Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟ

Αντιφάσεις και υπεκφυγές στην ελληνική θέση για τη Χάγη

Για να βρεις ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που ψάχνεις. Για να πας κάπου, πρέπει να ξέρεις που θέλεις να πας. Για να λύσεις ένα πρόβλημα να γνωρίζεις ποιό είναι.

Αυτονόητα θα πείτε. Καθόλου, τουλάχιστον για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Από όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει η Αθήνα, μόνο σε δύο έχει όντως σαφή θέση. Πρώτον, υποστηρίζει με φανατισμό, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, «βρέξει, χιονίσει», την ένταξη Δυτικών Βαλκανίων και Τουρκίας στην ΕΕ, ένταξη που συνιστά μείζονα επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής. Δεύτερο, ζητά την καθιέρωση για την πΓΔΜ «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις». Την πολιτική για τα Σκόπια την απέκτησε μόλις το 2007, όταν το «μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο». Επί δύο δεκαετίες, η Αθήνα διεκήρυσσε επισήμως τη θέση «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», ανεπισήμως όμως, οι ‘Ελληνες διπλωμάτες και πολιτικοί περίπου απολογούνταν στους ξένους για τον «εθνικισμό» των συμπολιτών τους. Οι ‘Ελληνες πολιτικοί είχαν βρει, με αυτόν τον «δυϊσμό», έναν τρόπο να είναι ταυτόχρονα ευχάριστοι στους ψηφοφόρους και στον «διεθνή παράγοντα», μαξιμαλιστές στη ρητορεία, μινιμαλιστές στην πράξη. Αυτή είναι μια κλασική ελληνική συνταγή, που αρμόζει και στον τρόπο που είμαστε οργανωμένοι ως πολιτική, κοινωνία, οικονομία, άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να κάνουμε, και έχει βεβαίως τις ίδιες, ολέθριες συνέπειες στη διπλωματία, που έχει και στο εσωτερικό. Μόνο όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο, το 2007, η Αθήνα απέκτησε πολιτική, ευθυγραμμίζοντας λόγια και πράξεις (και εκεί ακόμα όχι πλήρη, γιατί δέχεται να μη συζητηθεί το θέμα γλώσσας και εθνότητας, με κίνδυνο να διαιωνισθεί η διαφορά)

Εντούτοις, το μεγάλο πρόβλημα της νεώτερης Ελλάδας, απείρως σημαντικότερο από το «μακεδονικό», είναι η τουρκική απειλή, όπως εκδηλώνεται σε Κύπρο, Θράκη, Αιγαίο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η Αθήνα εξοπλίζεται σαν αστακός. Η Ελλάδα είναι επίσης εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς την οποία δεν την συνδέουν μόνο συμβατικές ή ηθικές υποχρεώσεις αλληλεγγύης, αλλά και δικό της, ζωτικό συμφέρον ασφάλειας. Κι όμως, η Αθήνα δεν ξέρει τι ζητάει από την Τουρκία, ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Κύπρο!

Η επίσημη θέση των δύο «κομμάτων εξουσίας» για το Αιγαίο είναι η παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή στερείται νοήματος ή, όταν αποκτά, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνεται και αποδέχεται ο μέσος πολίτης. Η θέση αυτή πρωτοδιατυπώθηκε στη δεκαετία του 1970, η επανάληψή της όμως στις συνθήκες μετά το 1995 και 1996, όταν δηλαδή η Τουρκία αφενός διατύπωσε επίσημη απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και, λόγω και έργω, εδαφικές διεκδικήσεις, αρχής γενομένης από τα ‘Ιμια. Η υφαλοκρηπίδα είναι μια έννοια που παρακολουθεί, καθορίζεται από την εδαφική κυριαρχία. Η κυριαρχία στη στεριά θεμελιώνει δικαιώματα στον αέρα, τη θάλασσα και τον πυθμένα της, όχι το αντίστροφο. Για να διανεμηθεί η υφαλοκρηπίδα, πρέπει να ξέρουμε ποιό κομμάτι γης είναι ελληνικό και ποιό τουρκικό. Μετά το 1996, η Τουρκία διεκδίκησε περισσότερα από 100 ελληνικά νησιά ή νησίδες. Για να αντιμετωπισθεί το θέμα υφαλοκρηπίδας, πρέπει, είτε να αρθούν αυτές οι διεκδικήσεις, είτε να παραπεμφθούν και αυτές στην κρίση του Δικαστηρίου. Ωραίο και φιλειρηνικό ακούγεται «να πάνε οι διαφορές στη Χάγη», μπορεί όμως ελληνική κυβέρνηση να θέσει υπό την κρίση διεθνούς δικαστηρίου το αν είναι ελληνικό το Φαρμακονήσι;

Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις στελέχη των δύο κομμάτων δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα. Οι μεν ισχυρίζονται ότι «οι θέσεις της ελληνικής πλευράς είναι πολύ ισχυρές και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα» ή «ότι θα πάρουμε ένα ρίσκο, αλλά τι να κάνουμε;» (το υποστήριξε ο κ. Πάγκαλος και σε μια δημόσια συζήτηση στο ΙΔΙΣ). Οι δε υποστηρίζουν ότι είναι αδιανόητο να θέσουμε την εδαφική ακεραιότητα υπό την κρίση 15 ξένων δικαστών, που, ακόμα και αμερόληπτοι αν είναι, δύσκολα θα ικανοποιήσουν 100% την ελληνική πλευρά, άρα θα αναγνωρίσουν την τουρκική κυριότητα σε αριθμό νησιών. Αυτά που λένε όμως ιδιωτικώς, δεν τα υπερασπίζονται δημοσίως, κρυπτόμενες οι δύο «ομάδες» πίσω από τη θέση για παραπομπή της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, εν γνώσει τους ότι δεν μπορεί να γίνει παραπομπή μόνο για την υφαλοκρηπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες.

Τα προβλήματα με το Δικαστήριο δεν εξαντλούνται εδώ. Η παραπομπή οριστικοποιεί το εύρος των χωρικών υδάτων στο όριο που βρίσκονται σήμερα, σύμφωνα με σχετική νομολογία (υπόθεση Κατάρ/Μπαχρέιν). Μια παραπομπή τώρα συνεπάγεται την απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 μίλια, αν όχι και της δυνατότητας ανακήρυξης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.

Επί επτά χρόνια έχουν γίνει 42 γύροι ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης για το Αιγαίο και με ΠΑΣΟΚ και με ΝΔ. Αν μπορούσε όντως να συνταχθεί ικανοποιητικό για τις δύο πλευρές συνυποσχετικό για παραπομπή στη Χάγη θα είχε ήδη συνταχθεί. ‘Οταν το ΠΑΣΟΚ ισχυρίσθηκε ότι, επί των ημερών του, φτάσαμε «κοντά» στο σημείο αυτό και η ‘Αγκυρα είχε παραιτηθεί των εδαφικών της διεκδικήσεων, το διέψευσε με ανακοίνωσή του το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Τα «σχεδόν» άλλωστε, σε συμβόλαια και συμφωνίες, ισχύουν όσο και το «ολίγον έγκυος».

‘Αλλο πρόβλημα είναι ο επηρεασμός των αποφάσεων του Δικαστηρίου από πολιτικά κριτήρια, όπως αναγνωρίζει ο Χρήστος Ροζάκης, τελευταίος ‘Ελληνας ειδήμων που θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικιστής». Ο απολογισμός της διεθνούς δικαιοσύνης είναι γενικά άθλιος, αλλά και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ειδικότερα δεν τα πήγε καλύτερα. Υπό πολιτική πίεση ανέτρεψε το ίδιο απόφασή του για τη Ναμίμπια, με αποτέλεσμα οι αφρικανικές χώρες να το μποϋκοτάροιυν επί χρόνια, έως ότου έκανε την ...αυτοκριτική του. Μια παρέμβασή του στη Λατινική Αμερική, επί διαφοράς ανάλογης της ελληνοτουρκικής, παρολίγον να προκαλέσει πόλεμο, που απετράπη την τελευταία στιγμή με παπική παρέμβαση!

Η ελληνική διπλωματία υιοθέτησε αυτή τη θέση, γιατί φοβήθηκε ότι, αν υιοθετούσε τη θέση που αρμόζει στην πραγματική κατάσταση θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ‘Αγκυρα και την Ουάσιγκτον. Η απαίτηση παραπομπής στη Χάγη είναι μια θέση που ανταποκρίνεται στην πολιτική μιας χώρας που αντιμετωπίζει κάποιες «τεχνικές» διαφορές και θέλει να τις λύσει «πολιτισμένα». Μια χώρα που απειλείται, όταν μάλιστα της ζητείται να κάνει ένα κολοσσιαίο «δώρο» προς την Τουρκία, αποδεχόμενη την ένταξή της στην ΕΕ, θα όφειλε να θέσει ως ελάχιστο προκαταρκτικό όρο την άρση της απειλής. Δηλαδή την άρση του casus belli και των εδαφικών διεκδικήσεων, αλλά και του μέσου της απειλής, που είναι ο αποβατικός στόλος της Τουρκίας, απέναντι από τη Σάμο και τη Μυτιλήνη, που είναι ο μεγαλύτερος τέτοιος στόλος στον κόσμο, με μοναδική δυνατή αποστολή την κατάληψη ελληνικού νησιού, για την οποία ασκείται κάθε χρόνο! Διερωτάται κανείς γιατί η διάλυση αυτού του στόλου δεν ετέθη στις συζητήσεις για τα περίφημα ΜΟΕ. ‘Οπως διερωτάται επίσης κανείς γιατί η Αθήνα, ενώ κάνει συνεχώς λόγο για «μέρισμα ειρήνης», προκειμένου να δικαιολογήσει την πολιτική της, δεν έκανε, ούτε σκέπτεται να κάνει καμία σοβαρή πρόταση ελέγχου και μείωσης των εξοπλισμών (π.χ. ένα πενταετές μορατόριουμ στην απόκτηση μειζόνων εξοπλιστικών συστημάτων). Σήμερα, η ‘Αγκυρα εισπράττει προενταξιακές βοήθειες της ΕΕ, εξοπλίζεται πιο άνετα και χρειάζεται μετά να εξοπλιζόμαστε και μεις για να την παρακολουθήσουμε!

Ποιό ήταν μέχρι τώρα το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής; Πρώτον, η Τουρκία και η Ουάσιγκτον έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι «πιέσιμη», με αποτέλεσμα η ‘Αγκυρα να έχει αυξήσει εδώ και δέκα χρόνια (από τότε που η Αθήνα τάχθηκε υπέρ της τουρκικής ένταξης) τις διεκδικήσεις της (τελευταίο παράδειγμα η θαλάσσια περιοχή του Καστελλόριζου). Δεύτερο, αφού δεν αντιμετώπιζαν κόστος στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, οι ισλαμιστές ένοιωσαν άνετα να μετατοπισθούν σε πιο εθνικιστικές θέσεις. Τρίτο, η Τουρκία «αθωώθηκε» πρακτικά για την απειλή στο Αιγαίο και την κατοχή στην Κύπρο, αφού Αθήνα-Λευκωσία, τα θύματα της τουρκικής πολιτικής έγιναν οι καλύτεροι υποστηρικτές της ένταξης! ‘Οταν μάλιστα Ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Βιλπέν ή η Μέρκελ, «ανακαλύπτουν» το κυπριακό για τους δικούς τους λόγους, τους «βάζουν πάγο» Αθήνα και Λευκωσία, μπας και ενοχληθούν ‘Αγκυρα/Ουάσιγκτον.

Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η πολιτική; Πρώτον, μπορεί αύριο η Τουρκία να ζητήσει εκείνη την παραπομπή στη Χάγη. Τότε η Αθήνα είτε θα πρέπει να τη δεχθεί, με τις συνέπειες που συνεπάγεται, είτε θα πρέπει να εμφανισθεί εκείνη ως «αδιάλλακτη». Δεύτερο, στην περίπτωση που η ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας προχωρήσει αισίως, θα χρειασθεί να θέσει στο τέλος της διαδικασίας τα μείζονα ζητήματα που την απασχολούν. Τότε, αν υποθέσουμε ότι με κάποιο θαύμα θα βρει το θάρρος που της λείπει σήμερα, όλοι θα της αντιτείνουν «καλά, τώρα το θυμήθηκες;» Η σκέψη διαφόρων διπλωματών να θέσουν το ζήτημα στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης για την ΚΕΠΠΑ, υποβαθμίζει το θέμα από μείζον πολιτικό σε τεχνικό. Αν απειλήσει κάποιος να σε σκοτώσει, δεν πας στον συνήγορο του πολίτη να διαμαρτυρηθείς, γιατί θα γελάνε μαζί σου. Τρίτο, αν η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας ματαιωθεί με απόφαση Γαλλογερμανών, όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα έχει κερδίσει τίποτα, αλλά και μπορεί να δει Παρίσι-Βερολίνο να «χρυσώνουν» το χάπι της Αγκυρας υποστηρίζοντας τις θέσεις της σε Αιγαίο-Κύπρο.

Αν αυτά συμβαίνουν στο Αιγαίο, τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με το κυπριακό, όπως θα δείξουμε σε άλλο άρθρο μας και η απειλή στην Κύπρο είναι ακόμα σοβαρότερη για την ελληνική ασφάλεια και από τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Απομένει βεβαίως τώρα να δούμε τι συμπεράσματα έχει βγάλει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και πως θα διαμορφώσει τον «οδικό χάρτη» που επαγγέλλεται.

"Επίκαιρα", 6.11.2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.