Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

H ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΡΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ (και της αδυναμίας των γειτόνων της)

Οι Ισλαμιστές και το όνειρο ανασύστασης της Αυτοκρατορίας

Στρατηγική αξία αποδίδει αριθμός αναλυτών στην τουρκική απόφαση ματαίωσης της ισραηλινής συμμετοχής σε στρατιωτική άσκηση στο Ικόνιο, ταυτόχρονα με τη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας ‘Αγκυρας-Δαμασκού. Στρατηγική για τη διεθνή τοποθέτηση της ‘Αγκυρας, αλλά και τον εσωτερικο συσχετισμό δυνάμεων ισλαμιστών/στρατιωτικών. Ενδεικτική επίσης της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης μιας Τουρκίας, που βρίσκεται τώρα εν τω μέσω της πιο φιλόδοξης, πολύπλευρης διπλωματικής καμπάνιας της ιστορίας της, σε όλα τα μέτωπα, πιστή στο «αξίωμα» Νταβούτογλου, «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες» (αν και, παρατηρεί ειρωνικά σχολιαστής στον Anatolian, δεν είναι και πολύ δύσκολο να πετυχαίνεις «μηδέν προβλήματα» όταν οι γείτονες συνθηκολογούν!). Κορωνίδα των πρωτοβουλιών της, η ‘Αγκυρα επιδιώκει να είναι το άνοιγμα του δρόμου για τη διευθέτηση του κουρδικού και η παράκαμψη των εμποδίων για την ένταξή της στην ΕΕ τον Δεκέμβριο.

Ορισμένοι Ισραηλινοί αναλυτές διερωτώνται τώρα αν η πολιτική υποστήριξή τους προς την Τουρκία δεν βοήθησε στην ανάδυση ενός «τέρατος». Ανακαλύπτουν με κάποια έκπληξη, ότι ο «νεοοθωμανισμός» μπορεί να μην είναι ακριβώς ανατολίτικη γραφικότητα, ούτε μόνο «κρίση μεγαλείου» της ελίτ μιας πολύ φτωχής και υπανάπτυκτης χώρας, που θέλει να αντισταθμίσει, πολιτικο-ψυχολογικά, την καθυστέρησή της με τη νοσταλγία της Αυτοκρατορίας. Η ισραηλινή Χααρέτζ μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανησυχία, καθώς ανακαλύπτει τις «ιμπεριαλιστικές τάσεις» της ‘Αγκυρας που αποτυπώνονται στην «ειδική αποστολή», το «ειδικό βάρος που φέρει ο Τούρκος», έκφραση που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι ιθύνοντες της ‘Αγκυρας, αποτυπώνοντας τη φιλοδοξία ενός «ειδικού ρόλου» σε όλη την περιοχή και τον ισλαμικό κόσμο. «Μας χρειάζεστε περισσότερο από εμάς», είναι το χαρακτηριστικό (αμετροεπές) μήνυμα της ‘Αγκυρας προς τις Βρυξέλλες, που σηματοδοτεί και την πρόθεσή της να ενταχθεί στην ‘Ενωση με τους δικούς της όρους. Φιλοδοξία που διατρέχει τη νεώτερη τουρκική ιστορία, παρά την αποκήρυξη της Αυτοκρατορίας από τον Κεμάλ, έκδηλη σε πολιτικούς όπως οι Μεντερές, Οζάλ, Τζεμ. Και που μοιάζει τώρα πιο κοντά από ποτέ στην υλοποίηση. Τηλεφωνικές συνομιλίες Γκιούλ με Ομπάμα (για κυπριακό) και Μεντβέντιεφ, συμφωνίες αγωγών, ταξίδια στα Βαλκάνια, πατρονάρισμα Σκοπίων για την ενταξιακή τους πορεία και Βόσνιων Μουσουλμάνων που επιδιώκουν «ισχυροποίηση» τοιυ βοσνιακού κράτους, είναι ο απολογισμός μιας βδομάδας - «ζαλίζεται» κανείς και μόνο να παρακολουθήσει πια την τουρκιή διπλωματική δραστηριότητα.

Μετά το 1945 η Τουρκία υπήρξε το «μακρύ χέρι» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και βασικό ανάχωμα απέναντι στην ΕΣΣΔ (έστω και αν διέθετε και τότε πολύ σημαντικότερο βαθμό αυτονομίας από το ελληνικό κράτος-προτεκτοράτο, που άφησε κληρονομιά σε μας ο εμφύλιος, μια διαφορά που υπήρξε καταλυτική για τις ελληνικές ήττες του 1955, 1960, 1974). Η ‘Αγκυρα εξακολούθησε να βλέπει τον εαυτό της σε μεγάλο βαθμό υπό αυτό το πρίσμα και μετά το 1989-91. Η «διείσδυσή» της σε Υπερκαυκασία, Κεντρική Ασία και Βαλκάνια, υπό τη σημαία και τα σύμβολα του «τουρκισμού» και του «γκρίζου λύκου», προς αναζήτηση της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής «λείας» που άφησε «ορφανή» η σοβιετική αυτοδιάλυση, ήταν ταυτόχρονα και δυτική, αμερικανική διείσδυση. Για να την ενισχύσουν στον ρόλο αυτό, ΗΠΑ και Ισραήλ τη συνέδραμαν παντοιοτρόπώς στην εξουδετέρωση των Κούρδων (σύλληψη Οτσαλάν) και το άνοιγμα του δρόμου προς την ΕΕ (1999). Η «ευρωπαϊκή προοπτική» ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε (ακόμα κι αν δεν την ήθελε) να πει όχι ο στρατός και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ισλαμιστές διεκδικώντας την εξουσία.

Η απόφαση της ‘Αγκυρας το 2003 να μην επιτρέψει τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων εισβολής στο Ιράκ από το έδαφός της, υπήρξε το πρώτο σημαντικό βήμα, τομή στον δρόμο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία, αυτονομία και διεθνή επανατοποθέτηση. (Προς κατάπληξη πολλών δικών μας, που δεν μπορούν, ούτε θέλουν να φαντασθούν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, το τουρκικό «‘Οχι» του 2003 προκάλεσε μεν φοβερή οργή στην Ουάσιγκτων, τελικά όμως απέδωσε το πολλαπλάσιο στην Τουρκία πολιτικο-διπλωματικά). Τώρα, η ρήξη με το Ισραήλ, η εντυπωσιακή προσέγγιση με Συρία και Ρωσία (προϊόν της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο ετεροβαρής, υπέρ της ‘Αγκυρας, συμβιβασμός με την Αρμενία) συνιστούν ολοκλήρωση μιας πορείας σχετικής αυτονόμησης και ανεξαρτοποίησης, που ξεκίνησε το 2003 και συνδέθηκε με την ισλαμική άνοδο και την τόνωση της «μεσανατολικής» ταυτότητας.

Βεβαίως, τα βήματα αυτά γίνονται κάπως εκ του ασφαλούς, αλλά και στηρίζονται περισσότερο στην επιδέξια εκμετάλλευση των αδυναμιών και δυσκολιών των άλλων, παρά στην προβολή μιας γνήσιας γεωπολιτικής ή οικονομικής ισχύος. Ομπάμα και Μπρεζίνσκι, στην προσπάθειά τους να «διορθώσουν» τη μεσανατολική πολιτική των νεοσυντηρητικών, που διέλυσε τη Μέση Ανατολή και τους άφησε χάος στην Αραβία και ισχυρό, ανερχόμενο Ιράν, χρειάζονται απολύτως την Τουρκία, ως αντιστάθμισμα και της Τεχεράνης και των Ισραηλινών. Αυτή η συνθήκη επιτρέπει στην ‘Αγκυρα των Νταβούτογλου και Ερντογάν τη δημόσια ρήξη, χωρίς δυσανάλογο κόστος, με το Ισραήλ. Αλλά φέρνει και σε δύσκολη θέση τους Τούρκους στρατιωτικούς - δεν μπορούν πολιτικά να υπερασπιστούν τους Ισραηλινούς, αλλά φαίνεται ότι έχουν εκχωρήσει πια στην κυβέρνηση βασικές αρμοδιότητες χάραξης στρατηγικής και αμυντικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά, η Τουρκία δεν έδωσε καμιά εξήγηση για τη ματαίωση της ισραηλινής συμμετοχής στην άσκηση. ‘Ηταν ο Νταβούτογλου που τη συνέδεσε με τη Γάζα.

Πολιορκημένη και λιμοκτονούσα, η Γάζα έχει γίνει το σύμβολο της ανημπόριας και διαφθοράς όλου του αραβικού κόσμου. Τα κέντρα της παληάς του δόξας έχουν διαλυθεί. Ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη των Αράβων, το Ιράκ είναι διαμελισμένο ερείπιο. Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που έχει καταρρεύσει σε τέτοιο σημείο που και οι ίδιοι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η μόνη δημοφιλής πολιτική δύναμη, με ικανότητα κινητοποίησης εκατομμυρίων, δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν την εξουσία (γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, δεν έχουμε σχέδιο για τη χώρα», λέει παρατηρητής με άριστη γνώση των μεσανατολικών πραγμάτων. Η Αλγερία της μεγάλης Επανάστασης ζει κι αυτή καιρούς παρακμής. Ο αραβικός ισλαμισμός είναι ριζοσπαστική δύναμη αντίστασης, στρέφονται σε αυτόν για στήριξη και αντίσταση οι μουσουλμανικοί λαοί, δεχόμενοι επιθέσεις, δυσκολεύεται όμως να προτείνει όραμα για το μέλλον, στους καιρούς του ‘Ιντερνετ και του Αλ Τζαζίρα. Αυτό το «κενό» εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να «σβήσει» τις αναμνήσεις του αποικιακού παρελθόντος της και να εμφανισθεί αξιόπιστος «εκπρόσωπος», ηγέτης ενός αραβομουσουλμανικού κόσμου που βιώνει οδυνηρά ιστορικό αδιέξοδο. (Η Αθήνα είχε κάποτε ισχυρότατα ερείσματα και μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην περιοχή, το έχει όμως προ πολλού εγκαταλείψει ή διασπαθίσει).

Βεβαίως, υπάρχει και άλλη όψη του νομίσματος. Η ‘Αγκυρα εξακολουθεί να στηρίζεται στη γεωπολιτική της «πρόσοδο», όχι στις πραγματικές προόδους της κοινωνίας και της οικονομίας της, μεταφέρει, δεν παράγει ενέργεια, «αυτοδιαφημίζεται» ως μεγάλη δεξαμενή φθηνού (και άγρια εκμεταλλευόμενου) εργατικού δυναμικού. Οι «ευρωπαϊκές φιλοδοξίες» της έχουν να κάνουν περισσότερο με τη συμμετοχή της τουρκικής ελίτ σε ένα ισχυρό κλαμπ, πολύ λιγότερο έως καθόλου με την αφομοίωση των μεγάλων επιτευγμάτων του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν το κουρδικό άνοιγμα θα ενισχύσει ή θα εξασθενήσει μακροχρόνια τη συνοχή της. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις με την περιφέρειά της εξασθένησαν, υφίσταται όμως μεγάλο λανθάνον δυναμικό επαναφοράς τους. Το Ισραήλ παραμένει πολύ υπολογίσιμη δύναμη, και τα γεράκια του, με επιρροή αισθητή στους στενότερους συνεργάτες του Ομπάμα (Μπάιντεν, Κλίντον), δεν έχουν ίσως πει την τελευταία λέξη. Η ‘Αγκυρα θα χρειαστεί μεγάλη μαεστρία και αρκετή τύχη για να πετύχει την ταυτόχρονη «κατάληψη» της Βιέννης και της Βαβυλώνας, χωρίς να «εκραγεί» η ίδια από τις τεράστιες αντιφάσεις που θέλει να «γεφυρώσει» με τη διπλωματική της «υπερεπέκταση». Αναμφισβήτητα όμως, μετετράπη, χάρη στις ικανότητες, τον δυναμισμό και την ανεξαρτησία της ηγεσίας της σε σημαντικότατο διεθνή παίκτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.