Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Το φάντασμα της Σοβιετικής 'Ενωσης πάνω από την Κριμαία


 

Ευρώπη, αριστερά, ακροδεξιά και Ρωσία

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

«Ο πόλεμος είναι απίστευτα δημοφιλής», είχε πει η Βασίλισσα Βικτορία για τον πόλεμο της Κριμαίας, μια φράση που θα γινόταν συνώνυμη της άσκοπης δυστυχίας. Ο τότε πόλεμος θεωρήθηκε επιτομή διπλωματικής ανικανότητας για την έκρηξή του και στρατιωτικής ανικανότητας για τη διεξαγωγή του. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και σήμερα, από την πλευρά των δυτικών, όχι όμως και από την πλευρά της Ρωσίας του Πούτιν.

 

Η επανένωση της Κριμαίας και της Ρωσίας, ως ελάχιστη αντίδραση του Κρεμλίνου στο φιλοναζιστικό πραξικόπημα που οργάνωσαν οι νεοσυντηρητικοί δια των ΗΠΑ - και υποστήριξαν αυτοεξευτελιζόμενοι οι  Ευρωπαίοι στο Κίεβο - αλλά και στην άμεση προοπτική επέκτασης του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία ήταν ένα αριστούργημα σύλληψης και εκτέλεσης σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο.

 

Η ομιλία του Πούτιν με την οποία απεδέχθη την Κριμαία στους κόλπους της Ρωσικής Ομοσπονδίας ήταν επίσης η προνομιακή ιστορική στιγμή αποκατάστασης της ρωσικής αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης, μετά από τρεις δεκαετίες απίστευτων αυτοενοχοποιήσεων και αυτοταπεινώσεων, στα πλαίσια μιας μεταρρύθμισης (περεστρόικα) που εξετράπη σε «υποβοηθούμενη (από ξένους) διαδικασία αυτοκτονίας» της ΕΣΣΔ/Ρωσίας. Διαδικασία που, τηρουμένων των αναλογιών, ομοιάζει με τη σημερινή διαδικασία ταχείας «αυτοκτονίας» του ελληνικού λαού και έθνους σε Ελλάδα και Κύπρο.

 

Αλλά βεβαίως το θέμα δεν κλείνει εδώ, μάλλον εδώ ανοίγει. Παραμένει καταρχήν ανοιχτό το μείζον θέμα του μέλλοντος της κατοικούμενης από Ρώσους ανατολικής Ουκρανίας και του συνολικού προσανατολισμού αυτής της χώρας. Από αυτό εξαρτώνται οι μελλοντικές σχέσεις της Μόσχας με τη δυτική Ευρώπη (Γερμανία και Γαλλία) και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παραμένει επίσης ανοιχτό το θέμα του μέλλοντος ολόκληρου του σοβιετικού χώρου. Η ένωση της Κριμαίας με τη Ρωσία δεν ήταν παρά ένα στοιχειώδες αμυντικό μέτρο από την πλευρά της Μόσχας. Αν ένα ακροδεξιό καθεστώς επικρατήσει σε όλη την Ουκρανία πλην της Κριμαίας, και εντάξει αύριο τη χώρα στο ΝΑΤΟ, θα πρόκειται μάλλον για ήττα παρά για νίκη της Ρωσίας.

 

Η υπόθεση αυτή ξεκίνησε επίσης ως «γεωπολιτική», αλλά δεν θα παραμείνει επί πολύ αποκλειστικά τέτοια. ‘Ενας από τους λόγους που χρειαζόταν να διαλυθεί η ΕΣΣΔ το 1990-91 ήταν ότι, διαφορετικά, ήταν αδύνατη η πλήρης κατεδάφιση των όποιων «σοσιαλιστικών» στοιχείων της. Αντιστρόφως, χωρίς κάποια μορφή, κάποια στοιχεία «σοσιαλισμού», ένα «κοινωνικό άνοιγμα», αφημένο μόνο στα γεωπολιτικά του στοιχεία, με τους μετασοβιετικούς ολιγάρχες να διατηρούν τη σημερινή ισχύ τους, και τους αναπόφευκτους δεσμούς τους με την καπιταλιστική Δύση και το παγκόσμιο Χρήμα, το ευρασιατικό «όραμα» του Πούτιν θα αποδειχθεί τελικά αδύνατο.

 

Αρκεί άλλωστε μια στοιχειώδης εξοικείωση με το έργο π.χ. ενός Ντοστογιέφσκι, ενός Τολστόι ή ενός Μπερντιάεφ για να συνειδητοποιήσει οποιοσδήποτε ότι ο ρωσικός «σοσιαλισμός» και «κομμουνισμός» έχει βαθιές ρωσικές ρίζες, δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμιά περίπτωση αποκλειστικό προϊόν εισαγωγής από τη «διαβολική» Δύση, κι ασφαλώς το ρωσικό (υπό την ευρύτερη έννοια, της ρωσικής Αυτοκρατορίας, όχι της Μεγάλης Ρωσίας) περιβάλλον επέδρασε καθοριστικά στον τρόπο με τον οποίο κατάλαβαν και εφήρμοσαν τις ιδέες του Μαρξ και του ‘Ενγκελς, ένας Λένιν ή ένας Τρότσκι.

 

Αριστερά, Δεξιά και Ρωσία

 

Ειρήσθω εν παρόδω, οι εξελίξεις στην Ουκρανία επιβεβαίωσαν και μία ακόμη θεμελιώδη τάση της ιστορικής εξέλιξης. Παρά τα απολυταρχικά χαρακτηριστικά που πήρε συχνά στην ιστορία του το ρωσικό καθεστώς και επί Τσάρων και επί σταλινισμού, ο αληθινός του σύμμαχος εδώ και έναν αιώνα στη Δύση είναι το αριστερό, σοσιαλιστικό, δημοκρατικό κίνημα. Η άκρα δεξιά, παρά την ενίοτε εθνική, σοσιαλιστική ή αντιφιλελεύθερη ρητορεία της παραμένει ουσιαστικά σε όλη την Ευρώπη μια δύναμη συνδεόμενη με μια πτέρυγα της οργανικά αντιρωσικής μεγαλοαστικής τάξης της ηπείρου.

 

‘Όπως συνέβη και με το κλασικό παράδειγμα του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού, ο «σοσιαλισμός» και ο «αντικαπιταλισμός» της άκρας δεξιάς χρησιμεύει στην συγκέντρωση της δυσαρέσκειας και στη διοχέτευσή της στην υπηρεσία του μεγάλου κεφαλαίου τότε, της Αυτοκρατορίας σήμερα. Αυτό απέδειξε πανηγυρικά πάλι το κίνημα Σβόμποντα, φίλοι του Λεπέν, έντονα αντιφιλελεύθεροι, αλλά και αντισημίτες, γεγονός που ουδόλως εμπόδισε την πρωτοφανή, εκπληκτική συμμαχία τους με τους αμερικανοεβραίους νεοσυντηρητικούς!!! Η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, που είναι η επικεφαλής αυτού του ρεύματος, δεν είναι η συνέχεια, είναι η άρνηση του Ντε Γκωλ, κι όποιος δεν το καταλαβαίνει αυτό θα γνωρίσει πολύ μεγάλες απογοητεύσεις, ανάλογες αυτών που γνώρισε ο Στάλιν – η εμπιστοσύνη του στον Χίτλερ παρολίγον να οδηγήσει στην καταστροφή την ΕΣΣΔ.

 

Βεβαίως και η ευρωπαϊκή αριστερά από την πλευρά της δεν είναι ένα ενιαίο πράγμα. Υπάρχει η «αριστερά της παγκοσμιοποίησης» που οργανώνει την αλληλεγγύη της με τις ευρωαπαϊκές άρχουσες τάξεις, πίσω από το «ενδιαφέρον» της για τη δημοκρατία στον Τρίτο Κόσμο, τους ομοφυλόφιλους του Ιράν ή τις Πούσσυ Ράιοτ στη Μόσχα, παθιάζεται για την τύχη ολιγαρχών όπως ο Χοντορκόφσκι και λατρεύει το «άτομο χωρίς όρια», υπάρχει και η αυθεντικά ριζοσπαστική αριστερά, που θέλει να συνδέσει τον αγώνα των καταπιεσμένων εθνών και των καταπιεσμένων τάξεων.

 

‘Όπως επίσης δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος και θα ήταν μεγάλο σφάλμα της Μόσχας να θεωρήσει δεδομένο τον ρόλο της Γερμανίας, ικανής να εξελιχθεί προς δύο τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις πολιτικής απέναντι στη Ρωσία, ανάλογα και με την εσωτερική της κατάσταση.

 

 

Back to the USSR και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση

 

Επειδή πολλά και διάφορα γράφτηκαν και γράφονται για την κρίση της Κριμαίας, θεωρούμε χρήσιμο να θυμίσουμε κάτι που ελάχιστοι θέλουν να θυμούνται στη Δύση: η διάλυση της ΕΣΣΔ και η δημιουργία των μετασοβιετικών κρατών στα σημερινά τους σύνορα δεν υπήρξε προϊόν ούτε μιας νόμιμης διαδικασίας στα πλαίσια της ΕΣΣΔ, ούτε προϊόν εφαρμογής της αρχής της αυτοδιάθεσης των εθνών, που διακήρυξε η Ρωσική Επανάσταση του 1917 και εφήρμοσε, μόνο όμως στην αρχή της ύπαρξής του, το σοβιετικό καθεστώς που προέκυψε από αυτή. Η αρχή της αυτοδιάθεσης, το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση μέχρι κρατικού αποχωρισμού ήταν το κέντρο του πολιτικού διαβήματος του Λένιν και ένα από τα κύρια «εκρηκτικά στοιχεία» που χρησιμοποίησε για να ανατρέψει το καθεστώς. Μία από τις πιο ιδιαίτερες συμβολές του Ρώσου πολιτικού στον μαρξισμό ήταν ακριβώς η αναγνώριση της δύναμης του έθνους και η εισαγωγή του στην επαναστατική πολιτική. ‘Όπως είπε χαρακτηριστικά ο Τρότσκι, ο Λένιν ήταν ο πιο «εθνικός» από τους επαναστάτες ηγέτες της Ρωσίας.

 

Μπορεί η διάλυση της ΕΣΣΔ να διαφημίστηκε από τους Δυτικούς ως απελευθέρωση των εθνών της. Στην πραγματικότητα έγινε με βάναυση παραβίαση της αρχής της αυτοδιάθεσης, αφού όχι μόνο τα έθνη της δεν ρωτήθηκαν (όπως και στη Γιουγκοσλαβία) για το πού θάθελαν να ζήσουν, αλλά και η διάλυση ακολούθησε τη γραμμή των εσωτερικών διοικητικών ορίων της ΕΣΣΔ, που δεν αντιστοιχούσαν σε εθνολογικές πραγματικότητες.

 

Δεν σημειώθηκε κάποια επανάσταση στην ΕΣΣΔ το 1991. Αυτό που συνέβη ήταν ένα πραξικόπημα «από τα πάνω», των Προέδρων της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, που οργάνωσε ο πρώτος από αυτούς με την παρασκηνιακή αλλά ουσιαστική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ίδιος ο αλκοολικός Πρόεδρος της Ρωσίας Γέλτσιν πείσθηκε να διαλύσει την ΕΣΣΔ γιατί αυτός ήταν πρακτικά ο μόνος διαθέσιμος τρόπος να διώξει από το Κρεμλίνο τον Πρόεδρο της ΕΣΣΔ Γκορμπατσώφ! Η διάλυση της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991 έγινε κατά της βούλησης της συντριπτικής πλειοψηφίας των σοβιετικών πολιτών, όπως εκφράστηκε στο δημοψήφισμα του Μαρτίου του 1991. Ούτε οι κάτοικοι της Ουκρανίας, ούτε οι κάτοικοι της Κριμαίας ρωτήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε ποιο κράτος ήθελαν να ζήσουν. (Να σημειώσουμε επίσης ότι στο σοβιετικό σύνταγμα υπήρχε όρος που επέτρεπε την απόσχιση αυτόνομης Δημοκρατίας όπως η Κριμαία, από ομόσπονδη Δημοκρατία που θα αποσχιζόταν από την ΕΣΣΔ).

 

Υπήρχαν ασφαλώς πάντα, επί σοβιετικής εποχής, έντονα εθνικά ζητήματα στη δυτική Ουκρανία, στις βαλτικές χώρες και στον Καύκασο. Καμία από τις περιοχές που ενσωματώθηκαν στην ΕΣΣΔ με το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότωφ δεν τόκανε με την θέλησή της, δεν είναι εκεί όμως που πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια της διάλυσης του πυρήνα της σοβιετικής ομοσπονδίας, μια διάλυση που κατέστησε αναγκαία και δυνατή η συγκρότηση των πρώτων μορφωμάτων μιας νέο-αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού, από πρώην νομενκλατούριους γραφειοκράτες και μαφιόζους με την υποστήριξη των δυτικών και ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών.

 

Η διαδικασία αποσύνθεσης του σοβιετικού χώρου είχε ξεκινήσει στην πραγματικότητα στα χρόνια της μπρεζνιεφικής «στασιμότητας», με τη συγκρότηση «πριγκηπάτων» στην αχανή ομοσπονδία. ΟΙ Γραμματείς των Δημοκρατιών ήρχον των περιφερειών τους ανενόχλητοι, εξασφαλίζοντας σε αντάλλαγμα την ησυχία στο Κέντρο και τον Γενικό Γραμματέα. Επρόκειτο για πρωτο-μορφές αρχικής «συσσώρευσης του κεφαλαίου» και «της εξουσίας» που αναζητούσαν νομιμοποίηση στις εθνικές ιδεολογίες και όχι το αντίστροφο. Γι’ αυτό η αποσύνθεση της ΕΣΣΔ ακολούθησε τη γραμμή των εσωτερικών διοικητικών υποδιαιρέσεων και όχι τη γραμμή των πραγματικών εθνολογικών διαιρέσεων. Και γι’ αυτό η επανασυγκρότηση, επανενσωμάτωση του πρώην σοβιετικού χώρου, δεν θα μπορέσει να γίνει παρά σε μια κάπως κοινωνική, αντιφιλελεύθερη οικονομική βάση συνύπαρξης κρατικού-κοινωνικού σχεδίου και αγοράς.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 27 Μαρτίου 2014

 

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Μίκης: Γιατί ξαναλέμε όχι στο σχέδιο Ανάν


Γιατί ξαναλέμε «όχι» στο Σχέδιο Ανάν  - ένα «προφητικό» άρθρο του Μίκη Θεοδωράκη


 


Πλήρης συνειδήσεως από τότε για το σχέδιο ανατροπής του Τάσσου Παπαδόπουλου και επαναφοράς του σχεδίου Ανάν, ο Μίκης Θεοδωράκης προειδοποιούσε με  το παρακάτω άρθρο του δημοσιευμένο στην Καθημερινή της 2.5.2004 για το τι θα συμβεί και επανήρχετο στα στοιχεία του σχεδίου λύσης του κυπριακού που και σήμερα επανέρχονται από τον Νίκο Αναστασιάδη.


 


Του Μίκη Θεοδωράκη

 

Με δήλωσή μου πριν από δέκα μέρες κάλεσα τους Κύπριους πολίτες να απαντήσουν με ένα βροντερό «όχι» στα τελεσίγραφα του Τζορτζ Μπους και του Κόλιν Πάουελ. Σήμερα, αποφάσισα να ξαναμιλήσω για τη σημασία αυτού του «όχι», αλλά και να επισημάνω ορισμένα στοιχεία του Σχεδίου Ανάν, που επιχειρήθηκε και θα επιχειρηθεί ξανά να περάσει. Αφορμή η έκδοση του βιβλίου «Η Αρπαγή της Κύπρου» (εκδ. Λιβάνη) του δημοσιογράφου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου. Ενός βιβλίου που με συγκλόνισε και που πρέπει να διαβάσουν όλοι οι Ελληνες.

Πριν από μία εβδομάδα, οι Ελληνοκύπριοι είπαν το μεγάλο «όχι» τους, απορρίπτοντας, με το συντριπτικό ποσοστό του 76%, το Σχέδιο Ανάν. Οι απλοί Κύπριοι πολίτες βρήκαν το θάρρος να αγνοήσουν αμερικανικά τελεσίγραφα και πιέσεις. Αρνήθηκαν να υποκύψουν σε πολιτικούς ηγέτες και μέσα ενημέρωσης (ή αποβλάκωσης;), στο νέο «αμερικανικό κόμμα», που προσπάθησε να κάνει τον δικό του φόβο και τη δική του υποτέλεια, φόβο και υποτέλεια Κυπρίων και Ελλαδιτών. Με την ψήφο τους διαφύλαξαν το ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος τους, το κράτος των Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου, την Κυπριακή Δημοκρατία.

Ακόμη το υπερασπίζονται

Αν οι δυνάμεις (όχι βέβαια οι πολίτες) που υποστήριξαν το «ναι» ήταν καλόπιστες θα έπρεπε, μετά το αποτέλεσμα, να καθήσουν να σκεφτούν τι πήγε λάθος στη δική τους πολιτική, πώς έφτασαν να υπερασπίζονται με φανατισμό ένα σχέδιο που απορρίπτει μια τόσο συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού. Αντί γι' αυτό, από τη στιγμή που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα, βλέπουμε να παρελαύνουν από τις τηλεοράσεις σαν να μη συνέβη τίποτα, εξηγώντας μας ότι δεν είναι αυτοί που στραβά αρμενίζουν, αλλά ο γιαλός που είναι στραβός. Ορισμένοι έφτασαν να συμπαραταχθούν ανοιχτά με την επιδίωξη της Ουάσιγκτον να ανατραπεί ο προέδρος Παπαδόπουλος. Ηγέτες πολιτικών κομμάτων στην Κύπρο και ευρωβουλευτές από την Ελλάδα πρωταγωνίστησαν στην άσκηση πιέσεων επί της Λευκωσίας σε διεθνή forum. Κατηγορούν τον κυπριακό λαό ότι δεν θέλει λύση, ή ότι «παρασύρθηκε», κατά την άσκηση του ύψιστου δημοκρατικού του δικαιώματος. Και σε μια επίδειξη εθνικής ανευθυνότητας, για να μη πούμε τίποτα βαρύτερο, υπονομεύουν την αλληλεγγύη των Ελλήνων της Ελλάδας και των Ελλήνων της Κύπρου, αλληλεγγύη που, όταν κλονίστηκε στην ιστορία μας, το αποτέλεσμα δεν ήταν άλλο από αιματηρές τραγωδίες.

Πριν από το δημοψήφισμα έλεγαν ότι πρέπει να στηρίξουν την όποια απόφαση του κυρίαρχου κυπριακού λαού. Μετά το δημοψήφισμα τη στηρίζουν όπως το σκοινί τον κρεμασμένο! Αντί να πουν στους φίλους τους, Μπους, Μπλερ, Σολάνα και Φερχόιγκεν, να σεβαστούν τη λαϊκή ετυμηγορία, προσφέρουν, με έργα και με λόγια, άφθονα τα δήθεν «επιχειρήματα» στους εχθρούς της Κύπρου, σε αυτούς που θέλουν να παρουσιάσουν όχι τον τουρκικό στρατό εισβολής και κατοχής, όχι το απαράδεκτο Σχέδιο Ανάν και τις μεθοδεύσεις των Αγγλοαμερικανών, αλλά την πλειοψηφία των Κυπρίων που το αρνήθηκαν, ως υπεύθυνους γιατί «δεν λύθηκε» το Κυπριακό! Σε μια απίστευτη διαστροφή της πραγματικότητας, υποστηρίζουν ότι ο Κύπριος πολίτης που είπε «όχι» στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το έκανε δήθεν γιατί δεν θέλει να δει την πατρίδα του λεύτερη και ενωμένη, γιατί δεν θέλει να ξαναδεί λεύτερη την Αμμόχωστο, την Κερύνεια και τη Μόρφου! Ξεχνάνε ότι ακόμη και οι πρόσφυγες από την Αμμόχωστο, οι πιο σίγουροι ότι θα έπαιρναν άμεσα τις περιουσίες τους πίσω, ψήφισαν κι αυτοί «όχι».

Τι προβλέπει το Σχέδιο Ανάν;

Το ερώτημα στο δημοψήφισμα δεν ήταν «θέλετε ή όχι λύση του Κυπριακού», αλλά «θέλετε ή όχι το Σχέδιο Ανάν». Τι όμως προβλέπει αυτό το σχέδιο; Είναι άραγε μια κάποια λύση, έστω άδικη, έστω οδυνηρή, έστω ετεροβαρής; Το δικό μου συμπέρασμα από τη μελέτη του σχεδίου (και αυτή είναι και η συμβολή του βιβλίου του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου), είναι ακριβώς αυτό: το σχέδιο όχι μόνο επιβάλλει μια απαράδεκτη λύση, αλλά και είναι μια πολύ επικίνδυνη συνταγή, που κινδυνεύει να εμπλέξει πολύ άσχημα Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, Ελλάδα και Τουρκία. Δεν είναι άλλωστε καθόλου συμπτωματικό ότι το Σχέδιο Ανάν προωθείται κυρίως από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, τις δύο δυνάμεις που έχουν προκαλέσει το τωρινό ματοκύλισμα στη Μέση Ανατολή, αφού προηγουμένως με τις παρεμβάσεις τους οδήγησαν στην αστάθεια και την τραγωδία τους λαούς των Βαλκανίων.

Να μερικές από τις πρωτοφανείς, πρωτάκουστες στη διεθνή πρακτική και αντίθετες με όλο τον σύγχρονο πολιτικό πολιτισμό, τον Διαφωτισμό, την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ διατάξεις του:

-Η πλειοψηφία γίνεται μειοψηφία

Με τι θα ασχολείται το νέο κράτος για πολλά χρόνια; Με τις σχέσεις ασφαλώς των δύο κοινοτήτων του. Ποιος θα παίρνει τις σχετικές αποφάσεις; Την κυπριακή ιθαγένεια θα την αποδίδει το Συμβούλιο Ιθαγένειας όπου μειοψηφούν οι Ελληνοκύπριοι, αν και πλειοψηφία του πληθυσμού. Την άδεια διαμονής Ελλήνων και Τούρκων υπηκόων στην Κύπρο θα τη δίνει το Συμβούλιο Αλλοδαπών (μειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι). Τα σύνορα των δύο κρατών θα τα οροθετήσει η Επιτροπή Συνόρων (μειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι). Με την επιστροφή των προσφύγων θα ασχολείται το Συμβούλιο Μετεγκατάστασης (ένας Ελληνοκύπριος στα πέντε μέλη τoυ). Τα ζητήματα περιουσιακών διεκδικήσεων και αποζημιώσεων θα απασχολούν το Συμβούλιο Περιουσιών (μειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι).

Ποιος θα καθορίζει τη νομισματική πολιτική του νέου «κράτους»; Η Κεντρική Τράπεζα, στη διοίκηση της οποίας θα είναι μειοψηφία οι Ελληνοκύπριοι.

Ποιος θα κρίνει σε τελευταίο βαθμό όλες τις αποφάσεις όλων των οργάνων του νέου κράτους; Το Ανώτατο Δικαστήριο όπου οι Ελληνοκύπριοι δικαστές θα είναι μειοψηφία.

Σε όλα αυτά τα όργανα, που θα παίρνουν τις κρίσιμες αποφάσεις, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι εκπροσωπούνται με ίσο αριθμό μελών. Σε περίπτωση διαφωνίας, την απόφαση θα παίρνουν ξένοι που διορίζει ο Ανάν. Και όπως όλοι ξέρουμε Κόφι Ανάν δεν είναι καν Συμβούλιο Ασφαλείας, είναι ο άνθρωπος που η Ουάσιγκτον επέβαλε επικεφαλής του ΟΗΕ. Με άλλα λόγια, το Σχέδιο Ανάν δεν λύνει κανένα από τα μεγάλα προβλήματα στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων. Τα παραπέμπει όλα στη διαιτησία Ουάσιγκτον και Λονδίνου, στις δύο δυνάμεις δηλαδή που δημιούργησαν το πρόβλημα και την αμεροληψία των οποίων βλέπουμε ανάγλυφη αυτές τις μέρες.

Υπάρχει έντιμος και ταυτόχρονα ευφυής άνθρωπος που να ονομάσει ένα τέτοιο κράτος «Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία»;

-Το κράτος διοικείται από (ξένους) δικαστές

Η Κύπρος γίνεται το πρώτο «κράτος» στον κόσμο που θα διοικείται από ένα Ανώτατο Δικαστήριο με αρμοδιότητα να αντικαθιστά Βουλή και Κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Συντάγματος. Θα μπορεί π.χ. να ψηφίζει προϋπολογισμό, να ψηφίζει στην Ε.Ε. ή να διορίζει πρεσβευτές. Θα έχει επίσης το δικαίωμα να απαγορεύει σε Κύπριους πολίτες τη διαμονή σε ένα από τα δύο «συνιστώντα κράτη» της χώρας τους! Στη σύνθεσή του θα μειοψηφούν οι Ελληνοκύπριοι και τα μέλη του θα εκλέγουν κατά πάσα πιθανότητα τους διαδόχους τους!

-Τι λένε οι συνταγματολόγοι;

Το Σχέδιο Ανάν είναι «συνταγματικό τερατούργημα» και «έρχεται σε πλήρη αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές του σεβασμού της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και της προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και της δημοκρατίας», υποστηρίζει ο πρόεδρος της Ενωσης Ελλήνων Συνταγματολόγων και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς Ενωσης Συνταγματικού Δικαίου Κώστας Μαυριάς και ο διευθυντής του Ινστιτούτου Συνταγματικών Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Κασιμάτης (ανακοίνωση, 23.4.04). «Κείμενο παράφρονος» που «καμμιά ομοσπονδία δεν θα μπορούσε να συζητήσει», το χαρακτήρισε ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Δημήτρης Τσάτσος (κυπριακός τύπος, 21.3.04). «Τέρας», που «μπορεί να το ξετινάξει κανείς σε δύο λεπτά από πλευράς δικαίου» το χαρακτήρισε ο συνταγματολόγος Βαγγέλης Βενιζέλος (Antenna, 29.3.04)! Τα ίδια υποστήριξαν κορυφαίοι Γερμανοί συνταγματολόγοι και ο Λουκάς Λουκαΐδης, δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

-Ομοσπονδία ή συνομοσπονδία το νέο κράτος;

Ούτε ομοσπονδία, ούτε συνομοσπονδία, ούτε καν κράτος. Σε ποιο άλλο κράτος δεν υπάρχει «ιεραρχία» ομοσπονδιακών και ομοσπόνδων νόμων, όπως ρητά προβλέπει το Σχέδιο Ανάν;

-Στην Κύπρο απαγορεύεται η αυτοάμυνα και ο ευρωστρατός...

Η Κύπρος του Ανάν γίνεται το πρώτο κράτος του ΟΗΕ που του απαγορεύεται μονίμως να έχει στρατό. Τέτοιο μέτρο δεν ίσχυσε ούτε για τη Γερμανία και την Ιαπωνία μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ούτε για το Ιράκ του Σαντάμ. Η Κύπρος αποκλείεται επίσης από οποιαδήποτε τωρινή ή μελλοντική δραστηριότητα του ευρωστρατού, χωρίς τη συγκατάθεση της Αγκυρας.

-...Αλλά σταθμεύουν ένα σωρό ξένοι στρατοί στο έδαφός της

Ενώ η Κύπρος αφοπλίζεται και ο ευρωστρατός απαγορεύεται, προβλέπεται όμως η διαιώνιση της παρουσίας τουρκικών και βρετανικών δυνάμεων στο έδαφός της, με διευρυμένα μάλιστα δικαιώματα στρατιωτικής επέμβασης. Αν η Τουρκία και η Βρετανία αποκλείουν τη χρήση των δικαιωμάτων επέμβασης, γιατί επιμένουν στη διατήρησή τους;

-Μια νέα και χειρότερη Ζυρίχη

Αυτές οι ρυθμίσεις ασφαλείας ακολουθούν τη φιλοσοφία και είναι ακόμη χειρότερες από αυτές που προέβλεψαν οι συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Αλλά τις πρόνοιες της Ζυρίχης και του Λονδίνου τις έχουμε δοκιμάσει. Αυτές επέτρεψαν και διευκόλυναν αιματηρές διακοινοτικές ταραχές, πραξικόπημα, εισβολή και διχοτόμηση. Θέλουμε να ξαναρχίσουμε το έργο από την αρχή;

-Ενα κράτος χωρίς μηχανισμούς επιβολής της συμφωνίας

Ακόμη και αυτό το απαράδεκτο κατά τα άλλα Σχέδιο Ανάν δεν προβλέπει κανένα αποτελεσματικό μέσο τήρησής του. Η επιστροφή των εδαφών και των προσφύγων, η τήρηση των νόμων και των διεθνών συνθηκών, επαφίεται στη φιλοτιμία του τουρκικού στρατού, της τουρκικής αστυνομίας και των κυβερνήσεων ΗΠΑ και Βρετανίας! Στο υποτιθέμενο αυτό κοινό «κράτος» θα υπάρχουν σύνορα και δύο αστυνομίες, μία ελληνική και μία τουρκική. Θα υπάρχει δύναμη του ΟΗΕ (που ξέρουμε από τη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, την Παλαιστίνη, την ίδια την Κύπρο, και αναρίθμητα άλλα παραδείγματα πόσο «αποτελεσματικός» είναι), που δεν θα έχει όμως εντολή επιβολής της τήρησης των συμφωνηθέντων, αλλά μόνο παρακολούθησής τους.

Από πού προέκυψε το τέρας;

Ο Κόφι Ανάν δεν θα εμφάνιζε ποτέ αυτό το ανοσιούργημα, αν δεν βρίσκονταν στην Ελλάδα και στην Κύπρο πολιτικοί που -στης Ουάσιγκτον τα ρήματα πειθόμενοι- θα του επέτρεπαν να το κάνει. Αφήνω σε άλλους την προσπάθεια να ερμηνεύσουν τι εννοούσε ο Φερχόιγκεν όταν έλεγε ότι το 1999 άλλα του υποσχέθηκαν οι τότε ηγέτες της Ελλάδας και της Κύπρου. Ας απαντήσουν εκείνοι. Θυμίζω ότι τον Ιανουάριο του 2000, ο σύμβουλος του Ελληνα πρωθυπουργού Γιώργος Πανταγιάς, πριν καν αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις Ντενκτάς - Κληρίδη που κατέληξαν στην εμφάνιση του Σχεδίου Ανάν, με άρθρο του υποστήριξε ότι το νομικό καθεστώς της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει δευτερεύουσα σημασία, θέση που στέρησε τη διαπραγμάτευση από τη σημασία της και αντί να οδηγήσει σε κάποιο «συμβιβασμό», οδήγησε τελικά σε πλήρη συνθηκολόγηση, σε παράδοση την ελληνική πλευρά στις διαπραγματεύσεις. Ο Γλαύκος Κληρίδης επέμενε μέχρι τότε ότι οι διαπραγματεύσεις πρέπει να διεξαχθούν εντός των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, δέχτηκε όμως μετά να συζητήσει με τη διαδικασία «όλα στο τραπέζι».

Κληρίδης, Σημίτης και Παπανδρέου έπεισαν, με τη στάση τους και τις δηλώσεις τους, ότι ήταν έτοιμοι να δεχτούν τα πάντα, με αποτέλεσμα Ουάσιγκτον, Λονδίνο και Βρυξέλλες να λένε στους διαδόχους τους ότι πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους! Η Ουάσιγκτον, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Σημίτη-Παπανδρέου πίεσε για την αποδοχή της συμφωνίας της Νέας Υόρκης (της υποχρεωτικής επιδιαιτησίας Ανάν), ώστε να δυσκολέψει ακόμη και την επόμενη κυβέρνηση της Αθήνας και τον κ. Παπαδόπουλο να πουν ενδεχομένως όχι. Κι αφού τα έκαναν όλα αυτά, ζήτησαν από τον κυπριακό (και τον ελληνικό) λαό να συγκατατεθεί στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, υποκύπτοντας στις πιέσεις που οι ίδιοι συνέβαλαν για να ασκούνται, ώστε να μη στενοχωρηθούν Ουάσιγκτον, Λονδίνο και Φερχόιγκεν. Ευτυχώς, οι πολίτες της Κύπρου (αλλά και της Ελλάδας) αποδείχτηκε τελικά ότι έχουν και μυαλό και ψυχή.

Για μια πραγματική συμφιλίωση

Ολη μου τη ζωή εργάστηκα για την αυθεντική, πραγματική και ειλικρινή συμφιλίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, του ελληνικού και του τουρκικού λαού. Καταδίκασα αποφασιστικά τους δικούς μας «παλληκαράδες», που κάνουν τον έξυπνο όταν βρεθούν σε θέση δύναμης και τρέχουν μετά να προσκυνήσουν τους ισχυρούς της Γης, ακόμα κι όταν δεν τους το ζητάνε.

Μια τέτοια συμφιλίωση μπορεί να γίνει όμως μόνο στη βάση της ειλικρίνειας και της δικαιοσύνης. Δεν μπορεί να γίνει διαλύοντας την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν κι αυτοί το δικό τους μερτικό της ευθύνης για όσα έγιναν στο παρελθόν και πρέπει να είναι πολύ γενναιόδωροι στους συμπολίτες τους. Αλλά δεν πρέπει να είναι καθόλου γενναιόδωροι στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο, στους στρατηγούς της Αγκυρας, σε αυτούς δηλαδή που προσπαθούν να περάσουν μια λύση που δεν είναι λύση, αλλά η συνταγή για τη διαιώνιση της έχθρας και της σύγκρουσης Ελλήνων και Τούρκων, του μέσου δηλαδή που χρησιμοποιεί η αμερικανική «νέα Ρώμη» για να ελέγξει Κύπρο, Ελλάδα και Τουρκία, όπως τόσες και τόσες φορές έπραξε στο παρελθόν.

Το «όχι» των Ελληνοκυπρίων στη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και το «ναι» των Τουρκοκυπρίων, ναι στη δημοκρατία και την Ευρώπη (γιατί έτσι πρέπει να ερμηνευθεί) δημιουργούν, σε συνδυασμό με την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. μια νέα κατάσταση, μια νέα, μοναδική ιστορική ευκαιρία. Καλώ Ελληνες και Τούρκους της Κύπρου, που ξέρουν καλά πόσο έχω ενδιαφερθεί για την τύχη τους και την προκοπή τους, να γυρίσουν την πλάτη τους στο πλαίσιο Ανάν, να συντρίψουν στην πράξη τις πράσινες γραμμές. Οι ίδιοι πρέπει να το κάνουν αυτό, όχι να εμπιστευθούν ξανά διαδικασίες διεθνούς διαιτησίας που γέννησαν τέρας και θα το ξαναγεννήσουν αν τους το ξαναεπιτρέψουμε. Οι ίδιοι, αυτοί που θα ζήσουν στο κοινό τους κράτος, πρέπει να βρουν τη λύση, όχι να εμπιστευθούν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Φόρεϊν Οφις, τους Ανάν, ντε Σότο, Σολάνα και τους ομοίους τους.

Οι υπόλοιποι να σεβαστούμε και το «όχι» των Ελληνοκυπρίων και το «ναι» των Τουρκοκυπρίων - να τους αφήσουμε απερίσπαστους να βρουν οι ίδιοι μια λύση που θα επιτρέψει σε όλους τους πολίτες της Κύπρου να νιώσουν ελεύθεροι και να ευημερήσουν στην κοινή δημοκρατική πατρίδα που τους οφείλει η Ιστορία και η Ευρώπη.

Καθημερινή της Κυριακής, 2 Μαίου 2004

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ


 
 
(και ορισμένα πρώτα διδάγματα για την Ελλάδα, την Κύπρο και τον ΣΥΡΙΖΑ)

 

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

 

Σε μια από τις σημαντικότερες παγκόσμιες κρίσεις εξελίσσεται ήδη η σύγκρουση για τον έλεγχο της Ουκρανίας, που προκάλεσε την κανονική έκρηξη του δεύτερου «Ψυχρού Πολέμου», καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές (1). Ενός «ψυχρού πολέμου» που εμπεριέχει πάντα, σημειωτέον, και την πιθανότητα μετεξέλιξης σε θερμή, πυρηνική σύγκρουση, κυρίως γιατί οι «κανόνες του παιχνιδιού» δεν είναι σήμερα τόσο σαφείς και εμπεδωμένοι στους παίκτες, όσο ήταν μετά τη Γιάλτα και την κρίση των πυραύλων της Κούβας. Μόνο τοποθετώντας την ουκρανική κρίση στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο που ανήκει, μπορούμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει.

 

Σε ένα άρθρο μας του 1992 (2) υπογραμμίσαμε ότι η Δύση διαπράττει μείζον στρατηγικό σφάλμα αποδίδοντας τη σοβιετική κατάρρευση αποκλειστικά σε «αδυναμία» και λησμονώντας ότι υπήρξε εν πολλοίς προϊόν προσχώρησης των σοβιετικών ελίτ αλλά και κοινωνιών στις δυτικές αξίες και τη - διαψευσθείσα έκτοτε - προσδοκία μιας «ισότιμης συμμετοχής» στον «πρώτο κόσμο» της «ελευθερίας και των δολλαρίων». Και συμπληρώναμε ότι, υποτιμώντας κραυγαλέα τη δύναμη του ρωσικού εθνισμού και εθνικισμού,  η Δύση κινδυνεύει να δει την αλαζονεία της να γίνεται μπούμερανγκ.

 

Φυσικά, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Η Δύση δεν είδε στην οικειοθελή διάλυση της ΕΣΣΔ και του ανατολικού μπλοκ παρά μια ανέλπιστη ευκαιρία να οργανώσει τη δική της παγκόσμια αυτοκρατορία, να διεξάγει ανενόχλητη τους πολέμους που διαμέλισαν τη Γιουγκοσλαβία και κατέστρεψαν τη μισή Μέση Ανατολή, να διευρύνει το ΝΑΤΟ, παρά τις σχετικές υποσχέσεις, μέχρι τα περίχωρα της Μόσχας, να διαλύσει το οικοδόμημα του ελέγχου εξοπλισμών (ιδίως τη συνθήκη ΑΒΜ), προχωρώντας ταυτόχρονα σε μια άνευ προηγουμένου εξοπλιστική προσπάθεια σε όλους τους τομείς.

 

Την ίδια στιγμή, έστελνε το ΔΝΤ στη Μόσχα και τις άλλες σοβιετικές δημοκρατίες να διαλύσουν τις οικονομίες τους, προκαλώντας μια άνευ προηγουμένου μετάβαση από τη δήθεν «προλεταριακή» δικτατορία σε μια μαφιόζικη δήθεν δημοκρατία μιας δήθεν αγοράς. Το περίεργο δεν είναι, σε αυτές τις συνθήκες, ότι εμφανίστηκε κάποια στιγμή ένας Πούτιν στο Κρεμλίνο, το περίεργο είναι ότι άργησε τόσο πολύ να εμφανισθεί. Το περίεργο επίσης είναι ότι η πιο προχωρημένη στον κόσμο χώρα σε σοβιετολογικές/ρωσικές σπουδές, οι ΗΠΑ δεν μπόρεσαν να προβλέψουν έγκαιρα τι θα προκαλούσαν οι πολιτικές τους!

 

Αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν αντιδρούσε στο πραξικόπημα που οργάνωσε στο Κίεβο η πιο εξτρεμιστική, νεοσυντηρητική φράξια του κατεστημένου των ΗΠΑ, πιθανώς και με τη συνδρομή του Πολωνού Υπουργού Εξωτερικών και πράκτορα της αμερικανικής άκρας δεξιάς Σικόρσκι, οι μέρες του θα ήταν μάλλον μετρημένες στο Κρεμλίνο και το σχέδιο μιας παγκόσμιας, πλανητικής  δικτατορίας του Χρήματος και των ΗΠΑ (της «παγκοσμιοποίησης») πιο κοντά από ποτέ άλλοτε στην πραγματοποίησή του.

 

‘Όπως και κατά τη διάρκεια των προηγούμενων, αμέτρητων κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια, «επιδρομών» της Δύσης κατά της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων η εκστρατεία του Ναπολέοντα (1812), η επέμβαση εναντίον των Μπολσεβίκων (1921) και η εισβολή του Χίτλερ (1941) – για να μη μιλήσουμε για την πιο ειρηνική, αλλά όχι λιγότερο δραματική εισβολή του καπιταλισμού το 1991 - έτσι και τώρα, η Ουκρανία γίνεται το μεγάλο πεδίο σύγκρουσης για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ηγεμονία, αλλά και για την ίδια την ύπαρξη της Ρωσίας, ως κανονικού κράτους.

 

‘Ενας «διαρκής προβοκάτορας» στο δυτικό κατεστημένο

 

Διαπιστώνουμε επίσης πάλι, στα ουκρανικά γεγονότα την ύπαρξη, μέσα στον πυρήνα του δυτικού κατεστημένου, μιας νεοσυντηρητικής, εξτρεμιστικής φράξιας, που οργανώνει συνειδητά τον Αρμαγγεδώνα και μια παγκόσμια ολοκληρωτική δικτατορία, μπροστά στην οποία ο Χίτλερ μοιάζει μικρό παιδί. Την ίδια δύναμη βρήκαμε εξετάζοντας ποιος είχε την πρωτοβουλία για τους πολέμους στη Μέση Ανατολή, δύναμη της οποίας οι πρόγονοι δεν ήταν παρά το περιοδικό Commentary στις ΗΠΑ, οι οπαδοί του προληπτικού πυρηνικού πολέμου κατά της ΕΣΣΔ! Αντανακλάται και στην ανοιχτή υποστήριξη καθαρά ναζιστικών, φασιστικών δυνάμεων στην Ουκρανία και είναι ενδιαφέρον ότι για να κάνουν τη δουλειά τους ξεχάσανε τελείως και τον πρωτοφανή αντισημιτισμό αυτών των δυνάμεων. (Είναι καταπληκτικό να βλέπει κανείς τον κ. Χάρις που τόσο ανησυχούσε για τον «αντισημιτισμό» του κ. Καρυπίδη στη δυτική Μακεδονία, να μην έχει καθώς φαίνεται πληροφορηθεί καν, μέχρι της στιγμής τουλάχιστο που γράφονται αυτές οι γραμμές, ότι οι αντισημίτες φασίστες κυριαρχούν στη νέα εξουσία της τρίτης μεγαλύτερης ευρωπαϊκής χώρας! Ποιο συμφέρον, ποιος υπολογισμός είναι τόσο σημαντικός που ξεχνιούνται τέτοια πράγματα;)

 

Η Κυρία Νούλαντ, ενεργώντας για λογαριασμό των πολύ ευρύτερων δυνάμεων του νεοσυντηρητισμού μέσα στο αμερικανικό κατεστημένο, ουσιαστικά κατάφερε, ενεργώντας όπως ενήργησε στην Ουκρανία, πρώτον να τορπιλίσει τη συμμαχία Πούτιν-Ομπάμα, χάρη στην οποία σταμάτησε η προγραμματισμένη επέμβαση σε Συρία-Ιράν, δεύτερον να υπονομεύσει το σχέδιο της ΕΕ και τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι τρεις ευρωπαίοι ΥΠΕΞ (Γάλλος, Γερμανός, Πολωνός) στο Κίεβο στις 21 Φεβρουαρίου, τρίτον να υπονομεύσει αποφασιστικά την ειδική σχέση Βερολίνου-Μόσχας. Οι νεοσυντηρητικοί και οι φίλοι τους δεν είναι πλειοψηφία στην Ουάσιγκτον και στην Ευρώπη, έχουν όμως την αποφασιστικότητα ενός Λένιν ή ενός Αλκιβιάδη, γι’ αυτό και επιβάλουν την ατζέντα τους σε δυτικό πολιτικό προσωπικό  (υπαλλήλους του Χρήματος) για κλάματα.

 

Δεν είμαστε πολύ μακριά μόνο από τον δυτικό καπιταλισμό της μεταπολεμικής σχετικής ακμής και ενός σοσιαλδημοκρατικού κοινωνικού και ιδεολογικού πλαισίου, αρχίζουμε και ξεφεύγουμε και από το νεοφιλελεύθερο προς ένα καθαρά καταστροφικό, ολοκληρωτικό πλαίσιο. Η ίδια η εμπειρία της ανατολικής μετάβασης είναι μια τεράστια αρνητική απόδειξη για την αδυναμία του παγκόσμιου καπιταλισμού να επεκτείνει τη ζώνη σχετικής ασφάλειας, ελευθερίας και ευημερίας από τον πυρήνα του στην περιφέρειά του. Αλλά και το ίδιο το γεγονός ότι μια Δύση, που κάποτε υποστήριζε τον Ζαχάρωφ, τους Μεντβέντιεφ ή τον Σολζενίτσιν, δεν βρίσκει παρά έναν κλέφτη, όπως ο Χοντορκόφσκι, να κάνει είδωλό της, σημαίνει πολλά για την ίδια τη δική της παρακμή και ολοκληρωτική μετεξέλιξη.

 

25 χρόνια μετά: οι συνέπειες της σοβιετικής διάλυσης

 

Η ρίζα της σημερινής κρίσης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αποφασίστηκε η διάλυση της ΕΣΣΔ, αλλά και στην ίδια τη διάλυση που, πρέπει να θυμίσουμε, έγινε εναντίον της εκφρασμένης θέλησης της πλειοψηφίας των σοβιετικών λαών, όπως εκδηλώθηκε με το δημοψήφισμα του Μαρτίου 1991. Σε μια εποχή ενσωμάτωσης και περιφερειακής ολοκλήρωσης, είναι σαφές ότι λόγοι οικονομικοί, αλλά και σχετικής εθνικής ανεξαρτησίας επιβάλλουν περιφερειακές ολοκληρώσεις. Τίποτα δεν επέβαλε τη διάλυση της ΕΣΣΔ, της Γιουγκοσλαβίας και της Τσεχοσλοβακίας, πέραν των αναγκών μιας καθαρά μαφιόζικης πορείας προς τον καπιταλισμό και των δυτικών γεωπολιτικών συμφερόντων.

 

Ακόμα όμως κι αν δεχθούμε, που δεν είναι καθόλου σωστό, ότι η Ρωσία, η Ουκρανία και η Λευκορωσία δεν μπορούσαν να ζουν ισότιμα, συνεργαζόμενες στα πλαίσια μιας εις βάθος μεταρρυθμισμένης και δημοκρατικής ομοσπονδίας, η διάλυση της ΕΣΣΔ έπρεπε να τηρήσει έναν αριθμό κανόνων και ευαίσθητων αμοιβαίων ισορροπιών, κυρίως να σεβαστεί το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση (ο μη σεβασμός αυτού του δικαιώματος ήταν και ο βασικότερος λόγος που οδήγησε στην αιματηρή τραγωδία της Γιουγκοσλαβίας).

 

Ειδικότερα, δεν υπήρχε κανένα σοβαρό ιστορικό ή εθνολογικό επιχείρημα γιατί η Ανατολική Ουκρανία και ιδίως η Κριμαία, θα έπρεπε να συμπεριληφθούν σε μια ανεξάρτητη Ουκρανία και όχι στη Ρωσική Ομοσπονδία, δεδομένου ότι κατοικούνται από μια συμπαγή πλειοψηφία Ρώσων (και όχι «ρωσόφωνων» όπως συχνά αποκαλούνται στον τύπο). Σημειωτέον ότι με τον τρόπο που ο Γέλτσιν διέλυσε την ΕΣΣΔ, προκειμένου να πάρει τη θέση του Γκορμπατσώφ, άφησε εκτός Ρωσικής Ομοσπονδίας το ένα τέταρτο του ρωσικού έθνους. Αυτό ήταν μια ωρολογιακή βόμβα προορισμένη να σκάσει και τώρα έσκασε.

 

Η ενσωμάτωση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία πρέπει να θεωρείται τώρα δεδομένη. Το πραγματικό ζήτημα αφορά το μέλλον της υπόλοιπης Ουκρανίας, αλλά και το μέλλον των σχέσεων Ανατολής-Δύσης. Θα χρειαστεί πολύ μεγάλη πολιτική ικανότητα εκ μέρους του Κρεμλίνου για να αποφευχθεί μια μείζων πολεμική σύγκρουση στην Ευρώπη, μπροστά στην οποία θα ωχριά η σειρά των γιουγκοσλαβικών πολέμων και με τεράστιους κινδύνους για την παγκόσμια ειρήνη. Η Ρωσία όμως δεν έχει περιθώριο να μην δώσει αυτή τη μάχη, που είναι μάχη για τη δική της επιβίωση – και, επίσης, για την, σχετική τουλάχιστο, ελευθερία των λαών του πλανήτη, για την προοπτική ενός «πολυπολικού» κόσμου.

 

Συμπεράσματα για Ελλάδα, Κύπρο, ΣΥΡΙΖΑ

 

Μερικά συμπεράσματα είναι προφανή για την Ελλάδα και την Κύπρο, τις οποίες βρήκε πρόσφατα τον χρόνο να επισκεφθεί η Κυρία Νούλαντ, δίνοντας στους κ.κ. Αναστασιάδη και Σαμαρά την εντολή να προχωρήσουν την προώθηση του νέου σχεδίου Ανάν-Ομπάμα για τη διάλυση του κυπριακού κράτους (όπως και έγινε αμέσως μετά αυτές τις επισκέψεις). Το βασικό συμπέρασμα και από τα σχέδια Ανάν και από τα απίστευτα Μνημόνια της  οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής, είναι ότι δεν θα σώσει κανείς τον ελληνικό λαό, την Ελλάδα και την Κύπρο, παρά μόνο ο ίδιος αν ξεσηκωθεί και δώσει έναν τιτάνιο αγώνα για την σωτηρία και την απελευθέρωση/ανεξαρτησία του.

 

Καλό θα είναι και οι φίλοι από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να αντιληφθούν την σκληρότητα της διεθνούς πραγματικότητας που θα αντιμετωπίσουν και οι ίδιοι οσονούπω, προετοιμαζόμενοι οι ίδιοι και προετοιμάζοντας τον ελληνικό λαό για «πόλεμο» και όχι για τον «ευχάριστο περίπατο» που ίσως θα προτιμούσαν, τροποποιώντας ενίοτε την πραγματικότητα στη φαντασία τους για να την κάνουν «αντιμετωπίσιμη». Κανείς δεν θα μπορούσε να περιμένει από ένα κόμμα σαν τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι πανέτοιμο να αντιμετωπίσει μια τόσο σοβαρή κρίση, όσο αυτή που ενέσκηψε στην Ελλάδα και την Ευρώπη – μόνο η Αθηνά βγήκε από το κεφάλι του Δία με πανέτοιμη την πανοπλία της. Θάπρεπε όμως η ηγεσία της αριστεράς να έχει την ωριμότητα, αντί να διαφημίζει μια ανύπαρκτη επάρκεια, μετατρεπόμενη όλο και περισσότερο σε κλειστό κλαμπ, να ανοίξει και να στηριχθεί σε όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν σε ένα εγχείρημα μοναδικής δυσκολίας.

 

‘Ενα βασικό μάθημα που προκύπτει από τα ουκρανικά και τα «πουτινικά» για την πολύ απρόθυμη να το δεχθεί ηγεσία (καθόλου την βάση αυτού του κόμματος) είναι η  σημασία του ταυτοτικού στοιχείου του έθνους και τη δύναμη του εθνισμού, ως πόλου αντίστασης στην ολοκληρωτική αυτοκρατορία της παγκοσμιοποίησης. Αν η ηγεσία της  ελληνικής και ευρωπαϊκής αριστεράς συνεχίσουν να χαρίζουν αυτή τη σημαία στην άκρα δεξιά, εν μέσω μιας απερίγραπτης (και ανόητης, αν και όχι πάντα ανιδιοτελούς) ιδεολογικής σύγχυσης, το μόνο που θα κάνουν είναι να προετοιμάσουν τη δική τους ήττα και την άνοδο στην ήπειρό μας ξανά του φασιστικού ολοκληρωτισμού.

 

Ειδικά για τους Κυπρίους πολίτες θα ήταν καλό να μελετήσουν προσεκτικά τα συμβαίνοντα στην Ουκρανία. Διέπραξαν ήδη ένα «έγκλημα οπορτουνισμού», παραγνωρίζοντας το προδοτικό παρελθόν και το ηθικό περιεχόμενο του Προέδρου που εξέλεξαν. Ας μην του επιτρέψουν να παίξει με το κράτος τους, αν δεν θέλουν να γνωρίσουν την τύχη των κατοίκων της Ουκρανίας. Δεν είναι καιρός να κάνουμε πειράματα με τις διεθνώς παραδεδεγμένες έννοιες της κρατικής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας (που δεν νοείται χωρίς τον κανόνα της πλειοψηφίας με ξένους να παίρνουν αποφάσεις για εσωτερικά θέματα των κρατών) και του δικαιώματος  στην αυτοάμυνα. Αρκετές καταστροφές έχουν ήδη υποστεί το ελλαδικό και το κυπριακό κράτος, δεν ξέρουμε καν αν και τι θα γλυτώσει ο ελληνικός λαός και σε Ελλάδα και σε Κύπρο, ας μην προσθέσουμε και άλλες γεωπολιτικές καταστροφές που μπορούν εύκολα να αποβούν μοιραίες για τον ελληνισμό, ιδίως στο σημερινό «πολεμικό» περιβάλλον.

 

 

Σημειώσεις

 

(1) Δες και το σχετικό άρθρο μας με τίτλο «Η Αυτοκρατορία εν δράσει» στα Επίκαιρα της 30.1.2014

 

(2) Sous le drapeau du socialisme, Paris, No.122, Utopie critique, Paris, No 52

 

 

 

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Επίκαιρα, 6 Μαρτίου 2014