ανατολή και Νότο, κατάσταση όπως η σημερινή. Θανατηφόρες μπορεί εξάλλου να αποδειχθούν τυχόν ψευδαισθήσεις ότι ο άξονας ΗΠΑ-Ισραήλ και το συνδεόμενο με αυτόν ΔΝΤ (ή, εναλλακτικά, η εκμετάλλευση υδρογονανθράκων) μπορεί να δώσουν τη λύση στο ελληνικό πρόβλημα.

 

Για τις συνέπειες απουσίας σοβαρής και μελετημένης στρατηγικής είναι πολύ διδακτικά, δυστυχώς, τα παθήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, εξ αιτίας των οποίων απειλείται τώρα κυριολεκτικά με αφανισμό το κυπριακό κράτος και, άρα, ο κυπριακός ελληνισμός. ‘Οταν προ ετών επικρατούσε τρελλός ενθουσιασμός με την πολιτική πετρελαίων και συμμαχίας με Ισραήλ και ΗΠΑ που ακολουθούσε η Λευκωσία, μας αντιμετώπιζαν πολύ σκεπτικά γιατί είμαστε μεταξύ των ελάχιστων που εξέφρασαν κάποιες επιφυλάξεις. Σήμερα που βρίσκεται η Κύπρος; Γιατί δεν την υπερασπίζονται οι νέοι «φίλοι» που νόμισε ότι απέκτησε απέναντι και στον οικονομικό πόλεμο που δέχεται και στις τουρκικές απειλές;

 

Ρωσία και Κύπρος

 

Τώρα βέβαια, έτσι που εξελίσσεται η κατάσταση, ακόμα και ο Νίκος Αναστασιάδης  αναγκάζεται, έκων άκων,  να ξανακυττάξει προς τη Μόσχα. Αλλά και πάλι το θέμα δεν είναι να έχει ο ελληνισμός απλώς σχέσεις με τους Ρώσους, τους Κινέζους, τους BRICS. Το θέμα δεν είναι επίσης να έχουμε και Ρώσους μεταξύ των διαχρονικών «νταβατζήδων» μας. Το ζήτημα είναι να αναπτύξουμε τις στρατηγικές σχέσεις που χρειαζόμαστε για να αποκαταστήσουμε στοιχειώδους όρους εθνικής ανεξαρτησίας, λαϊκής κυριαρχίας και οικονομικής επιβίωσης Ελλάδας και Κύπρου.

 

Η Ελλάδα μπαίνει, με τις επόμενες εκλογές, σε νέα περίοδο αναταράξεων. Θα επιβιώσουν μόνο όσοι έχουν από τώρα προετοιμαστεί καλά για όσα έρχονται.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 13.11.2014

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Ρωσία, Δύση, Ουκρανία - ο νέος πόλεμος

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου Παρακολουθούσα τις προάλλες ένα πρόγραμμα του BBC για τον Πούτιν. Η ένταση της επίθεσης κατά της Ρωσίας και του ηγέτη της μου θύμισαν τις καμπάνιες εναντίον του Ιράκ και του Σαντάμ Χουσείν ή εναντίον των Σέρβων και της Γιουγκοσλαβίας ή κατά της Ελλάδας όταν ετοιμάζονταν να τη βάλουν στο Μνημόνιο. Κανονικά τέτοιες «επικοινωνιακές» επιθέσεις ακολουθούνται από πολέμους, είναι η «προπαρασκευή πυροβολικού» πριν από την επίθεση του «πεζικού». Αυτό βέβαια που κάνει τη διαφορά είναι η ύπαρξη του ρωσικού πυρηνικού οπλοστασίου που δεν επιτρέπει – τουλάχιστον στο παρόν επίπεδο τεχνολογίας – να φανταστεί κανείς ότι θα μπορέσει να κερδίσει μια πυρηνική σύγκρουση. Βρισκόμαστε ήδη σε περιβάλλον ψυχρού πολέμου, αυτό όμως που τον κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο από το παρελθόν είναι ότι αυτή τη φορά, σε κανένα σημείο του δυτικού συστήματος, δεν υπάρχουν αντίθετες δυνάμεις, όπως συνέβη στον προηγούμενο «ψυχρό πόλεμο», υπογραμμίζει ο κορυφαίος αμερικανός σοβιετολόγος Στέφεν Κοέν. Αυτό ισχύει και για τις ΗΠΑ και για τη Δυτική Ευρώπη, όπου η αλλοτρίωση του πολιτικού και εκδοτικού προσωπικού από την κοινή γνώμη, όπως και η εξαγορά δημοσιογράφων και διανοουμένων έχει ξεπεράσει κάθε ιστορικό προηγούμενο. Πριν από δέκα χρόνια, υπήρχε ακόμα Ευρώπη. Η Γαλλία του Ζακ Σιράκ και η Γερμανία του Γκέρχαρντ Σρέντερ χάλασαν τον κόσμο εναντίον της εισβολής των ΗΠΑ στο Ιράκ. Σήμερα, Γαλλία και Γερμανία κυβερνώνται από ανθρώπους των τραπεζών και της Ουάσιγκτων. ‘Εχει λιγότερο νόημα να μιλάμε για «αριστερά» και «δεξιά» και περισσότερο να εξετάζουμε αν ένας πολιτικός ακολουθεί τη «γραμμή Ροκφέλλερ», π.χ. ο Σαρκοζί, ή τη «γραμμή Ρότσιλντ», π.χ. ο Ολλάντ (ή, παρ’ ημίν ο ΓΑΠ). ‘Οσο βέβαια η πολιτική ηγεσία της Δύσης απομακρύνεται από τους πολίτες, τόσο πιο επικίνδυνη και τυχοδιωκτική μπορεί να γίνει η ψυχολογία και η συμπεριφορά της. Σε παρόμοιες συνθήκες δεν είναι παράδοξο το τεράστιο κενό στην πληροφόρηση γύρω από το τι συμβαίνει στην νοτιοανατολική Ουκρανία, ή τη Νέα Ρωσία αν προτιμάτε, τη Νοβαράσια, όπως την ονομάζει το κίνημα των εξεγερμένων κατοίκων της. Πρόκειται για ένα κίνημα εθνικό, αφού αφορά, στην πλειοψηφία τους, Ρώσους που διεκδικούν τα εθνικά τους δικαιώματα, αλλά και ευρύτερα, πρώην σοβιετικούς που αρνούνται την αποικιοποίηση της πρώην ΕΣΣΔ. Πρόκειται όμως και για κίνημα κοινωνικό, με τους ανθρακωρύχους του Ντονμπάς και τους βιομηχανικούς εργάτες της Ανατολικής Ουκρανίας στην πρώτη γραμμή του αγώνα και σαφή αντιολιγαρχική τάση. ‘Όπως και παρ’ ημίν συμβαίνει με τη «διαπλοκή», η μαφιόζικη μετακομμουνιστή ολιγαρχία συνδέεται και προσβλέπει οργανικά στην παγκοσμιοποίηση, το χρήμα είναι η πατρίδα της. Γι’ αυτό και στην πρ. ΕΣΣΔ, όπως και στην Ελλάδα το εθνικό και το κοινωνικό (το αντεθνικό και το αντικοινωνικό αντίστοιχα) συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Η παραμένουσα ισχύς άλλωστε της ρωσικής ολιγαρχίας, παρά την «εθνική στροφή» του Πούτιν, συνιστά και το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ρωσίας, αλλά και του ίδιου του Προέδρου της, αφού, μια οποιαδήποτε συνεπής αντίσταση στα σχέδια της Δύσης έρχεται σε σύγκρουση, αργά ή γρήγορα, με το ολιγαρχικό καθεστώς, προϋποθέτει και απαιτεί μια ρήξη που να επεκτείνεται από το εθνικό-γεωπολιτικό στο οικονομικό και κοινωνικό. Δυστυχώς είμαστε ακόμα μακριά από αυτό το σημείο και γι’ αυτό διαισθάνεται κανείς τη βαθειά ανησυχία που υφέρπει στο ίδιο το Κρεμλίνο, αλλά και σε ανεξάρτητους παρατηρητές, ως προς τι θα μπορούσαν να οργανώσουν ή ενθαρρύνουν οι Αμερικανοί στο ίδιο το εσωτερικό της Ρωσίας, από μια δολοφονία του Προέδρου της έως ένα «ανακτορικό πραξικόπημα». Η κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος το 1989-91 έγινε προς την κατεύθυνση μιας «υπερφιλελεύθερης» μορφής «εγκληματικού καπιταλισμού». Το αποτέλεσμα ήταν να μην μπορέσει η σοβιετική κοινωνία να «μεταβολίσει» ικανοποιητικά την ιστορία της, «διορθώνοντας» και όχι καταστρέφοντας τα επιτεύγματα και τα σφάλματα της σοβιετικής περιόδου της. Μόνο μια οικονομία που συνδυάζει σχέδιο και αγορά, με ένα σημαντικό καθαρά κρατικό τομέα στην ενέργεια και τη βαριά βιομηχανία, που δεν θα διευθύνεται όμως ανεξέλεγκτα από την κρατική γραφειοκρατία, αλλά θα επιτρέπει μια συμμετοχή των εργαζομένων, κάποια στοιχεία έστω αυτοδιαχείρησης, θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει μακροχρόνια μια ικανοποιητική λύση και στο καθαρά οικονομικό επίπεδο και σε ότι αφορά τη στήριξη μιας γεωπολιτικής απάντησης στη Δύση. Η αποσιώπηση και διαστρέβλωση πάντως, από τα μεγάλα δυτικά ΜΜΕ, του τι πραγματικά συμβαίνει στην Ουκρανία είναι ένα μεγάλο σκάνδαλο στη δυτική δημοσιογραφία και μια αντανάκλαση των προόδων που έχει κάνει ο μεταμοντέρνος ολοκληρωτισμός της εποχής μας. Μπορεί σήμερα να χρησιμοποιούνται τα όπλα του χρήματος και όχι τα όπλα της λογοκρισίας και της καταστολής, γεγονός όμως είναι ότι από την άποψη της πραγματικής ελευθερίας και του πλουραλισμού των ιδεών, δεν είμαστε πολύ μακριά από την κατάσταση που επικρατούσε στην Ευρώπη κατά την περίοδο της Ιεράς Συμμαχίας. Με εξαίρεση εκείνη την περίοδο και επίσης τη σύντομη περίοδο των δύο παγκοσμίων πολέμων, ποτέ, στην ευρωπαϊκή ιστορία των δυόμισυ τελευταίων αιώνων, δεν είχαμε τόσο μαζική προσπάθεια χειραγώγησης των συνειδήσεων. Από την άποψη αυτή, τα ελληνικά ΜΜΕ δεν είναι τα χειρότερα στην Ευρώπη. Βασίζονται όμως πάρα πολύ στην έτοιμη δουλειά των ξένων μέσων και πρακτορείων και αναπαράγουν έτσι άκριτα την προπαγάνδα τους. Πριν από μερικούς μήνες, ένα φανατισμένο πλήθος Ουκρανών εθνικιστών στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι νεοναζιστικές πολιτοφυλακές που ενθέρμως υποστηρίζει η Ουάσιγκτων και η δική μας η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, έκαψαν ζωντανούς δεκάδες, ίσως και εκατό διαδηλωτές που βρήκαν καταφύγιο στην αίθουσα των συνδικάτων της Οδησσό. Ας φανταστούμε προς στιγμήν ότι είχαν κάνει κάτι τέτοιο οι Ρώσοι. Θα είχαν βγει στα κάγκελλα οι μισοί Ευρωπαίοι και Αμερικανοί πολιτικοί και θα ζητούσαν, το λιγότερο, να βομβαρδίσουμε τον Πούτιν με πυρηνικά όπλα. Τώρα, το γεγονός ίσα-ίσα που αναφέρθηκε από τα δυτικά μέσα. Τα ίδια και χειρότερα συνέβησαν με την αδιάκριτη σφαγή ειρηνικών πολιτών στους δρόμους της Μαριούπολης, τον βομβαρδισμό των κατοικημένων αστικών περιοχών της ανατολικής Ουκρανίας, την καταστροφή της βιομηχανικής, κοινωνικής και αστικής υποδομής τους. Η κρίση στην ανατολική Ουκρανία δεν είναι ένα θέμα τοπικής ή περιφερειακής σημασίας, είναι ένα θέμα που θα επηρεάσει βαθιά την εξέλιξη της όλης παγκόσμιας κατάστασης. Τυπικά, η Σοβιετική ‘Ενωση διαλύθηκε τον Δεκέμβριο του 1991, ουσιαστικά με ένα πραξικόπημα οργανωμένο από τον τότε Πρόεδρο της Ρωσίας Μπαρίς Γέλτσιν ενάντια στη βούληση του σοβιετικού λαού για διατήρηση της ‘Ενωσης όπως εκδηλώθηκε στο δημοψήφισμα του Μαρτίου 1991. Αυτό που επιχειρούν τώρα οι δυτικοί, υπό τη διεύθυνση των Αμερικανών νεοσυντηρητικών, με την οργάνωση του νεοναζιστικού πραξικοπήματος κατά του Γιανουκόβιτς, είναι η ολοκλήρωση αυτής της διάλυσης, παρακάμπτοντας τα εθνικά δικαιώματα του ρωσικού πληθυσμού και εμπεδώνοντας μια σειρά από προτεκτοράτα, διοικούμενα από τοπικές εγκληματικές μαφίες για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών σε ολόκληρο τον πρώην σοβιετικό χώρο. ‘Ηδη πάμφτωχη, η Ουκρανία έχει παραδοθεί στην κρεατομηχανή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, προορισμένη να γίνει όχι μέλος της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, αλλά γιγαντιαίο οικόπεδο πειραματισμών της Μονσάντο, χωμετερή επικίνδυνων αποβλήτων και μαζική πηγή λευκής σαρκός για τους οίκους ανοχής της δυτικής Ευρώπης. Η κεντρική επιδίωξη των νεοσυντηρητικών, συλλογικού «Αλκιβιάδη» στην καρδιά του δυτικού κατεστημένου, είναι η αποτροπή κάθε ιδέας μετασοβιετικής ολοκλήρωσης, η ανατροπή του καθεστώτος Πούτιν, αν όχι η φυσική εξόντωση των ηγετών του, η μετατροπή της ίδιας της Ρωσίας σε μια χαλαρή και αδύναμη συνομοσπονδία, μετασχηματισμό που περιγράφει ο Μπρζεζίνσκι από το 1994, στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Σκακιέρα». ‘Εστω και καπιταλιστική, η Ρωσία ενοχλεί στο μέτρο που δεν υποτάσσεται στην εξουσία μιας ολοκληρωτικής αυτοκρατορίας της παγκοσμιοποίησης, εξουσία του Χρηματιστικού Κεφαλαίου που επιθυμεί να κυριαρχήσει σε όλο τον πλανήτη. Αν αυτή η αυτοκρατορία νικήσει τη Ρωσία, θα έχει καλύψει το 80% της απόστασης μέχρι τον τελικό της στόχο, θέτοντας σε αποφασιστικό κίνδυνο τον ανθρώπινο πολιτισμό και, ασφαλώς, ακόμα και την ίδια την επιβίωση μικρών εθνών όπως το δικό μας. Γι’ αυτούς και πολλούς άλλους λόγους, η υποστήριξη από την ελληνική κυβέρνηση, αν υποθέσουμε ότι υπάρχει σήμερα ελληνική κυβέρνηση, των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, είναι μια ακόμα πράξη εγκληματικής υποτέλειας που φέρνει τον λαό μας πιο κοντά σε μια, ακόμα μεγαλύτερη από αυτή που ζήσαμε μέχρι τώρα, εθνική, οικονομική και γεωπολιτική καταστροφή. Αλλά και η στάση της αντιπολίτευσης, αν και πολύ καλύτερη, απέχει ακόμα από το να ανταποκρίνεται στη σημασία και την κεντρικότητα του ζητήματος. Δεν μπορούμε να ζητάμε τη συμπαράσταση του Πούτιν στους … ροδακινοπαραγωγούς μας, αλλά να μη βγάζουμε μιλιά για τις σφαγές στην Οδησσό, τη Μαριούπολη, το Ντονιέτσκ. konstantakopoulos.blogspot.com Επίκαιρα, 25.9.2014