Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Πολιτική, stage και ρουσφετιστάν

(και η θέση της ελληνικής αριστεράς)

Ξαφνικά, εκ δεξιών και αριστερών, από τον ΛΑΟΣ και τη ΝΔ μέχρι το ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ, ξεχείλισε η «κοινωνική ευαισθησία» για τον τερματισμό των συμβάσεων stage. Πρέπει, λένε, να τους μονιμοποιήσουν στο δημόσιο ή πρέπει να τους δώσουν μόρια, για να μπαίνουν πιο εύκολα από τους άλλους, κανονικούς υποψήφιους, στους διαγωνισμούς. Εμείς θα προτείναμε κάτι άλλο, προς απλούστευση των διαδικασιών. Να δίνονται επίσημα ρουσφετόχαρτα από τους βουλευτές, τους δημάρχους, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους υπουργούς και να μετράνε με μόρια στους διαγωνισμούς του δημοσίου, όπως κάποτε τα συγχωροχάρτια του Πάπα επέτρεπαν την είσοδο στον παράδεισο.

Φυσικά, οι άνθρωποι που δουλεύουν σε απαράδεκτες συνθήκες και ανασφάλιστοι αντιμετωπίζουν σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα εξαιτίας του τερματισμού των συμβάσεων. Ενδεχομένως πρέπει να βοηθηθούν π.χ. με την καταβολή ενσήμων. Είναι επίσης αλήθεια ότι το ΠΑΣΟΚ δεν είναι αναμάρτητο, όπως είναι γεγονός ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ανεργίας στη χώρα και κάλυψης πραγματικών αναγκών του δημόσιου τομέα. Ούτε λύση όμως σε αυτά τα προβλήματα, ούτε «κοινωνικά ευαίσθητη» πρόταση είναι η μονιμοποίηση ή μοριοδότηση όσων εργάζονται σήμερα στα stage. Γιατί, αυτού του είδους η «ευαισθησία», συνοδεύεται από πολύ μεγάλη αναισθησία απέναντι στους άνεργους νέους που δεν έχουν ή δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν «μπάρμπα στην Κορώνη», δεν τα κατάφεραν ή δεν θέλησαν να περάσουν από κομματικό, βουλευτικό ή άλλο γραφείο για να βρουν μια δουλίτσα στο δημόσιο. Γι’ αυτούς δεν πρέπει να υπάρχει στον ήλιο μοίρα; Γιατί οι κομματικοί καραγκιόζηδες δεν επιδεικνύουν καμμιά ευαισθησία γι’ αυτούς, αλλά αντίθετα είναι πρόθυμοι να τους μετακυλίσουν όλο το βάρος του προβλήματιος. Γιατί σε αυτούς θα το μετακυλίσουν, εις βάρος αποκλειστικά των άνεργων νέων που δεν πέρασαν από τα γραφεία τους, θα γίνει η κατά προτίμηση πρόσβαση των stagiaires στο δημόσιο, παρακάμπτοντας και ικανότητες και κοινωνικά κριτήρια. Αν αυτό ονομάζεται ευαισθησία οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους.

Αλλά δεν είναι μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης που παίζεται εδώ. Είναι επίσης η διαιώνιση του «ρουσφετιστάν». Γιατί, ακόμα και ο πιι ηλίθιος κάτοικος της χώρας γνωρίζει τι θα συμβεί αν υλοποιηθούν οι προτάσεις έκτακτης μοριοδότησης ή μονιμοποίησης. Θα τακτοποιηθούν, όπως και όσοι τακτοποιηθούν οι νυν συμβασιούχοι, όπως συνέβη από την προηγούμενη κυβέρνηση, και θα διαιωνισθεί το ίδιο παντοδύναμο σύστημα, που είναι στη βάση της πελατειακής νοοτροπίας, της διάλυσης του δημόσιου τομέα και της παραγωγής μαύρου πολιτικού χρήματος και επιρροής. Αυτό θέλουμε;

Ξεπερνάνε ομολογουμένως και τα συνήθη για τη χώρα μας επίπεδα θράσους οι κατηγορίες της ΝΔ κατά του ΠΑΣΟΚ για αντιλαϊκή πολιτική. Κέρδισαν τις εκλογές στο παρελθόν υποσχόμενοι επανίδρυση του κράτους και πάταξη της διαφθοράς, μονιμοποίησαν όσους συμβασιούχους μονιμοποίησαν, είπαν τέρμα στο σύστημα αυτό και μετά το ξανάστησαν από την αρχή, ξαναδημιουργώντας το πρόβλημα. Τώρα εμφανίζονται τιμητές, απαιτώντας από την κυβέρνηση που τους διαδέχθηκε να «τακτοποιήσει» όσους οι ίδιοι διόρισαν. (Δυστυχώς άλλωστε δεν χρειάζεται κανείς να πάει στα του ρουσφετιού, για να αντιληφθεί ότι, και η ΝΔ, έχει προ πολλού απωλέσει κάθε δυνατότητα πολιτικής, μετατρεπόμενη σε ομοσπονδία μικρών και μεγάλων συμφερόντων. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο αποκαρδιωτικό θέαμα μιας επελαύνουσας «αυτοκρατορίας του χρήματος», που επιχειρεί αυτές τις μέρες να ελέγξει τη διαδοχή στην αξιωματική αντιπολίτευση και που, μόνη αυτή, εξηγεί, με την ύπαρξή της, τις άνευ προηγουμένου «ιδεολογικές μετατοπίσεις» που βλέπουμε στη διαδικασία εκλογές νέου αρχηγού.) Ο ΛΑΟΣ από την πλευρά του ειρωνεύεται την κυβέρνηση ότι άρχισε την εξυγίανση από τους φουκαράδες και όχι από το «μεγάλο κεφάλαιο» - ο ίδιος μας προτείνει, ως συνταγή εξόδου από την κρίση, τη νομιμοποιίηση του «μαύρου χρήματος», δηλαδή του προϊόντος παράνομων πράξεων, που ωφελούν κυρίως «έχοντες και κατέχοντες».

Θα περίμενε κανείς μια πιο γενναία και πιο πρωτοποριακή θέση από την ελληνική αριστερά, φορέα μιας μεγάλης παράδοσης και μιας μεγάλης ελπίδας κατά τον 20ό αιώνα. Αυτή η αριστερά όμως, που αυτοαποκαλείται «κομμουνιστική» ή «ριζοσπαστική», μοιάζει να έχει μετατραπεί σε συντεχνιακό συνδικάτο, που υιοθετεί κάθε (δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο) αίτημα που διατυπώνεται προς ένα χρεωκοπημένο μάλιστα κατ’ ουσίαν ελληνικό κράτος, αδιαφορώντας για το κόστος που θα πληρώσει η κοινωνία και έχοντας προ πολλού παραιτηθεί από κάθε πραγματική φιλοδοξία και σχέδιο αναμόρφωσής της.

‘Οπως προαναφέραμε, πιθανώς πρέπει να δοθούν τα ένσημα των stage και να βρεθούν τρόποι άμβλυνσης του κοινωνικού προβλήματος που δημιουργήθηκε. Και γιατί άλλωστε μόνο γι’ αυτούς, χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο καταπολέμησης της ανεργίας και των συνεπειών της, όχι νέες και νέες ειδικές ρυθμίσεις για τους ρουσφετολογικά συνδεδεμένους με την κομματοκρατία. Αν χρειάζονται κάποιοι έξτρα μόρια για κοινωνικούς λόγους, ας θεσπισθούν κοινωνικά κριτήρια που θα ισχύουν για όλους, αντίστοιχα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Χρειαζόμαστε κράτος, χρειαζόμαστε εθνικό σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης, όχι μπλέ και πράσινα φέουδα απομύζησης του εθνικού πλούτου. Χρειαζόμαστε επίσης, έστω και αν ματώσουμε, διαφανείς διαδικασίες στο δημόσιο, αρχής γενομένης από τις προσλήψεις καιο προχωρώντας σε κάθε διοικητική τοποθέτηση (μετάθεση, μετάταξη, απόσπαση, προαγωγή). Με δεδομένη την έντονη οσμή σαπίλας, στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κρατικού μηχανισμού, το λιγότερο που επιβάλλεται είναι να μην προσλαμβάνεται ούτε κλητήρας χωρίς πλήρως διαφανή κριτήρια

‘Οχι μόνο για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και εν τέλει δημοκρατίας. ‘Οχι μόνο για να σταματήσει η διαφυγή σημαντικών πόρων, μαύρου χρήματος, μέσα από τη διαφθορά στο δημόσιο. Αλλά γιατί το ρουσφέτι, σε κάθε επίπεδο, διαμορφώνει μια τάξη δημοσίων υπαλλήλων-ανδρείκελων, που επιδιώκουν να ανέβουν όχι με τη δουλειά τους, αλλά καθιστάμενοι αρεστοί στους προϊσταμένους τους, στους πολιτικούς, στους επιχειρηματίες. Το ελληνικό «σύστημα», ο ελληνικός «υπαρκτός καπιταλισμός» είναι ένα απέραντο «εργολαβιστάν-λαμογιστάν-ρουσφετιστάν», που καταρρέει μπροστά στα μάτια μας, συμπαρασύροντας τη χώρα. Το κόστος της διαφθοράς είναι τεράστιο καθ’ εαυτό, αλλά δεν είναι τίποτα μπορστά στο κόστος από τη διάλυση της χώρας, διάλυση που είναι η αναγκαία και ικανή συνθήκη για την απομύζησή της. Στην Ελλάδα δεν έχουμε κράτος στην υπηρεσία της κοινωνίας, όχι γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες, αλλά γιατί μόνο ένα αποδιοργανωμένο κράτος και υπάλληλοι χωρίς αξία και χωρίς αξιοπρέπεια (εξαρτημένοι από κάθε εξουσία για την καριέρα τους) και μόνο μπορούν να επιτρέψουν να διαιωνίζεται η ληστεία του. Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε από κάθε καινούρια κυβέρνηση που έρχεται να νομιμοποιεί τα εκάστοτε ρουσφέτια, τα εκάστοτε αυθαίρετα και τις εν γένει παρανομίες του άλλου κόμματος, να αποσύρει κι άλλα αυτοκίνητα εις βάρος του περιβάλλοντος και του εξωτερικιού ελλείμματος, ονομάζοντας μια τέτοια πολιτική φιλολαϊκή. ‘Ετσι έφτασε ολόκληρη η Ελλάδα να στάζει από τη διαφθορά της και να εκβιάζεται εύκολα από κάθε Χριστοφοράκο και, πίσω του, από κάθε ξένη δύναμη.

Απομένει φυσικά να δούμε αν το ΠΑΣΟΚ θάχει όντως τα κότσια να αντισταθεί μέχρι τέλους, γιατί αν ανοίξει μια ρωγμή, που έχει μπει ήδη στον πειρασμό να την ανοίξει, άλλωστε το ρουσφέτι είναι απολύτως στο DNA των περισσότερων στελεχών και «φίλων» του, και είναι κιόλας ορατή η διάθεση των «νεοπράσινων», θα πλημμυρίσει εύκολα το παν από τις τεράστιες δυνάμεις του «ρουσφετιστάν-λαμογιστάν-εργολαβιστάν». Μέχρι τώρα, αυτή η κυβέρνηση ως πρόθεση αντιμετώπισης των καίριων προβλημάτων της ελληνικής διοίκησης, δεν τα πάει άσχημα. Η αριστερά θάπρεπε να της συμπαρασταθεί στο σημείο αυτό, για να είναι πιο αξιόπιστη στην κριτική που πιθανώς θα πρέπει να της κάνει αύριο.

Η εμπειρία του παρελθόντος από το ΠΑΣΟΚ κάνει φυσικά οιποιονδήποτε πολύ επιφυλακτικό για το αποτέλεσμα του εγχειρήματος, δεν είναι λόγος όμως αυτός για να μη στηριχθεί. Η προσπάθεια της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι πολύ δύσκολη. Δεν διαθέτει το μεγάλο πολιτικο-ιδεολογικό κίνημα, που θα μποιρούσε να συνδέσει με τα κοινωνικά συμφέροντα των πιο αδικημένων, με ένα γενικότερο, διαφορετικό σχέδιο για όλη την κοινωνία. Διερωτάται κανείς που θα στηριχθεί π.χ. η αρίστων προϋποθέσεων Μαριλίζ Ξενογιαννακοπούλου, αν θελήσει να τα βάλει όντως με τις φαρμακευτικές εταιρείες που ληστεύουν τα ασφαλιστικά ταμεία, ή ένα ανάλγητο ιατρικό κατεστημένο, που διαλύει τα δημόσια νοσοκομεία για να ευημερούν οι ιδιωτικές κλινικές και τα διαγνωστικά κέντρα του; Είναι πολύ μεγάλα τα επιμέρους συμφέροντα που αντιδρούν, και περιλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος, ίσως την πλειοψηφία της μεσαίας τάξης. Αυτά τα συμφέροντα καθιστούν πολύ δύσκολη έναν εκσυγχρονισμό, μια δημοκρατική στην ουσία της μεταρρύθμιση του κράτους. Ταυτόχρονα όμως, η γενική διάλυση της χώρας επηρεάζει και όσους ωφελούνται επί μέρους. Εκεί, σε αυτή την ευρύτερη ανάγκη, θα μπορούσαν να στηριχθούν οι όποιιες προσπάθειες μεταρρύθμισης.


Κρίση της πολιτικής και αμηχανία της Αριστεράς

Το «ελληνικό πρόβλημα» δεν είναι του ενός ή του άλλου κόμματος, αλλοιώς θα μπορούσε να λυθεί εύκολα. Συνολικά το πολιτικό σύστημα μοιάζει πλήρως αδύναμο να παράγει λύσεις, είναι το ίδιο πρόβλημα για τη χώρα, και αυτό υποδηλώνουν οι διαδοχικές «καταστροφικές» κρίσεις όλων των κομμάτων, του ΠΑΣΟΚ προ διετίας, του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ φέτος, ίσως και του ΚΚΕ κάποια στιγμή στο μέλλον. Οι πολιτικοί μας μοιάζουν να έχουν προ πολλού χάσει κάθε πολιτική ικανόιτητα, δηλαδή κάθε δυνατότητα να εφράσουν πολιτικά τις ανάγκες της κοινωνίας. Πρακτικά, τείνουν να γίνουν διαχειριστές ενός συστήματος που δεν μοιάζει πολύ βιώσιμο, και των επί μέρους, όλο και πιο ιδιοτελών συμφερόντω που το συγκροτούν.

Θεωρητικά, μια κρίση τόσο βαθειά όσο η σημερινή θα ήταν μια τεράστια ευκαιρία και για την αριστερά να βγει από το περιθώριο. Κι όμως, τα στελέχη της, συχνά απασχολημένα με μια ατέλειωτη «μάχη για την καρέκλα», έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την παράταξή τους στην πιο συντηρητική της χώρας. «Προδίδοντας» την ανιδιοτελή πλειοψηφία της βάσης της και μια ιστορική παρακαταθήκη τόσο ηρωϊκή και πλούσια. Στη βιομηχανική Αγγλία του 19ου αιώνα ήταν επαναστατική η ανακάλυψη από τον Μαρξ του τρόπου με τον οποίο οι καπιταλιστές κλέβουν την υπεραξία των εργατών. Αλλά σε μια χώρα με την κοινωνική δομή της Ελλάδας, έχει νόημα άραγε ένα πρόγραμμα «συνδικαλιστικής», «οικονομίστικης» θάλεγε ο Λένιν, υπεράσπισης (άλλοτε δικαιολογημένων και άλλοτε τελείως αδικαιολόγητων) διεκδικήσεων διαφόρων κοινωνικών κατηγοριών, χωρίς την πρόταξη μιας γενικότερης άποψης για την αναδιοργάνωση μιας χώρας που αντιμετωπίζει μια από τις σοβαρότερες κρίσεις της ιστορίας της; Είναι δυνατόν οι ηγέτες της «κομμουνιστικής» ή «ριζοσπαστικής» αριστεράς να χαϊδεύουν τους ιδιοκτήτες αυθαιρέτων ή την απαράδεκτη λειτουργία της δημόσιας ιατρικής; Βεβαίως χρειάζονται προσλήψεις προσωπικού στα νοσοκομεία. Δεν χρειάζονται όμως οι 45 ηλεκτρολόγοι που χτυπάνε κάρτα και φεύγουν κάθε πρωϊ σε μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο. Χρειάζεται η επάνδρωση των 22 άριστα εξοπλισμένων χειρουργείων μεγάλου δημόσιου νοσοκομείου της Αθήνας που αδρανούν σήμερα, γιατί αν λειτουργούσαν δεν θα μπορούσαν να έχουν υπερκέρδη τα ιδιωτικά νοσοκομεία που συνδέονται με τα οικονομικά συμφέροντα των διευθυντών των δημόσιων νοσοκομείων. Ακούσατε εσείς καμιά αριστερά να ενδιαφερθεί γι’ αυτά τα ζητήματα, να στηλιτεύσει με πρακτικές πρωτοβουλίες το φακελάκι, τον τρόπο λειτουργίας της «δημόσιας» ιταρικής, να δώσει μάχη μέσα στα νοσοκομεία; Πως θα κάνει αγώνα εναντίον της «παγκοσμιοποίησης», του «καπιταλισμού», του «ιμπεριαλισμού», αν δεν μπορεί ή δεν θέλει να τα βάλει με τα λαμόγια της γειτονιάς; ‘Η θα περιμένουμε να έρθει η Δευτέρα Παρουσία για να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματά μας;

Δυστυχώς άλλωστε, αν κάτι έδειξε ο περασμένος Δεκέμβρης είναι ότι, ούτε σε εξέγερση δεν μπορούμε εύκολα να ελπίζουμε. ‘Οπως είπε μια μέρα πικρά ο Χάρυ Κλυν: «τα παιδιά του Πολυτεχνείου; Τα παιδιά αυτά έχουν τώρα κάτι βίλλες, με κάτι κάγκελλα, που κανένα τανκ δεν μπορεί να τα ρίξει».

"Επίκαιρα", 13.11.2009

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Τζάμπα μάγκες στην 'Αγκυρα, άγνοια και φόβος στην Αθήνα

"Ψυχολογικά" σχέδια επί χάρτου για πρόκληση κρίσης με Ελλάδα ή Αρμενία

Σχέδια για την πρόκληση διαμάχης με την Ελλάδα ή την Αρμενία, προκειμένου να αναζωπυρώσει τον «εθνικισμό» και να δημιουργήσει προβλήματα στην ισλαμική κυβέρνηση της ‘Αγκυρας, εκπόνησε το «τμήμα επιχειρήσεων» του τουρκικού ΓΕΕΘΑ. Ο τουρκικός στρατός έστησε επίσης 40 τοποθεσίες ‘Ιντερνετ για «ψυχολογικό πόλεμο» κατά της Ελλάδας. Αυτό γράφει αρθρογράφος της «Ζαμάν», απαντώντας σε άρθρο της ευρωπαϊκής έκδοσης της Wall Street Journal, που θέτει το ερώτημα αν η Τουρκία παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος του ΝΑΤΟ ή αν λοξοκυττάζει προς τον «άξονα του κακού».

Το άρθρο της «Ζαμάν» εντάσσεται στους κλιμακούμενους «πολέμους» αφενός μεταξύ Ισραήλ και Τούρκων Ισλαμιστών, αφετέρου μεταξύ των δύο βασικών «φραξιών» του αμερικανοεβραϊκού κατεστημένου, αναφορικά με την όλη στρατηγική στη Μέση Ανατολή. Επιχειρεί, με την επίκληση αυτών των πληροφοριών και άλλων επιχειρημάτων, να αποδείξει ότι οι κεμαλιστές στρατηγοί δεν είναι καλύτεροι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ από τους Ισλαμιστές πολιτικούς, όπως υποστηρίζει η αμερικανική εφημερίδα. (Εμμέσως βέβαια, αν και δεν είναι ο κύριος σκοπός του, θα μπορούσε να εκληφθεί και ως ένα «μήνυμα» από τον Ερντογάν προς την Αθήνα και το Ερεβάν: «είναι πολύ καλύτερα νάχετε εμένα παρά τους στρατηγούς»)

Ρουτίνα

‘Ελληνες ειδικοί, με καλή, από πρώτο χέρι, γνώση του τουρκικού χώρου υποστηρίζουν ότι τέτοια σχέδια ασφαλώς φτιάχνονται, είναι σχεδόν «γραφειοκρατική ρουτίνα» για τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις (υπάρχουν άλλωστε λεπτομερή σχέδια για την κατάληψη ελληνικών νησιών), αλλά δεν σημαίνει ότι εφαρμόζονται κιόλας. Υπενθυμίζουν ότι ο τουρκικός στρατός είναι το πιο πειθαρχικό και το πιο συντηρητικό κομμάτι του κατεστημένου της γείτονος και δύσκολα θα μπορούσε να οδηγηθεί σε οποιαδήποτε «εξωτερική περιπέτεια», αν δεν είχε τουλάχιστο την εγγύηση των ΗΠΑ, οι υπηρεσίες των οποίων διαθέτουν πάντα επαρκείς πληροφορίες για να μην αιφνιδιάζονται στον τομέα αυτό από την ‘Αγκυρα. Οι ίδιοι αναλυτές εκτιμούν ότι, όλες οι μεγάλες κρίσεις με την Ελλάδα (π.χ. 1974) έγιναν κατόπιν λεπτομερούς συνεννόησης ‘Αγκυρας-Ουάσιγκτον και με «σημαδεμένη τράπουλα», προβλέψιμες δηλαδή τις ελληνικές αντιδράσεις. Μοναδική εξαίρεση ήταν η έκρηξη στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσαλλοινίκη και ο διωγμός των Ελλήνων της Πόλης το 1955, που σχεδιάστηκε από τους Βρετανούς και όχι τους Αμερικανούς. Θεωρούν εν τέλει αδύνατο για τους «πασάδες» να εκπονήσουν, πολύ περισσότερο να υλοποιήσουν τέτοια σχέδια χωρίς την έγκριση του Πρωθυπουργού ή/και της Ουάσιγκτον.

Εξαρτήσεις

Αυτό που όντως συνέβη, σύμφωνα με πληροφορίες από πολύ αξιόπιστες πηγές, είναι ότι η προσφάτως παραιτηθείσα ελληνική κυβέρνηση έγινε δέκτης πληροφοριών για «θερμό επεισόδιο» και πείστηκε σε μεγάλο βαθμό για τη σοβαρότητα της απειλής (πληροφορίες που, εν συνεχεία, διοχετεύτηκαν και σε ορισμένα δημοσιεύματα του ελληνικού τύπου). ‘Ισως μάλιστα για να γίνει πιο πειστική η απειλή, «διέρρευσαν» στην ίδια την Τουρκία τον περασμένο Ιούνιο σχετικά «στοιχεία» από την ανάκριση της υπόθεσης «Εργκένεκον».

Η διοχέτευση τέτοιων πληροφοριών προς την Ελλάδα γίνεται συνήθως από κέντρα πέραν του Ατλαντικού. Αυτά εκμεταλλεύονται το «φοβικό σύνδρομο» των Ελλήνων ιθυνόντων, αλλά και την ανυπαρξία αξιόπιστης, αυτοτελούς δυνατότητας πληροφόρησης, ανάλυσης και μελέτης της Τουρκίας, ούτε στο κράτος, ούτε στα πανεπιστήμια, ούτε στη δημοιογραφία, ούτε πουθενά. Φαίνεται απίστευτο αλλά η Αθήνα, αν και ξοδεύει τον μισό προϋπολογισμό της για να αμυνθεί, υποτίθεται, από την Τουρκία, δεν έχει δικά της «αυτιά», «μάτια» και «μυαλό» για να καταλάβει τι γίνεται στη γειτονική χώρα. Για να κάνει πολιτική βασίζεται στις πληροφορίες που τις δίνουν διάφοροι (ενδιαφερόμενοι) «τρίτοι». Λειτουργεί, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας, της εκπόνησης στρατηγικών το ίδιο, ίσως και περισσότερο άσχημα από τον τρόπο που διοικεί το ΙΚΑ ή τα νοσοκομεία της.

Ρίσκο

‘Οπως σημειώνουν ‘Ελληνες διπλωμάτες, παραμένει εξαιρετικά παρακινδυνευμένη για την ‘Αγκυρα εν γένει και για τον στρατό της ιδιαίτερα, όπως επίσης για μείζονες αμερικανικές πολιτικές, οποιαδήποτε σοβαρή κρίση με την Αθήνα. ‘Αγκυρα και Ουάσιγκτων «δεν θέλουν να ξυπνήσουν, θέλουν να τρομάξουν τους ‘Ελληνες», υπογραμμίζει στρατηγικός αναλυτής. Πολύ περισσότερο με την τουρκική ενταξιακή πορεία σε εξέλιξη. Η τουρκική ηγεσία έχει πολύ μεγαλύτερη συνείδηση από την ελληνική πολιτική τάξη, του ότι διευθύνει ένα «κράτος που έχει τεράστιες δυνατότητες, αντιμετωπίζει όμως και τεράστιες απειλές».
Ανώτερος ‘Ελληνας στρατιωτικός παρατηρεί ότι, εντέλει, ο τρόπος ελαχιστοποίησης από κινδύνους κρίσης με την Τουρκία, είναι η μείωση των προσδοκιών ‘Αγκυρας και Ουάσιγκτων ότι θα ωφεληθούν από μια τέτοια κρίση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με σταθερότητα και σαφήνεια στις θέσεις απέναντι στην Τουρκία, εσωτερική συνοχή της ελληνικής πολιτικής τάξης και, επίσης και κυρίως, καθιστώντας με αξιόπιστο τρόπο απρόβλεπτη την ελληνική αντίδραση σε τυχόν θερμό επεισόδιο ή απειλή πολέμου. Με δεδομένο ότι ένας πόλεμος, ή ακόμα και μια περιορισμένη, αλλά μείζων ως προς τις πολιτκο-διπλωματικές ή στρατιωτικές συνέπειες κρίση με την Ελλάδα συνιστά απολύτως καταστροφική προοπτική και για την Τουρκία και για τις ΗΠΑ.

"Κόσμος του Επενδυτή", 14-15.11.2009

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Ο ΣΑΡΚΟΖΙ ΤΑ "ΒΡΙΣΚΕΙ" ΜΕ ΤΟΝ ΓΚΙΟΥΛ ΠΑΡΑΚΑΜΠΤΟΝΤΑΣ ΑΘΗΝΑ-ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Σε τακτική αναδίπλωση προχωράει ο Νικολά Σαρκοζί στο θέμα της τουρκικής ένταξης, έχοντας «προεξοφλήσει» την δυσκολία Βερολίνου και την απροθυμία Λευκωσίας/Αθήνας να στηρίξουν ενδεχομένως πρόταση «παγώματος» διαπραγματεύσεων, αφού η ‘Αγκυρα δεν ανοίγει τα λιμάνια/αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη, όπως έχει δεσμευτεί. Η Μέρκελ παραμένει πολέμιος της τουρκικής ένταξης, δεσμεύεται όμως αναγκαστικά σε μια «μεσοβέζικη» θέση, λόγω της συμμαχίας με τους Φιλελεύθερους.

Το Παρίσι «κάηκε» το 2005, όταν δοκίμασε να θέσει την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προαπαιτούμενο της έναρξης διαπραγματεύσεων, για να δει, τότε, τις άμεσα ενδιαφερόμενες Λευκωσία και Αθήνα να του «βάζουν πάγο». Τώρα δεν έχει διάθεση να βγει «στη σέντρα», αν δεν έχει εγγυήσεις. Επιπλέον, κατέβαλε τίμημα για τις εχθρικές προς την ένταξη δηλώσεις Σαρκοζί, με αποκλεισμό γαλλικών εταιρειών από τον αγωγό «Ναμπούκο». Το Παρίσι αποφάσισε λοιπόν να διατηρήσει μεν την αντίθεση προς την ένταξη («η ΕΕ δεν θα διευρυνθεί πέραν των Βαλκανίων», δήλωσε ο Υφυπουργός Λελούς), να συνάψει δε τακτική συμφωνία «εκεχειρίας» με τον Γκιουλ, κατά την επίσκεψή του στη Γαλλία.

Η συμφωνία Σαρκοζί-Γκιουλ προβλέπει: αμοιβαίο σεβασμό των διαφορετικών θέσεων ως προς την τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων (πλήρης ένταξη ή «ειδική σχέση»), συνέχιση διαπραγματεύσεων, θεαματική αναβάθμιση διμερών σχέσεων. Η συμφωνία αυτή επιτρέπει στον Σαρκοζί να διασώσει το πολιτικό προφίλ του, συνεχίζοντας να αντιτίθεται στην τουρκική ένταξη, αλλά και στα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα να ικανοποιούνται και, ενδεχομένως, να συμμετέχουν οι γαλλικές εταιρείες στον Ναμπούκο. Διπλωματικοί παρατηρητές δεν αποκλείουν να συνηγορήσει και στο άνοιγμα του πολύ σημαντικού κεφαλαίου «ενέργεια», που έχουν μπλοκάρει Κύπρος και Ελλάδα. Από την πλευρά της, η ‘Αγκυρα αυξάνει τις πιθανότητες να ξεπεράσει χωρίς μεγάλες συνέπειες το «ορόσημο» του Δεκεμβρίου και να ασκήσει μετά μεγάλες πιέσεις για μια λύση του κυπριακού στα μέτρα της. ‘Οσο για την τελική ένταξη, η ‘Αγκυρα μπορεί να ελπίζει σε γαλλική κυβερνητική αλλαγή.

Το Παρίσι άφησε πάντως «ουρά», «υποθήκη», στην περίπτωση που η Λευκωσία αποφασίσει να «σουτάρει» τη μπαλιά. Η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από μια υποψήφια χώρα είναι «άκρον άωτον του παραλογισμού» (ubuesque), δήλωσε ο κ. Λελούς. Παραλογισμός βέβαια δεν είναι μόνο αυτός, αλλά και το ότι οι Γάλλοι εμφανίζοται μαχητικότεροι από τους ‘Ελληνες για τα δικά τους θέματα, παρατηρεί σαρκαστικά πρώην Κύπριος Υπουργός. Κατά πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, που δεν έγινε πάντως δυνατό να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, το Παρίσι δεν είναι καθόλου ευχαριστημένο ούτε από το διαρκές φλερτ Λευκωσίας-Λονδίνου, ούτε από τη μη τήρηση συμφωνιών διευκολύνσεων στη βάση «Ανδρέας Παπανδρέου». Αυτός είναι ο λόγος που ο Σαρκοζί απέφυγε να παραστεί στα εγκαίνια του νέου αεροδρομίου Λάρνακας.

Από την πλευρά του ο Πρόεδρος Χριστόφιας είδε τον Γκόρντον Μπράουν (είχε προηγηθεί συνάντηση του Βρετανού και ‘Ελληνα Πρωθυπουργού) και του διετύπωσε τις αιτιάσεις του για ανεπαρκή πρόοδο των διαπραγμετεύσεων. Την ίδια στιγμή όμως ξέσπασε έντονο κύμα αγανάκτησης από την απόφαση του ‘Αγγλοιυ Πρέσβη στη Λευκωσία να παραστεί στα εγκαίνια μνημείου, στην κατεχόμενη Κερύνεια, για τους πεσόντες Βρετανούς στη διάρκεια του κυπριακού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1955-59). Ενώ άλλωστε ο κ. Χριστόφιας επέκρινε την Τουρκία στο Λονδίνο, όλα τα κόμματα πλήν ΑΚΕΛ, περιλαμβανομένου και του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ. ενέτειναν τις επικρίσεις τους προς τον κ. Χριστόφια για «παραχωρήσεις» που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων και τον δημοκρατικό χαρακτήρα του μελλοντικού κυπριακού κράτους.

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ο κίνδυνος μιας εθνικής (και όχι μόνο) καταστροφής

Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.

Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.

Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.

Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.

Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.

Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.

Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;

Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.

Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.

Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.

Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.

Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.

Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.

Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)

Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).

Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.

18-10-2009, Δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη", τ. 18

ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ο κίνδυνος μιας εθνικής (και όχι μόνο) καταστροφής

Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.

Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.

Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.

Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.

Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.

Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.

Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;

Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.

Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.

Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.

Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.

Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.

Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.

Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)

Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).

Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.

18-10-2009
Dημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη" της Λευκωσίας, τ.18

Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009

Κύπρος: Υπό πίεση ο Χριστόφιας ενόψει Δεκεμβρίου

Με την πολιτική κατευνασμού του Χίτλερ από τους Αγγλογάλλους, πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέκρινε ο Κύπριος Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας την πολιτική «καλοπιάσματος» της ‘Αγκυρας, μιλώντας σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες. Εκ των υστέρων διέψευσε ότι το έκανε, αλλά η εντύπωση ήταν αρκετά έντονη για να οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τοποθετηθεί επί του θέματος. H Κομισιόν μίλησε για «ανιστόρητες συγκρίσεις», ταυτόχρονα όμως ένοιωσε την ανάγκη να απολογηθεί για τη στάση της έναντι της ‘Αγκυρας, υπενθυμίζοντας το μπλοκάρισμα των οκτώ κεφαλαίων. (Στην πραγματικότητα το μπλοκάρισμα έγινε από την ίδια την Κύπρο και επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να τα ανοίξει, αφού απαιτείται ομοφωνία). Στην Κύπρο, τα «αντιπολιτευόμενα-συμπολιτευόμενα» κόμματα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ χαιρέτισαν τις δηλώσεις Χριστόφια, αγνοώντας τη διάψευση του Προέδρου!

‘Οσο πλησιάζει ο κρίσιμος Δεκέμβρης και συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις επίλυσης, ο Κύπριος Πρόεδρος αισθάνεται να αυξάνονται οι (αντίθετες) πιέσεις από όλες τις πλευρές προς τη Λευκωσία, και από τον ατλαντικό άξονα στην ΕΕ και από τον γαλλογερμανικό και από την κυπριακή κοινή γνώμη και τους συνεταίρους του στην κυβέρνηση. Οι Αγγλοαμερικανοί και η Κομισιόν θέλουν να περάσει η ‘Αγκυρα τις «εξετάσεις» αβρόχοις ποσίν, χωρίς δηλαδή να ανοίξει τα λιμάνια και αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη, όπως έχει αναλάβει υποχρέωση (δεν της έχει ζητηθεί ούτε καν η ... αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πόσο μάλλον η αποχώρηση του στρατού κατοχής).

Ο «τούρκος μαθητής» είναι βέβαια γνωστός για τη «δυστροπία» του. ‘Οχι μόνο συνήθισε να προβιβάζεται ακόμα κι όταν δίνει επιδεικτικά λευκή κόλλα, αλλά και ... καμαρώνει γι’ αυτή τη συνήθεια! ‘Οταν οι Αζέροι διαμαρτυρήθηκαν γιατί η ‘Αγκυρα αθέτησε τις υποσχέσεις που τους έδωσε για μη άνοιγμα των συνόρων, ο Πρόεδρος Γκιουλ τους είπε να μην ανησυχούν γιατί δεν πρόκειται να τηρήσει ούτε τη συμφωνία που έκανε με τους Αρμένιους. Προς επίρρωση μάλιστα των ισχυρισμών του, υπενθύμισε ότι και για την Κύπρο η ‘Αγκυρα υπέγραψε συμφωνία χωρίς να την τηρήσει! Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στο Ναχιτσεβάν, ενώπιον όλων των ηγετών του «τουρκικού κόσμου».

Από την άλλη μεριά, είναι πια αισθητή η μετατόπιση της Γερμανίας και της Γαλλίας προς όλο και εχθρικότερες, προς την πλήρη ένταξη της Τουρκίας, θέσεις. Η αντίθεση στην ένταξη μοιάζει πλέον πλειοψηφική στην ευρωπαϊκή δεξιά, που ελέγχει τις περισσότερες ευρωπαίκές κυβερνήσεις. Το αν και πόσο έντονα θα εκδηλωθεί τον Δεκέμβριο εξαρτάται από δύο παράγοντες: πρώτον, τη στάση που θα κρατήσουν οι άμεσα θιγόμενες από την τουρκική πολιτική Κύπρος και Ελλάδα, γιατί δεν μπορούν Γάλλοι και Γερμανοί να γίνουν «πιο Κύπριοι ή ‘Ελληνες από τους Κύπριους και τους ‘Ελληνες», δεύτερο, τη διαπραγμάτευση Ευρώπης-ΗΠΑ και το πόση πίεση θα ασκήσει η Ουάσιγκτον στους συμμάχους της. Η ένταξη της Τουρκίας συνιστά μείζονα, στρατηγική επιδίωξη των Αμερικανών, ο Ομπάμα όμως έχει μεγάλη ανάγκη συνεργασίας με την Ευρώπη σε κρίσιμα θέματα όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν, αλλά και το σύνολο των αναδυόμενων «παικτών» και «προκλήσεων». Και η Ευρώπη από την πλευρά της δεν επιιθυμεί «μετωπική» σύγκρουση με τις ΗΠΑ, ανάλογη αυτής του 2003 για το Ιράκ. Πάντως, ο Νικολά Σαρκοζί δεν θα μεταβεί τελικά στην Κύπρο αυτές τις μέρες, ενδεχόμενο που είχε αντιμετωπίσει σε μια στιγμή.

Και η κυπριακή κοινή γνώμη δεν θα δεχθεί εύκολα μια ακόμα παράταση στην Τουρκία, πόσο μάλλον που ο ίδιος ο κ. Χριστόφιας έχει δηλώσει ότι η ‘Αγκυρα δεν θα γλυτώσει χωρίς συνέπειες τη μη εφαρμιογή της ανειλημμένης της υποχρέωσης για άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων. Αν και απέφυγε, είναι αλήθεια, να ξεκαθαρίσει ποιές θα είναι οι συνέπειες.

Η θέση του Κύπριου Προέδρου γίνεται ακόμα δυσκολότερη γιατί, ενώ έχει ήδη κάνει πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να επικρίνεται από τη «συμπολίτευση-αντιπολίτευση», ιδίως το ΔΗΚΟ, ότι «ξεπέρασε τις κόκκινες γραμμές» κι ότι παραπλάνησε το Εθνικό Συμβούλιο, αποκρύπτοντας προτάσεις που έχει υποβάλλει, δεν έχει συναντήσει ούτε ικανοποιητική ανταπόκριση από την άλλη πλευρά, ούτε αναγνώριση των προσπαθειών του από τον «διεθνή παράγοντα». Η κοινή γνώμη διαφωνεί με τους χειρισμούς του στο κυπριακό, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, αλλά δυσφορία με την τροπή των διαπραγματεύσεων έχει προκληθεί τόσο σε ορισμένους ισχυρούς κύκλους επιχειρηματικούς κύκλους, όσο και στο εσωτερικό του ίδιου του κυβερνώντος ΑΚΕΛ. Το ιστορικό κόμμα της κυπριακής αριστεράς χαρακτηρίζεται άλλωστε διαχρονικά από μεγάλες και απότομες στροφές στην πολιτική του και μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις διαθέσεις της κοινωνίας. Το 1931 αποδοκίμασε την εξέγερση κατά των ‘Αγγλων, για να αλλάξει πορεία τρεις μέρες αργότερα, ενώ το 1955 καυτηρίασε την ΕΟΚΑ, για να μεταβάλλει επίσης πολιτική στη συνέχεια, κάνοντας μάλιστα την αυτοκριτική του.

Λόγω βεβαίως της δομής αυτού του κόμματος, είναι πολύ σπάνια η ανοιχτή εκδήλωση διαφωνιών, εντούτοις καλά πληροφορημένες πηγές υποστηρίζουν ότι αριθμός σημαντικών στελεχών του ανησυχεί έντονα για την πορεία της διαπραγμάτευσης. Αυτός εκριβώς, υποστηρίζουν, είναι ο λόγος που ο κ. Χριστόφιας επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση ομόφωνης απόφασης υποστήριξης στην πολιτική του από την Κεντρική Επιτροπή. Η «είδηση», υποστηρίζουν, δεν είναι στην ομοφωνία, αλλά στην ανάγκη έκδοσης της απόφασης για κάτι που είναι ουσιαστικά αυτονόητο και στη σχετική προβολή της από τη «Χαραυγή».

Η κύρια κριτική που ασκείται στον κ. Χριστόφια αφορά τον βιώσιμο και δημοκρατικό χαρακτήρα της λύσης που θα προκύψει, αν γίνουν δεκτές οι ελληνικές προτάσεις. Αλλά επίσης και το γεγονός ότι αυτές οι προτάσεις έγιναν με δική του πρωτοβουλία, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Εθνικό Συμβούλιο ή, τουλάχιστο, τα «συγκυβερνώντα» κόμματα και χωρίς να περιέχονται στο προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου.

Σφοδρή κριτική γίνεται τόσο στην εκ περιτροπής Προεδρία, δηλαδή την πρόνοια ότι θα αναλαμβάνει υποχρεωτικός Τούρκος την προεδρία του κράτους κατά διαστήματα, αν και οι Τούρκοι είναι το 18% μόνο του πληθυσμού. «Αν αυτό το σύστημα ίσχυε το 1963 ή το 1974, ο Κιουτσούκ θα έπαιρνε την Κυπριακή Δημοκρατία και τη διεθνή αναγνώρισή της και θα έφευγε», σχολιάζει χαρακτηριστικά στέλεχος της συμπολίτευσης-αντιπολίτευσης. ‘Εντονη κριτική γίνεται επίσης και σε μια, παγκοσμίως πρωτοφανή, μέθοδο «στάθμισης» των ψήφων, χάρι στην οποία κάθε ψήφος Τουρκοκυπρίου θα μετράει πολύ περισσότερο από την ψήφο ενός Ελληνοκυπρίου! ‘Ολα αυτά προνοούνται ώστε να ικανοποιηθεί η τουρκική απαίτηση να μην είναι, αν και είναι, μειονότητα. Επειδή η απαίτηση αυτή δεν περιορίζεται στην αυτοδιοίκηση της ζώνης τους, ή σε ορισμένα επιμέρους ζητήματα (π.χ. γλώσσα, εκπαίδευση κλπ.) αλλά επεκτείνεται σε όλα τα κεντρικά ζητήματα κυριαρχίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά με την κατάργηση των αρχών της πλειοψηφίας και της αρχής «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», δηλ. της δημοκρατίας. Ο άλλος τρόπος να «τετραγωνισθεί» αυτός ο κύκλος είναι να μην υπάρχει κράτος, γι’ αυτό και προβλέπεται π.χ. «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρος, που πρακτικά συνεπάγεται την ύπαρξη δύο παραστρατιωτικών δυνάμεων στις δύο ζώνες, «μασκαρεμένων» σε τοπικές αστυνομίες.

Το ΑΚΕΛ απαντά στις επικρίσεις αυτές υποστηρίζοντας ότι οι παραχωρήσεις αυτές έχουν γίνει από προηγούμενους Προέδρους. ‘Ισως υπολογίζει ότι τη διακυβέρνηση ενός τέτοιου κράτους θα αναλάβουν οι «αδελφές» δυνάμεις της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής αριστεράς. Το πρόβλημα με τον υπολογισμό αυτό είναι βέβαια ότι, αν αύριο οι Κύπριοι βαρεθούν να κυβερνώνται από τις συνεργαζόμενες αριστερές τους, θα υποστηρίξουν τις εθνικιστικές δεξιές τους. Που θα συνεργασθούν κι αυτές, όπως και στο παρελθόν, διαλύοντας το κοινό κράτος!

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σοβαρή κρίση προσανατολισμού του Δημοκρατικού Κόμματος, κύριου κληρονόμου της «μακαριακής» παράδοσης, που σήμερα είναι διασπασμένο μεταξύ του Προέδρου του Μάριου Καρογιάν, υπέρμαχου της πάση θυσίας συμμετοχής στην κυβέρνηση και της «συμμορίας των τριών» (αν. Πρόεδρος Κολοκασίδης, αντιπρόεδρος Παπαδόπουλος, Γεν. Γραμματέας Κενεβέζος) που θεωρούν ότι το ΔΗΚΟ οφείλει να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να καταγγείλει ανοιχτά τη διαπραγματευτική τακτική Χριστόφια.

"Κόσμος του Επενδυτή", 07/11/2009

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟ

Αντιφάσεις και υπεκφυγές στην ελληνική θέση για τη Χάγη

Για να βρεις ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που ψάχνεις. Για να πας κάπου, πρέπει να ξέρεις που θέλεις να πας. Για να λύσεις ένα πρόβλημα να γνωρίζεις ποιό είναι.

Αυτονόητα θα πείτε. Καθόλου, τουλάχιστον για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Από όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει η Αθήνα, μόνο σε δύο έχει όντως σαφή θέση. Πρώτον, υποστηρίζει με φανατισμό, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, «βρέξει, χιονίσει», την ένταξη Δυτικών Βαλκανίων και Τουρκίας στην ΕΕ, ένταξη που συνιστά μείζονα επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής. Δεύτερο, ζητά την καθιέρωση για την πΓΔΜ «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις». Την πολιτική για τα Σκόπια την απέκτησε μόλις το 2007, όταν το «μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο». Επί δύο δεκαετίες, η Αθήνα διεκήρυσσε επισήμως τη θέση «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», ανεπισήμως όμως, οι ‘Ελληνες διπλωμάτες και πολιτικοί περίπου απολογούνταν στους ξένους για τον «εθνικισμό» των συμπολιτών τους. Οι ‘Ελληνες πολιτικοί είχαν βρει, με αυτόν τον «δυϊσμό», έναν τρόπο να είναι ταυτόχρονα ευχάριστοι στους ψηφοφόρους και στον «διεθνή παράγοντα», μαξιμαλιστές στη ρητορεία, μινιμαλιστές στην πράξη. Αυτή είναι μια κλασική ελληνική συνταγή, που αρμόζει και στον τρόπο που είμαστε οργανωμένοι ως πολιτική, κοινωνία, οικονομία, άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να κάνουμε, και έχει βεβαίως τις ίδιες, ολέθριες συνέπειες στη διπλωματία, που έχει και στο εσωτερικό. Μόνο όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο, το 2007, η Αθήνα απέκτησε πολιτική, ευθυγραμμίζοντας λόγια και πράξεις (και εκεί ακόμα όχι πλήρη, γιατί δέχεται να μη συζητηθεί το θέμα γλώσσας και εθνότητας, με κίνδυνο να διαιωνισθεί η διαφορά)

Εντούτοις, το μεγάλο πρόβλημα της νεώτερης Ελλάδας, απείρως σημαντικότερο από το «μακεδονικό», είναι η τουρκική απειλή, όπως εκδηλώνεται σε Κύπρο, Θράκη, Αιγαίο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η Αθήνα εξοπλίζεται σαν αστακός. Η Ελλάδα είναι επίσης εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς την οποία δεν την συνδέουν μόνο συμβατικές ή ηθικές υποχρεώσεις αλληλεγγύης, αλλά και δικό της, ζωτικό συμφέρον ασφάλειας. Κι όμως, η Αθήνα δεν ξέρει τι ζητάει από την Τουρκία, ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Κύπρο!

Η επίσημη θέση των δύο «κομμάτων εξουσίας» για το Αιγαίο είναι η παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή στερείται νοήματος ή, όταν αποκτά, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνεται και αποδέχεται ο μέσος πολίτης. Η θέση αυτή πρωτοδιατυπώθηκε στη δεκαετία του 1970, η επανάληψή της όμως στις συνθήκες μετά το 1995 και 1996, όταν δηλαδή η Τουρκία αφενός διατύπωσε επίσημη απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και, λόγω και έργω, εδαφικές διεκδικήσεις, αρχής γενομένης από τα ‘Ιμια. Η υφαλοκρηπίδα είναι μια έννοια που παρακολουθεί, καθορίζεται από την εδαφική κυριαρχία. Η κυριαρχία στη στεριά θεμελιώνει δικαιώματα στον αέρα, τη θάλασσα και τον πυθμένα της, όχι το αντίστροφο. Για να διανεμηθεί η υφαλοκρηπίδα, πρέπει να ξέρουμε ποιό κομμάτι γης είναι ελληνικό και ποιό τουρκικό. Μετά το 1996, η Τουρκία διεκδίκησε περισσότερα από 100 ελληνικά νησιά ή νησίδες. Για να αντιμετωπισθεί το θέμα υφαλοκρηπίδας, πρέπει, είτε να αρθούν αυτές οι διεκδικήσεις, είτε να παραπεμφθούν και αυτές στην κρίση του Δικαστηρίου. Ωραίο και φιλειρηνικό ακούγεται «να πάνε οι διαφορές στη Χάγη», μπορεί όμως ελληνική κυβέρνηση να θέσει υπό την κρίση διεθνούς δικαστηρίου το αν είναι ελληνικό το Φαρμακονήσι;

Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις στελέχη των δύο κομμάτων δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα. Οι μεν ισχυρίζονται ότι «οι θέσεις της ελληνικής πλευράς είναι πολύ ισχυρές και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα» ή «ότι θα πάρουμε ένα ρίσκο, αλλά τι να κάνουμε;» (το υποστήριξε ο κ. Πάγκαλος και σε μια δημόσια συζήτηση στο ΙΔΙΣ). Οι δε υποστηρίζουν ότι είναι αδιανόητο να θέσουμε την εδαφική ακεραιότητα υπό την κρίση 15 ξένων δικαστών, που, ακόμα και αμερόληπτοι αν είναι, δύσκολα θα ικανοποιήσουν 100% την ελληνική πλευρά, άρα θα αναγνωρίσουν την τουρκική κυριότητα σε αριθμό νησιών. Αυτά που λένε όμως ιδιωτικώς, δεν τα υπερασπίζονται δημοσίως, κρυπτόμενες οι δύο «ομάδες» πίσω από τη θέση για παραπομπή της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, εν γνώσει τους ότι δεν μπορεί να γίνει παραπομπή μόνο για την υφαλοκρηπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες.

Τα προβλήματα με το Δικαστήριο δεν εξαντλούνται εδώ. Η παραπομπή οριστικοποιεί το εύρος των χωρικών υδάτων στο όριο που βρίσκονται σήμερα, σύμφωνα με σχετική νομολογία (υπόθεση Κατάρ/Μπαχρέιν). Μια παραπομπή τώρα συνεπάγεται την απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 μίλια, αν όχι και της δυνατότητας ανακήρυξης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.

Επί επτά χρόνια έχουν γίνει 42 γύροι ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης για το Αιγαίο και με ΠΑΣΟΚ και με ΝΔ. Αν μπορούσε όντως να συνταχθεί ικανοποιητικό για τις δύο πλευρές συνυποσχετικό για παραπομπή στη Χάγη θα είχε ήδη συνταχθεί. ‘Οταν το ΠΑΣΟΚ ισχυρίσθηκε ότι, επί των ημερών του, φτάσαμε «κοντά» στο σημείο αυτό και η ‘Αγκυρα είχε παραιτηθεί των εδαφικών της διεκδικήσεων, το διέψευσε με ανακοίνωσή του το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Τα «σχεδόν» άλλωστε, σε συμβόλαια και συμφωνίες, ισχύουν όσο και το «ολίγον έγκυος».

‘Αλλο πρόβλημα είναι ο επηρεασμός των αποφάσεων του Δικαστηρίου από πολιτικά κριτήρια, όπως αναγνωρίζει ο Χρήστος Ροζάκης, τελευταίος ‘Ελληνας ειδήμων που θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικιστής». Ο απολογισμός της διεθνούς δικαιοσύνης είναι γενικά άθλιος, αλλά και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ειδικότερα δεν τα πήγε καλύτερα. Υπό πολιτική πίεση ανέτρεψε το ίδιο απόφασή του για τη Ναμίμπια, με αποτέλεσμα οι αφρικανικές χώρες να το μποϋκοτάροιυν επί χρόνια, έως ότου έκανε την ...αυτοκριτική του. Μια παρέμβασή του στη Λατινική Αμερική, επί διαφοράς ανάλογης της ελληνοτουρκικής, παρολίγον να προκαλέσει πόλεμο, που απετράπη την τελευταία στιγμή με παπική παρέμβαση!

Η ελληνική διπλωματία υιοθέτησε αυτή τη θέση, γιατί φοβήθηκε ότι, αν υιοθετούσε τη θέση που αρμόζει στην πραγματική κατάσταση θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ‘Αγκυρα και την Ουάσιγκτον. Η απαίτηση παραπομπής στη Χάγη είναι μια θέση που ανταποκρίνεται στην πολιτική μιας χώρας που αντιμετωπίζει κάποιες «τεχνικές» διαφορές και θέλει να τις λύσει «πολιτισμένα». Μια χώρα που απειλείται, όταν μάλιστα της ζητείται να κάνει ένα κολοσσιαίο «δώρο» προς την Τουρκία, αποδεχόμενη την ένταξή της στην ΕΕ, θα όφειλε να θέσει ως ελάχιστο προκαταρκτικό όρο την άρση της απειλής. Δηλαδή την άρση του casus belli και των εδαφικών διεκδικήσεων, αλλά και του μέσου της απειλής, που είναι ο αποβατικός στόλος της Τουρκίας, απέναντι από τη Σάμο και τη Μυτιλήνη, που είναι ο μεγαλύτερος τέτοιος στόλος στον κόσμο, με μοναδική δυνατή αποστολή την κατάληψη ελληνικού νησιού, για την οποία ασκείται κάθε χρόνο! Διερωτάται κανείς γιατί η διάλυση αυτού του στόλου δεν ετέθη στις συζητήσεις για τα περίφημα ΜΟΕ. ‘Οπως διερωτάται επίσης κανείς γιατί η Αθήνα, ενώ κάνει συνεχώς λόγο για «μέρισμα ειρήνης», προκειμένου να δικαιολογήσει την πολιτική της, δεν έκανε, ούτε σκέπτεται να κάνει καμία σοβαρή πρόταση ελέγχου και μείωσης των εξοπλισμών (π.χ. ένα πενταετές μορατόριουμ στην απόκτηση μειζόνων εξοπλιστικών συστημάτων). Σήμερα, η ‘Αγκυρα εισπράττει προενταξιακές βοήθειες της ΕΕ, εξοπλίζεται πιο άνετα και χρειάζεται μετά να εξοπλιζόμαστε και μεις για να την παρακολουθήσουμε!

Ποιό ήταν μέχρι τώρα το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής; Πρώτον, η Τουρκία και η Ουάσιγκτον έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι «πιέσιμη», με αποτέλεσμα η ‘Αγκυρα να έχει αυξήσει εδώ και δέκα χρόνια (από τότε που η Αθήνα τάχθηκε υπέρ της τουρκικής ένταξης) τις διεκδικήσεις της (τελευταίο παράδειγμα η θαλάσσια περιοχή του Καστελλόριζου). Δεύτερο, αφού δεν αντιμετώπιζαν κόστος στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, οι ισλαμιστές ένοιωσαν άνετα να μετατοπισθούν σε πιο εθνικιστικές θέσεις. Τρίτο, η Τουρκία «αθωώθηκε» πρακτικά για την απειλή στο Αιγαίο και την κατοχή στην Κύπρο, αφού Αθήνα-Λευκωσία, τα θύματα της τουρκικής πολιτικής έγιναν οι καλύτεροι υποστηρικτές της ένταξης! ‘Οταν μάλιστα Ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Βιλπέν ή η Μέρκελ, «ανακαλύπτουν» το κυπριακό για τους δικούς τους λόγους, τους «βάζουν πάγο» Αθήνα και Λευκωσία, μπας και ενοχληθούν ‘Αγκυρα/Ουάσιγκτον.

Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η πολιτική; Πρώτον, μπορεί αύριο η Τουρκία να ζητήσει εκείνη την παραπομπή στη Χάγη. Τότε η Αθήνα είτε θα πρέπει να τη δεχθεί, με τις συνέπειες που συνεπάγεται, είτε θα πρέπει να εμφανισθεί εκείνη ως «αδιάλλακτη». Δεύτερο, στην περίπτωση που η ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας προχωρήσει αισίως, θα χρειασθεί να θέσει στο τέλος της διαδικασίας τα μείζονα ζητήματα που την απασχολούν. Τότε, αν υποθέσουμε ότι με κάποιο θαύμα θα βρει το θάρρος που της λείπει σήμερα, όλοι θα της αντιτείνουν «καλά, τώρα το θυμήθηκες;» Η σκέψη διαφόρων διπλωματών να θέσουν το ζήτημα στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης για την ΚΕΠΠΑ, υποβαθμίζει το θέμα από μείζον πολιτικό σε τεχνικό. Αν απειλήσει κάποιος να σε σκοτώσει, δεν πας στον συνήγορο του πολίτη να διαμαρτυρηθείς, γιατί θα γελάνε μαζί σου. Τρίτο, αν η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας ματαιωθεί με απόφαση Γαλλογερμανών, όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα έχει κερδίσει τίποτα, αλλά και μπορεί να δει Παρίσι-Βερολίνο να «χρυσώνουν» το χάπι της Αγκυρας υποστηρίζοντας τις θέσεις της σε Αιγαίο-Κύπρο.

Αν αυτά συμβαίνουν στο Αιγαίο, τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με το κυπριακό, όπως θα δείξουμε σε άλλο άρθρο μας και η απειλή στην Κύπρο είναι ακόμα σοβαρότερη για την ελληνική ασφάλεια και από τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Απομένει βεβαίως τώρα να δούμε τι συμπεράσματα έχει βγάλει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και πως θα διαμορφώσει τον «οδικό χάρτη» που επαγγέλλεται.

"Επίκαιρα", 6.11.2009