Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

"Δεύτερο Κύμα" αντπαράθεσης στον ΣΥΡΙΖΑ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κρίσιμο τεστ για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ελπιζόμενο από την ηγεσία του «τέλος εσωστρέφειας» η σημερινή και αυριανή συνεδρίαση του πανελλαδικού συντονιστικού διεξάγεται σε συνθήκες έντονης απογοήτευσης της βάσης της αριστεράς για την συμπεριφορά και την ανεπάρκεια της ηγετικής του ομάδας πριν και μετά τις εκλογές. Οι μεγάλες αποφάσεις για τη δομή και την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αναβάλλονται για το φθινόπωρο, έστω κι αν το «Δεύτερο Κύμα», ένας πολιτικο-ιδεολογικά ετερόκλιτος σχηματισμός «ανέναχτων», με μεγάλη δόση κλασικού αριστερισμού («δεν μας ενδιαφέρει η διακυβέρνηση», είναι το μότο του) επιδιώκει να εγγράψει από τώρα στην ατζέντα την αναγνώριση πλήρων δικαιωμάτων στα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και τη δημοκρατική του οργάνωση. Κάτι που δεν θέλει η ηγεσία του, επιμένοντας στη λειτουργία ενός «ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου» στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, κέντρου όμως που ο Αλέξης Τσίπρας δεν θάθελε να υποσκελίσει τον ΣΥΝ.

Οι μετεκλογικές αντιδράσεις (προφανώς η συμπεριφορά Αλαβάνου) έκαναν μεγαλύτερο κακό από το εκλογικό αποτέλεσμα. Τάδε έφη η απόφαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ. Ευτυχώς υπάρχουν και βάρβαροι, είναι μια κάποια λύσις, θα παραγράφαμε τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Αν το πρόβλημα ήταν κυρίως η συμπεριφορά Αλαβάνου, γιατί έπεσαν πάνω του να μην παραιτηθεί; ‘Ενα μήνα μετά τις ευρωεκλογές, ουδείς σε ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να διαθέτει μια ελάχιστα ικανοποιητική εξήγηση του πως ένας σχηματισμός που άγγιξε προ διετίας το 20% στις δημοσκοπήσεις, προσγειώθηκε στο 4,7% με τάσεις κατολίσθησης έκτοτε.

Από την άποψη της αλληλεγγύης που θάπρεπε να διακρίνει αρσιτερά στελέχη, είναι καταδικαστέο το «ψυχόδραμα», «συριζική» παραλλαγή «Βασιληά Ληρ», μεταξύ Τσίπρα και Αλαβάνου, «γιού» και «πατέρα», της οποίας μόλις τέλειωσε η δεύτερη πράξη. Αν ξενίζουν τα προσωπικά (και ηλικιακά!) χαρακτηριστικά που προσέλαβε η διαμάχη, η αδυναμία των προσώπων να την ενδύσουν με πολιτικά προτάγματα (με την μερική εξαίρεση της κάρτας-μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, όπου εμμένει ο Αλαβάνος), δεν αντανακλά τον επιφανειακό, αλλά μάλλον τον βαθύ χαρακτήρα της κρίσης.

Διαμάχες για κύρος-εξουσία είναι σχεδόν μόνιμο, έστω υφέρπον χαρακτηριστικό πολιτικών ομάδων και πραγματικό ασυνείδητο τουλάχιστον κίνητρο πολλών ηγετών/στελεχών – συνήθως όμως οργανώνονται γύρω από πολιτικά προτάγματα, υποτάσσονται σε πολιτικές επιδιώξεις, πολώνουν ρεύματα και απόψεις. Η αδυναμία πολιτικοποίησης της διαμάχης προδίδει τεράστια αμηχανία απέναντι στις εξελίξεις και την εποχή.

Δεν συνέβη μόνο στην αριστερά. Προ διετίας ήταν η σειρά του ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίσει μια «καταστροφικών» χαρακτηριστικών κρίση (διαμάχη Βενιζέλου-Παπανδρέου). ‘Ισως δεν θα αργήσει η σειρά της ΝΔ. Ο αδιέξοδος, απολίτικος χαρακτήρας της κρίσης των ελληνικών πολιτικών σχηματισμών, αντανακλά την ανεπάρκειά τους απέναντι στο βάθος των προβλημάτων της χώρας, την αδυναμία της πολιτικής τάξης να τα αντιμετωπίσει. «Είναι σαν μια απελπισμένη κοινωνία να επιδράμει ως τσουνάμι σε αναζήτηση λύσης, σηκώνει όπως ο ανεμοστρόβιλος τον α’ ή β΄ σχηματισμό και μετά τον παρατάει να πέσει με δύναμη ανάλογη αυτής που προς στιγμήν τον σήκωσε», λέει ένας από τους παλαιότερους ‘Ελληνες «δημοσκόπους».

Ως αποτέλεσμα του εκλογικού αποτελέσματος, έχουμε τώρα τριχοτόμηση του ΣΥΝ. Οι «ανανεωτές» ονειρεύονται την επαναφορά ενός προ δεκαπενταετίας ελκυστικού «ευρωπαϊσμού», με τον ίδιο τρόπο που το ΚΚΕ νομίζει ότι χάλασε ο κόσμος όταν πέθανε ο Στάλιν (‘Ενωση άλλωστε δεν ήταν μόνο η Σοβιετική, είναι και η Ευρωπαϊκή για όσους χρειάζονται έξωθεν κύρος). Το «αριστερό ρεύμα» διχάστηκε μεταξύ «σκληρού πυρήνα» και μάλλον «τσιπρικής» ημι-περιφέρειας. Για τους πρώτους, συνοδοιπόρους δεκαετιών, προέχει η αλληλεγγύη της ομάδας, του μηχανισμού. Οι δεύτεροι νομίζουν ότι αρκεί ο δυναμισμός των «τριαντάρηδων» για να γίνουν σύντομα πλειοψηφία – η αντίθεση όμως Τσίπρα/Αλαβάνου και η άβυσσος με τους ανανεωτές καθιστούν μάλλον αδύνατο το εγχείρημα.

«Ας βγούμε και εκτός Βουλής, συνεργασία οποιουδήποτε τύπου με ΠΑΣΟΚ δεν θα κάνουμε σε καμμιά περίπτωση», είναι η πολιτική έκφραση της οργανωτικής αναδίπλωσης, που επιλέγει ο «σκληρός πυρήνας». Καθιστά έτσι μια κανονικά τακτική επιλογή ζήτημα αρχής και «ιδεολογίας». Μοιάζει στον αντίποδα της θέσης του 1989 (η εμπειρία άλλωστε εκείνη σκιάζει τη σκέψη της ηγεσίας). Στην πραγματικότητα, και σήμερα και το 1989, το πολιτικο-ψυχολογικό υπόβαθρο είναι ταυτόσημο: αποφυγή της πολιτικής, του μπλεξίματος, του ρίσκου, διατήρηση ενός «αμόλυντου», «καθαρού» πόλου, αμηχανία διατύπωσης ριζοσπαστικής αριστερής διεξόδου από την κρίση, αδυναμία συγκεκριμένης ανάλυσης και παρέμβασης σε συγκεκριμένη κατάσταση. Σε συνθήκες βαθιάς κρίσης, «εθνικού αδιεξόδου», η κοινωνία παρακάμπτει όμως χωρίς πολλές φιοριτούρες όσους δεν προτείνουν κάτι. Η μονότονη επανάληψη ενός μαξιμαλιστικού προγράμματος διεκδικήσεων, εκτός πραγματικότητας, στις παραδόσεις της ανδρεοπαπανδρεϊκής και ΚΚΕδικης δημαγωγίας δεν ελκύει ούτε κουρασμένους από την πολιτική κοροϊδία μεσήλικες, ούτε καχύποπτους πιτσιρικάδες («Καλά, ληγμένα παίρνει;», ήταν η αντίδραση ενός «Δεκεμβριστή» που άκουγε, σε ένα από τα αναρίθμητα χάπενινγκ της εξέγερσης, ένα μεσαίο αριστερό στέλεχος να βγάζει τον παραδοσιακό φιλιππικό του).

Παρόμοια στάση συνιστά συνταγή για μεγάλη αποτυχία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε νεο-«λουδήτες», εξεγερμένους νέους που «τα σπάνε», ούτε κόμματα-συνδικάτα. Με δημόσιο-ιδιωτικό χρέος δύο ΑΕΠ, εξαγωγές Λουξεμβούργου, διαλυμένη κοινωνία και κράτος, δεν φτάνει να ζητάς δικαιότερη διανομή πλούτου – πρέπει να τον βρεις εκεί που υπάρχει, μεγάλη ακίνητη περιουσία, πολυτελή τρόπο ζωής, παρασιτικές δραστηριότητες μεσαίων στρωμάτων, αλλά και να προτείνεις διεύρυνση παραγωγικής βάσης. Δεν μπορείς να είσαι απλώς συμπαθής συνήγορος κάθε διεκδίκησης που θα απηύθυνε μια απαθής κοινωνία σε ένα χρεωκοπημένο, διεφθαρμένο κράτος.

Μια χαρά τα κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στις κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης ή ασφαλιστικών κεκτημένων. Αυτά είναι όμως καθαρά αμυντικά κινήματα. Δεν ακούστηκαν σπουδές ιδέες για βελτίωση μιας παιδείας-«μπάχαλου», ενός ευρύτερου δημόσιου-«μπάχαλου». Η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ έφαγε τον καιρό της να συζητάει αν πρέπει να δοθεί ή όχι αποζημίωση στις τράπεζες που θα εθνικοποιήσει, γεγονός που δεν εμπόδισε τους τραπεζίτες να κοιμηθούν! Δεν μπόρεσε ούτε καν να σκεφτεί αυτό που λέγεται ότι σκέφτηκε ο δεξιός διοικητής του ΙΚΑ Νεκτάριος, να περάσει υπό τον έλεγχο των εργαζομένων το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, λύνοντας και το ασφαλιστικό και το τραπεζικό πρόβλημα!

Ούτε οι «επαναστατικές πρωτοπορείες», συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, απασχόλησαν φαιά ουσία και ξόδεψαν ενέργεια να φτιάξουν κίνημα καταναλωτικών και αγροτικών συνεταιρισμών που θα χτυπούσε έμπρακτα την ακρίβεια (όπως το πολύ επιτυχές συνεργατικό του ΑΚΕΛ), ή να αναδείξουν ζητήματα που πλήττουν τους πολίτες πολύ περισσότερο από την κλασική «κλοπή της υπεραξίας» που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο της βιομηχανικής Αγγλίας του 19ου αιώνα - πάνε είκοσι χρόνια πούχει φύγει π.χ. από τη δημόσια ατζέντα το φακελάκι στα νοσοκομεία, και μύριες όσες άλλες, λίαν αντιπαραγωγικές και αντικοινωνικές πραγματικότητες, που γνωρίζει και ο τελευταίος ‘Ελληνας. Στην οικολογία, οι παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πρωτοποριακές αλλά αποσπασματικές. Δεν τόλμησε να χτυπηθεί μετωπικά με το αυτοκίνητο, ιδίως πολυτελές, που σκοτώνει την πρωτεύουσα, ούτε το εργολαβιστάν που καταστρέφει τη χώρα. ‘Οταν κάποιο στέλεχος πρότεινε να απαγορευθεί η ιδιωτική απασχόληση στους αρχιτέκτονες του δημοσίου μόνο που δεν τον σκότωσαν! Καλή η αλληλεγγύη με τους μετανάστες, κάποιος όμως πρέπει να σκεφτεί και τους φτωχούς ‘Ελληνες, που «τρελλαίνονται» με το πανώ «’Οχι σύνορα για τους εργάτες», της συνιστώσας «Κόκκινο» στην προεκλογική συγκέντρωση του 2007 – στο «κόκκινο» δεν υπάρχει ούτε μισός εργάτης. Εκτός από τη σοσιαλδημοκρατία υπάρχουν κι άλλοι τρόποι «ένταξης» στο «σύστημα»: ο αριστερισμός, που παραπέμπει οποιαδήποτε πραγματική αλλαγή στην Τρίτη χιλειτηρίδα και ο «αντιεθνικισμός», πολύ χρήσιμη υπηρεσία σε ένα κατεστημένο διατεθειμένο να πουλήσει το μισό Αιγαίο και την Κύπρο για μια φωτό με την Χίλλαρι.

Στο «αριστερό ρεύμα» τοποθετείται και ο Αλαβάνος, παρόλο που του προσάπτουν «μη συλλογική» συμπεριφορά και χαρακτήρα που μάλλον εγγυάται νέες πρωτοβουλίες που θα ξαφνιάσουν φίλους και συντρόφους. Από όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΣΥΝ, ο Αλέκος Αλαβάνος συνειδητοποίησε ότι έπρεπε με κάποιες πρωτοβουλίες να αναζητήσει ένα ριζοσπαστικό δρόμο που να μην είναι ούτε δεύτερο ΚΚΕ, ούτε εκδοχή «σοσιαλφιλελεύθερης» σοσιαλδημοκρατίας. Οι πρωτοβουλίες όμως απεδείχθησαν συχνά χωρίς την απαραίτητη πολιτική συνοχή που θα προέκυπτε από μια γενική ιδέα,ένα «σχέδιο» ριζοσπαστικής αλλαγής της χώρας. Οι «προγραμματικές επεξεργασίες» ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, είναι για κλάματα, ένα ατέλειωτο ευχολόγιο που δεν διάβασαν ολόκληρο ούτε οι συντάκτες του!

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν εμπιστεύθηκαν τους «ανένταχτους» που, ενθουσιασμένοι από το δημοσκοπικό 18%, ξαναθυμήθηκαν τις καταβολές τους και που, κατά τεκμήριο, είναι υγιέστεροι από το στελεχιακό δυναμικό και, πάντως, δεν έχουν ίδιον συμφέρον αναπαραγωγής μηχανισμών, θέσεων, επιχορηγήσεων, δεν θέλουν να κάνουν πολιτική για τους ίδιους. Παρόλες τις συχνές αναφορές στη δημοκρατία, η πολύχρωμη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προτίμησε να μη δώσει την «αριστερά στους αριστερούς», να κρατήσει για τον εαυτό της το μονοπώλιο αποφάσεων και πολιτικής λειτουργώντας, όπως όλη η χώρα, στη λογική καρτέλ. ‘Ισως μόνο εμπιστευόμενη την υγεία, αγωνιστικότητα, ευθυκρισία της βάσης της, ιδίως της επαρχιακής και λαϊκότερης, μπορεί να βγει από το αδιέξοδο αποφεύγοντας ένα Βατερλώ.

"Κόσμος του Επενδυτή", 18/07/2009

1 σχόλιο:

  1. Νικηφόρος Καιρός22 Ιουλίου 2009 - 12:07 μ.μ.

    Αγαπητέ Δημήτρη,


    Εύστοχο και ακριβές το άρθρο σου (το δάβασα με καθυστέρηση σήμερα το πρωί από την εφημερίδα). Μία κύρια διαφωνία: Μπορεί η διαμάχη Αλαβάνου-Τσίπρα να προσέλαβε προσωπικά και ηλικιακά χαρακτηριστικά, αλλά αυτό οφείλεται πολύ περισσότερο στον τρόπο που παρουσιάστηκε από τα γνωστά και μη εξαιρετέα ΜΜΕ, παρά στην πραγματικότητα. Μην σου διαφεύγει η συμβολική διάσταση της κόκκινης κάρτας-μέλους. Το ζήτημα είναι πού θα πρέπει να βρίσκεται το κέντρο βάρους. Στον ΣΥΝ ή στον ΣΥΡΙΖΑ; Δεν είναι αυτό ικανή πολιτική επένδυση;


    Χαιρετώ.


    ΥΓ. Η οικειότητα του ενικού οφείλεται στο ότι και σε διαβάζω τακτικά και σε έχω ακούσει σε ομιλίες σου. Όχι σε αγένεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.