Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνοτουρκικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελληνοτουρκικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ... και μερικές παρατηρήσεις για την Εξωτερική-Αμυντική πολιτική




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Να μην τον πούμε «τουρκικό» αγωγό, ζήτησε ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς από τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρώφ όταν συναντήθηκαν στη Μόσχα. Ο λόγος για τον «Turkish Stream» που αποφάσισαν να κατασκευάσουν  Πούτιν και Ερντογάν στη θέση του ναυαγήσαντος “South Stream”. Ο «Turkish Stream» θα έρθει να προστεθεί στον “Blue Stream”, μεταφέροντας και αυτός ρωσικό φυσικό αέριο, μέσω του πυθμένα της Μαύρης Θάλασσας, στην Τουρκία. Το σχέδιο μάλιστα προβλέπει να δημιουργηθεί και αποθηκευτικός χώρος στα ελληνοτουρκικά σύνορα από όπου το αέριο θα μπορεί να εξάγεται στην Ελλάδα ή και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Πιο σημαντικό από το πώς θα ονομάζεται αυτός ο αγωγός, είναι το τι θα είναι. Και είτε λέγεται έτσι, είτε όχι, θα είναι ένας τουρκικός αγωγός. Σε συνδυασμό με τον αγωγό από το Αζερμπαϊτζάν, ίσως και από άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής, ελπίζουμε όχι και από την Κύπρο όπως σκέφτεται η Noble, αλλά και τον πετρελαιαγωγό Μπακού-Τσεϊχάν θα καταστήσει την Τουρκία κύριο διαμετακομιστή ενέργειας για την Ευρώπη.

 

Αυτό είναι απολύτως παράλογο. Δεν εξυπηρετεί ασφαλώς τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, όπως δεν τα εξυπηρετεί και ο αγωγός ΤΑΡ, αλλά δεν εξυπηρετεί ούτε τα ρωσικά, ούτε τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Για ποιο λόγο η ενεργειακή σχέση Ευρώπης και Ρωσίας πρέπει να περνάει από μια απρόβλεπτου μέλλοντος χώρα του αραβομουσουλμανικού κόσμου, που ελπίζουμε να σταματήσει, αλλά βρίσκεται προς το παρόν «στα μαχαίρια» με την Ελλάδα και την Κύπρο;

 

Η στρατηγική λογική του South Stream, όπως και του NordStream, που συνδέει απευθείας Ρωσία και Γερμανία, είναι η απεξάρτηση των ευρωρωσικών ενεργειακών ανταλλαγών από την επιρροή και τις προβοκάτσιες τρίτων δυνάμεων. Τόσο ο South Stream όσο και ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη απεξαρτούν τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης τόσο από τα καπρίτσια των ΗΠΑ που ελέγχουν την Ουκρανία, όσο και από οποιαδήποτε επιρροή της ‘Αγκυρας.

 

Οι δύο αγωγοί βέβαια υπονομεύτηκαν από τις δυνάμεις του ατλαντισμού, που συνήθως κυριαρχούν του εθνικού και ευρωπαϊκού συμφέροντος στην πολιτική Αθήνας, Σόφιας και Βρυξελλών. Η Μόσχα, αντιμέτωπη με την εχθρότητα της Βουλγαρίας και τα διαρκή προσκόμματα της ΕΕ, προτίμησε μια λύση μέσω Τουρκίας που θεωρεί «ουδέτερη» στρατηγικά χώρα.  Αλλά η βουλγαρική «εχθρότητα» μπορεί αύριο να μεταβληθεί, όπως και η τουρκική «ουδετερότητα».

 

Η ελληνική κυβέρνηση, εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να αγωνιστεί  για την εθνική κυριαρχία  στο οικονομικό πεδίο, δεν μπορεί να μην το κάνει και στο γεωπολιτικό-ενεργειακό. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

 

Η Αθήνα προτού εκφράσει, όπως φαίνεται από δηλώσεις Κοτζιά, Λαφαζάνη και Καμμένου, τη συμφωνία της με τον τουρκικό αγωγό, θα ήταν ίσως σκόπιμο  να κάνει μια τελευταία προσπάθεια μήπως μπορούν να «αναστηθούν» τα άλλα δύο σχέδια (South Stream και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) που ανταποκρίνονται σε ζωτικά εθνικά συμφέροντα. ‘Επρεπε μάλιστα να το έχει κάνει από καιρό, ήδη επί αντιπολίτευσης. ΄Εχουν  ζωτική στρατηγική, αλλά και καθαρά αμυντική σημασία. Οι αγωγοί αυτοί αποτελούν και «ασπίδα» της Θράκης.

 

Μόνο αν αποδεικνυόταν τελείως αδύνατη η υλοποίηση του South Stream, θα μπορούσε - και καλά θα έκανε τότε η Αθήνα - να αποδεχθεί το ρωσο-τουρκικό σχέδιο, γιατί έτσι όπως πάμε θα καταλήξουμε να εισάγουμε όλη σχεδόν την ενέργεια που χρησιμοποιούμε από τον «τουρκικό κόσμο» (Τουρκία-Αζερμπαϊτζάν). ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. δεν εμφάνισαν μέχρι τώρα κάποιο γεωπολιτικό σχέδιο. Η πολιτική των αγωγών μπορεί να αποτελέσει τμήμα τέτοιου απαραίτητου σχεδίου.

 

Τα «όρια» στην εξωτερική πολιτική

 

Η ιστορία διαθέτει δική της ειρωνεία.  Ορισμένοι στην κυβέρνηση πιστεύουν βαθιά στην αναγνώριση των «ορίων» που πρέπει να σέβεται η ελληνική εξωτερική πολιτική. ‘Όμως είναι ακριβώς αυτοί που θα κληθούν ίσως να τα «ξεπεράσουν» αν θέλουν να πρωταγωνιστήσουν στη σωτηρία της χώρας. ‘Οσο πιο έγκαιρα γίνει αυτό αντιληπτό, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητας επιτυχίας. Δεν διαλέγει κανείς πολιτικές ανάλογα με τα κέφια του.

 

Η επιδίωξη ειδικής σχέσης με τη Ρωσία αλλά και άλλους εναλλακτικούς πόλους είναι εκ των ουκ άνευ για την Ελλάδα, όπως και να εξελιχθούν οι σχέσεις με την Ευρώπη, πολύ περισσότερο σε περίπτωση ρήξης. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολύ σοβαρή επεξεργασία και την αποφασιστικότητα που προσφέρει η συνείδηση της πραγματικότητας και των αναγκών.

 

Δεν γνωρίζουμε τι βοήθεια ακριβώς μπορεί/θέλει να δώσει στον οικονομικό τομέα η Ρωσία στην Ελλάδα, αν και στο σημείο που είμαστε κάθε συνδρομή είναι καλοδεχούμενη. Είναι καθήκον της διαπραγμάτευσης να τα διαπιστώσει αυτά. Βέβαιο είναι ότι μπορεί να προσφέρει πολλά στην αναβάθμιση της αμυντικής ασφάλειας Ελλάδας-Κύπρου σε πολύ κρίσιμη περίοδο. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) δεν χρειάζεται, ούτε αντέχει καινούρια βαριά όπλα. Χρειάζεται πληροφορίες, έξυπνη και ασύμμετρη άμυνα με με ενσωματωμένη τη σύγχρονη πληροφορική τεχνολογία (π.χ. πυραύλους), διαφοροποίηση πηγών προμήθειας, «στεγανοποίηση» της άμυνας από τους συμμάχους, στρατό προσανατολισμένο στην πραγματική απειλή κατά της χώρας, με ανάλογη στρατηγική-γεωπολιτική αίσθηση. Και εδώ επίσης χρειάζεται ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. να επεξεργασθούν κατεπειγόντως ολοκληρωμένη αντίληψη για την άμυνα.

 

Σε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, η σύσφιγξη των σχέσεων με τη Μόσχα θα αντιμετωπιστεί με μεγάλη εχθρότητα από τις κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις. ‘Όπως όμως και στο ζήτημα του ευρωπαϊκού χρέους, έτσι και

στο θέμα αποφυγής του πολέμου με τη Ρωσία, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί, κατάλληλα δραστηριοποιούμενη διεθνώς,  να βρει ευήκοο ους στις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες ευρωπαϊκές ανάγκες. Αυτό δεν γίνεται αυτόματα, θέλει και δουλειά.

 

Το χειρότερο που θα μπορούσε φυσικά να συμβεί και δεν νομίζουμε ότι θα συμβεί, είναι να αρχίσει η Ελλάδα να παίρνει δάνεια από αριστερά και δεξιά ή να παίζει βαριά γεωπολιτικά χαρτιά απλά και μόνο για να εξυπηρετήσει ένα μη βιώσιμο χρέος  (ή και να χρησιμοποιεί αποθεματικά και άλλες στρατηγικές εφεδρείες για τέτοιο σκοπό). ‘Εχουμε αρκετούς πιστωτές για να χρειαζόμαστε και άλλους. Αυτά έχουν νόημα αν η Αθήνα αντιμετωπίσει σοβαρά τη στάση πληρωμών χρέους, το κύριο σχέδιο Β’, στην περίπτωση που οι πιστωτές της αρνηθούν τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον κύκλο ύφεσης, ανεργίας και κοινωνικής αποσύνθεσης.

 

Κινδυνολογία και εφησυχασμός

 

Ο γράφων ήταν πάντα οπαδός του «σχεδίου Α’». Δεν υποτιμά καθόλου τις δυσκολίες και τους κινδύνους μιας ρήξης με τους πιστωτές, ούτε ονειρεύεται κάποιο «παράδεισο της δραχμής». Αλλά για να έχει ελπίδα το σχέδιο Α’, τονίσαμε εξαρχής, πρέπει να υπάρχει, πραγματικά και όχι λεκτικά-επικοινωνιακά, και το Β’ και το Γ’ και το Δ’, για την περίπτωση που η σωτηρία της χώρας τα απαιτήσει.

 

‘Όταν διατυπώσαμε αυτή την άποψη κυρίως συναντήσαμε την αμηχανία, ή τη (σιωπηρή συνήθως) συμφωνία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο επιχείρημα που κάποιος μας αντέταξε, όχι παράλογο, είναι ότι η Ελλάδα συνιστά συστημικό κίνδυνο. Για τη Μέρκελ όμως και η επιτυχία του Τσίπρα αποτελεί μεγάλο κίνδυνο.  Το επιχείρημα του συστημικού κινδύνου, αν και παραβλέπει την πιθανότητα ύπαρξης δυνάμεων που αποβλέπουν στο ελληνικό ατύχημα ή εσφαλμένων υπολογισμών, δεν στερείται βάσης. Αλλά δεν είναι ο νόμος της βαρύτητας, είναι υπόθεση εργασίας που η πολιτική καλείται να την επιβεβαιώσει. Υπήρξαν και ορισμένοι, ευτυχώς ελάχιστοι, που λοιδώρησαν, στο παρασκήνιο πάντα, δεν έχουν παρουσιάσιμα επιχειρήματα, του φωτός, τον γράφοντα ως «κινδυνολόγο» κ.α. Η «κινδυνολογία» δεν έβλαψε κανέναν, η ανεύθυνη υποτίμηση των κινδύνων και της αναγκαίας προετοιμασίας πολλούς. Θα αγανακτούσε κανείς κάποτε και με την κακοήθεια μερικών ανθρώπων, αν δεν τον τρόμαζε η ανοησία τους.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Δημοσιεύτηκε στον «Δρόμο της Ατιστεράς», 28.3.2015

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

ΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ (γεωπολιτική και ολοκληρωτισμός)




 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

O «τσαμπουκάς» της ‘Αγκυρας στο Αιγαίο (έστω και αν διεκόπη όσο ξαφνικά ξεκίνησε) ήρθε να υπενθυμίσει στην Αθήνα ότι η γείτων δεν είναι ακριβώς φιλήσυχος και ειρηνικός τουριστικός προορισμός. Πόσο μάλλον που η ανατροπή του κεμαλισμού από τον ισλαμισμό του Ερντογάν οδήγησε σε πολύ πιο απρόβλεπτη και επιθετική Τουρκία (Λιβύη, Συρία, Μπαρμπαρός).

 

Για τον λόγο αυτό επανερχόμαστε σήμερα στην πρόταση που αναπτύξαμε προ μηνός από τα «Επίκαιρα», αναφορικά με την ανάγκη να ξαναδούμε τα σχέδια αγωγών South Stream και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, παρά τις προφανείς δυσκολίες και παρά την απόφαση του Κρεμλίνου να προτιμήσει τον Turkish Stream.

 

Είναι απόλυτη και μεγάλη τρέλλα, από τη σκοπιά των ελληνικών, αλλά επίσης των ευρωπαϊκών και ρωσικών συμφερόντων, αυτό που πάει να γίνει σήμερα. Δηλαδή να συγκεντρωθούν όλοι οι αγωγοί αερίου και πετρελαίου της περιοχής στην Τουρκία.

 

‘Εχουμε τώρα μέσω Τουρκίας τον ΤΑΡ, που μεταφέρει το αέριο του Αζερμπαϊτζάν και ίσως, αύριο, του Τουρκμενιστάν, τον Μπακού-Τσεϊχάν, που μεταφέρει το πετρέλαιο του Αζερμπαϊτζάν και ίσως, αύριο, του Καζαχστάν, τον Blue Stream που μεταφέρει ρωσικό αέριο μέσω του πυθμένα της Μαύρης Θάλασσας. Η Noble κουβεντιάζει την δίοδο κυπριακού και ισραηλινού αερίου μέσω Τουρκίας. Και, σαν να μην έφταναν αυτά, Μόσχα και ‘Αγκυρα συμφώνησαν κατ’ αρχήν για την κατασκευή ενός δεύτερου αγωγού που θα τις συνδέει, μετά την ματαίωση του South Stream.

 

Ο South Stream, θυμίζουμε, ήταν μια ελληνική πρόταση από το 2006, αγωγός αερίου παράλληλος με τον διαρκώς ανακοινούμενο - από το 1993, σχεδιαζόμενο και μηδέποτε κατασκευαζόμενο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη (Ρωσία – Μαύρη Θάλασσα – Βουλγαρία – Ελλάδα). Από την Ελλάδα ο South Stream, που παρέκαμπτε τόσο την Ουκρανία όσο και την Τουρκία, θα πήγαινε στην Ιταλία.

 

Το σχέδιο άρχισε να το εγκαταλείπει η ίδια η κυβέρνηση Καραμανλή που το πρότεινε και το «σκότωσε» μαζί με το Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη  η απολύτως «αμερικανόδουλη» κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου. ‘Εμεινε μια τροποποίησή του μέσω Βουλγαρίας προς πΓΔΜ, Σερβία, Αυστρία, Ουγγαρία, η οποία και καταργήθηκε τελικά με πρωτοβουλία της Μόσχας εξαιτίας των δυσκολιών και της υπονόμευσης από την Κομισιόν και τις αρχές της Σόφιας.

 

Δεχόμενοι επίθεση από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και πολύ θυμωμένοι με το μαφιόζικο/αμερικανόδουλο καθεστώς στη Σόφια, οι Ρώσοι αποφάσισαν να προτιμήσουν την τουρκική, που θεωρούν «ουδέτερη», από την βουλγαρική, «εχθρική» επικράτεια. Δεν είναι παράλογο, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως θα εξελιχθεί η Τουρκία και δεν είναι σκόπιμο να βάζεις «όλα τα αυγά σε ένα καλάθι». Θα έπρεπε Αθήνα και Μόσχα να πιέσουν αποφασιστικά την Βουλγαρία (και τις Βρυξέλλες) με τη βοήθεια Ιταλίας, Αυστρίας, Ουγγαρίας για να προχωρήσει το σχέδιο του South Stream. ‘Αλλωστε, η σημερινή κυβέρνηση της Βουλγαρίας μπορεί να αποδειχθεί παρένθεση και η άνοδος των Σοσιαλιστών να αποτελέσει σύντομα σωτήρια εξέλιξη.

 

(Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να οργανώσει τους Βαλκάνιους συμμάχους του τα τελευταία δυόμισυ χρόνια, αντί να περιμένει χωρίς να κάνει τίποτα να κερδίσει τις ελληνικές εκλογές. ‘Εστω και τώρα όμως, που έχει αρχίσει η μάχη, ας προσπαθήσει να κάνει όσα δεν έκανε το προηγούμενο διάστημα).

 

O αγώνας για μια στοιχειώδη ανεξαρτησία της Ελλάδας που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να προκύψει και οποιαδήποτε κοινωνική προκοπή, έχει την εσωτερική, έχει και την εξωτερική πτυχή. Μόνο αναπτύσσοντας οικονομικές και «γεωπολιτικές» σχέσεις με τους BRIICS μπορεί να επιβιώσει η Ελλάδα, είτε εντός, είτε εκτός της ευρωζώνης/ΕΕ. Και οι BRIICS, από την πλευρά τους, χρειάζονται την Ελλάδα, ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος και πρέπει, όσο νογάνε, και οι υπεύθυνοι των Αθηνών να τους το εξηγούν αυτό το πράγμα. Αλλοιώς θα καταλήξουμε στην πολιτική του «Σφάξε με Αγά μου να αγιάσω» που ακολούθησαν, με τα αποτελέσματα που ξέρουμε, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ την τελευταία πενταετία, οδηγώντας μας ένα βήμα από τον γεωπολιτικό και οικονομικό στραγγαλισμό.

 

Κατά κάποιο τρόπο οι αγωγοί σηματοδοτούν και στρατηγικές. Αγωγοί όπως ο Μπακού-Τσεϊχάν συνεχίζουν τη διαδικασία διάλυσης της Σοβιετικής ‘Ενωσης, αγωγοί όπως ο Nord Stream και ο South Stream οργανώνουν μια δυνητική ευρωρωσική σχέση, θεμέλιο ενός πολυπολικού κόσμου. Ανάλογη λειτουργία επιτελούν και οι ρωσοκινεζικοί αγωγοί.

 

Σε ότι αφορά τις πάγιες, ιστορικά επιβεβαιωμένες ελληνικές στρατηγικές κατευθύνσεις, αγωγοί όπως ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και ο South Stream σηματοδοτούν μια διασύνδεση με τη Ρωσία, που ιστορικά πάντα συνδέθηκε με τις δυνάμεις της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο αγωγός ΤΑΡ συνδέεται περισσότερο με το σχέδιο μετατροπής της Νότιας Ευρώπης σε αμερικανο-τουρκική ζώνη επιρροής. Ο αγωγός Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα με μια ζώνη αμερικανο-ισραηλινής επιρροής στη ΝΑ Ευρώπη. Οι «κάθετοι αγωγοί» που προτείνει ο Γιούνκερ στην Ελλάδα εντάσσονται στη νέα ψυχροπολεμική, αντιρωσική στρατηγική.

 

Με την ευκαιρία να τονίσουμε ότι δεν βλέπουμε για ποιο λόγο το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα στην καρδιά του τουρκικού κόσμου, η πιο στενή σύμμαχος παγκοσμίως, μετά την ίδια την Τουρκία, της «ΤΔΒΚ», του δημιουργήματος δηλαδή του τουρκικού στρατού κατοχής στην Κύπρο, αποκτά τον έλεγχο της ΔΕΠΑ και μάλιστα δια της κρατικής εταιρείας του υδρογονανθράκων. Οι σχετικές επιφυλάξεις της ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιηθούν από την Αθήνα για να ακυρωθεί η πώληση.

 

Κατά τα άλλα βέβαια και στον ενεργειακό, όπως και στους άλλους τομείς βλέπουμε να ορθώνεται μπροστά μας ο «άγνωστος ολοκληρωτισμός» της ΕΕ, ενός μηχανισμού που δεν ελέγχουν οι ευρωπαϊκοί λαοί και ο οποίος δεν έχει επαρκώς αναλυθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη επιμονή των Βρυξελλών να ελέγξουν το «νομότυπο» φορολογικών παραχωρήσεων στους Κινέζους για την COSCO.

 

‘Εχουμε ξεφύγει πολύ από τις παραμέτρους του έθνους κράτους που εξακολουθούν όμως να κυριαρχούν στα μυαλά μας. Αν αντέξει ο ΣΥΡΙΖΑ κι αν έχουμε εκλογικές νίκες της αριστεράς στην Ιβηρική και την Ιρλανδία, θα μπορέσουν όμως να αρχίσουν να τίθενται και τα ζητήματα ανακοπής της μεταμόρφωσης της ΕΕ σε προκεχωρημένο κεφάλαιο του χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 5 Μαρτίου 2015

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Κρίσιμη στρατηγική επιλογή: South vs Turkish Stream




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Σε μείζονα, αρνητική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στρατηγική μεταβολή οδηγείται το περιβάλλον στην περιοχή μας σε ότι αφορά τους αγωγούς αερίου.

 

Η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί πολύ γρήγορα, στην κατεύθυνση της Σόφιας, των Βρυξελλών και της Μόσχας, διερευνώντας την πιθανότητα να αποτρέψει, έστω και την υστάτη, αυτή την εξέλιξη.

 

Αντιμέτωπη με τις κωλυσιεργίες και τα διαρκή εμπόδια από τη Σόφια και τις Βρυξέλλες η Ρωσία αποφάσισε να εγκαταλείψει το σχέδιο του αγωγού αερίου South Stream, που επρόκειτο να διοχετεύσει το ρωσικό αέριο μέσω της Μαύρης Θάλασσας και της Βουλγαρίας στην Ευρώπη.

 

Ο αγωγός αυτός ήταν μια ελληνική πρόταση της κυβέρνησης Καραμανλή, που όμως εγκαταλείφθηκε ουσιαστικά και από αυτήν ακόμα μετά την πρώτη πίεση των ΗΠΑ.

 

Στη θέση του South Stream θα κατασκευασθεί ο Turkish Stream που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από τη Ρωσία στην Τουρκία υποθαλασσίως, μέσω της Μαύρης Θάλασσας και θα το φέρνει κοντά στα ελληνικά σύνορα όπου θα το αποθηκεύει. Αυτό δίνει τη δυνατότητα περαιτέρω μεταφοράς του μέσω του ελληνικού εδάφους, προοπτική προτιμητέα για την Αθήνα, που δεν αρκεί όμως για να αντικαταστήσει τη μείζονα, στρατηγική αναβάθμιση της ‘Αγκυρας και την απώλεια των πολύ μεγάλων στρατηγικών κερδών αν γινόταν δυνατή η κατασκευή του South Stream με την αρχική του χάραξη μέσω Θράκης (όπως και του παράλληλου πετρελαιαγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη εξάλλου).

 

Η ίδια άλλωστε η πρόταση για τον αγωγό South Stream γεννήθηκε ως αντίδραση στην επιδίωξη της ΓΚΑΖΠΡΟΜ, ήδη από το 2006, να κατασκευάσει από τότε τον «Turkish Stream». Πρακτικώς, αυτό θα σήμαινε ότι ο κύριος όγκος του ενεργειακού εφοδιασμού της Ελλάδας θα περνούσε από την Τουρκία. (Αυτό και θα γίνει και τώρα με την προσθήκη του Turkish στον ΤΑΡ από το Αζερμπαϊτζάν μέσω Τουρκίας)

 

Πόσο λογικό είναι να βάζουμε όλο τον ενεργειακό μας εφοδιασμό στα χέρια μιας χώρας για την άμυνα από την οποία ξοδεύουμε τον μισό μας προϋπολογισμό, κατέχει τη μισή Κύπρο, μας απειλεί στο Αιγαίο και με την οποία έχουμε ένα εξαιρετικά αρνητικό ιστορικό συγκρούσεων, ανταγωνισμού και πολέμων στις διμερείς σχέσεις μας; Μακάρι να μεταβληθεί αυτή η κατάσταση, αλλά δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε ως γεγονός μια ευχή.

 

Ούτε άλλωστε και προς όφελος της Ευρώπης και της Ρωσίας είναι να εξάγεται το ρωσικό φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω Τουρκίας, μάλλον πρόκειται για ένδειξη γεωπολιτικής ανωμαλίας.

 

Το 2006 ο γράφων πρώτος υποστήριξε,  από τον «Κόσμο του Επενδυτή», την ιδέα  δημιουργίας ενός αγωγού που θα παρακάμπτει και την Ουκρανία (λόγω των γνωστών προβλημάτων και της δυνατής αντιρωσικής χρήσης της) και την Τουρκία, του South Stream δηλαδή. Στρατηγικά, ο αγωγός θα ήταν το νότιο ισοδύναμο του Nord Stream που συνδέει μέσω της Βαλτικής Γερμανία και Ρωσία, ανεξαρτοποιώντας τη σχέση των δύο χωρών από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Την ιδέα υποστήριξαν πολύ ενεργά ο Πρόεδρος Κάρολος Παπούλιας και ο τότε Ρώσος Πρέσβης, ο εξαιρετικά δυναμικός Αντρέι Βντόβιν και έγινε τελικά επίσημη πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή και Πούτιν και της προσέγγισης Ελλάδας και Ρωσίας – μιας μεγάλης πολιτικής που εγκαταλείφθηκε άδοξα και πρόωρα.

 

Δεν ξέρουμε αν υπάρχουν σήμερα δυνατότητες να ανακληθεί η απόφαση των Ρώσων, αξίζει όμως να το δοκιμάσει άμεσα η νέα ελληνική κυβέρνηση, επιδιώκοντας ταυτόχρονα μια χάραξη του South Stream μέσω Βουλγαρίας και Ελλάδας, παράλληλη προς την πορεία του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη (που επίσης είναι σκόπιμο να πραγματοποιηθεί).

 

Βεβαίως ο φόβος των ελληνικών ηγεσιών είναι, διαχρονικά, η ενόχληση του υπερατλαντικού παράγοντα. Γιατί όμως μπορεί η Τουρκία να κάνει αυτά τα σχέδια και απαγορεύονται στην Ελλάδα; ‘Εχει κάτι να κερδίσει η Αθήνα υποκύπτοντας διαρκώς στα desiderata της Ουάσιγκτων και του Βερολίνου; Γιατί μέχρι τώρα αυτό που εισπράξαμε για την ευπείθειά μας ήταν οικονομικός πόλεμος από τους Ευρωπαίους, πιέσεις σε Κύπρο και Αιγαίο από τις ΗΠΑ, βλέποντας την ‘Αγκυρα να καταλαμβάνει τον χώρο που εγκαταλείπουμε και οδηγούμενοι σε πρωτοφανή στρατηγική-διπλωματική ασφυξία

 

Το ζήτημα με τους αγωγούς και το όλο πλέγμα σχέσεων με τη Ρωσία δεν αφορά εξάλλου μόνο τα οικονομικά, αλλά και τα προβλήματα ασφαλείας της Ελλάδας. Επί παραδείγματι οι αγωγοί μέσω της Θράκης συνιστούν αμυντική ασπίδα της. Η ευρύτερη σχέση με τη Ρωσία μπορεί εξάλλου να εξελιχθεί και προς την κατεύθυνση μείζονος αύξησης της ελληνικής στρατιωτικής-στρατηγικής ισχύος έως και παροχής μιας αμυντικής ασπίδας.

 

Δεν είναι δυνατόν η γείτων Τουρκία, μέλος και αυτή του ΝΑΤΟ, να κάνει τόσες συνεργασίες με τη Μόσχα, να μην εφαρμόζει κυρώσεις, να αναβαθμίζει παντοιοτρόπως τις σχέσεις της και εμείς να περιοριζόμαστε, αν και σε κατάσταση καταστροφής, στον ρόλο του «καρπαζοεισπράκτορα».

 

‘Όλα αυτά πρέπει να τα σκεφθεί και να τα αντιμετωπίσει γρήγορα η νέα κυβέρνηση. Η αποκατάσταση άλλωστε της στοιχειώδους εθνικής κυριαρχίας σημαίνει να αποκτήσουμε ένα βαθμό ελευθερίας και στην εξωτερική και αμυντική μας πολιτική.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 12-2-2015

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Την Κύπρο και τα μάτια σας...


Την Κύπρο και τα μάτια σας…

(και μια παρατήρηση για τη διαπραγμάτευση των δανειακών)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Περίοδοι μεγάλων πολιτικών αλλαγών και ανόδου νέων δυνάμεων στην Ελλάδα υπήρξαν συνήθως και περίοδοι αστάθειας στα ελληνοτουρκικά, με την ‘Αγκυρα συχνά να «τεστάρει» τις νέες ηγεσίες των Αθηνών.

 

Το πιο κλασικό σχετικό παράδειγμα ήταν η κρίση των Ιμίων που συνέπεσε με την άνοδο του Σημίτη στην πρωθυπουργία. ‘Αγκυρα και – παρασκηνιακά – Ουάσιγκτων έδωσαν τότε ένα μάθημα για το ποιος κάνει κουμάντο στην περιοχή. Μάθημα που δεν ξέχασαν ποτέ ούτε ο Σημίτης (παρά τον φιλογερμανισμό του) ούτε οι Ευρωπαίοι.

 

Σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες από πρεσβείες τρίτων χωρών, η κυβέρνηση Ερντογάν-Νταβούτογλου εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να προκαλέσει μια μίνι-κρίση στην Κύπρο κατά προτίμηση. Επιθυμεί αφενός να τεστάρει τον ΣΥΡΙΖΑ, στους κόλπους του οποίου έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί αντιφατικές απόψεις για τα εθνικά θέματα, αφετέρου να εκμεταλλευθεί την αστάθεια και αδυναμία Ελλάδας (και Κύπρου).

 

Δεν μπορεί άλλωστε να αποκλείσει κανείς ότι η Τουρκία θα ενθαρρυνθεί σε αυτό το παιχνίδι από τους Πιστωτές, αν τυχόν η Αθήνα θελήσει/υποχρεωθεί να οδηγηθεί σε σύγκρουση μαζί τους.

 

Γι’ αυτό, η νέα κυβέρνηση της Αθήνας πρέπει να βρει τον τρόπο να στείλει ένα περισσότερο από σαφές αποτρεπτικό μήνυμα προς την ‘Αγκυρα για την αποφασιστικότητα της ελληνικής αντίδρασης σε τυχόν τουρκική πρόκληση, ανεξαρτήτως των σοβαρών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Και ελπίζει κανείς, σε αυτό τουλάχιστο το ζήτημα, η Τουρκία να βρει ενωμένα όλα τα ελληνικά πολιτικά κόμματα.

 

Οι «παράπλευρες» σχέσεις

 

Αποφασιστική σημασία έχει επίσης η ταχεία και αποφασιστική επανενεργοποίηση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου, ουσιαστικού στοιχείου του ελληνισμού στην ελληνοτουρκική στρατηγική εξίσωση.

 

Η άποψη ότι διάφοροι τρίτοι θα υπερασπιστούν την Κύπρο περισσότερο από την Ελλάδα μόνο ως επικίνδυνη, αν όχι ύποπτη αυταπάτη μπορεί να θεωρηθεί.

 

Να τονίσουμε επίσης ότι δέκα χρόνια μετά την απόρριψη του εξωφρενικού σχεδίου Ανάν, δεν είναι δυνατόν πολιτικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Κύπρο, περιλαμβανομένου του ίδιου του Προέδρου Αναστασιάδη, να παίζουν ξανά με την επαναφορά ανάλογης φιλοσοφίας σχεδίου, δηλαδή με την ίδια την ύπαρξη συντεταγμένου κράτους στην Κύπρο.

 

‘Η να συνεχίζουν επαναλαμβάνοντας – αντί πολιτικής - τις επικίνδυνες αρλούμπες εισαγωγής για μια «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία» που ουδείς (πλην του Ανάν) δεν μπόρεσε ποτέ να περιγράψει και να εξηγήσει ποιος θα την κυβερνά.

 

Η υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και του δημοκρατικού χαρακτήρα του κυπριακού κράτους οφείλει να είναι το κέντρο της ελλαδικής και κυπριακής εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής.

 

Δυστυχώς, περισσότερο από τους Τούρκους, την Κύπρο απειλεί κυρίως το εν Λευκωσία και Αθήνα «κόμμα των ανανιστών», διαχρονικών φορέων της ξένης εξάρτησης. Γιατί, όπως είπε το 1987, εξαγγέλλοντας το casus belli σε περίπτωση προέλασης των τουρκικών στρατευμάτων στη Μεγαλόνησο, ο Ανδρέας Παπανδρέου, «αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί».

 

Θεωρητικά η προσεχής επίσκεψη Αναστασιάδη στη Μόσχα συνιστά επίσης μια μεγάλη ευκαιρία διεύρυνσης των γεωπολιτικών στηριγμάτων της Κύπρου. Λέμε θεωρητικά, γιατί οτιδήποτε έχει μέχρι τώρα κάνει ο Κύπριος Πρόεδρος αφενός στρέφεται κατά της πατρίδας του και του λαού της, αφετέρου συνιστά συνήθως στάχτη στα μάτια των Κυπρίων πολιτών, όπως έγινε με την αποστολή στη Μόσχα τις μέρες του bail in.

 

Παραχωρήσεις οιασδήποτε μορφής προς τη Μόσχα, το Πεκίνο ή οποιονδήποτε άλλο έχουν νόημα, από την Αθήνα ή από τη Λευκωσία, μόνο στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής ανάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας των δύο κρατών από τα δεσμά της ιδιάζουσας αποικιοκρατίας που υφίστανται («Χρεωκρατία», όπως την ονόμασε ο Βάσος Λυσσαρίδης). Κάτι που ανταποκρίνεται και στα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, εφόσον βέβαια μπορεί να το καταστήσει αισθητό αυτό το επιχείρημα η ηγεσία Αθηνών και Λευκωσίας.

 

Ελπίζει κανείς και η ελλαδική αριστερά, έστω και τώρα, να καλύψει το δυστυχώς ανεκμετάλλευτο έδαφος με τους Ρώσους και άλλους «εναλλακτικούς» του πλανήτη. Οι «παράπλευρες» αυτές σχέσεις συνιστούν ουσιώδη παράμετρο του ελληνικού στρατηγικού βάθους, όπως συνειδητοποίησαν στο παρελθόν, εφαρμόζοντας αντίστοιχες πολιτικές, όλοι οι σημαντικοί πολιτικοί Ελλάδας και Κύπρου από όλο το πολιτικό φάσμα.

 

Με την ευκαιρία να τονίσουμε ότι η σημερινή συγκυρία που όλα τα βλέμματα παγκοσμίως είναι στραμμένα στην Ελλάδα, είναι μια μοναδική ευκαιρία να ειπωθούν πολλά ουσιαστικά πράγματα και για την Ευρώπη και για τις διεθνείς υποθέσεις, πέραν της ορθής πλην περιορισμένης αντιπολίτευσης στις πολιτικές λιτότητας.

 

ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΑΚΕΣ

 

Σε πρόσφατα άρθρα μας υπογραμμίσαμε την ανάγκη να αμφισβητηθούν και να μην αναγνωρισθούν οι δανειακές συμβάσεις. Υπογραμμίσαμε την κεντρική σημασία τους για την οργάνωση της αποικιακής σχέσης Πιστωτών-Ελλάδας, όπως και τους απαράδεκτους όρους τους, που οργανώνουν την έμμεση πλην σαφή κατάλυση της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας.

 

Ορισμένοι φίλοι παραδέχονται ότι αυτή είναι η ορθή θέση, εκτιμούν όμως ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να πάρουμε τέτοιες αλλαγές. Ξεχνάνε όμως ότι ξεκινά κανείς μια διαπραγμάτευση ζητώντας όσα μπορεί περισσότερα, πολύ περισσότερο όταν μπορεί να κινητοποιήσει πολύ ισχυρά επιχειρήματα και τη διεθνή νομιμότητα. Δεν τη ξεκινά κάνοντας το καλό παιδί και μπαίνοντας στα παπούτσια της άλλης πλευράς.

 

Ακόμα εξάλλου κι αν δεν πάρεις αυτό που θέλεις, ακόμα κι αν χρειαστείς να εφαρμόσεις μέτρα που δεν θέλεις, δεν έχεις λόγο να αναγνωρίσεις τη βασιμότητα και τη νομιμότητά τους.

 

Δυσκολεύεται άλλωστε κανείς να φανταστεί πως η Αριστερά, αν όχι η Δημοκρατία στην Ελλάδα θα μπορέσουν να επιβιώσουν επί μακρόν, αν δεν αμφισβητήσουν την ουσία της διαδικασίας κατάλυσης του κράτους έθνους και της δημοκρατίας στη χώρα που οργάνωσαν Δανειακές και Μνημόνια. Μακάρι εξάλλου να πετύχει το πλαν Α, ακριβώς όμως για να πετύχει χρειάζεται και πλαν Β.

 

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 29.01.2015

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ ΡΕΖΙΛΙΚΙΑ




 

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Μόνο ως εξωφρενική, παράλογη και εξευτελιστική μπορεί να χαρακτηριστεί η απόφαση να συνέλθει στην Αθήνα η επιτροπή συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, δηλαδή τα δύο υπουργικά συμβούλια σε κοινή συνεδρίαση. Πολύ περισσότερο που η σύγκλιση αυτή συμπίπτει με την κλιμάκωση της έμπρακτης παραβίασης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας στη θάλασσα νοτίως του νησιού, κατά τρόπο πρωτοφανή μετά την εισβολή του 1974. Ουσιαστικά, η Αθήνα από τη μία αυτοεξευτελίζεται και από την άλλη δίνει, με τον τρόπο αυτό, «πράσινο φως» στην ‘Αγκυρα να συνεχίσει και να κλιμακώσει τις προκλήσεις της.

 

‘Εχουμε φτάσει στο σημείο να χρειάζεται τώρα να υπενθυμίσουμε – μην το ξεχάσουμε κι εμείς οι ίδιοι, όπως πάει η χώρα, οι πολιτικοί και τα «Μέσα» της - ότι η Τουρκία έχει καταλάβει και διατηρεί υπό κατοχή τη μισή Κύπρο, το 80% του πληθυσμού της οποίας είναι ‘Ελληνες, με μια στρατιωτική επιχείρηση που είχε (αναλογικά με τον πληθυσμό) περισσότερα θύματα από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ. ‘Εδιωξε από τα σπίτια τους 250.000 ‘Ελληνες, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και την απειλεί μονίμως με κατάλυση. Απειλεί λόγω και έργω την Ελλάδα και την Κύπρο με πόλεμο, ιδίως αν η Αθήνα εφαρμόσει τα δικαιώματά της που απορρέουν από τη διεθνή σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας (επέκταση χωρικών υδάτων). Παρατάσσει μια τεράστια στρατιωτική μηχανή από τον ‘Εβρο μέχρι την Κύπρο, περιλαμβανομένου και του μεγαλύτερου αποβατικού στόλου στον κόσμο που ελλιμενίζεται απέναντι από τα ελληνικά νησιά και γυμνάζεται ετησίως στην κατάληψή τους, υποχρεώνοντας επί τέσσερις δεκαετίες την Ελλάδα σε εξοπλιστικό ανταγωνισμό που την κατέστρεψε. ‘Εχει εδαφικές διεκδικήσεις σε όλο το ανατολικό Αιγαίο.

 

Πως είναι δυνατόν λοιπόν η Ελλάδα να κάνει με μια χώρα, που έτσι συμπεριφέρεται, κοινά υπουργικά συμβούλια, ωσάν όχι μόνο να μην τρέχει τίποτα, αλλά να είμαστε οι καλύτεροι δυνατοί φίλοι; Ποιος θα σεβαστεί μια χώρα που συμπεριφέρεται όπως η Ελλάδα; Πως είναι δυνατόν να κάνει η Αθήνα τέτοιες συναντήσεις – πολύ περισσότερο - τη στιγμή που η Τουρκία εμπράκτως αμφισβητεί την κυριαρχία της Κύπρου και μάλιστα νοτίως του νησιού, κάτι που δεν έχει ξανακάνει μετά το 1974; Είναι τόσο τραγελαφικά όλα αυτά που σχεδόν δεν επιτρέπουν τον σχολιασμό. Το μόνο συμπέρασμα που πολύ λογικά θα βγάλει η ‘Αγκυρα είναι ότι η Αθήνα είτε δεν ενδιαφέρεται για το τι κάνει η ‘Αγκυρα στην Κύπρο, είτε τρέμει την αντίδραση της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, διάφοροι που εργάζονται συστηματικά και υπογείως εδώ και δεκαετίες για την «απομάκρυνση» Κύπρου και Ελλάδας, για λογαριασμό ξένων δυνάμεων, θα χρησιμοποιήσουν και αυτό το γεγονός για να ενσταλλάξουν στο κυπριακό συλλογικό ασυνείδητο την άποψη ότι αλλού θα βρει «σωτηρία» το νησί, ενώ θα ενισχύουν στο ελλαδικό την εξοικείωση με την αδιαφορία για την Κύπρο.

 

«Διπλωματία εισαγωγής και υπαγόρευσης»

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Αθήνα οργανώνει τέτοια «κοινά υπουργικά συμβούλια» μόνο με την Τουρκία και το Ισραήλ. Δεν έχει ποτέ οργανώσει με τη Κυπριακή Δημοκρατία, όπως θα ήταν πολύ λογικότερο, ούτε με κάποιον από τους Ευρωπαίους «εταίρους» ή τη Ρωσία αίφνης. Στην πραγματικότητα, η ελληνική διπλωματία δεν σκέφτηκε μόνη της τέτοια υπουργικά συμβούλια. Η ιδέα είναι εισαγωγής, όπως και πολλές άλλες. Η ιδέα σύγκλισης κοινών υπουργικών συμβουλίων με την Τουρκία (όπως και το Ισραήλ) αντανακλούν την πρόθεση του «διεθνούς παράγοντα», δηλαδή του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, να «ολοκληρώσει» την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου υπό την αιγίδα του. Ανοιχτό και αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης μεταξύ ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ παραμένει το ερώτημα του ρόλου και ακριβούς μεριδίου της Τουρκίας, το αν δηλαδή Ελλάδα και Κύπρος θα υπαχθούν σε μια αμερικανο-τουρκική (όπως ήταν έως πρόσφατα το σχέδιο) ή σε μια αμιγώς αμερικανο-ισραηλινή ζώνη επιρροής. Και στις δύο περιπτώσεις, το βέβαιο είναι ότι προβλέπεται να μην ενταχθούν ως ανεξάρτητα, στοιχειωδώς κυρίαρχα κράτη.

 

‘Ετσι φτάσαμε στην εξής τραγελαφική κατάσταση. Ο ξένος παράγων έβαλε στον μηχανισμό της ελληνικής διπλωματίας το software της ελληνοτουρκικής προσέγγισης (εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων, αφού γίνεται με την Τουρκία σε πλήρη διεκδικητική-επιθετική διάταξη). Ταυτόχρονα, τούχωσε και το software της ελληνοϊσραηλινής προσέγγισης με υποτιθέμενη, δικαιολογητική βάση τη συμμαχία με το Τελ Αβίβ εναντίον της ‘Αγκυρας. ‘Όχι μόνο τα δύο «προγράμματα» είναι ξένα, εισαγωγής, αλλά και ανταγωνιστικά μεταξύ τους! Φυσικά, όπως και πολλά άλλα, αυτό ήταν το έργο του βασικού καταστροφέα της Ελλάδας και της Κύπρου στη δεκαετία του 2000, δηλαδή του «αμερικανού» Γιώργου Παπανδρέου, υπό την εποπτεία του ‘Αλεξ Ρόντος (όπως κάποτε του Τομ Καραμεσίνη ή του Αβρακώτου). Αρχιτέκτων και της ελληνοτουρκικής και της ελληνοισραηλινής φιλίας, όπως και της μνημονιακής υποδούλωσης, ο Ρόντος κατάφερε να έχει τις καλύτερες των σχέσεων τόσο με το «αμερικανικό» ΠΑΣΟΚ, όσο και με μια πτέρυγα της «εθνικής» ελληνικής και κυπριακής δεξιάς!

 

Τόσο η σύγκλιση της ελληνοτουρκικής επιτροπής σε μια τέτοια συγκυρία, όσο και η απουσία ευρύτερων αντιδράσεων, αντανακλά ένα είδος σχεδόν «εγκεφαλικού θανάτου» της χώρας (και της πολλαπλά αλληλεξαρτώμενης Κύπρου), την απουσία στοιχειωδών ρεφλέξ, την όλο και μεγαλύτερη αδυναμία και απροθυμία του πολιτικο-κρατικού προσωπικού της Ελλάδας να επιτελέσει τις πιο στοιχειώδεις λειτουργίες υπεράσπισης του ελληνικού έθνους-κράτους και των πιο ζωτικών συμφερόντων του ελληνικού λαού σε όλους τους τομείς, περιλαμβανομένου του τομέα των διεθνών οικονομικών, όσο και των «κλασικών» εξωτερικών σχέσεων.  Στον πέμπτο χρόνο του Μνημονίου το ελληνικό «κράτος-έθνος» σταδιακά παραλύει και «πεθαίνει», τουλάχιστο ως προς τις κάπως ανεξάρτητες λειτουργίες του – εξακολουθεί να υπάρχει μόνον ως τοπικός αποικιακός σταθμός της τρόικας και του μνημονίου. Στον τομέα της οικονομίας εφαρμόζει τις εντολές της τρόικας, στον τομέα της γεωπολιτικής των πιο «παραδοσιακών» Νταβατζήδων («ναυτικές δυνάμεις»).

 

Γεωπολιτική και Μνημόνιο

 

‘Όλα αυτά γίνονται σε περιβάλλον ακραίας σύγχυσης, είδος προϊούσης εθνικής άνοιας, τα συμπτώματα της οποίας είναι προφανή από καιρό και χωρίς άλλωστε την οποία δεν θα ήταν ποτέ δυνατή η εμφάνιση προτάσεων όπως το σχέδιο Ανάν για την «επίλυση του κυπριακού» με κατάλυση του κυπριακού κράτους (πολιτική που συνέχισε ο Χριστόφιας και τώρα ο Αναστασιάδης) ή της Δανειακής και του Μνημονίου, που προέβλεψαν την κατάλυση του ελληνικού κράτους. Είναι χαρακτηριστικοί π.χ. οι διθύραμβοι μεγιστοποίησης των ελάχιστων ωφελών που μπορεί κανείς να αναμένει από τις τριμερείς ή τετραμερείς με τον Σίσι της Αιγύπτου, που εμφανίζεται στους «ιθαγενείς», εν Ελλάδι και εν Κύπρω, ως μία τεράστια επιτυχία, αλλά που κανείς δεν μπορεί να περιγράψει πολύ συγκεκριμένα τα οφέλη από αυτή.

 

Οι τουρκικές προκλήσεις επέτρεψαν στο μεταξύ στο Ισραήλ να εμφανιστεί ως «προστάτης» της Κύπρου, στην πραγματικότητα όμως μόνο του «οικοπέδου 12», όπου δρα η αμερικανοεβραϊκών συμφερόντων Νομπλ και η ισραηλινών Ντελέκ. Σήμερα όμως, ακόμα πιο σημαντική απειλή από οποιαδήποτε μπορεί να προέλθει από την Τουρκία (και συμπληρωματική αυτής στην πραγματικότητα) είναι η μετατροπή, δια των δανειακών και μνημονίων, σε αποικίες χρέους Ελλάδας και Κύπρου. Εκεί το Ισραήλ θα μπορούσε, με την επιρροή που διαθέτει στην ΕΕ, στα παγκόσμια μήντια και στον διεθνή χρηματοπιστωτικό τομέα να βοηθήσει πολύ την Αθήνα και τη Λευκωσία. Προς το παρόν όμως δεν έχουμε δει τίποτα τέτοιο. Από τότε που η Κύπρος σύσφιγξε τις σχέσεις της με το Τελ Αβίβ, διακήρυξε τη νέα πολιτική με τις ΑΟΖ και τα πετρέλαια και μισοκατέστρεψε τις σχέσεις της με τη Μόσχα, γνωρίζει τη μια καταστροφή μετά την άλλη. Το ότι αυτό θεωρείται επιτυχής πολιτική είναι ένα ακόμα σύμπτωμα της καθολικής «εθνικής άνοιας» του ελληνισμού.

 

Θα ήταν λοιπόν ευχής έργο, οι πολλοί, κάθε είδους οπαδοί της ελληνο-ισραηλινής συμμαχίας σε Κύπρο και Ελλάδα να στρέψουν εκεί την προσοχή τους. Να ζητήσουν από τον κ. Νετανιάχου και τις δυνάμεις που επηρεάζει παγκοσμίως να βοηθήσουν στην κατάργηση των αποικιακών δεσμών των δύο χωρών.

 

Για να ολοκληρώσουμε, και οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά υποδεικνύουν με τη σειρά τους πόσο κρίσιμα ζητήματα θέτει οποιαδήποτε προσπάθεια αποτίναξης των νεοαποικιακών μνημονιακών δεσμών. Μόνο μια δύναμη «τύπου ΕΑΜ» από την άποψη των δεσμών της με τον λαό, με πολύ επεξεργασμένη αίσθηση του διεθνούς περιβάλλοντος και στρατηγική, με βαθειά και ξεκάθαρη αντίληψη για τον ρόλο του έθνους στην εποχή και την περιοχή μας, με δίκτυο διεθνών συμμαχιών, αλλά και με αληθινή αίσθηση του ιστορικού καθήκοντος και των υποχρεώσεών της απέναντι στον λαό που την ανάδειξε θα μπορούσε να πάει σε διακοπή της μνημονιακής πορείας. ‘Οποιος δοκιμάσει να συμβιβαστεί με το Μνημόνιο ή δεν προετοιμαστεί όπως πρέπει για τη σύγκρουση μαζί του, κινδυνεύει να χαθεί σε χρόνο ρεκόρ, εν μέσω νέων φοβερών ερειπίων.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Επίκαιρα, 27.11.2014

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Από τα Μνημόνια στην παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ

Η «Αυτοκρατορία» κλιμακώνει την επίθεση στον Ελληνισμό Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου Που κρύφτηκε το ελληνικό πολεμικό ναυτικό και η αεροπορία; Σε τι ακριβώς χρησιμεύουν τα πολεμικά μας σκάφη και αεροπλάνα, πιο ακριβά από το βάρος τους σε χρυσάφι, αν, τη στιγμή που η Τουρκία προκαλεί στην Κύπρο, εξαφανίζονται από προσώπου Γης;! Μόνο για «μίζες» και εξάρτηση χρειαζόμαστε αυτή την τεράστια, πανάκριβη στρατιωτική μηχανή, που δεν θέλουμε όχι να χρησιμοποιήσουμε, αν ό μη γένοιτο χρειαστεί, αλλά ούτε καν να επιδείξουμε; Δεν εννοούμε ότι οι ένοπλες δυνάμεις πρέπει να αναλάβουν, σε αυτή την φάση, τη manu military ανακοπή των τουρκικών «δραστηριοτήτων» στις κυπριακές θάλασσες. Εννοούμε ότι, για να μη χρειαστεί να το κάνουν αύριο, θάπρεπε σήμερα να «δείχνουν τη σημαία» τους στην Κύπρο και να συντηρούν ένα βαθμό αβεβαιότητας στον αντίπαλο. Ισραηλινοί, Ρώσοι, Βρετανοί αλωνίζουν στις κυπριακές θάλασσες, Γερμανοί και Γάλλοι χρησιμοποιούν το αεροδρόμιο «Ανδρέας Παπανδρέου» (θα τρίζουν τα κόκκαλα του μακαρίτη), μόνον οι ‘Ελληνες απουσιάζουν από την περιοχή. Τα βλέπει αυτά η ‘Αγκυρα και έτσι που πάμε θα στείλει αλεξιπτωτιστές στο Σύνταγμα. Η παθητικότητα έναντι της τουρκικής επιθετικότητας και της παρασκηνιακής αμερικανικής ανοχής αν όχι παρότρυνσης προς την ‘Αγκυρα, θα αυξήσει, δεν θα μειώσει τα προβλήματα Αθήνας και Λευκωσίας και, πολύ φυσιολογικά, θα αποθρασύνει την Τουρκία. Μακροχρόνια συνιστά στρατηγική αναδίπλωση από την ανατολική Μεσόγειο, είδος «γεωπολιτικής αυτοκτονίας» του ελληνισμού. Η Αθήνα παραιτείται από τα τεράστια πλεονεκτήματα που της δίνει η στρατηγική θέση της Κύπρου για την δική της άμυνα, όχι όμως από τα προβλήματα που αναπόφευκτα της δημιουργεί η κυπριακή άμυνα! Η παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ από την Τουρκία συνιστά τη σοβαρότερη έμπρακτη επιβουλή κατά της κυπριακής κυριαρχίας μετά την εισβολή του 1974. Η μη ουσιαστική αντίδραση του ελλαδικού και κυπριακού πολιτικού προσωπικού όπως και των δύο κρατών – και της ΕΕ – διευκολύνει την περαιτέρω κλιμάκωση της εξωτερικής πίεσης που θα μπορούσε να συνδυαστεί και με οικονομικές επιθέσεις κατά της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά και να χρησιμοποιηθεί αύριο για να εκβιασθεί μια τυχόν «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση σε Αθήνα ή Λευκωσία, αν υπάρξει. Γι’ αυτό και τα συμβαίνοντα συνιστούν έμμεση πλην σαφή προειδοποίηση και στην Κουμουνδούρου. Για να μπορέσει να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα και μάλιστα στις σημερινές τραγικές συνθήκες, αμφισβητώντας τους νεοαποιακούς δεσμούς των Μνημονίων, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να διαθέτει πολύ επεξεργασμένη εξωτερική και διεθνή πολιτική και σε βάθος αίσθηση του διεθνούς περιβάλλοντος. Αλλοιώς δεν θέλουμε ούτε να φανταστούμε τι μπορεί να συμβεί. Απανωτά τα χτυπήματα Η παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ είναι η τέταρτη μείζων επίθεση στην ανεξαρτησία, κυριαρχία και κρατική του υπόσταση που δέχεται ο ελληνικός λαός μετά το 2010. Πρώτη ήταν η Δανειακή και το Μνημόνιο, δεύτερη το PSI και το αγγλικό δίκαιο, τρίτη η επίθεση κατά των κυπριακών τραπεζών και το κυπριακό Μνημόνιο. Με τα πρώτα τρία «χτυπήματα» ο ελληνικός λαός παραιτήθηκε του μεγαλύτερου μέρους των δικαιωμάτων που διαθέτουν τα σύγχρονα κράτη εισερχόμενος ταυτόχρονα σε κοινωνικο-οικονομική «σπείρα θανάτου» και διαδικασία υποδούλωσης/αποικιοποίησης. Η επίθεση στην κυπριακή ΑΟΖ σηματοδοτεί το πέρασμα από την καθαρά οικονομική στη γεωπολιτική επίθεση κατά του ελληνικού χώρου, του ελληνικού έθνους-κράτους και του πολλαπλώς αλληλεξαρτώμενου με αυτό κυπριακού κράτους. Από τις αντιδράσεις Ουάσιγκτων-Λονδίνου και των εντεταλμένων δορυφόρων τους στη «Νέα Ευρώπη» (Φινλανδία, Σουηδία, Ουγγαρία) έγινε τελείως φανερό ότι η ‘Αγκυρα δεν κινείται μόνη της – ενθαρρύνεται από τον άξονα των «ναυτικών δυνάμεων» (με την ανοχή τουλάχιστο της «Αυτοκρατορίας του Χρήματος»). Αυτό πια δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, εντούτοις αρκετοί αναλυτές του «πατριωτικού χώρου» το αποδίδουν αποκλειστικά στις τακτικές ανάγκες των ΗΠΑ να εξασφαλίσουν την τουρκική συμμαχία κατά του Ισλαμικού Κράτους και όχι στις αμερικανικές επιδιώξεις στην Κύπρο. Μια τέτοια ερμηνεία θέλει να αποσιωπήσει το γεγονός ότι, πολύ προτού υπάρξει οποιοδήποτε «Ισλαμικό κράτος», ΗΠΑ και Βρετανία ενθάρρυναν διαχρονικά την ‘Αγκυρα προκειμένου να αποκτήσουν αυτοί και όχι βέβαια να δώσουν στην Τουρκία τον έλεγχο της Κύπρου. Αυτή την επιδίωξη εξυπηρέτησε άλλωστε το οργανωμένο από τις ΗΠΑ πραξικόπημα και η εισβολή του 1974, μετά η αποικιακή παγίδα του Κίσσινγκερ («διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία») που κατάπιαν αμάσητη αν όχι με ενθουσιασμό Αθήνα και Λευκωσία, όπως οι τρομερές πιέσεις να περάσει το σχέδιο Ανάν το 2004. Δυστυχώς δεν είναι καθόλου εύκολο να είσαι ταυτόχρονα ‘Ελληνας πατριώτης και φίλος των Ηνωμένων Πολιτειών. Να θυμίσουμε τώρα ότι προ μερικών εβδομάδων η κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη χαρακτήριζε την Αμερική «στρατηγικό εταίρο»; Η επιδίωξη όσων ενθαρρύνουν την Τουρκία στην κυπριακή ΑΟΖ είναι να επαναφέρουν μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν και αυτό ακριβώς το αποτέλεσμα θα έχουν οι διακοπείσες διαπραγματεύσεις Αναστασιάδη ‘Ερογλου αν ευοδοωθούν (γι’ αυτό και δεν καταλαβαίνουμε από πού συμπεραίνει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι σκοπός της Τουρκίας είναι να τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις!). Φυσικά, η παραμένουσα αντίδραση των Κυπρίων πολιτών στην κατάλυση του κράτους τους ενδέχεται να ενεργοποιήσει και το plan B του διεθνούς παράγοντα που είναι η προτιμώμενη λύση της ‘Αγκυρας: τα «δύο κράτη» που ανέφερε ο Νταβούτογλου. Με μια σημαντική βέβαια διευκρίνιση. ‘Ότι δεν θα επιτραπεί ποτέ στο ελληνικό κράτος που θα προκύψει να ασκήσει τα δικαιώματα πλήρως ανεξάρτητου κράτους. Η διχοτόμηση («ταξίμ») δεν ήταν ποτέ κεντρική επιδίωξη του αγγλοαμερικανικού παράγοντα στην Κύπρο. Χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά από Λονδίνο και Ουάσιγκτων όχι για να πραγματοποιηθεί η ίδια, αλλά για να ματαιωθούν δι’ αυτής τα δικαιώματα της συντριπτικής ελληνικής πλειοψηφίας του κυπριακού πληθυσμού. Η προτιμητέα λύση του «διεθνούς παράγοντα» ήταν πάντα και παραμένει ο «ζουρλομανδύας» (διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία), μια λύση που θα ακυρώνει την πλήρη ελληνική ή τουρκική κυριαρχία και θα ξανακάνει την Κύπρο αποικία της Αγγλίας, της Αμερικής και των διεθνών τραπεζών (που, σημειωτέον, αποκτούν ήδη τον έλεγχο του κυπριακού τραπεζικού τομέα). Αν τυχόν πηγαίναμε τελικά σε διχοτόμηση υπό τις παρούσες συνθήκες και αγγλοαμερικανική εποπτεία η διχοτόμηση αυτή δεν θα ήταν πλήρης, δεν θα απέδιδε δηλαδή «κανονικό» ελληνικό κράτος στην Κύπρο χωρίς δουλείες και περιορισμούς. Θα είχαμε όλα τα μειονεκτήματα, χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματα της διχοτόμησης. Το καταπληκτικό με την πολιτική των κυβερνώντων σε Ελλάδα και Κύπρο είναι ότι ευθυγραμμίζονται σε όλα τα θέματα με τα desiderata των οικονομικών και γεωπολιτικών «προστατών» παίρνοντας, σε αντάλλαγμα, μόνο οικονομικές και γεωπολιτικές καρπαζιές από αυτούς. Να πάρουμε πυραύλους εδάφους-θαλάσσης από τη Ρωσία προτείνει αίφνης η συμπαθής «Κερυνειώτικη Ηχώ». Πως όμως μπορούμε να το κάνουμε αυτό, όταν εμείς οι ίδιοι επιβάλαμε εμπάργκο στον εαυτό μας δεσμευόμενοι δια των κυρώσεων να μην αγοράσουμε όπλα που χρειαζόμαστε από τη Μόσχα; Αυτό είναι ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα της αδυναμίας στοιχειώδους οικονομικής και γεωπολιτικής άμυνας του ελληνικού έθνους ως αποτέλεσμα της ξένης εξάρτησης και της πολιτικής διαρκούς υποτέλειας. Μόνο μια πολιτική που θα ανέτρεπε αυτό το καθεστώς θα μπορούσε να διακόψει την πορεία καταστροφής/αποικιοποίησης του ελληνικού λαού. Ζητείται πολιτική δύναμη να κάνει κάτι τέτοιο. ΣΥΡΙΖΑ και Κυπριακό Για να επανέλθουμε στο ζήτημα που θέσαμε παραπάνω, τυχόν αμφισβήτηση της μννημονιακής πορείας από τον ΣΥΡΙΖΑ προϋποθέτει διασαφήνιση των βασικών παραμέτρων της εξωτερικής-αμυντικής πολιτικής αυτού του κόμματος. Ποια είναι η θέση του στο κυπριακό: θέλει επαναφορά σχεδίου Ανάν ή την απορρίπτει; Χρειάζεται επίσης μετάβαση από την «ευέλικτη ανταπόδοση» σε ένα αμυντικό δόγμα πλήρους αβεβαιότητας για την ελληνική απάντηση σε τυχόν τουρκική πρόκληση, συνοδευόμενο από εκείνες τις συμπεριφορές που θα το καθιστούσαν πειστικό, ΄’όπως και πλήρης αναβαθμνισμένη επαναφορά του ενιαίου αμυντικού δόγματος. Χρειάζεται επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ να ξεχάσει ενδεχόμενες ψευδαισθήσεις για τον πιθανό ρόλο ΔΝΤ και ΗΠΑ. Το «δόγμα» Ελλάδας και Κύπρου σήμερα είναι το «δώστα όλα στους ξένους», «κάνε ότι σου λένε οι Δυτικοί», «σφάξε με Αγά μου να αγιάσω». Ελλάδα και Κύπρος διαλύονται μπροστά στα μάτια μας υπό την συνδυασμένη πίεση «Αγορών», ΕΕ, ΝΑΤΟ, Γερμανίας και ΗΠΑ. Τα δύο κράτη μοιάζουν να στερούνται πολιτικού προσωπικού στοιχειωδώς ικανού να κυβερνήσει υπερασπιζόμενο τα πιο αυτονότητα δικαιώματα του ελληνικού λαού. Υπάρχει πολιτική δύναμη να αμφισβητήσει τέτοια πορεία, να αποτρέψει περαιτέρω καταστροφές; Konstantakopoulos.blogspot.com Επίκαιρα, 30/11/2014

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Κύπρος: ο αγώνας του Σουλτάνου (Ερντογάν) να ξυπνήσει τους 'Ελληνες

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου Για την εξαγωγή πολλών και χρήσιμων συμπερασμάτων προσφέρεται η πρόσφατη κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας νοτίως της Κύπρου, εκεί που η ιταλική ΕΝΙ πραγματοποιεί έρευνες για ανεύρεση υδρογονανθράκων κατόπιν συμφωνίας με τη νόμιμη κυβέρνηση του νησιού. Η ‘Αγκυρα εξέδωσε οδηγία προς ναυτιλλομένους δεσμεύοντας προς έρευνα για υδρογονάνθρακες μια περιοχή, όπου δεν πέφτει κανένας λόγος στην τουρκική πλευρά, ακόμη και με την πιο τραβηγμένη υπέρ της εκδοχή. Η κλιμάκωση εξυπηρετεί την έμπρακτη υπενθύμιση των τουρκικών αξιώσεων επί του συνόλου της Κύπρου και των θαλασσών της. Δεν αποκλείεται όμως καθόλου να πραγματοποιείται σε παρασκηνιακή συνεννόηση ή τουλάχιστον με την ανοχή Ουάσιγκτων και Λονδίνου. Παρά την εκλογή Αναστασιάδη, οι Κύπριοι παραμένουν εχθρικοί στην επαναφορά σχεδίου Ανάν, που παραμένει η κυρίαρχη πολιτική ΗΠΑ-Βρετανίας στο κυπριακό. Για να μπορέσει να επιβληθεί το σχέδιο θα πρέπει να κινητοποιηθούν σοβαρά νέα επιχειρήματα. Το ένα θα μπορούσε να είναι ο φόβος τουρκικής στρατιωτικής ενέργειας. Το δεύτερο θα μπορούσε να είναι η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης για την οποία προβάλλεται ως λύση η εκμετάλλευση των πετρελαίων και αερίων (κάτι τελείως συζητήσιμο κατά τα άλλα λόγω μη βιωσιμότητας του χρέους και καθεστώτος αποικίας χρέους, αλλά αυτό δεν γίνεται επαρκώς κατανοητό). Το επιχείρημα που σχεδιάζεται είναι ότι πρέπει να λυθεί το κυπριακό για να γίνει δυνατή αυτή η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων. Ο ρόλος των ΗΠΑ Η συνέχεια θα δείξει ποια από τις δύο εκδοχές είναι η σωστή. Οι δηλώσεις πάντως ΗΠΑ και Βρετανίας οδηγούν προς τη δεύτερη. Η Ουάσιγκτων φρόντισε να υπενθυμίσει, με την ευκαιρία της τουρκικής πρόκλησης, ότι πρέπει τα κυπριακά κοιτάσματα να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης προς όφελος αμφοτέρων των κοινοτήτων, αμφισβητώντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι αυτό εξασφαλίζεται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Γελοιοποίησε έτσι και την πρόσφατη αναγόρευσή της σε «στρατηγικό εταίρο» από τους «καραγκιόζηδες της Λευκωσίας», αναγόρευση που λησμόνησε τόσο τον πρωταγωνιστικό ρόλο των ΗΠΑ στο πραξικόπημα και την εισβολή του 1974, όσο και τιςε τερατώδεις πιέσεις του 2004. Από την αρχή της οικονομικής κρίσης, της επίθεσης δηλαδή κατά των τραπεζών και της κυπριακής οικονομίας, ο «στρατηγικός εταίρος» μοιάζει να τη σιγοντάρει, Η επίθεση του Μαρτίου 2013 κατά της Κύπρου, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε το ΔΝΤ από κοινού με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, θα ήταν απλώς αδύνατη χωρίς το «πράσινο φως», την ανοχή τουλάχιστο των ΗΠΑ (και βεβαίως του πανίσχυρου ισραηλινού λόμπυ σε ΗΠΑ και Βρυξέλλες, με το οποίο ασφαλώς θα ήταν πολύ χρήσιμη μια συμμαχία, εφόσον όμως υπήρχε, όχι ως μονομερής σχέση υποτέλειας). Η νεοσυντηρητική αμερικανίδα Υφυπουργός Εξωτερικών Νούλαντ (αρμόδια για κυπριακό και ουκρανικό) υποστήριξε από τότε ότι οι Κύπριοι πρέπει να «λύσουν το κυπριακό» για να αντιμετωπίσουν και τα οικονομικά τους προβλήματα. «Λύση του κυπριακού» για τις ΗΠΑ σημαίνει επαναφορά σχεδίου Ανάν. Τον χειμώνα άλλωστε και την άνοιξη του 2013 διαβάσαμε στα όργανα του Σίτυ, Εκόνομιστ και Φαϊνάνσιαλ Τάιμς, την άποψη ότι το οικονομικό πρόβλημα δημιουργεί ευκαιρία λύσης. Η Ρωσία και τα παιχνίδια Αναστασιάδη Με την Τουρκία να εξευτελίζει τη συμφιλιωτική πολιτική Ανααστασιάδη, τον «στρατηγικό εταίρο» να δίνει μια ακόμα σφαλιάρα στην Κύπρο και τον άλλο μεγάλο «σύμμαχο», το Ισραήλ να σφυρίζει αδιάφορα σιωπόν αιδημόνως, ο κ. Αναστασιάδης δεν είχε άλλη λύση από το να αναστείλει τις συνομιλίες με τους Τουρκοκύπριους και να στείλει έναν απεσταλμένο στη Μόσχα, να δείξει ότι κάνει κάτι. Και λέμε να δείξει, γιατί βέβαια δεν είναι πολύ σοβαρό ο Κύπριος Πρόεδρος να κάνει διαρκώς και συστηματικά ότι περνάει από το χέρι του για να καταστρέψει τις κυπρο-ρωσικές σχέσεις και μετά να θέλει να πείσει ότι στρέφεται στη Μόσχα. Υπογραμμίσαμε επανειλημμένως τη στρατηγική σημασία των σχέσεων της Κύπρου (και της Ελλάδας) με τη Ρωσία, σχέσεων που έχουν ζωτική σημασία για την επιβίωση των τελευταίων υπολειμμάτων εθνικής ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας στα δύο ελληνικά κράτη. Τα τελευταία χρόνια, παράλληλα με τη μνημονιακή καταστροφή, οι σχέσεις αυτές έχουν σχεδόν πλήρως καταστραφεί. Στον ενεργειακό τομέα γίναμε παράρτημα του φιλοτουρκικού Αζερμπαϊτζάν και εναποθέσαμε στην Τουρκία το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού ενεργειακού εφοδιασμού. Καταστρέψαμε τη σημαντική ρωσική οικονομική παρουσία στην Κύπρο, είδος χρηματοπιστωτικής «νέας Φινλανδίας» μετά τον ψυχρό πόλεμο, παρουσία που υπήρξε βάση για την ευημερία και ανεξαρτησία της. Πήγαμε και ψηφίσαμε κυρώσεις που στρέφονται κατά των εξαγωγών μας στη Ρωσία, απαγορεύουν στους πλέον φιλέλληνες Ρώσους να επισκεφθούν την Κύπρο και την Ελλάδα και επίσης να υπογράψουμε νέα συμβόλαια αγοράς οπλικών συστημάτων. Η Ρωσία είναι η μόνη χώρα που δέχεται να προμηθεύσει στην Κύπρο σύγχρονο οπλισμό και δυνητικό στρατιωτικο-στρατηγικό αντιστάθμισμα της Τουρκίας για την Ελλάδα. Γι’ αυτό ας μας επιτραπεί, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, να μην έχουμε ούτε γραμμάριο εμπιστοσύνης στις δήθεν «ανεξαρτησιακές» εξάψεις του Προέδρου Αναστασιάδη που απεδείχθη αποδεδειγμένα «μανούλα» στο να εξαπατά και να καταστρέφει τους συμπολίτες του (από τον σχέδιο Ανάν το 2004 έως το κούρεμα το 2013). Λυπούμεθα που πολλοί Κύπριοι φίλοι δεν μπορούν/θέλουν να το παραδεχθούν, αλλά, όπως έλεγε κι ο Λένιν, τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Πιο αθόρυβα από τις μεγάλες γεωπολιτικές ρυθμίσεις, πραγματοποιείται επίσης στροφή στον οικονομικό τομέα από ρωσικά σε ισραηλινά συμφέροντα τα τελευταία χρόνια, υπογραμμίζουν έγκυροι οικονομικοί αναλυτές που προσθέτουν ότι τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο, σε ένα βαθμό, η Ελληνική είδαν τα ρωσικά συμφέροντα να εκτοπίζονται προς όφελος δυνάμεων που πρόσκεινται στους Ρότσιλντ. «Λαϊκό» και «εθνικό», οικονομία και γεωπολιτική Ο ελληνισμός είναι σφηνωμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στον σλαβικό, τον μεσανατολικό, κυρίως ισλαμικό και τον κόσμο του δυτικοευργωπαϊκού καπιταλισμού. Χρειάζεται ανεξαρτησία και ελιγμούς ανάμεσα στους τρεις πόλους για να επιβιώσει. ‘Όταν ταυτίστηκε, όπως πάει να γίνει τώρα, με έναν από τους πόλους και μάλιστα με όρους απόλυτης υποτέλειας, τότε γνώρισε φοβερές καταστροφές, κάτι που χωρίς αμφιβολία επιβεβαιώνει η ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων. Τα πράγματα γίνονται τώρα πολύ πιο δύσκολα λόγω της οικονομικής κατάστασης και της αποικιοποίησης με οικονομικές μεθόδους Ελλάδας και Κύπρου. ‘Οσο για τους υδρογονάνθρακες δεν είναι δυστυχώς η λύση, εφόσον το χρέος παραμένει μη βιώσιμο. Η εκμετάλλευσή τους υπό παρόμοιες συνθήκες σημαίνει λεηλασία, όχι έξοδο από τον οικονομικό εφιάλτη. Γι’ αυτό χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική επανάκτησης της στοιχειώδους εθνικής ανεξαρτησίας Ελλάδας και Κύπρου, οικονομική, πολιτική, γεωπολιτική. Είμαστε ακόμα μακριά από την επεξεργασία επαρκών, ολοκληρωμένων «αντιμνημονιακών» στρατηγικών σε Κύπρο και Ελλάδα. Αν κάτι εξάλλου υπενθυμίζει ξανά η Τουρκία είναι ότι δεν μπορείς να φιλοδοξείς να διακόψεις το ελληνικό μνημόνιο, χωρίς αίσθηση του εξωτερικού και διεθνούς περιβάλλοντος. Δεν μπορείς να το κάνεις χωρίς να επεξεργάζεσαι ταυτόχρονα αμυντική-γεωπολιτική στρατηγική για την Ελλάδα, «λησμονώντας» την ύπαρξη της Τουρκίας και των προβλημάτων και απειλών που εγείρει. Για να μη μιλήσουμε για τις «ιδέες» τύπου Αναστασιάδη ή Ρεπούση, που παραμένουν δυστυχώς δημοφιλείς όχι μόνο σε δυνάμεις του κατεστημένου. Λαϊκό και εθνικό συμπίπτουν, για να μεταχειριστούμε τη φόρμουλα του Γληνού κατά την πρώτη γερμανική κατοχή. Konstantakopoulos.blogspot.com Δημοσιεύτηκε στα «Επίκαιρα», 14.10.2014

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

AOZ, Ελλάδα και Ισραήλ (*)


Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Τον Μάρτιο του 1974, ο Αριστοτέλης Ωνάσης συνάντησε, για πρώτη και τελευταία φορά, τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη. Σύμφωνα με στενό συνεργάτη του 'Ελληνα Κροίσου, ο Ιωαννίδης είπε στον Ωνάση:
«Θα πάμε πολύ καλά στα εθνικά θέματα. Και στο βορειοηπειρωτικό και στο κυπριακό. Στο κυπριακό, οι Αμερικανοί μου είπαν ότι αν βγάλουμε τον παπά από τη μέση, το νησί είναι δικό μας».
Ο Ωνάσης ήταν οτιδήποτε εκτός από ηλίθιος. «Αν είναι έτσι γιατί δεν αφήνεις τους Αμερικάνους να το κάνουν αυτό; Γιατί να το κάνουμε εμείς;», είπε στον δικτάτορα.
Τη συνέχεια την ξέρουμε. Η Κύπρος διχοτομήθηκε, έχασε σε ένα μήνα μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού της απ' ότι το Ιράκ σε τρία χρόνια πολέμου. 250.000 'Ελληνες έφυγαν από τα σπίτια τους για να μη ξαναγυρίσουν ποτέ, η Ελλάδα μπήκε σε έναν εξοπλιστικό ανταγωνισμό τρισήμισυ δεκαετιών που την κατέστρεψε. Ο Ιωαννίδης πέθανε στη φυλακή χωρίς να μιλήσει («Αν μιλήσω», είπε, «όλοι οι 'Ελληνες θα γίνουν κομμουνιστές»). Δεν δικάσαμε ποτέ τους υπεύθυνους της προδοσίας, γι' αυτό κινδυνεύουμε τώρα να χάσουμε και τα δύο κράτη, Ελλάδα και Κύπρο. 
Σήμερα, φίλοι του Πρωθυπουργού, με στρατηγική σκέψη και ανεξαρτησία, φοβόμαστε, όχι πολύ καλύτερη, λένε ότι δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα από την Τουρκία γιατί οι πετρελαϊκές εταιρείες που ενδιαφέρονται για τους υδρογονάνθρακες, θα σπεύσουν να προστατεύσουν τη χώρα μας και την ΑΟΖ της. Δεν έχουμε παρά να «ανακηρύξουμε ΑΟΖ» και τα πετρέλαια θα είναι «δικά μας», υποστηρίζουν, μαζί με μια πολιτικά χρησιμότατη «ένεση πατριωτισμού» («με ξένα κόλλυβα») προς μια κυβέρνηση που δεν τολμάει να φέρει την παραμικρή αντίρρηση σε Μέρκελ και Σόιμπλε – ή, τουλάχιστο, να αντιταχθεί σε τροϊκανές περικοπές στην άμυνα, που παρέλυσαν ήδη αεροπορία, ναυτικό και ηθικό στρατεύματος.

Πριν ενάμισυ χρόνο, ένας εκ των διαπρεπέστερων και γνωστότερων «ΑΟΖολογούντων», μου εξηγούσε σε μια συνέντευξη και ενώπιον μαγνητοφώνου, ότι «υπάρχουν τεράστια αποθέματα μεταξύ Δωδεκανήσων, Κύπρου και Κρήτης. Κι αν μας ενοχλήσει η Τουρκία, έχουμε το backing του Ισραήλ». Δεν το δημοσίευσα τότε το σημείο αυτό για να προστατεύσω τον άνθρωπο και να μη ρίχνω λάδι στη φωτιά. 'Ηλπισα ότι επρόκειτο απλώς για ανόητους «υπερενθουσιασμούς» ανθρώπων με αγνά κίνητρα που μπλέκουν σε τομείς που αγνοούν. Δεν είμαι πλέον τόσο βέβαιος.

Αλίμονο αν ο κ. Σαμαράς υποκύψει, για δικούς του, ψυχολογικούς λόγους, στη «γλυκιά μουσική» των Σειρήνων, συμφωνήσει σε ατεκμηρίωτες εισηγήσες, που βασίζονται σε υποκειμενικές εκτιμήσεις, χωρίς επαρκή βάση και, κυρίως, plan B, αν νομίσει ότι θα βρει έτσι διέξοδο σε μια, όντως, εξαιρετικά δύσκολη πολιτική κατάσταση. Εμείς θα πιστεύουμε, μέχρι την τελευταία στιγμή, ότι στον πυρήνα του παραμένει εθνικός ηγέτης, βάζει δηλαδή το έθνος πάνω από το κομματικό ή προσωπικό συμφέρον και μπορεί να διαφωνεί ακόμα και με εκείνους των φίλων του που εκτιμά και στους οποίους στηρίζεται πολύ. Στη ζωή έχει τεράστια σημασία να κάνουμε πάντοτε, σε όλα τα θέματα, αυτό που καταλαβαίνουμε με το δικό μας μυαλό, όχι με το μυαλό των άλλων.

Να σημειώσουμε ότι σε ελλαδικά και κυπριακά πανεπιστήμια, σε διάφορα κλειστά ή «ημίκλειστα» σεμινάρια προπαγανδίζονται, με τη συμμετοχή ξένων «αναλυτών», ή βετεράνων ηγετικών στελεχών ξένων υπηρεσιών, εδώ και δύο-τρία χρόνια, ιδέες ότι, όπου νάναι, έρχεται το τέλος της Τουρκίας, οι ετερογενείς πληθυσμοί της θα «ξεσηκωθούν», η χώρα αυτή δεν έχει μέλλον, ήρθε ίσως ακόμα και η ώρα ενός «νέου Βυζάντιου».

Ο Τσώρτσιλ έμεινε γνωστός για μια κουβέντα: «Θα πολεμήσουμε κατά των Γερμανών μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματος των Ινδών». Αρκετοί 'Ελληνες δεν θα στενοχωρηθούν αν τυχόν αύριο το Ισραήλ κάνει πόλεμο κατά της Τουρκίας ή αν η τελευταία «διαμελισθεί». (Βεβαίως, λόγοι στοιχειώδους σοβαρότητας, θα επέβαλαν μάλλον να δούμε τι κάνουμε τώρα για να διατηρήσουμε τη δική μας χώρα, που άμεσα απειλείται με διάλυση, αντί να προσφεύγουμε σε «εθνικές ονειροφαντασίες».) Άλλο όμως αυτό κι άλλο να γίνουμε «πρόθυμοι ηλίθιοι» για λογαριασμό τρίτων, όπως όταν πολεμήσαμε τον Κεμάλ για τους Αγγλογάλλους για να συνεννοηθούν αυτοί  μαζί του επί των καπνιζόντων ερειπίων της Σμύρνης ή κάναμε με το αίμα μας Θεό τον Στάλιν, για να μας ανταλλάξει με τα υπόλοιπα Βαλκάνια τον Οκτώβριο 1944, στέλνοντας στη σφαγή τους οπαδούς του, τον κορμό της ελληνικής εθνικής αντίστασης.

Ο γράφων υποστήριξε την ανάγκη αναβάθμισης της συνεργασίας Ελλάδας-Ισραήλ, στα πλαίσια όμως πάντα πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής – γιατί αίφνης πάγωσαν οι πολύ πιο «φυσιολογικές» ενεργειακές και αμυντικές σχέσεις με τη Μόσχα;

Χρειαζόμαστε απελπιστικά φίλους και συμμάχους σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Πρέπει να συμμαχήσουμε και «με τον διάβολο και τη γιαγιά του ακόμα» (Λένιν), για να σώσουμε τη χώρα. Άλλο όμως συνεργασία, άλλο συμμαχία, άλλο το διαχρονικό σπορ των ελληνικών πολιτικών ελίτ, η αναζήτηση «νταβατζήδων», για να χρησιμοποιήσουμε την «ορολογία Μπαϊρακτάρη». Και βεβαίως θα ήταν καταστροφικό να πάμε να μπλέξουμε, με οποιοδήποτε αντάλλαγμα σε Αρμαγεδώνες στη Μέση Ανατολή. 'Ηταν εν πολλοίς ένα σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου εβραϊσμού και το αμερικανικό «βαθύ κράτος» που αντιτάχθηκε έως τώρα σε τέτοιους τυχοδιωκτισμούς – θα πάμε εμείς τώρα να καταστραφούμε σιγοντάροντας τέτοια σχέδια;

Αναλύσαμε διεξοδικά τους όρους επωφελούς «προσέγγισης» Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ-Αβίβ. Δεν θα τους επαναλάβουμε εδώ. Το Ισραήλ ενδιαφέρεται πολύ ζωτικά για Κύπρο, Κρήτη, μητροπολιτική Ελλάδα. Αν συναντούσε σοβαρούς παίκτες, σοβαρές ηγεσίες στο κυπριακό και ελλαδικό πολιτικο-κρατικό προσωπικό, θα είχε σοβαρό κίνητρο συμμαχιών και συνεργασίας. Αν συναντάει «καραγκιόζηδες» ενεργεί ανάλογα.

Καμιά σχέση δεν μπορεί να είναι ευδόκιμη και στρατηγικά (μακροχρόνια) ευσταθής αν δεν στηρίζεται σε αμοιβαιότητα και ισοτιμία, στο quid pro quo. Μέχρι τώρα βλέπουμε μόνο τον ένα πόλο αυτής της σχέσης να έχει όφελος και τον άλλο να αναλαμβάνει κινδύνους.

Προτού συζητήσεις «συμμαχίες», «άξονες», «συνεργασίες», οφείλεις να καθορίσεις τι επιδιώκεις. Κι όταν μιλάς για σχέση με χώρα «διαρκούς πολέμου» και «διαρκούς εναλλαγής συμμάχων», πρέπει να «δένεις» τις συμφωνίες με ισχυρές, προκαταβολικές εγγυήσεις και ανταλλάγματα, να είσαι σίγουρος ότι για κάθε πρωτοβουλία σου διαθέτεις απαραίτητα εθνικά μέσα.

Σήμερα, Ελλάδα και Κύπρος δεν έχουν τόσο μεγάλη ανάγκη από οποιοδήποτε, ούτως ή άλλως πολύ αμφίβολο, ισραηλινό «στρατιωτικό backing» έναντι της Τουρκίας – ανεξαρτήτως του τι λέγεται «ανεπισήμως» (συνέβη επίσης το 1967 και 1974 με τα πολλαπλά «κανάλια» και «σήματα»), επισήμως οι Ισραηλινοί αξιωματούχοι είναι σαφείς: «πόλεμο με την Τουρκία θα κάνουμε μόνο για τις πλατφόρμες της Noble».

Αυτό που έχει τώρα, ζωτικά, ανάγκη Ελλάδα-Κύπρος για να επιβιώσουν ως στοιχειωδώς κυρίαρχα και ανεξάρτητα κράτη είναι ένα πολύ διαφορετικό οικονομικό πρόγραμμα από αυτό που επέβαλαν ή επιβάλλουν ΕΕ και ΔΝΤ. Το Ισραήλ διαθέτει κολοσσιαία επιρροή, τεράστιο  «λόμπυ» σε ΔΝΤ, Καπιτώλιο, ΕΕ, ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ, τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, την παγκόσμια εκδοτική ελίτ, όλες τις δυνάμεις που επιτίθενται σε Ελλάδα-Κύπρο. Αν κάποια ελληνική κυβέρνηση αποφασίσει να κάνει κάτι για να σώσει τη χώρα, διακόπτοντας το παρόν πρόγραμμα καταστροφής, εκεί χρειαζόμαστε τη βοήθειά του, εκεί μπορεί να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του, αν τη νοιώθει, για τους 'Ελληνες που διακινδύνευσαν τη ζωή τους για να σώσουν Εβραίους στην κατοχή, σε έκταση και με ηρωϊσμό που δεν απαντάται σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τους πρωτεργάτες της ελληνο-ισραηλινής προσέγγισης σε Ελλάδα και Ισραήλ.

Μια τέτοια συνδρομή του Ισραήλ θα μπορούσε να είναι πολύ κρίσιμη για τα ελληνικά συμφέροντα. Αντίθετα, δικές μας «εμπλοκές» τώρα με Τουρκίες και Ιράν, μπορούν να ολοκληρώσουν την ελληνική καταστροφή. Μη ξεχνάμε ότι το «ελληνικό», με την τωρινή ταχύτητα καταστροφής της χώρας, θα εγερθεί ξανά εντός ΕΕ. 'Εχει κρίσιμη σημασία για τη χώρα, δεδομένου ότι παίζεται και το οικονομικό μέλλον της και η παρουσία της στην ευρωζώνη/ΕΕ, το που θα αποδοθεί η ευθύνη. Το να μπλέξουμε και μια ελληνοτουρκική κρίση στην υπόθεση του χρέους και στην ευρωπαϊκή κρίση, είναι σα να θέλουμε να καταστραφούμε γρήγορα και ολοκληρωτικά, κάνοντας και όση ζημιά μπορούμε στην ΕΕ

Konstantakopoulos.blogspot.com
 
(*) Το άρθρο γράφτηκε για την εφημερίδα Η Ελλάδα Αύριο τον Ιανουάριο 2013, κατόπιν συνενοέσως μαζί της. Δεν το δημοσίευσε ποτέ και σταμάτησε τη συνεργασία μαζί μας