Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Αθήνα - Μόσχα : προς μια νέα προσσέγγιση;




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Οι παντρεμένοι είναι καλό να μη φλερτάρουν εξωσυζυγικά, προειδοποίησε ευσχήμως την Αθήνα ο Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι για τα ανοίγματα στη Μόσχα. Αν όμως δεν είναι καλό το εξωσυζυγικό φλερτ, τότε τι να πει κανείς για την άγρια και συνεχή κακοποίηση του ενός συζύγου από τον άλλο; Πόσο λογικό είναι να εμποδίζουμε τον/την κακοποιούμενο/η σύζυγο να αναζητήσει βοήθεια εκτός μιας εστίας που τείνει να μεταβληθεί σε τόπο μαρτυρίου;

 

Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, που τη μια οι υπερατλαντικοί «σύμμαχοι» ζητάνε να διαλύσει το κράτος (περίπτωση Κύπρου και σχεδίου Ανάν για να μη πάμε πιο πίσω), την άλλη οι «εταίροι» της την καταστρέφουν με οικονομικά μέσα.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακαλύπτει τη Μόσχα γιατί είναι «φιλορωσικός». Στην πραγματικότητα, σημαντικό μέρος της αριστερής ηγεσίας ψυχολογικά θα ήθελε μάλλον να αποδείξει ότι έχει τα «προσόντα» να γίνει αποδεκτό από Ευρωπαίους και Αμερικανούς. ‘Ελα που η ασκούμενη πολιτική δεν το αφήνει να αγιάσει. Η επιδίωξη του «έντιμου συμβιβασμού», που έθεσε (κακώς ως μόνη) ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει αποκλειστεί εντελώς, αλλά μοιάζει όλο και πιο πολύ με άπιαστο όνειρο.

 

Σε αυτό άλλωστε η Αριστερά δεν πρωτοτυπεί. Ολοκληρώνοντας μια επίσκεψή του στην Αθήνα, μετά την πτώση του, ο Γκορμπατσώφ ρώτησε τον τότε Πρόεδρο Καραμανλή τι θα ήθελε από τη Ρωσία. «Να μας τη φέρεις πίσω» του απάντησε ο ‘Ελληνας πολιτικός, προκαλώντας τη συγκίνηση του σοβιετικού ηγέτη που έσκυψε και τον φίλησε. Μαρκεζίνης, Μακάριος, Καραμανλής ήταν μερικοί μόνο από τους ‘Ελληνες πολιτικούς που αναγκάστηκαν  να ανακαλύψουν τη Μόσχα, το γκωλικό Παρίσι, το Πεκίνο και τους Αδέσμευτους, όχι γιατί τους έσπρωχνε κάποια ιδεολογική παρόρμηση, αλλά η θηλιά που οι υποτιθέμενοι εταίροι και σύμμαχοι έσφιγγαν στον λαιμό τους.

 

Οι λόγοι που σπρώχνουν κατά καιρούς Ελλάδα και Ρωσία να πλησιάζουν διερευνώντας αν ο αναμφισβήτητος μεταξύ τους διαχρονικός «έρωτας» μπορεί να οδηγήσει σε κάποια μονιμότερη «σχέση», έχουν βαθειές ιστορικές, πολιτιστικές και γεωπολιτικές ρίζες που δεν θα αναλύσουμε περαιτέρω εδώ. Και οι ‘Ελληνες και οι Ρώσοι αντιμετώπισαν συντριπτικές απειλές εξ Ανατολών. Κι αν για αμφότερους η Δύση υπήρξε μεγάλος δάσκαλος, υπήρξε συχνά ακόμα πιο τρομερός εχθρός. Και η Ελλάδα και η Ρωσία είναι χώρες του Status Quo, επιδιώκουν κατά το δυνατόν τη διατήρηση σε ένα βαθμό της μεταπολεμικής παγκόσμιας τάξης πραγμάτων και αναπόφευκτα έρχονται σε σύγκρουση με τα ισχυρά, άκρως αναθεωρητικά κέντρα μιας «ολοκληρωτικής αυτοκρατορίας της παγκοσμιοποίησης» που αναδύεται από τα χαρακώματα ενός (πρόωρα κηρυχθέντος ως λήξαντος) Ψυχρού Πολέμου.

 

Αν όμως νοιώθουν την ανάγκη να αντισταθούν, και η Αθήνα και η Μόσχα συνήθως προτιμούν στο βάθος να μην τα σπάσουν τελείως με τα αφεντικά του κόσμου, συνήθως απλά αμύνονται, χωρίς αντιπρόταση και αποφασιστικότητα να το τραβήξουν ως την άκρη. Καμμιά φορά ούτε καν στοιχειώδη αντίσταση δεν προτάσσουν, όπως συνέβη με τους ‘Ελληνες επί Σημίτη, Γιωργάκη και Μνημονίου, με τους Ρώσους επί Μπαρίς Γέλτσιν.

 

Εκεί πρέπει να αναζητηθούν και οι λόγοι που συχνά ο ελληνορωσικός «έρωτας» μένει πλατωνικός, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο και οι δύο πλευρές κατέληξαν συχνότατα να κάνουν τελικά «σεξ» με άλλους. Απομένει να δούμε αν, αυτή τη φορά, η διαφαινόμενη «προσέγγιση» θα πατήσει σε πιο στέρεα θεμέλια από ότι τις προηγούμενες. 

 

Χωρίς αμφιβολία μια τεράστια ελπίδα και προσδοκία υφίσταται σήμερα στα κατάβαθα της ψυχής του ελληνικού λαού, ακόμα κι όταν δεν την εκφράζει ανοιχτά, να βρει λίγο οξυγόνο από το «ξανθό γένος» κι όπου αλλού μπορεί, στην απελπισμένη προσπάθειά του να κρατηθεί όρθιος και ζωντανός. Περιμένει μια χειρονομία της Μόσχας, τώρα ή αργότερα, και οποιαδήποτε τυχόν τέτοια χειρονομία θάχει τεράστια απήχηση. ‘Όχι μόνο στους ‘Ελληνες, αλλά και στους ευρωπαϊκούς λαούς που ασφυκτιούν όλο και περισσότερο εντός του «ευρωφιλελεύθερου» οικοδομήματος. Από την άλλη οι γνωστοί καλοθελητές θα θελήσουν να εκμεταλλευθούν κάθε στραβοπάτημα για να πείσουν τους ‘Ελληνες ότι δεν έχουν κανένα άλλο σύμμαχο, εξόν από αυτούς που τους καταστρέφουν και καμμία άλλη δυνατότητα παρά την υποταγή, ακόμα κι αν συνεπάγεται την καταστροφή τους!

 

Βεβαίως οι προσεγγίσεις θέλουν δύο, οι τακτικές κινήσεις πρέπει, αν δεν εξυπηρετούν υπάρχουσα, τουλάχιστο να συμβάλλουν στη διαμόρφωση στρατηγικής. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα καθιστούν αστεία οποιαδήποτε σκέψη ότι μπορούν να λυθούν με τα μέσα της «επικοινωνίας». Ο γράφων έχει εκφράσει από πολύ καιρό σοβαρές επιφυλάξεις για την ύπαρξη κατάλληλου συνεκτικού στρατηγικού σχεδίου και συστηματικής προετοιμασίας και αναζήτησης των κατάλληλων εργαλείων για την ανόρθωση της χώρας από τις δυνάμεις που την κυβερνούν εν ονόματι αυτής της ανάγκης. Δεν είναι η στιγμή να τις επαναλάβει. ‘Εστω και τώρα είναι σκόπιμο να καλυφθούν τυχόν κενά, όσο αυτό είναι δυνατό. ‘Ολοι, φίλοι και εχθροί, σε μετράνε και για την αποφασιστικότητα, τη σοβαρότητα, τη συνοχή του σχεδίου σου.

 

Εννοείται ότι μια στρατηγική προσέγγιση αν πραγματοποιηθεί δεν είναι περίπατος. Είναι μια βαρειά επιλογή και θέλει αντίστοιχη ετοιμασία. Διερωτάται όμως κανείς τι άλλο να κάνει όταν τον περιβάλλουν όλο και πιο πολύ οι λύκοι. Σήμερα άλλωστε, δόξα τω Θεώ, δεν υπάρχει μόνο ΕΕ και ΗΠΑ, υπάρχουν και οι BRIICS. Δουλειά μιας επιδέξιας ηγεσίας είναι να εκμεταλλευθεί όλους αυτούς τους αντιφατικούς παράγοντες.

 

Η ελληνική κρίση περνάει σταδιακά αλλά αναπόφευκτα  στη γεωπολιτική της διάσταση. Επιβεβαιώνει όσους υποστήριξαν εξαρχής ότι είναι μια πρώτη εκδήλωση μιας βαθειάς συστημικής κρίσης με επίκεντρο την Ευρώπη, αλλά και της αλληλεπίδρασης αυτής της κρίσης με τη μεσανατολική και δυτικο-ρωσική κρίση. Το τι θα γίνει στην Ελλάδα δεν θα έχει, από άποψη διεθνούς πολιτικής, μόνο «τακτικές» ή «τοπικές» συνέπειες. Θα επηρεάσει βαθειά την εξέλιξη όλης της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής.

 

ΥΓ. Ωραίες οι δηλώσεις Ομπάμα για την Ελλάδα, αλλά κι αυτός «μεταρρυθμίσεις» ζητάει. Επιπλέον αναρωτιέται κανείς πως συμβιβάζεται η στάση του επηρεαζόμενου από τις ΗΠΑ ΔΝΤ με την υποτίθεται φιλικότερη στάση της Ουάσιγκτων; Ερώτηση, πιθανώς επί ματαίω, προς εμμονικώς επιθυμούντες να αναζητούν συνδρομή των ΗΠΑ, που θα ήταν πολύ χρήσιμη, αλλά πρέπει να τη δούμε και στην πράξη, όχι μόνο στην (ενίοτε ιδιοτελή ή τρομοκρατημένη) φαντασία μας.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΕΛΛΑΔΑ, ΑΡΜΕΝΙΑ ΚΑΙ ΙΡΑΝ


Μεταξύ Ευρώπης και Ασίας


 

Γερεβάν, Αρμενία, του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Η ιδέα μιας συνεργασίας ή και συμμαχίας Ελλάδας, Αρμενίας και Ιράν είχε αρχίσει να σχεδιάζεται και να πραγματοποιείται στη δεκαετία του 1990, με Υπουργό ‘Αμυνας τον Γεράσιμο Αρσένη. Η στρατηγική λογική της ήταν (και παραμένει!) προφανής, αν και ανομολόγητη – η γεωπολιτική πίεση προς τις τρεις χώρες εκ μέρους της Τουρκίας.

 

Στην πορεία η ιδέα εγκαταλείφθηκε. Για τους «εκσυγχρονιστές» του Σημίτη και του Γιώργου Παπανδρέου, δεν υπήρχε εθνικό συμφέρον κι αν υπήρχε ήταν ένα ενοχλητικό «βάρος» από το «παρελθόν». ‘Όμως, όσο βιάζεται να απαλλαγεί από το παρελθόν, τόσο πιο πολύ αυτό εμφανίζεται μπροστά του. Στα χρόνια μας πήρε τη μορφή μιας επίθεσης άνευ προηγουμένου, με οικονομικά  και επικοινωνιακά μέσα, εναντίον του ελληνικού έθνους-κράτους και του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού με τις δανειακές και τα μνημόνια, από τις ίδιες δυνάμεις στις οποίες (έλεγε ότι) απέβλεπε ο «εκσυγχρονισμός» για την πρόοδο της χώρας, μια «πρόοδο» που απεδείχθη πανηγυρικά με το σχέδιο Ανάν και με το Μνημόνιο ως ολοκλήρωση της εθνικής υποτέλειας και της κοινωνικής αποσύνθεσης.

 

Απομένει να δούμε τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξωτερική πολιτική, ένα θέμα που απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, όσο ήταν στην αντιπολίτευση, με το επιχείρημα συνήθως ότι «αν συζητήσουμε εξωτερική πολιτική θα σκοτωθούμε». Η αμφισημία, αν μη τι άλλο, του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στην κληρονομιά του Γιώργου Παπανδρέου και την εξωτερική του πολιτική συνιστά οπωσδήποτε λόγο σοβαρής ανησυχίας, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι προδικάζει οριστικά τη δική του πολιτική. Ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε το αναγνωρίζει, είτε όχι, υπάρχει λόγω των αντιμνημονιακών διακηρύξεών του, ενός αιτήματος δηλαδή εθνικού, όσο και κοινωνικού. Αλλά δεν μπορείς να υπερασπίσεις μόνο στον οικονομικό ή μόνο τον γεωπολιτικό το έθνος και την κοινωνία σου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της σημερινής Ελλάδας είναι αδύνατο να υπερασπιστείς την κοινωνία χωρίς να υπερασπιστείς το έθνος, το έθνος χωρίς να υπερασπιστείς την κοινωνία.

 

‘Ισως λοιπόν ήρθε ο καιρός να «αναστηθεί» και η ιδέα μιας στενότερης συνεργασίας Ελλάδας, Αρμενίας και Ιράν, που καθιστά άλλωστε ευχερέστερη η σταδιακή αποκατάσταση των σχέσεων της Τεχεράνης με την Ουάσιγκτων. Αυτή είναι και η γνώμη του Αρμένιου Προέδρου Vigen Sargsyan, που, απαντώντας σε σχετική ερώτησή μας, υπογραμμίζει ότι αν υπάρξει συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα και με τη θετική προσέγγιση της νέας ελληνικής κυβέρνησης, μια τέτοια συμμαχία, «που δεν στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε τρίτου μέρους», είναι χρήσιμη και ίσως μπορεί η ιδέα της συγκρότησής της να αναγεννηθεί.

 

 

Την απάντηση μας την έδωσε στο περιθώριο μεγάλου διεθνούς συνέδρίου, με τον τίτλο «Στους πρόποδες του Αραράτ», που πραγματοποιήθηκε αυτές τις μέρες στο Γερεβάν, πρωτεύουσα της Αρμενίας. Και μπορεί κανείς όντως να αντικρίσει από εδώ το μυθικό Αραράτ τις μέρες που έχει καλοκαιρία – μόνο που το βουνό-σύμβολο των Αρμενίων, βρίσκεται από την άλλη μεριά των τουρκοαρμενικών συνόρων. ‘Ένα «κλειστό σύνορο», το τελευταίο στον κόσμο, λένε οι Αρμένιοι, χωρίζει τη χώρα τους από την Τουρκία και εντείνει τα αισθήματα απώλειας και ματαίωσης που έχει ενσταλλάξει στη συλλογική συνείδηση του αρμενικού λαού η τραγωδία της γενοκτονίας, αλλά και η απώλεια ενός μέρους της ιστορικής τους πατρίδας.

 

Το πάντα ανοιχτό θέμα του Ναγόρνο-Καραμπάχ, η  ανάμνηση της γενοκτονίας, η περίκλειστη γεωγραφία   προσδιορίζουν τη γεωπολιτική της Αρμενίας και εξηγούν την «ανασφάλεια» του Γερεβάν. «Η Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι μια καλά εδραιωμένη πραγματικότητα και είναι αδύνατο να σπάσει η θέληση των κατοίκων του να ζήσουν ελεύθεροι», μας λέει ο Πρόεδρος της Αρμενίας Serzh Sargsyan, για τον οποίο η λύση του ζητήματος αυτού «πρέπει να λάβει υπόψι της την αρχή της αυτοδιάθεσης μέσα στα πλαίσια του ΟΑΣΕ και στη βάση των τριών αρχών της συμφωνίας του Ελσίνκι».

 

Τμήμα της σοβιετικής δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ ήταν μια αυτόνομη δημοκρατία, κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Αρμενίους. Διεκδίκησε την ανεξαρτησία της από το Αζερμπαϊτζάν κατά την τελευταία περίοδο της Σοβιετικής ‘Ενωσης και την απέκτησε ντε φάκτο μετά από έναν αρμενο-αζερικό πόλεμο που στοίχισε τη ζωή 25.000 ανθρώπων. ‘Εκτοτε, τα ένοπλα μικροεπεισόδια,  δεν λείπουν σχεδόν καθημερινά από τη γραμμή αντιπαράθεσης. Η διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, που το θεωρεί τμήμα του Αζερμπαϊτζάν.

 

Στην περίπτωση του Καραμπάχ έχουμε μια τυπική σύγκρουση ανάμεσα στην αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών και στην αναγνώριση των κρατών που διαδέχθηκαν τη σοβιετική ή και τη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία στα σύνορα που αντιστοιχούν στην εσωτερική, διοικητική υποδιαίρεση της ΕΣΣΔ και της Γιουγκοσλαβίας.  Το ίδιο που συμβαίνει και στις περιπτώσεις του Κοσόβου, της ανατολικής Ουκρανίας και της Κριμαίας και πολλών άλλων εστιών κρίσης. Οι δημοκρατίες που αποτελούσαν την ΕΣΣΔ και τη Γιουγκοσλαβία δεν αντιστοιχούσαν ακριβώς στις περιοχές που πλειοψηφούσαν τα έθνη στα οποία αναφέρονταν. Σημαντικές, συμπαγείς εθνικές μειονότητες, τοπικά πλειοψηφικές ζούσαν εντός Δημοκρατιών που αναφέρονταν σε άλλους εθνότητες (Ρώσοι, πλειοψηφία στην Αν. Ουκρανία και Κριμαία, Σέρβοι στην Κράινα της Κροατίας, Αλβανοί στο Κόσοβο της Σερβίας κ.ο.κ.). Μόλις διαλύθηκαν ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβία άρχισαν δέκα πόλεμοι μεταξύ εθνοτήτων που κυριαρχούσαν τοπικά και εθνοτήτων που κυριαρχούσαν σε επίπεδο Δημοκρατίας.

 

Για την περίκλειστη Αρμενία, σφηνωμένη στον Καύκασο, ανάμεσα στο εχθρικό Αζερμπαϊτζάν και την επίφοβη Τουρκία, χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα, το μάλλον φιλικό Ιράν προς νότο και η επαφή με τη Ρωσία μέσω της Γεωργίας προς βορρά είναι οι ζωτικές του διέξοδοι. Προσπαθούμε να εξυπηρετήσουμε, να συγκεράσουμε όλες τις μεγάλες δυνάμεις που εμπλέκονται στην περιοχή, μας λέει ο Αρμένιος Πρόεδρος.

 

‘Οσο τουλάχιστο δεν υπάρχει μεγάλη δύναμη με συμφέρον να αναζωπυρώσει την αρμενο-αζερική διαμάχη, η Αρμενία μάλλον το καταφέρνει αυτό. Αλλά το παράδειγμα της γειτονικής Γεωργίας, που πιθανώς σπρώχτηκε από ορισμένους  δυτικούς κύκλους σε μια αυτοκτονική περιπέτεια με τη Ρωσία, για να δοκιμάσουν οι πρώτοι τις αντιστάσεις της δεύτερης, δείχνει πόσο εύκολα μπορεί η κατάσταση να εκτροχιασθεί. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί και στην απομακρυσμένη τώρα, αλλά όχι και αδύνατη περίπτωση μιας πολεμικής εμπλοκής με το Ιράν.

 

Ο Αρμένιος Πρόεδρος χαρακτηρίζει ως «συνιστώσα-κλειδί» της εξωτερικής πολιτικής του Γερεβάν τη «στρατηγική εταιρική σχέση», υπογραμμίζοντας όμως ταυτόχρονα την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει η χώρα του στην «ειδική σχέση» με τη Γαλλία και την  «κορυφαία προτεραιότητα» που επίσης αποτελούν οι σχέσεις με τη Γεωργία και το Ιράν. Το Γερεβάν, λέει ο  Vigen Sargsyan,  κάνει έντονες προσπάθειες να αναπτύξει τις σχέσεις με επιμέρους ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και την ΕΕ στο σύνολό της. Δεν έχει νόημα, πρόσθεσε, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον προσανατολισμό προς την ΕΕ και αυτόν προς την Ευρασιατική ‘Ενωση. «Η προσχώρηση στην Ευρασιατική ‘Ενωση», λέει, «ποτέ δεν νοήθηκε ως υποβάθμιση ή διακοπή των σχέσεων με την ΕΕ».

 

Η Αρμενία σημείωσε πάντως με δυσφορία την απόφαση της Μόσχας να πουλήσει εξελιγμένα οπλικά συστήματα στο Αζερμπαϊτζάν, παρά την ρωσο-αρμενική στρατιωτική συμμαχία, συμμαχία που έχει αρνηθεί να συνάψει το Μπακού. «’Εχουμε πρόβλημα γιατί τα όπλα αυτά στοχεύουν Αρμένιους στρατιώτες. Επί 250 χρόνια Αρμένιοι και Ρώσοι πολεμάνε κοινούς εχθρούς, ποτέ δεν πολέμησαν μεταξύ τους», λέει ο κ. Sargsyan, προσθέτοντας ότι, αν το Μπακού εκτιμήσει ότι έχει συντριπτική στρατιωτική υπεροχή θα επιχειρήσει να λύσει στρατιωτικά το θέμα του Ναγκόρνο – Καραμπάχ.

 

Ρωτάμε τον Αρμένιο Πρόεδρο τι πιστεύει για το θέμα των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αν πρέπει να συνεχιστούν ή να διακοπούν. Θα ήθελα την ταχύτερη δυνατή άρση των κυρώσεων, την ταχύτερη δυνατή ειρήνευση στην Ουκρανία, αλλά πρέπει να βρούμε τη χρυσή τομή, είναι η ελαφρώς σιβυλλική απάντηση του κ. Sargsyan

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

«Επίκαιρα», 26.3.2015

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΩΝ ΑΓΩΓΩΝ ... και μερικές παρατηρήσεις για την Εξωτερική-Αμυντική πολιτική




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Να μην τον πούμε «τουρκικό» αγωγό, ζήτησε ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς από τον Ρώσο ομόλογό του Σεργκέι Λαβρώφ όταν συναντήθηκαν στη Μόσχα. Ο λόγος για τον «Turkish Stream» που αποφάσισαν να κατασκευάσουν  Πούτιν και Ερντογάν στη θέση του ναυαγήσαντος “South Stream”. Ο «Turkish Stream» θα έρθει να προστεθεί στον “Blue Stream”, μεταφέροντας και αυτός ρωσικό φυσικό αέριο, μέσω του πυθμένα της Μαύρης Θάλασσας, στην Τουρκία. Το σχέδιο μάλιστα προβλέπει να δημιουργηθεί και αποθηκευτικός χώρος στα ελληνοτουρκικά σύνορα από όπου το αέριο θα μπορεί να εξάγεται στην Ελλάδα ή και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Πιο σημαντικό από το πώς θα ονομάζεται αυτός ο αγωγός, είναι το τι θα είναι. Και είτε λέγεται έτσι, είτε όχι, θα είναι ένας τουρκικός αγωγός. Σε συνδυασμό με τον αγωγό από το Αζερμπαϊτζάν, ίσως και από άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής, ελπίζουμε όχι και από την Κύπρο όπως σκέφτεται η Noble, αλλά και τον πετρελαιαγωγό Μπακού-Τσεϊχάν θα καταστήσει την Τουρκία κύριο διαμετακομιστή ενέργειας για την Ευρώπη.

 

Αυτό είναι απολύτως παράλογο. Δεν εξυπηρετεί ασφαλώς τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα, όπως δεν τα εξυπηρετεί και ο αγωγός ΤΑΡ, αλλά δεν εξυπηρετεί ούτε τα ρωσικά, ούτε τα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Για ποιο λόγο η ενεργειακή σχέση Ευρώπης και Ρωσίας πρέπει να περνάει από μια απρόβλεπτου μέλλοντος χώρα του αραβομουσουλμανικού κόσμου, που ελπίζουμε να σταματήσει, αλλά βρίσκεται προς το παρόν «στα μαχαίρια» με την Ελλάδα και την Κύπρο;

 

Η στρατηγική λογική του South Stream, όπως και του NordStream, που συνδέει απευθείας Ρωσία και Γερμανία, είναι η απεξάρτηση των ευρωρωσικών ενεργειακών ανταλλαγών από την επιρροή και τις προβοκάτσιες τρίτων δυνάμεων. Τόσο ο South Stream όσο και ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη απεξαρτούν τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης τόσο από τα καπρίτσια των ΗΠΑ που ελέγχουν την Ουκρανία, όσο και από οποιαδήποτε επιρροή της ‘Αγκυρας.

 

Οι δύο αγωγοί βέβαια υπονομεύτηκαν από τις δυνάμεις του ατλαντισμού, που συνήθως κυριαρχούν του εθνικού και ευρωπαϊκού συμφέροντος στην πολιτική Αθήνας, Σόφιας και Βρυξελλών. Η Μόσχα, αντιμέτωπη με την εχθρότητα της Βουλγαρίας και τα διαρκή προσκόμματα της ΕΕ, προτίμησε μια λύση μέσω Τουρκίας που θεωρεί «ουδέτερη» στρατηγικά χώρα.  Αλλά η βουλγαρική «εχθρότητα» μπορεί αύριο να μεταβληθεί, όπως και η τουρκική «ουδετερότητα».

 

Η ελληνική κυβέρνηση, εκ των πραγμάτων υποχρεωμένη να αγωνιστεί  για την εθνική κυριαρχία  στο οικονομικό πεδίο, δεν μπορεί να μην το κάνει και στο γεωπολιτικό-ενεργειακό. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

 

Η Αθήνα προτού εκφράσει, όπως φαίνεται από δηλώσεις Κοτζιά, Λαφαζάνη και Καμμένου, τη συμφωνία της με τον τουρκικό αγωγό, θα ήταν ίσως σκόπιμο  να κάνει μια τελευταία προσπάθεια μήπως μπορούν να «αναστηθούν» τα άλλα δύο σχέδια (South Stream και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) που ανταποκρίνονται σε ζωτικά εθνικά συμφέροντα. ‘Επρεπε μάλιστα να το έχει κάνει από καιρό, ήδη επί αντιπολίτευσης. ΄Εχουν  ζωτική στρατηγική, αλλά και καθαρά αμυντική σημασία. Οι αγωγοί αυτοί αποτελούν και «ασπίδα» της Θράκης.

 

Μόνο αν αποδεικνυόταν τελείως αδύνατη η υλοποίηση του South Stream, θα μπορούσε - και καλά θα έκανε τότε η Αθήνα - να αποδεχθεί το ρωσο-τουρκικό σχέδιο, γιατί έτσι όπως πάμε θα καταλήξουμε να εισάγουμε όλη σχεδόν την ενέργεια που χρησιμοποιούμε από τον «τουρκικό κόσμο» (Τουρκία-Αζερμπαϊτζάν). ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. δεν εμφάνισαν μέχρι τώρα κάποιο γεωπολιτικό σχέδιο. Η πολιτική των αγωγών μπορεί να αποτελέσει τμήμα τέτοιου απαραίτητου σχεδίου.

 

Τα «όρια» στην εξωτερική πολιτική

 

Η ιστορία διαθέτει δική της ειρωνεία.  Ορισμένοι στην κυβέρνηση πιστεύουν βαθιά στην αναγνώριση των «ορίων» που πρέπει να σέβεται η ελληνική εξωτερική πολιτική. ‘Όμως είναι ακριβώς αυτοί που θα κληθούν ίσως να τα «ξεπεράσουν» αν θέλουν να πρωταγωνιστήσουν στη σωτηρία της χώρας. ‘Οσο πιο έγκαιρα γίνει αυτό αντιληπτό, με όλες τις συνέπειες που συνεπάγεται, τόσο μεγαλύτερες οι πιθανότητας επιτυχίας. Δεν διαλέγει κανείς πολιτικές ανάλογα με τα κέφια του.

 

Η επιδίωξη ειδικής σχέσης με τη Ρωσία αλλά και άλλους εναλλακτικούς πόλους είναι εκ των ουκ άνευ για την Ελλάδα, όπως και να εξελιχθούν οι σχέσεις με την Ευρώπη, πολύ περισσότερο σε περίπτωση ρήξης. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολύ σοβαρή επεξεργασία και την αποφασιστικότητα που προσφέρει η συνείδηση της πραγματικότητας και των αναγκών.

 

Δεν γνωρίζουμε τι βοήθεια ακριβώς μπορεί/θέλει να δώσει στον οικονομικό τομέα η Ρωσία στην Ελλάδα, αν και στο σημείο που είμαστε κάθε συνδρομή είναι καλοδεχούμενη. Είναι καθήκον της διαπραγμάτευσης να τα διαπιστώσει αυτά. Βέβαιο είναι ότι μπορεί να προσφέρει πολλά στην αναβάθμιση της αμυντικής ασφάλειας Ελλάδας-Κύπρου σε πολύ κρίσιμη περίοδο. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) δεν χρειάζεται, ούτε αντέχει καινούρια βαριά όπλα. Χρειάζεται πληροφορίες, έξυπνη και ασύμμετρη άμυνα με με ενσωματωμένη τη σύγχρονη πληροφορική τεχνολογία (π.χ. πυραύλους), διαφοροποίηση πηγών προμήθειας, «στεγανοποίηση» της άμυνας από τους συμμάχους, στρατό προσανατολισμένο στην πραγματική απειλή κατά της χώρας, με ανάλογη στρατηγική-γεωπολιτική αίσθηση. Και εδώ επίσης χρειάζεται ΣΥΡΙΖΑ και Αν.Ελλ. να επεξεργασθούν κατεπειγόντως ολοκληρωμένη αντίληψη για την άμυνα.

 

Σε πολιτικο-διπλωματικό επίπεδο, η σύσφιγξη των σχέσεων με τη Μόσχα θα αντιμετωπιστεί με μεγάλη εχθρότητα από τις κυρίαρχες δυτικές δυνάμεις. ‘Όπως όμως και στο ζήτημα του ευρωπαϊκού χρέους, έτσι και

στο θέμα αποφυγής του πολέμου με τη Ρωσία, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί, κατάλληλα δραστηριοποιούμενη διεθνώς,  να βρει ευήκοο ους στις δυνάμεις που αντιλαμβάνονται τις βαθύτερες ευρωπαϊκές ανάγκες. Αυτό δεν γίνεται αυτόματα, θέλει και δουλειά.

 

Το χειρότερο που θα μπορούσε φυσικά να συμβεί και δεν νομίζουμε ότι θα συμβεί, είναι να αρχίσει η Ελλάδα να παίρνει δάνεια από αριστερά και δεξιά ή να παίζει βαριά γεωπολιτικά χαρτιά απλά και μόνο για να εξυπηρετήσει ένα μη βιώσιμο χρέος  (ή και να χρησιμοποιεί αποθεματικά και άλλες στρατηγικές εφεδρείες για τέτοιο σκοπό). ‘Εχουμε αρκετούς πιστωτές για να χρειαζόμαστε και άλλους. Αυτά έχουν νόημα αν η Αθήνα αντιμετωπίσει σοβαρά τη στάση πληρωμών χρέους, το κύριο σχέδιο Β’, στην περίπτωση που οι πιστωτές της αρνηθούν τη δυνατότητα να ξεφύγει από τον κύκλο ύφεσης, ανεργίας και κοινωνικής αποσύνθεσης.

 

Κινδυνολογία και εφησυχασμός

 

Ο γράφων ήταν πάντα οπαδός του «σχεδίου Α’». Δεν υποτιμά καθόλου τις δυσκολίες και τους κινδύνους μιας ρήξης με τους πιστωτές, ούτε ονειρεύεται κάποιο «παράδεισο της δραχμής». Αλλά για να έχει ελπίδα το σχέδιο Α’, τονίσαμε εξαρχής, πρέπει να υπάρχει, πραγματικά και όχι λεκτικά-επικοινωνιακά, και το Β’ και το Γ’ και το Δ’, για την περίπτωση που η σωτηρία της χώρας τα απαιτήσει.

 

‘Όταν διατυπώσαμε αυτή την άποψη κυρίως συναντήσαμε την αμηχανία, ή τη (σιωπηρή συνήθως) συμφωνία των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Το μόνο επιχείρημα που κάποιος μας αντέταξε, όχι παράλογο, είναι ότι η Ελλάδα συνιστά συστημικό κίνδυνο. Για τη Μέρκελ όμως και η επιτυχία του Τσίπρα αποτελεί μεγάλο κίνδυνο.  Το επιχείρημα του συστημικού κινδύνου, αν και παραβλέπει την πιθανότητα ύπαρξης δυνάμεων που αποβλέπουν στο ελληνικό ατύχημα ή εσφαλμένων υπολογισμών, δεν στερείται βάσης. Αλλά δεν είναι ο νόμος της βαρύτητας, είναι υπόθεση εργασίας που η πολιτική καλείται να την επιβεβαιώσει. Υπήρξαν και ορισμένοι, ευτυχώς ελάχιστοι, που λοιδώρησαν, στο παρασκήνιο πάντα, δεν έχουν παρουσιάσιμα επιχειρήματα, του φωτός, τον γράφοντα ως «κινδυνολόγο» κ.α. Η «κινδυνολογία» δεν έβλαψε κανέναν, η ανεύθυνη υποτίμηση των κινδύνων και της αναγκαίας προετοιμασίας πολλούς. Θα αγανακτούσε κανείς κάποτε και με την κακοήθεια μερικών ανθρώπων, αν δεν τον τρόμαζε η ανοησία τους.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Δημοσιεύτηκε στον «Δρόμο της Ατιστεράς», 28.3.2015

Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ


Tύνιδα, Τυνησία, του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

«Αλλάξτε τον κόσμο, όχι το κλίμα», είναι ένα από τα ευρηματικά συνθήματα στους τοίχους του Πανεπιστημίου Αλ-Μανάρ της Τύνιδας, που φιλοξενεί για δεύτερη φορά φέτος το «Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ». Άλλα ζητάνε από τον Ομπάμα να μην απειλεί τη Βενεζουέλα και άλλα επιμένουν ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

 

‘Ένα πολύχρωμο πλήθος αγωνιστών και διανοουμένων από τις πέντε ηπείρους ενός μαρτυρικού πλανήτη, συγκεντρώθηκαν για 14η χρoνιά στη σημαντικότερη παγκοσμίως εκδήλωση για μια «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση», που θέλει να είναι ο αντίλογος στη διάσκεψη του Νταβός, την ετήσια μεγάλη συγκέντρωση των μειοψηφιών του πλούτου και της δύναμης.  ‘Όπως περιγράφει το ίδιο, σε μια διακήρυξη του 2002, το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ είναι «ένας ανοιχτός τόπος συνάντησης για διαδραστική (reflective) σκέψη, δημοκρατική συζήτηση ιδεών, διατύπωση προτάσεων, ελεύθερη ανταλλαγή εμπειριών και διασύνδεσης για αποτελεσματική δράση από ομάδες και κινήματα της κοινωνίας πολιτών που αντιτίθενται στον νεοφιλελευθερισμό και την κυριαρχία του κόσμου από το κεφάλαιο και κάθε μορφή ιμπεριαλισμού και είναι αφιερωμένες στην οικοδόμηση μιας πλανητικής κοινωνίας κατευθυνόμενης προς γόνιμες σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και ανάμεσα στους ανθρώπους και τη Γη».

 

«Μαζί να συνεχίσουμε την επανάσταση των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας», ήταν το κεντρικό σύνθημα του φετινού Φόρουμ στο ποίο συμμετείχαν  πάνω από 4000 τοπικές και διεθνείς ομάδες και οργανώσεις από 120 διαφορετικές χώρες, που πραγματοποίησαν σεμινάρια και εκδηλώσεις για πολλά κοινωνικά, οικολογικά και διεθνή θέματα. Η πρώτη τέτοια συνάντηση έγινε στο (αυτοδιαχειριστικών τάσεων) Πόρτο Αλέγκρε της Βραζιλίας και έκτοτε πραγματοποιείται σε ένα διαφορετικό μέρος κάθε χρόνο. Φέτος έγινε για δεύτερη φορά στην Τυνησία, από όπου ξεκίνησαν οι πρόσφατες αραβικές επαναστάσεις, σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τον τυνησιακό λαό. Ξεκίνησε με μια μεγάλη διαδήλωση 70.000 ανθρώπων που εξέφρασαν αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση, αλλά και ειδικότερα αλληλεγγύη στην Τυνησία που επλήγη σκληρά από την πρόσφατη, αποδιδόμενη στο «Ισλαμικό Κράτος», σφαγή 22 ανθρώπων στο Μουσείο Μπαρντό της Τύνιδας.

 

Σημαντικότερη διεθνής κοινωνική εκδήλωση τωn διεθνών αντιδράσεων στην παγκοσμιοποίηση και τον ιμπεριαλισμό, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής ‘Ενωσης, το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση μιας παγκόσμιας εναλλακτικής «συνείδησης». Μια από τις μεγαλύτερες συμβολές του ήταν αυτή στη διοργάνωση των μεγαλύτερων στην ιστορία διαδηλώσεων εναντίον της αμερικανο-βρετανικής εισβολής στο Ιράκ το 2003.

 

Αξιόλογες επιτυχίες για το Φόρουμ αλλά και ευρύτερων δυνάμεων που αγωνίζονται σε ανάλογη «αντιπαγκοσμιοποιητική» κατεύθυνση  μπορούν να θεωρηθούν η συμβολή στην αποτυχία του γύρου της Ντόχα της Παγκόσμιας Οργάνωσης Εμπορίου, η αποτυχία του σχεδίου Περιοχής Ελεύθερου Εμπορίου στην Αμερική, ο εξαναγκασμός του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας σε αποκήρυξη των πολιτικών σκληρής λιτότητας (στις οποίες βέβαια το ΔΝΤ επανήλθε έκτοτε στην Ελλάδα), η υιοθέτηση προγραμμάτων για το ξερίζωμα της φτώχειας όπως στη Βολιβία και τη Βραζιλία. Τούτων δοθέντων δεν διεκόπη, αλλά αυτό ξεπερνούσε και τις πρακτικές επιδιώξεις των ιδρυτών του, ούτε η κυρίαρχη παγκοσμίως τάση κοινωνικής αποσύνθεσης, ούτε η όλη και πιο επικίνδυνη πορεία προς παγκόσμια οικολογική καταστροφή.

 

Μερικοί μάλιστα αναλυτές θεωρούν ότι το Φόρουμ έχει φτάσει στα όριά του, αποφεύγοντας την άμεση πολιτική και τα κόμματα, γεγονός που το εμπόδισε να συγκροτηθεί σε δύναμη ικανή να παρέμβει άμεσα στις κρίσεις που ξέσπασαν. Kαι στο εσωτερικό του, εκπρόσωποι κοινωνικών κινημάτων από την Κένυα και τη Νότιο Αφρική έχουν επικρίνει τον ρόλο μη κυβερνητικών οργανώσεων που, χρησιμοποιώντας την ικανότητα χρηματοδότησής τους, έχουν «μονοπωλήσει», όπως ισχυρίζονται, την εκπροσώπηση των Αφρικανών.

 

Είναι αλήθεια ότι το κίνημα των επικριτών της παγκοσμιοποίησης πάσχει παντού, της Ευρώπης περιλαμβανομένης, από την απουσία σαφών εναλλακτικών, τη γενική δυσπιστία απέναντι σε οποιοδήποτε σχέδιο κοινωνικής αλλαγής, ιδίως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αλλά και την προφανή δυσκολία για μεμονωμένα κράτη ή και ομάδες κρατών να ξεφύγουν εύκολα από την πίεση της «μέγγενης» της «παγκόσμιας αγοράς» αλλά και των μεγάλων δυνάμεων που κυριαρχούν πολιτικο-στρατιωτικά στον πλανήτη, όπως οι ΗΠΑ αλλά και η Ευρώπη.

 

‘Εστω και έτσι όμως, το Φόρουμ συνιστά έναν πολύ χρήσιμο τόπο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων για δυνάμεις που, αν μη τι άλλο, σκέφτονται και προσπαθούν κάτι να κάνουν για τα τρομακτικά προβλήματα του πλανήτη σε όλες τις εκδοχές τους και που δεν υποτάσσονται σε μια καταστροφική για την ανθρωπότητα επικράτηση των λογικών του κέρδους και της ωμής δύναμης παγκοσμίως. Σε έναν κόσμο πλουσιότερο από ποτέ 85 άνθρωποι διαθέτουν όσα η μισή ανθρωπότητα, σύμφωνα με την οργάνωση OXFAM, ενώ περίπου ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός, πάνω από τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι, ζουν με λιγότερο από 2,5 δολλάρια την ημέρα. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, 800 εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν αρκετή τροφή και εκατομμύρια παιδιά μεγαλώνουν μέσα στην αθλιότητα ενός πλανήτη που απειλείται με γενικευμένη οικολογική καταστροφή.

 

AΠΕ, 28.3.2015

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

40 μέρες αριστερής κυβέρνησης: ανάγκη στρατηγικής αποσαφήνισης και ετοιμότητας για ρήξη




 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

H συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού,  ανεξαρτήτως ιδεολογικo-πολιτικών προτιμήσεων, εύχεται την επιτυχία μιας κυβέρνησης που συμπυκνώνει τη μεγάλη ελπίδα της χώρας. Eίναι έτοιμη να τη στηρίξει αποφασιστικά, κάνοντας και θυσίες αν χρειαστεί, σε τυχόν σύγκρουση με τους πιστωτές. Εφόσον νοιώσει ότι έχει ηγεσία ψυχωμένη, αποφασισμένη, στιβαρή, που ξέρει τι θέλει και που πάει, στο ύψος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η Ελλάδα.

 

Βεβαίως ούτε η υποστήριξη είναι χωρίς όρους, ούτε διαρκεί αιώνια. Το χαρακτηριστικό περιόδων «καθεστωτικών» κρίσεων είναι η ευκολία που το εκκρεμές πηγαίνει από «αριστερά» «δεξιά» και τούμπαλιν. Το ΚΚΕ π.χ. είχε την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, 70-80% το 1944, περιλαμβανομένων των μεσαίων τάξεων. Ενάμισυ χρόνο αργότερα, η σύγχυση που επέδειξε ως προς το ζήτημα της εξουσίας οδήγησε μαζικά τα μεσαία στρώματα στα αστικά κόμματα. Η επιρροή του έπεσε ίσως στο μισό - αν και η ηγεσία του εξακολουθούσε να σκέπτεται με την αλαζονεία της δύναμης της προηγούμενης περιόδου.

 

Η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλεται μόνο ή κυρίως στον ίδιο, όσο στους … Πιστωτές. Το πρόγραμμα που επέβαλαν στη χώρα είναι τόσο ριζοσπαστικό, που γρήγορα συντρίβει οποιονδήποτε «μηχανοδηγό» δοκιμάσει να το εφαρμόσει. Τυχόν «μνημονιοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ θα εξαφανίσει το κόμμα εις τα εξ ων συνετέθη σε χρόνους μικρότερους απότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Αλλά και η απαλλαγή από το χρέος και τα μνημόνια, η ανάκτηση της εθνικής μας ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας δεν είναι ο περίπατος που περιεγράφη προεκλογικά.

 

Το σταθερό τιμόνι

 

Σε τέτοιες κρίσεις έχει τεράστια, καθοριστική σημασία να ξέρεις τι θέλεις, να διαθέτεις ξεκάθαρη στρατηγική, έξυπνες τακτικές που να μην υπονομεύουν όμως στρατηγικές επιδιώξεις, να συνδυάζεις επί μέρους ευελιξία με ατσάλινη αποφασιστικότητα στο κύριο.  Δεν μπορεί να οδηγηθεί  λαός σε σύγκρουση με πολιτικαντισμούς, αντιφάσεις, προσπάθειες εξωραϊσμού της πραγματικότητας, κλασικές μεθόδους που διοικούνταν η Ελλάδα και τα κόμματά της επί δεκαετίες. Για να  σε στηρίξουν σε τέτοιες συνθήκες, οι άνθρωποι πρέπει να νοιώσουν ότι είσαι ειλικρινής και σοβαρός, ότι μπορούν και αυτοί να στηριχτούν πάνω σου.

 

Γι’ αυτό και είναι δυνητικά καταστροφικές οι στρατηγικές αντιφάσεις από τις οποίες βρίθει, δυστυχώς, ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ. Αν π.χ. «το νόμισμα δεν είναι φετίχ», γιατί τρομοκρατείται με τόση ελαφρότητα ο ελληνικός λαός με δηλώσεις επισήμων ότι θα πάει στη «νεολιθική εποχή» αν φύγει από το ευρώ; Δεν είναι δυνατόν να διακηρύσσει από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν υπάρχει λύση χωρίς γενναία διαγραφή χρέους και από την άλλη να αναγνωρίζει τα χρέη. Αυτά δεν συνιστούν «δημιουργικές», αλλά δυνάμει «καταστροφικές» ασάφειες.  

 

Τέτοια κρίση, για να βγει πέρα, χρειάζεται επίσης ηγεσία με βαθειά ενσυναίσθηση της τραγωδίας που ζει η Ελλάδα, «μελετημένη» και αποφασισμένη. Αν ο αντίπαλος νοιώσει ότι δεν είσαι έτοιμος για σύγκρουση, όχι μόνο δεν θα κάνει παραχωρήσεις, θα σου πάρει «και τα σώβρακα». Κι ο άγιος, λένε, φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον ο διάβολος. Χρειάζεται ο λαός να νοιώθει την ειλικρίνεια/σοβαρότητα του ηγέτη και του κόμματος, πολύ περισσότερο για να κάνει θυσίες.

 

Ο λαός δεν θα κάνει επίσης θυσίες για ένα κόμμα που δεν δίνει πρώτο το παράδειγμα, κόμμα που, ενώ βγήκε στα πράγματα γιατί βρέχει απελπισμένους από τις ταράτσες, βουλευτές του ζητούν διαιώνιση εξοργιστικών προνομίων μιας κατηγορίας αξιωματούχων, καθολικά απαξιωμένης στη λαϊκή συνείδηση.

 

Η κριτική συχνά ενοχλεί ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. ‘Όχι μόνο δεν θα έπρεπε, να την επιδιώκουν θα χρειαζόταν και να τη μελετούν με πολύ μεγάλη ανοχή και σοβαρότητα. ‘Όχι μόνο για λόγους αρχής. Αλλά γιατί είναι αδύνατον σε οποιαδήποτε ομάδα, όσο καλά εξοπλισμένη κι αν ήτανε, να αντιμετωπίσει κρίση τέτοιου βάθους και δυσκολίας μόνη της, χωρίς το απαραίτητο feedback από το κοινωνικό σώμα και από τη βάση του κόμματός της. Θέλει βέβαια αυτό μια γενναιοψυχία που σπανίως βρίσκεται σε χώρα τόσο άρρωστα ελλειμματικών και ιδιοτελών ατόμων, συχνά καλυπτόμενων όπισθεν ριζοσπαστικών διακηρύξεων. ‘Αλλα λέμε, άλλα πιστεύουμε, άλλα κάνουμε στην Ελλάδα και αυτό ισχύει για όλους μας σχεδόν, του αριστερού πολιτικού προσωπικού περιλαμβανομένου. Η κρίση των ατόμων, η ηθική κρίση είναι η άλλη όψη της οικονομικο-πολιτικής.

 

Ενδεχόμενη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι απλή «κομματική» ήττα της αριστεράς. Θα κινδυνεύσει να αποβεί μείζων ήττα της ελληνικής κοινωνίας, οικονομική, πολιτική, αλλά και ηθική, αν βιωθεί ως επιβεβαίωση της αδυναμίας της να ανακόψει την πορεία κοινωνικής-εθνικής καταστροφής και υποδούλωσης. Κινδυνεύει να βιωθεί ως επιβεβαίωση της δυσκολίας του ελληνισμού να συνεχίσει να υπάρχει ως συγκροτημένη εθνική οντότητα. Τέτοια ήττα θα έχει πολύ μεγάλες συνέπειες σε Ευρώπη και Μεσόγειο.

 

Για να πετύχει η κυβέρνηση στο ασύγκριτης δυσκολίας έργο της δεν φτάνουν δυστυχώς οι ευχές. Χρειάζεται πληθώρα προϋποθέσεων, στις οποίες ο γράφων και όχι μόνο αναφέρθηκε πολύ προ των εκλογών. Scripta manent. Δυστυχέστατα  ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εκμεταλλεύθηκε «δώρο» δυόμισυ χρόνων περιθωρίου προετοιμασίας που του έδωσε η Ιστορία για να προχωρήσει στην αναγκαία προγραμματική, τεχνοκρατική, διεθνή, κινηματική, οργανωτική προετοιμασία.   

 

Τους επόμενους πολύ λίγους μήνες ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κάνει τεράστια προσπάθεια αναπλήρωσης του κενού σε πολύ δυσκολότερα και ασφυκτικά περιθώρια και στα τρία «μέτωπα» που αντιμετωπίζει: α) σχέσεις με ΕΕ, β) απάντηση στην κατάρρευση εσωτερικών δομών και το παραγωγικό έλλειμμα, γ) ανάγκη διατήρησης γεωπολιτικής «ασφάλειας», ιδίως στο κυπριακό, όπου πρέπει φυσιολογικά να αναμένεται νέα προσπάθεια επαναφοράς σχεδίου τύπου Ανάν.

 

Η σύγκρουση με τους πιστωτές

 

Υποστηρίξαμε επίμονα στην αρθρογραφία  δυόμισυ χρόνων ότι ενδεχόμενη εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγούσε, πιθανότατα, σε σοβαρή σύγκρουση με την ΕΕ και θα ήταν πολύ επικίνδυνη αφέλεια να περιμένει κανείς από την Μέρκελ να αντιμετωπίσει με «καλωσύνη» την άνοδο αντιμνημονιακής κυβέρνησης. Υποστηρίξαμε ότι είναι αδιανόητο σχέδιο Α χωρίς σχέδιο Β, ότι δεν κάνεις «έξοδο του Μεσολογγίου» υποσχόμενος «ουζάκια στο Αιτωλικό». Υπογραμμίσαμε ότι χρειάζεται πληθώρα άλλων προϋποθέσεων και προετοιμασιών για να έχεις σοβαρή ελπίδα σε διαπραγμάτευση-σύγκρουση με τους πιστωτές. Προειδοποιήσαμε  ότι η ελπίδα μιας αποφασιστικής αμερικανικής «συνδρομής» είναι φρούδα στην καλύτερη περίπτωση, παγίδα στη χειρότερη – αντανακλά μάλλον την αιώνια καιροσκοπική φύση μας, που μας οδήγησε εδώ που είμαστε, παρά στέρεη ανάλυση της πραγματικότητας.

 

Είναι σοβαρό λάθος να αντιμετωπίζεται η ελληνική κατάσταση ως «σφάλμα» της ευρωπαϊκής πολιτικής, που θα το διορθώσουμε εύκολα με «ένεση» κεϋνσιανισμού, ανθρωπισμού και λογικής. Το ελληνικό πρόγραμμα είναι αιχμή μείζονος προσπάθειας αναθεώρησης του μεταπολεμικού κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού καθεστώτος της Ευρώπης. Η αντίσταση και απάντηση σε αυτό πρέπει να είναι τουλάχιστο όσο σύνθετη και φιλόδοξη είναι η πρόκληση των αγορών και των αρχουσών τάξεων της «Ευρω-Γερμανίας».

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει τάχιστα να απαλλαγεί από το σοβαρότερο κατά τη γνώμη μας λάθος του, που είναι να «προσαρμόζει» ενίοτε ως Προκρούστης  την πραγματικότητα στις επιθυμίες και δυνατότητές του, αντί να αναπτύσσει τις δυνατότητες που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει τα αντικειμενικώς προσδιοριζόμενα προβλήματα.

 

Χρόνος για ποιόν;

 

Υπό τις συνθήκες που προσήλθε στη διαπραγμάτευση ο ΣΥΡΙΖΑ φοβούμαστε ότι δεν μπορούσε να αποσπάσει κάτι πολύ καλύτερο από την προβληματική προσωρινή συμφωνία-γέφυρα που απέσπασε, αν απέσπασε, γιατί κατά τα φαινόμενα θα περάσουμε τους επόμενους μήνες υπό τη διαρκή απειλή χρηματοδοτικού πνιγμού. ‘Εστω και αν η Ελλάδα απέφυγε την ισοπέδωση τύπου Γκίκα-Χαρδούβελη ή άνοιξε την κουβέντα για τα πλεονάσματα.

 

Για να αποσπάσει όμως έστω και αυτή τη «συμφωνία, μη συμφωνία» ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε σημαντικές υποχωρήσεις, που θα βρει μπροστά του και ο ίδιος και η χώρα. Πρόκειται κυρίως για την αναγνώριση των χρεών, την τουλάχιστο αμφίσημη υποχρέωση να αναλάβει η Ελλάδα την εξασφάλιση της βιωσιμότητάς τους, την απόσυρση κάθε κριτικής στο μνημονιακό πρόγραμμα και επομένως και της απαίτησης διαγραφής χρέους εξαιτίας των ευθυνών για αυτό το πρόγραμμα. Καμία αναφορά στον λογιστικό έλεγχο του χρέους.

 

Εκ των πραγμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχθηκε την απομάκρυνση της συζήτησης από το έδαφος που συμφέρει την Ελλάδα, το έδαφος του δικαίου, του παράνομου χαρακτήρα των δανειακών, του καταστροφικού χαρακτήρα των μνημονιακών πολιτικών, της απειλής για την ζωή, υγεία και ασφάλεια του πληθυσμού, της πολιτικής απειλής για τις αρχές της ‘Ενωσης και το όλο ευρωπαϊκό εγχείρημα από την ελληνική καταστροφή. Το έκανε μάλιστα χωρίς σπουδαίο αντάλλαγμα και χωρίς μια επιφύλαξη βρε αδερφέ, έναν «αστερίσκο» όπως αυτούς του Ανδρέα Παπανδρέου κάποτε στο ΝΑΤΟ.   Τείνουμε τώρα να συζητάμε όλο και πιο πολύ εξεύρεση «ισοδυνάμων», μέσω καταπολέμησης διαφθοράς-φοροδιαφυγής.

 

Η ιδέα είναι σωστή, αλλά δεν επαρκεί για να καταστήσει το χρέος βιώσιμο. Δεν απαλλάσσει την Ελλάδα από τον βασικό μηχανισμό υποδούλωσης-καταστροφής. Με το χρέος εκεί που είναι, χωρίς ρήτρα ανάπτυξης και τους αποικιακούς όρους των δανειακών, η χώρα παραμένει «καταστρεφόμενη αποικία χρέους».

 

Για να αμφισβητήσει η Αθήνα δανειακές, μνημόνια και τα χρέη που περιγράφουν, πρέπει να είναι έτοιμη για στάση πληρωμών, ελέγχους κίνησης κεφαλαίων, εισαγωγή εσωτερικών μέσων πληρωμής, μέτρα έκτακτης ανάγκης οικονομίας πολεμικής περιόδου, αναζήτηση γεωπολιτικών συμμάχων, πάνδημη λαϊκή κινητοποίηση. Είναι εξαιρετικά δυσάρεστα/επικίνδυνα τέτοια μέτρα, εγκληματικό ότι οι ηγεσίες μας συνολικά άφησαν τη χώρα να έρθει σε τέτοια κατάσταση. Η ανάγκη όμως της εγχείρησης και το είδος της δεν προσδιορίζονται από τις διαθέσεις,  αλλά την αρρώστια. Ελπίζουμε οι πρώτες 40 μέρες διακυβέρνησης να έπεισαν τον ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη προετοιμασίας ρήξης – με μεγάλη σοβαρότητα βέβαια, όχι με την επιπολαιότητα που συνηθίζουμε εν Ελλάδι. Τέτοια προετοιμασία θα είναι και σοβαρός ενδεχόμενος λόγος που θα καθιστούσε κάποιον συμβιβασμό εφικτό.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 12.3.2015

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

ΑΓΩΓΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ (γεωπολιτική και ολοκληρωτισμός)




 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

O «τσαμπουκάς» της ‘Αγκυρας στο Αιγαίο (έστω και αν διεκόπη όσο ξαφνικά ξεκίνησε) ήρθε να υπενθυμίσει στην Αθήνα ότι η γείτων δεν είναι ακριβώς φιλήσυχος και ειρηνικός τουριστικός προορισμός. Πόσο μάλλον που η ανατροπή του κεμαλισμού από τον ισλαμισμό του Ερντογάν οδήγησε σε πολύ πιο απρόβλεπτη και επιθετική Τουρκία (Λιβύη, Συρία, Μπαρμπαρός).

 

Για τον λόγο αυτό επανερχόμαστε σήμερα στην πρόταση που αναπτύξαμε προ μηνός από τα «Επίκαιρα», αναφορικά με την ανάγκη να ξαναδούμε τα σχέδια αγωγών South Stream και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, παρά τις προφανείς δυσκολίες και παρά την απόφαση του Κρεμλίνου να προτιμήσει τον Turkish Stream.

 

Είναι απόλυτη και μεγάλη τρέλλα, από τη σκοπιά των ελληνικών, αλλά επίσης των ευρωπαϊκών και ρωσικών συμφερόντων, αυτό που πάει να γίνει σήμερα. Δηλαδή να συγκεντρωθούν όλοι οι αγωγοί αερίου και πετρελαίου της περιοχής στην Τουρκία.

 

‘Εχουμε τώρα μέσω Τουρκίας τον ΤΑΡ, που μεταφέρει το αέριο του Αζερμπαϊτζάν και ίσως, αύριο, του Τουρκμενιστάν, τον Μπακού-Τσεϊχάν, που μεταφέρει το πετρέλαιο του Αζερμπαϊτζάν και ίσως, αύριο, του Καζαχστάν, τον Blue Stream που μεταφέρει ρωσικό αέριο μέσω του πυθμένα της Μαύρης Θάλασσας. Η Noble κουβεντιάζει την δίοδο κυπριακού και ισραηλινού αερίου μέσω Τουρκίας. Και, σαν να μην έφταναν αυτά, Μόσχα και ‘Αγκυρα συμφώνησαν κατ’ αρχήν για την κατασκευή ενός δεύτερου αγωγού που θα τις συνδέει, μετά την ματαίωση του South Stream.

 

Ο South Stream, θυμίζουμε, ήταν μια ελληνική πρόταση από το 2006, αγωγός αερίου παράλληλος με τον διαρκώς ανακοινούμενο - από το 1993, σχεδιαζόμενο και μηδέποτε κατασκευαζόμενο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη (Ρωσία – Μαύρη Θάλασσα – Βουλγαρία – Ελλάδα). Από την Ελλάδα ο South Stream, που παρέκαμπτε τόσο την Ουκρανία όσο και την Τουρκία, θα πήγαινε στην Ιταλία.

 

Το σχέδιο άρχισε να το εγκαταλείπει η ίδια η κυβέρνηση Καραμανλή που το πρότεινε και το «σκότωσε» μαζί με το Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη  η απολύτως «αμερικανόδουλη» κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου. ‘Εμεινε μια τροποποίησή του μέσω Βουλγαρίας προς πΓΔΜ, Σερβία, Αυστρία, Ουγγαρία, η οποία και καταργήθηκε τελικά με πρωτοβουλία της Μόσχας εξαιτίας των δυσκολιών και της υπονόμευσης από την Κομισιόν και τις αρχές της Σόφιας.

 

Δεχόμενοι επίθεση από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και πολύ θυμωμένοι με το μαφιόζικο/αμερικανόδουλο καθεστώς στη Σόφια, οι Ρώσοι αποφάσισαν να προτιμήσουν την τουρκική, που θεωρούν «ουδέτερη», από την βουλγαρική, «εχθρική» επικράτεια. Δεν είναι παράλογο, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πως θα εξελιχθεί η Τουρκία και δεν είναι σκόπιμο να βάζεις «όλα τα αυγά σε ένα καλάθι». Θα έπρεπε Αθήνα και Μόσχα να πιέσουν αποφασιστικά την Βουλγαρία (και τις Βρυξέλλες) με τη βοήθεια Ιταλίας, Αυστρίας, Ουγγαρίας για να προχωρήσει το σχέδιο του South Stream. ‘Αλλωστε, η σημερινή κυβέρνηση της Βουλγαρίας μπορεί να αποδειχθεί παρένθεση και η άνοδος των Σοσιαλιστών να αποτελέσει σύντομα σωτήρια εξέλιξη.

 

(Δυστυχώς, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να οργανώσει τους Βαλκάνιους συμμάχους του τα τελευταία δυόμισυ χρόνια, αντί να περιμένει χωρίς να κάνει τίποτα να κερδίσει τις ελληνικές εκλογές. ‘Εστω και τώρα όμως, που έχει αρχίσει η μάχη, ας προσπαθήσει να κάνει όσα δεν έκανε το προηγούμενο διάστημα).

 

O αγώνας για μια στοιχειώδη ανεξαρτησία της Ελλάδας που ξεκίνησε ο ΣΥΡΙΖΑ και χωρίς τον οποίο δεν μπορεί να προκύψει και οποιαδήποτε κοινωνική προκοπή, έχει την εσωτερική, έχει και την εξωτερική πτυχή. Μόνο αναπτύσσοντας οικονομικές και «γεωπολιτικές» σχέσεις με τους BRIICS μπορεί να επιβιώσει η Ελλάδα, είτε εντός, είτε εκτός της ευρωζώνης/ΕΕ. Και οι BRIICS, από την πλευρά τους, χρειάζονται την Ελλάδα, ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος και πρέπει, όσο νογάνε, και οι υπεύθυνοι των Αθηνών να τους το εξηγούν αυτό το πράγμα. Αλλοιώς θα καταλήξουμε στην πολιτική του «Σφάξε με Αγά μου να αγιάσω» που ακολούθησαν, με τα αποτελέσματα που ξέρουμε, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ την τελευταία πενταετία, οδηγώντας μας ένα βήμα από τον γεωπολιτικό και οικονομικό στραγγαλισμό.

 

Κατά κάποιο τρόπο οι αγωγοί σηματοδοτούν και στρατηγικές. Αγωγοί όπως ο Μπακού-Τσεϊχάν συνεχίζουν τη διαδικασία διάλυσης της Σοβιετικής ‘Ενωσης, αγωγοί όπως ο Nord Stream και ο South Stream οργανώνουν μια δυνητική ευρωρωσική σχέση, θεμέλιο ενός πολυπολικού κόσμου. Ανάλογη λειτουργία επιτελούν και οι ρωσοκινεζικοί αγωγοί.

 

Σε ότι αφορά τις πάγιες, ιστορικά επιβεβαιωμένες ελληνικές στρατηγικές κατευθύνσεις, αγωγοί όπως ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και ο South Stream σηματοδοτούν μια διασύνδεση με τη Ρωσία, που ιστορικά πάντα συνδέθηκε με τις δυνάμεις της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ο αγωγός ΤΑΡ συνδέεται περισσότερο με το σχέδιο μετατροπής της Νότιας Ευρώπης σε αμερικανο-τουρκική ζώνη επιρροής. Ο αγωγός Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα με μια ζώνη αμερικανο-ισραηλινής επιρροής στη ΝΑ Ευρώπη. Οι «κάθετοι αγωγοί» που προτείνει ο Γιούνκερ στην Ελλάδα εντάσσονται στη νέα ψυχροπολεμική, αντιρωσική στρατηγική.

 

Με την ευκαιρία να τονίσουμε ότι δεν βλέπουμε για ποιο λόγο το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα στην καρδιά του τουρκικού κόσμου, η πιο στενή σύμμαχος παγκοσμίως, μετά την ίδια την Τουρκία, της «ΤΔΒΚ», του δημιουργήματος δηλαδή του τουρκικού στρατού κατοχής στην Κύπρο, αποκτά τον έλεγχο της ΔΕΠΑ και μάλιστα δια της κρατικής εταιρείας του υδρογονανθράκων. Οι σχετικές επιφυλάξεις της ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιηθούν από την Αθήνα για να ακυρωθεί η πώληση.

 

Κατά τα άλλα βέβαια και στον ενεργειακό, όπως και στους άλλους τομείς βλέπουμε να ορθώνεται μπροστά μας ο «άγνωστος ολοκληρωτισμός» της ΕΕ, ενός μηχανισμού που δεν ελέγχουν οι ευρωπαϊκοί λαοί και ο οποίος δεν έχει επαρκώς αναλυθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρόσφατη επιμονή των Βρυξελλών να ελέγξουν το «νομότυπο» φορολογικών παραχωρήσεων στους Κινέζους για την COSCO.

 

‘Εχουμε ξεφύγει πολύ από τις παραμέτρους του έθνους κράτους που εξακολουθούν όμως να κυριαρχούν στα μυαλά μας. Αν αντέξει ο ΣΥΡΙΖΑ κι αν έχουμε εκλογικές νίκες της αριστεράς στην Ιβηρική και την Ιρλανδία, θα μπορέσουν όμως να αρχίσουν να τίθενται και τα ζητήματα ανακοπής της μεταμόρφωσης της ΕΕ σε προκεχωρημένο κεφάλαιο του χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 5 Μαρτίου 2015