Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Επιστολή στην εφημερίδα Zeit

Με  ένα συκοφαντικό και ταυτόχρονα μάλλον γελοίο άρθρο
η γερμανική εφημερίδα Die Zeit επεχείρησε να εμπλέξει τον γράφοντα, τον Μίκη Θεοδωράκη και τους Υπουργούς Εξωτερικών και 'Αμυνας Κοτζιά και Καμμένο σε ένα "δίκτυο" επιρροής Ρώσων "ιδεολόγων" και "ολιγαρχών". Στη συνέχεια παραθέτουμε την επιστολή που απευθύναμε προς τον αρχισυντάκτη της




Προς τον αρχισυντάκτη της Die Zeit on Line

κ. Giovanni di Lorenzo

 

Αγαπητέ κύριε,

 

Την Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου ο ρεπόρτερ σας Ζαχαρίας Ζαχαράκης μου έστειλε ένα εξαιρετικά αγενές, αν όχι προκλητικό και προσβλητικό email, λέγοντάς μου ότι ερευνούσε τις σχέσεις μου με ένα ρώσο διπλωμάτη, αν είμαστε φίλοι, τι είδους φίλοι και αν η φιλία αυτή επηρέασε τα γραπτά μου! Στο τέλος μου έθεσε και ένα τελεσίγραφο να του απαντήσω μέχρι την επόμενη μέρα στις 1!

 

Την επόμενη μέρα ετοίμαζα πράγματι μια επιστολή προς εσάς, διαμαρτυρόμενος για τη συμπεριφορά αυτού του ατόμου και διερωτώμενος αν οι τρόποι του αντιπροσωπεύουν τα δημοσιογραφικά στάνταρτς, ή ακόμα και τα στάνταρτς απλής ευγένειας της Die Zeit, όταν για δεύτερη φορά εξεπλάγην άσχημα από ένα άρθρο που ο ίδιος και δύο ακόμα δημοσιογράφοι υπέγραψαν και δημοσίευσαν στην Online έκδοση της εφημερίδας σας.

 

Δεν είμαι αναγνώστης του γερμανικού τύπου αλλά είχα την εντύπωση ότι η Die Zeit ήταν μια σοβαρή γερμανική εφημερίδα που δεν μπέρδευε την (κακής ποιότητας) αστυνομική φιλολογία με την δημοσιογραφία και δεν επιχειρούσε αυτό που ονομάζουμε «δολοφονία χαρακτήρων» (character assassination, rufmord στα γερμανικά). Νόμιζα, πιθανώς λαθεμένα, ότι ήταν μια εφημερίδα που επιθυμούσε να ενημερώνει τους αναγνώστες της, όχι να τους παραπληροφορεί με ψυχροπολεμικά αμαλγάματα, δημιουργημένα με μαζική χρήση διαστρεβλώσεων, κακόβουλων ερμηνειών, ανακριβειών και προσωπικών δεδομένων, αληθινών ή πλαστών. ‘Όλα αυτά με προφανή επιδίωξη την επίθεση κατά της προσφάτως εκλεγμένης ελληνικής κυβέρνησης και των υποτιθέμενων σχέσεών της με τη Ρωσία. Και επίσης την «τρομοκράτηση» όποιου υποστηρίζει τον διάλογο και τις καλές σχέσεις με τη Ρωσία.  

 

Το προφανές και αρκετά «παλαβό» συμπέρασμα από αυτό το άρθρο είναι ότι ένα τμήμα τουλάχιστον των ελληνικών κυβερνητικών κομμάτων δρα τρόπον τινά υπό κάποιο είδος κακόβουλης επιρροής Ρώσων «ιδεολόγων» και «ολιγαρχών». Πιάστηκαν, όπως υποδεικνύει ο τίτλος του άρθρου, σε ένα «δίκτυο Ρώσων ιδεολόγων». ‘Όχι μόνο οι ‘Ελληνες εξέλεξαν δύο κακά κόμματα στην εξουσία, αλλά και σημαντικοί άνθρωποι σε αυτά τα κόμματα φλερτάρουν τώρα, υπό την κακόβουλη επιρροή της Μόσχας, με την εξίσου κακή οντότητα της Ρωσίας του Πούτιν. Χωρίς μάλιστα να έχουν ζητήσει την άδεια των αρχών του Βερολίνου.

 

Αυτός είναι ένας αρκετά παρανοϊκός τρόπος να βλέπει κάποιος όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και τις διεθνείς της σχέσεις. Είναι γελοίο να παρουσιάζονται όλες οι πολιτικές και οικονομικές τάσεις ως αποτέλεσμα συνομωσιών. Συνωμοσίες όντως υπάρχουν (μερικές φορές μάλιστα οδηγούν και σε κακή δημοσιογραφία). Αλλά, ακόμα κι όταν υπάρχουν, μπορούν να πετύχουν μόνο αν υπάρχει αντικειμενική βάση για την επιτυχία τους.

 

Ας γίνω όμως πιο συγκεκριμένος, τουλάχιστον σε ότι αφορά εμένα. Οι συγγραφείς του άρθρου υποστηρίζουν ότι είμαι ένα είδος «συνδέσμου» μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Μόσχας. Αλλά δεν παρουσιάζουν κανένα ίχνος στοιχείου που να τεκμηριώνει έναν τέτοιο ισχυρισμό.

 

Να σημειώσω με την ευκαιρία αυτή, ότι δεν υπάρχει τίποτα κακό στις επαφές μεταξύ διαφόρων οντοτήτων και χωρών. ‘Ολοι παγκοσμίως το κάνουν αυτό. Γιατί θα έπρεπε να απαγορευθεί στους ‘Ελληνες και τους Ρώσους; Απλά στην περίπτωση αυτή οι ρεπόρτερ σας κάνουν λάθος. Δεν είμαι ο σύνδεσμος που ψάχνουν. Πρέπει πρώτα να τον βρουν, αν υπάρχει, και μετά να τον κατονομάσουν, όχι το ανάποδο.

 

‘Οσο για τον ισχυρισμό των ευφάνταστων συγγραφέων σας ότι είμαι ένας «σημαντικός ιδεολόγος» του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να τους ευχαριστήσω για την προαγωγή. Ελπίζω η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να το σημειώσει και να μου προσφέρει μια θέση αντίστοιχη με τη σημασία μου.

 

Σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί από το τίποτα όλη αυτή η ιστορία, το άρθρο ισχυρίζεται ότι είμαι τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας Αυγή, που συνδέεται με τη σειρά της με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αλήθεια ότι αυτή η εφημερίδα δημοσίευσε πιθανώς τρία ή τέσσερα άρθρα μου τα τελευταία δύο χρόνια. Θα συμφωνήσετε ελπίζω ότι δύσκολα με κάνει αυτό «τακτικό συνεργάτη» της.

 

Και πάλι δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να είναι κανείς τακτικός συνεργάτης της Αυγής. Πρότεινα μάλιστα εδώ και κάποιο καιρό στον διευθυντή της να γίνω. Μου απάντησε ότι θα το ήθελε αλλά δεν το επιτρέπουν τα οικονομικά της εφημερίδας. Πάλι, όμως, οι συγγραφείς σας, με αυτή την κατά τα άλλα ασήμαντη λεπτομέρεια, αποκαλύπτουν άθελά τους τη βιασύνη με την οποία προσπάθησαν να μαζέψουν τις «αποδείξεις» μιας προκατασκευασμένης «κατηγορίας».

 

Στη συνέχεια το άρθρο συνεχίζει αποδίδοντάς μου έναν ακόμα μεγαλύτερο ρόλο. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι, σε ένα μέιλ που έστειλα σε έναν Ρώσο διπλωμάτη, αναφέρθηκα σε προτάσεις συνεργασίας που έκανε ο κ. Καμμένος στον ΣΥΡΙΖΑ μέσω εμού τον Οκτώβριο του 2014. ‘Όχι μόνο δεν υπάρχει ένα τέτοιο μέιλ, δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Ο κ. Καμμένος και ο κ. Τσίπρας

βρίσκονται σε στενή απευθείας επαφή από το τέλος του 2011, όταν αμφότεροι αντιτάχθηκαν στο κοινοβούλιο στις συμφωνίες αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους και την αντικατάσταση του ελληνικού από το αγγλικό αποικιακό δίκαιο σε θέματα σχετικά με το χρέος. Σύμφωνα με τη δημοσιογραφική μου πληροφόρηση, ήταν έτοιμοι να σχηματίσουν κυβέρνηση ήδη από το 2012, σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδιζε την εξουσία στις εκλογές εκείνης της χρονιάς.

 

Οι κ.κ. Καμμένος και Τσίπρας ήρθαν σε επαφή και συνεργασία πολύ νωρίτερα από τον χρόνο του υποτιθέμενου μέιλ και δεν χρειάζονταν τη δική μου ή οποιουδήποτε άλλου βοήθεια για να πετύχουν μια τέτοια επιδίωξη. Φοβούμαι ότι οι ρεπόρτερ σας υποφέρουν από ένα είδος παράνοιας, αναζητώντας παντού ύποπτους δεσμούς. Θα τους συμβούλευα να μελετήσουν την ήδη καλά γνωστή και δημοσιευμένη πληροφόρηση. Οι δύο πολιτικοί και τα κόμματά τους ήρθαν κοντά όχι εξαιτίας κάποιας μυστηριώδους «συνωμοσίας» ή με τη βοήθεια δημοσιογράφων που επικοινωνούν με Ρώσους διπλωμάτες, αλλά μάλλον για τον απλό λόγο ότι συμμερίζονται τη θεμελιώδη αντίθεση προς τις πολιτικές που επεβλήθησαν στην Ελλάδα και γιατί χρειάζονται ο ένας τον άλλο για να έχουν την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία να κυβερνήσουν.

 

Αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Φαίνεται ότι πήρα και δημοσίευσα μια συνέντευξη με τον Ρώσο γεωπολιτικό Ντούγκιν. Και λοιπόν; Ο κ. Brzezinksi ή ο κ. Fukuyama π.χ. επίσης συζήτησαν δημόσια ή ιδιωτικά με τον κ. Ντούγκιν. Πρόκειται μήπως να ερευνήσετε και τις δικές τους σχέσεις με δίκτυα της Μόσχας; ‘Η αυτό που επιτρέπεται στους πολίτες των ΗΠΑ, δεν επιτρέπεται στους ‘Ελληνες πολίτες;

 

Εξ όσων γνωρίζω η ανταλλαγή ιδεών με Ρώσους δεν είναι ακόμα στη λίστα των κυρώσεων. Επιπλέον πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να διατηρήσουμε ένα σοβαρό διάλογο με όλο το πολιτικό και «ιδεολογικό» φάσμα της Ρωσίας. Ο διάλογος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην συμφωνία. ‘Ενας τέτοιος διάλογος και η συνεργασία ακόμα με τους Ρώσους, όπου αυτή είναι δυνατή, είναι εξαιρετικά σημαντική όχι μόνο για τους ‘Ελληνες, αλλά επίσης και για τους Γερμανούς και όλους τους Ευρωπαίους. Πιστεύω βαθειά ότι οι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, πολιτικοί πρέπει να συζητούν και να συνεργασθούν με τους Ρώσους ομολόγους τους, προκειμένου να αναστρέψουν την εξαιρετικά επικίνδυνη πορεία προς ένα Ψυχρό, αν όχι Θερμό Πόλεμο. Η εναλλακτική στον διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας υπάρχει. Είναι ο Πόλεμος.  

 

Πιστεύω επίσης ότι οι δημοσιογράφοι από τη Δυτική Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ουκρανία θα έπρεπε να συνεργαστούν για να αντιστρέψουν το κλίμα υστερίας και μονομερούς (παρα)πληροφόρησης  για τα γεγονότα στην Ουκρανία, ώστε να δοθούν στο κοινό τα μέσα να κάνει τις δικές του ισορροπημένες κρίσεις. Αν δεν κάνω λάθος ήταν ο εκδότης της Handelsblatt, που είχε το περασμένο καλοκαίρι το κουράγιο να γράψει ένα άρθρο συγκρίνοντας την ατμόσφαιρα που δημιούργησαν τα γερμανικά μέσα για το ουκρανικό, με την ατμόσφαιρα που κυριαρχούσε στη Γερμανία στις αρχές του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ελπίζω θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Ευρώπη είναι να επαναλάβει την ιστορία της.

 

Αλλά υπάρχει επίσης εδώ ένα ζήτημα αρχής. Ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος και ελεύθερος άνθρωπος παίρνω συνεντεύξεις, διατηρώ επαφές, ανταλλάσσω απόψεις με οποιονδήποτε θέλω και θα συνεχίσω να το κάνω. Αυτή είναι η δουλειά μου και η ευχαρίστησή μου. Δεν έχω να απολογηθώ γι’ αυτό ή να ζητήσω την άδεια των δημοσιογράφων σας για να το κάνω. Γερμανικές εφημερίδες όπως η Handelsblatt ζήτησαν και δημοσίευσαν άρθρα μου σε ορισμένες περιπτώσεις, έδωσα συνεντεύξεις σε μέσα από τη Γαλλία, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ κλπ., συνεργάστηκα για πολλά χρόνια με την Deutsche Welle. Είχα πολύ ενδιαφέρουσες αναλυτικές συνομιλίες με τον προηγούμενο Γερμανό Πρέσβη στην Αθήνα για την ελληνική κρίση. Θυμάμαι μια μακρά συζήτηση που είχα μαζί του στο κτίριο της ρωσικής πρεσβείας στην Αθήνα τον Φεβρουάριο 2013, στη διάρκεια μιας δεξίωσης. Σε κάποια στιγμή μάλιστα πλησίασε και ο κ. Τσίπρας και αντήλλαξε δύο κουβέντες μαζί μας. Μήπως οι ρεπόρτερ σας πρέπει να επεκτείνουν τις έρευνές τους από τη «ρωσική connection» στην πιθανή «γερμανική επέκταση»;

 

Υποστηρίζω εδώ και πολύ καιρό, και ποτέ δεν το έκρυψα, την ανάπτυξη μιας ισχυρής ελληνορωσικής εταιρικής σχέσης. Ειρήσθω εν παρόδω το ίδιο πιστεύω και για τις γερμανο-ρωσικές σχέσεις. Νομίζω ότι σχέδια όπως ο αγωγός Nordstream είναι πολύ σημαντικά και δεν καταλαβαίνω γιατί έγιναν τα πάντα για να ακυρωθεί το ανάλογο σχέδιο του Southstream μέσω Βουλγαρίας και Ελλάδας. Διερωτώμαι επίσης αν αυτός που πρώτος άναψε τη φωτιά στην Ουκρανία δεν προσπαθούσε ταυτόχρονα να καταστρέψει τις σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας.

 

Ισχυρές ελληνο-ρωσικές και ισχυρές γερμανο-ρωσικές σχέσεις συνιστούν θεμέλια για έναν εξίσου ισχυρό συνεταιρισμό μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Θεωρώ ότι ένας τέτοιος συνεταιρισμός είναι θεμελιώδους σημασίας για τη σταθερότητα, την ευημερία και την αυτονομία της Ευρώπης. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία είναι τμήμα της Ευρώπης, έστω και αν ακολούθησε ένα διαφορετικό δρόμο κατά ένα τμήμα της ιστορίας της.

 

Μπορεί να συμφωνείτε ή να διαφωνείτε με αυτές τις ιδέες. Αλλά είναι απολύτως γελοίο να υπονοεί κάποιος ότι σχηματίστηκαν ως αποτέλεσμα επαφών με Ρώσους διπλωμάτες ή διανοουμένους. Γράφω για τα διεθνή θέματα και την εξωτερική πολιτική εδώ και πολλά χρόνια, τα βιβλία και τα άρθρα μου είναι εύκολα προσβάσιμα (και περιέχουν και κάμποσες κριτικές στη ρωσική πολιτική, όταν θεώρησα ότι έπρεπε να κάνω τέτοια κριτική). Οι ιδέες μου σχηματίστηκαν πολύ πριν ο Πούτιν έρθει στην εξουσία ή γίνει γνωστός ο Ντούγκιν και συναντηθώ μαζί του. Είναι αλήθεια ότι παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον ιδέες που έρχονται από τη Ρωσία και τι λένε οι Ρώσοι. Δεν χρειάζομαι  όμως κανένα Ρώσο «ιδεολόγο» για να αποκτήσω άποψη για τις ελληνορωσικές ή ευρωρωσικές σχέσεις. Η πολιτική και οι ιδέες του Charles de Gaulle, του Jacques Chirac, του Dominique de Villepin, των Καγκελαρίων σας Willy Brandt and Helmut Schmidt, των Ελλήνων επαναστατών του 19ου αιώνα, για να αναφέρω μόνο μερικά ονόματα, μου προσφέρουν περισσότερο από επαρκή πηγή έμπνευσης.

 

Και πάλι σας ξαναρωτώ, ποια είναι η αντιπρόταση; Να ξεκινήσουμε έναν ψυχρό, ή πιθανώς θερμό πόλεμο στην καρδιά της Ευρώπης, κατηγορώντας τη Ρωσία ότι έκανε (αφού προκλήθηκε) ότι κάναμε εμείς στο Κόσοβο; Χρειαζόμαστε ένα Βιετνάμ στην Ουκρανία; Ποιος είναι ο σκοπός κυρώσεων που, όλη η σχετική ιστορική εμπειρία απέδειξε, αποτυγχάνουν στις υποτιθέμενες επιδιώξεις τους, αλλά δηλητηριάζουν τις διεθνείς σχέσεις; ‘Όπως διερωτήθηκε προσφάτως σε ένα άρθρο του ο Serge Halimi, διευθυντής της Le Monde Diplomatique, θα περιμένουμε ξανά, πάνω από μισό αιώνα,  όπως έγινε με τους Βορειοαμερικανούς στην Κούβα, για να αναγνωρίσουμε και να διορθώσουμε ένα τέτοιο σφάλμα;

 

Στο άρθρο σας αναφέρεται επίσης ότι έδωσα μια συνέντευξη στον κ. Ντούγκιν. Ξανά δεν νομίζω ότι υπάρχει κάτι παράξενο ή κακό σε αυτό. Μου ζήτησε, του έδωσα. Δίνω συνεντεύξεις σε όποιον μου ζητάει από το εξωτερικό. Το θεωρώ μάλιστα αυτό ηθική μου υποχρέωση, γιατί υπάρχει μια τεράστια ανάγκη να ενημερωθεί σωστά η παγκόσμια κοινή γνώμη για το τι και γιατί συμβαίνει στην Ελλάδα. Η τραγική κατάσταση της σημερινής Ελλάδας δεν οφείλεται, μόνο ή κυρίως, στα αρκετά σοβαρά εσωτερικά της προβλήματα, αλλά επίσης, και κυρίως, στο πρόγραμμα που της επιβλήθηκε το 2010 και το 2011 προκειμένου να τη «σώσει». Η «θεραπεία» στην περίπτωση της Ελλάδας απεδείχθη χειρότερη από την «αρρώστια». ‘Οσο για το ίδιο το πρόγραμμα είναι πλήρες αποικιακών όρων, απαράδεκτων στη σημερινή Ευρώπη.

 

Πιστεύω ότι πήραμε, οι Ευρωπαίοι, ένα λάθος δρόμο και ένας τέτοιος δρόμος δεν μπορεί παρά να επηρεάσει βαθιά τις ίδιες τις δικές μας δημοκρατίας. Αυτό είδαμε δυστυχώς στη μαζική, υστερική και παραπλανητική καμπάνια εναντίον της Ελλάδας από ένα μεγάλο μέρος των γερμανικών μέσων το 2009-10, ή με τις εξίσου μαζικές παραμορφώσεις της πραγματικότητας με την κάλυψη της ουκρανικής κρίσης από τα ευρωπαϊκά main stream media. Το άρθρο που δημοσιεύσατε προσφέρει άθελά του ένα καλό παράδειγμα του πολύ αληθινού κινδύνου επιστροφής στα χρόνια της Stasi και του Μac Carthy, όταν όλες οι αρχές και η ίδια η έννοια της αλήθειας θυσιάζονταν για τους σκοπούς του Ψυχρού Πολέμου. Απλώς, οι λέξεις «Ρωσία» και «Ρώσοι» αντικατέστησαν τώρα τις λέξεις «κομμουνισμός» και «κομμουνιστές». Κάθε επαφή με τους πρώτους μοιάζει πηγή υποψιών και κατηγοριών.

 

Βεβαίως μπορεί να σας αρέσει ή να μη σας αρέσει η Ρωσία του Πούτιν ή ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι και σοβαροί, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτά τα φαινόμενα είναι, σε μεγάλο βαθμό, αποτελέσματα των δικών μας, mainstream δυτικών πολιτικών. Θυμάμαι τη Ρωσία το 1990. ‘Ηταν η πιο φιλοδυτική χώρα στον κόσμο. Εφήρμοσαν όλες τις ιδέες του ΔΝΤ – τις ίδιες που επεβλήθησαν στην Ελλάδα τώρα – και καταστράφηκαν οικονομικά και κοινωνικά. Αποδέχθηκαν τη γερμανική επανένωση, διέλυσαν με δική τους πρωτοβουλία την οικονομικο-στρατιωτική συμμαχία τους, ακόμα και την ίδια την ΕΣΣΔ. Ως αποτέλεσμα είδαν το ΝΑΤΟ να προχωράει βαθιά στην πρώην σοβιετική επικράτεια και τις ΗΠΑ να αποκηρύσσουν τη συνθήκη ΑΒΜ και να αυξάνουν δραματικά τις στρατιωτικές τους δαπάνες.

 

Τα ίδια και στην Ελλάδα. Το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε, υποτίθεται για να τη βοηθήσει, έσωσε στην πραγματικότητα τα συμφέροντα των ιδιωτών πιστωτών της, με κόστος την καταστροφή κυριολεκτικά μιας ευρωπαϊκής χώρας, μέλους της ΕΕ. Η Ελλάδα οδηγήθηκε στην  ίδια κατάσταση με τη Γερμανία στη δεκαετία του 1930. Είσαστε τότε υπό την εξωτερική πίεση τεραστίων πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η Ελλάδα σήμερα είναι υπό την εξωτερική πίεση ενός τεράστιου και αυξανόμενου χρέους που προφανώς δεν μπορεί να εξυπηρετήσει. Μεταξύ 1930 και 1933, ο καγκελάριος Bruenning εφήρμοσε ακριβώς την ίδια πολιτική που η τρόικα (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ) εφαρμόζει τώρα στην Ελλάδα.

 

Το αποτέλεσμα είναι μια πτώση περισσότερο από 25% του ελληνικού ΑΕΠ από το 2010, η ουρανομήκης εκτόξευση της ανεργίας, η καταστροφή των ελληνικών συνταξιοδοτικών ταμείων και του συστήματος υγείας, μια μαζική φυγή εγκεφάλων, χωρίς να μιλήσουμε για το τεράστιο ηθικό, κοινωνικό κόστος που κανείς δεν μπορεί να μετρήσει με αριθμούς, αλλά που είναι πιθανώς η μεγαλύτερη απώλεια αυτών των ετών. Το πρόγραμμα προκάλεσε μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές και κοινωνικές καταστροφές της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας. Τι πέτυχε με αυτά; Μια αύξηση του χρέους από το 120% στο 180% του ΑΕΠ και την πτώση ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας! ‘Όπως συνέβη προηγουμένως με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, αυτή η οικονομική και κοινωνική καταστροφή θέτει τις βάσεις για την καταστροφή του παληού πολιτικού συστήματος. Αυτό ακριβώς βλέπουμε αυτές τις μέρες στην Ελλάδα. Και σε ευρωπαϊκό επίπεδο βλέπουμε την μεγάλη κρίση του 2008, που προκλήθηκε από τις πολιτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα, να μετατρέπεται τελικά σε πολιτική και οικονομική «μάχη» μεταξύ των ευρωπαϊκών εθνών.

 

Τα μακροχρόνια οικονομικά, πολιτικά και γεωπολιτικά αποτελέσματα της εμμονής στο ελληνικό πρόγραμμα κινδυνεύουν να αποδειχθούν τρομερά για την Ελλάδα, τη Γερμανία και την Ευρώπη. Δεν ξέρω αν η κυβέρνησή σας έχει τη δύναμη να δοκιμάσει να συντρίψει οικονομικά την Ελλάδα. Είμαι όμως σίγουρος ότι δεν θα μπορέσει να αποφύγει, σε μια τέτοια περίπτωση, το τεράστιο πολιτικό fall-out που θα προκύψει. Γι’ αυτό νομίζω ότι οι Γερμανοί θα έπρεπε να δουν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ όχι τόσο ως πρόβλημα, όσο ως ευκαιρία να πραγματοποιήσουν τη μεγάλη διόρθωση που χρειάζεται.

 

Αν δεν σταματήσουμε τώρα αυτόν τον κολασμένο φαύλο κύκλο, πιστεύω ότι μπορεί να τελειώσει καταστρέφοντας, μεταξύ άλλων, το πολιτικό κεφάλαιο που η ίδια η Γερμανία συγκέντρωσε για πάνω από μισό αιώνα, με τα οικονομικά της επιτεύγματα και με τη συμβολή της στο ευρωπαϊκό σχέδιο, αν όχι το ίδιο το σχέδιο. Κι αν αύριο αυτή ή μια άλλη ελληνική κυβέρνηση αναζητήσει βοήθεια στη Ρωσία, την Κίνα ή οποιονδήποτε άλλο θέλει να βοηθήσει, δεν θα είναι το αποτέλεσμα ορισμένων ατόμων, δρώντων υπό κακόβουλη ρωσική «επιρροή». Θα είναι το αποτέλεσμα της απλής ανάγκης επιβίωσης αυτής της χώρας.

 

Πρέπει να γυρίσουμε στην κριτική εξέταση των αιτίων αυτών των κρίσεων και των τρόπων αντιμετώπισής τους. Φοβούμαι ότι δεν είναι ψάχνοντας μέιλ ή «ύποπτους» γάμους (!) στη Μόσχα που θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα τεράστια, σχεδόν υπαρξιακά προβλήματα που αντιμετωπίζει τώρα η Ευρώπη.

 

Σας ζητώ να δημοσιεύσετε αυτή την επιστολή και αισθάνομαι, πιστέψτε με, μεγάλη λύπη γιατί είμαι υποχρεωμένος να σας την απευθύνω.  

 

Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

 

Αθήνα, 18/2/2015

 

 

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Απάντηση σε συκοφαντικό δημοσίευμα της εφημερίδας Die Zeit

Η γερμανική εφημερίδα Die Zeit δημοσίευσε στις 6.2.2015, ένα συκοφαντικό και γελοίο άρθρο, επιχειρώντας να εμπλέξει τον υπογράφοντα,, μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη και τους Υπουργούς 'Αμυνας και Εξωτερικών κ.κ. Καμμένο και Κοτζιά, σε υποτιθέμενο "δίκτυο επιρροής" Ρώσων '"ιδεολόγων", "ολιγαρχών" και διπλωματών! Το παρακάτω σχόλιο ζητήθηκε και δημοσιεύτηκε από τον ιστότοπο  Matrix24 στις 7.2.2015. Μια επιστολή διαμαρτυρίας του γράφοντος έχει επίσης σταλεί στην εφημερίδα και αναμένουμε τη δημοσίευσή της.




"Η εφημερίδα Zeit μπέρδεψε τη δημοσιογραφία με το (κακό) αστυνομικό μυθιστόρημα, δημοσιεύοντας ένα άρθρο πλήρες ανακριβειών και παραδοξολογιών, όλη κι όλη η βάση του οποίου είναι, υποτίθεται, υπεκλαπέντα μέιλ ενός Ρώσου διπλωμάτη.
Δεν καταλαβαίνει κανείς ποιο είναι άραγε το αντικείμενο της "κατηγορίας", ούτε και κατηγορία διατυπώνεται άλλωστε, μόνο μια κακότεχνη προσπάθεια να απλωθεί ένα πέπλο καχυποψίας πάνω από συγεκριμένους ανθρώπους και την πολιτική όσων επιδιώκουν στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα.
Μήπως αύριο η εφημερίδα θα διερευνήσει και τις σχέσεις του καγκελλαρίου Σμίτ με τη Μόσχα; Μήπως πρέπει, στα πλαίσια των κυρώσεων, να απαγορευθεί και η ανταλλαγή τηλεφωνημάτων ή μέιλ με Ρώσους;
Ακόμα δεν χρειάζεται ευτυχώς οι ανεξάρτητοι 'Ελληνες δημοσιογράφοι να ζητούν την άδεια των γερμανικών αρχών για να επικοινωνούν με διπλωμάτες και όποιον άλλο θέλουν. Για παράδειγμα ο υποφαινόμενος είχε μακρές, πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις με τον πρώην Γερμανό πρέσβη, συνεργαζόταν επί χρόνια με τη Deutsche Welle, αρθρογράφησε στην Handelsblatt, αντήλλαξε μέιλ με τον Καγκελλάριο Σμιτ. Μήπως θα πρέπει να ελεγχθεί και γι' αυτές τις επαφές;
Προφανώς, τόσο η εμφάνιση στην Ελλάδα μιας κυβέρνησης που αμφισβητεί την νεοαποικιακή σχέση Βερολίνου και Αθήνας, που εγκαθίδρυσαν μνημόνια και δανειακές, όσο και η πιθανότητα αυτή η κυβέρνηση να προχωρήσει σε στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα έχει ανησυχήσει και ενοχλήσει σφόδρα τη γερμανική ηγεσία ή/και την υπερατλαντική υπερδύναμη. Οι σπασμωδικές και γελοίες αντιδράσεις όπως το αμάλγαμα της Zeit, μιας εφημερίδας που έχει την, αδικαιολόγητη όπως αποδεικνύεται, φήμη της έγκυρης και της σοβαρής, το επιβεβαιώνουν, αλλά επιβεβαιώνουν κατά τη γνώμη μας και την ορθότητα μιας τέτοιας πολιτικής.
Τέτοια δημοσιεύματα μας πάνε πίσω στην ατμόσφαιρα του Μακαρθισμού, της Στάζι, του ψυχρού πολέμου, της ποδηγέτησης της δημοσιογραφίας από τους χαφιέδες των υπηρεσιών, της ενοχοποίησης ιδεών και απόψεων, όπου έπρεπε να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Το μόνο που διαφέρει τώρα είναι ότι αντικατέστησαν τη λέξη "κομμουνιστής" με τη λέξη "Ρώσος".
Προσωπικά είμαι περήφανος γιατί όχι τώρα, αλλά επί δεκαετίες, υποστηρίζω τη μεγάλη, στρατηγική σημασία, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλη την Ευρώπη και μάλιστα την ίδια τη Γερμανία, της ανάπτυξης ισχυρών σχέσεων με τη Ρωσία, σχέσεων που είναι το κύριο θεμέλιο τόσο της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας, όσο και της διεθνούς ειρήνης. Φυσικά τέτοιες απόψεις δεν είναι αρεστές σε όσους στην Ελλάδα και τη Γερμανία εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα. Δεν υπάρχει ισχυρή Ευρώπη χωρίς ισχυρή Ρωσία και αυτό καλύτερα από όλους το κατάλαβαν πολιτικοί όπως ο Σαρλ Ντε Γκωλ, ο Ζακ Σιράκ, ο Βίλυ Μπράντ, ο Χέλμουτ Σμιτ, ο Καραμανλής, ο Παπανδρέου, ο Μακάριος.
Η γερμανική πολιτική της τελευταίας πενταετίας στην Ευρώπη οδήγησε σε άνευ προηγουμένου, οικονομική και κοινωνική καταστροφή της Ελλάδας. Η γερμανική πολιτική της τελευταίας διετίας στην Ουκρανία μας οδήγησε στα πρόθυρα ενός νέου Βιετνάμ στο κέντρο της Ευρώπης. Η Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε κατάφερε να διασκορπίσει στους πέντε ανέμους το πολιτικό κεφάλαιο που συγκέντρωνε ο γερμανικός λαός επί εξήντα χρόνια! Με την (καταστροφική και αυτοκαταστροφική) πολιτική του το Βερολίνο εξελίσσεται σήμερα στη βασικότερη απειλή για το ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα, αν όχι για την ευρωπαϊκή και κατ' επέκταση τη διεθνή ειρήνη."


Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ελλάδα, Ρωσία και αγωγοί - η στρατηγική διάσταση




 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Με το τηλεφώνημά του στον Αλέξη Τσίπρα, την ημέρα που ο Σόιμπλε επεφύλασσε ένα κρύο ντους στον Γιάνη Βαρουφάκη, ο ηγέτης του Κρεμλίνου υπενθύμισε στον ‘Ελληνα πρωθυπουργό ότι η Ρωσία «είναι εδώ». Αν φυσικά και η Αθήνα την θέλει εδώ, γιατί ενίοτε στην Ελλάδα γοητευόμαστε περισσότερο από την Αμερική παρά από τη Ρωσία και φοβόμαστε την πλήρη ανάπτυξη των σχέσεων με τη Ρωσία, που θα δυσαρεστούσε τους δυτικούς, Αμερικανούς και Ευρωπαίους.

 

Το πιο επείγον, άμεσο ζήτημα σήμερα στις ελληνορωσικές σχέσεις είναι το θέμα των αγωγών αερίου. Ελπίζουμε ότι στην κυβέρνηση αντιλαμβάνονται τη στρατηγική σημασία της πρότασης για τον South Stream. O αγωγός αυτός υπήρξε ελληνική πρόταση, όπως και ο πετρελαιαγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Η στρατηγική λειτουργία του είναι ότι συνδέει απευθείας τη Ρωσία με τα Βαλκάνια και επέκεινα με την Ευρώπη, παρακάμπτοντας τόσο μια Ουκρανία όργανο της νέας αντιρωσικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ, όσο και μια Τουρκία που συνιστά διαχρονική απειλή για την Ελλάδα.

 

Δεν είναι σωστό η Ελλάδα, που ξοδεύει, καλώς ή κακώς, ένα σκασμό λεφτά για να αμυνθεί από την Τουρκία, να εναποθέσει στη γείτονα το κύριο μέρος του ενεργειακού της εφοδιασμού, είτε δια του ΤΑΡ, είτε δι΄ενός Turkish Stream. Ούτε και έχει πολύ λογική, από την άποψη όχι μόνο των ελληνικών, αλλά επίσης των ρωσικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων, να περνάει από την Τουρκία ένα σημαντικό μέρος των ρωσικών εξαγωγών αερίου προς την Ευρώπη.

 

Η Μόσχα μετά από τη στάση της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της ΕΕ αποφάσισε με το ΄δικηο της να ματαιώσει τον South Streem και να τον αντικαταστήσει με τον Turkish Stream, ένα δεύτερο υποθαλάσσιο αγωγό που θα συνδέσει απευθείας Ρωσία και Τουρκία. Είναι προς το στρατηγικό συμφέρον της Αθήνας να ασκήσει όλη την επιρροή της σε Σόφια, Μόσχα και Βρυξέλλες, μήπως γίνει τελικά δυνατή η κατασκευή του South Stream.

 

Το δεύτερο μεγάλο θέμα στο οποίο η Αθήνα μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών για τη διακοπή της κλιμάκωσης και την αντιστροφή της πορείας προς ψυχρό και θερμό πόλεμο στην Ευρώπη. Η επικράτηση μιας τέτοιας ατμόσφαιρας μας οδηγεί σε άνευ προηγουμένου, παγκόσμια καταστροφή. Δημιουργεί ένα περιβάλλον εξαιρετικά ασφυκτικό και επικίνδυνο για μικρά έθνη όπως το δικό μας. Στο παρελθόν, επί Ανδρέα Παπανδρέου, η Ελλάδα μόνο κέρδισε από την ανάληψη μεγάλων διεθνών πρωτοβουλιών, όπως τότε η πρωτοβουλία των ‘Εξη για τον έλεγχο της πυρηνικής κλιμάκωσης. Είναι πολλαπλώς προς το εθνικό συμφέρον και το διεθνές συμφέρον της ειρήνης να εργασθεί η Αθήνα συστηματικά σε αυτή την κατεύθυνση.

 

Το «αντιμνημονιακό» πρόγραμμα της κυβέρνησης είναι ουσιαστικά ένα πρόγραμμα ανάκτησης της ελληνικής εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. ‘Ένα τέτοιο πρόγραμμα συνεπάγεται και προϋποθέτει και την αποκατάσταση κανονικών διμερών σχέσεων με τη Ρωσία, σχέσεις που ουσιαστικά έχουν απαγορευθεί στην Ελλάδα από τους «προστάτες», Αμερικανούς και Ευρωπαίους, με τη συνδρομή βεβαίως υποτελών εθνικών ηγεσιών.

 

Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε δια μακρών στην προφανή σημασία ανάπτυξης των σχέσεων με τη Μόσχα, στον τομέα της ενέργειας, των εμπορικών ανταλλαγών, του τουρισμού, κοινών επενδυτικών κοινοπραξιών, των πολιτιστικών και των αμυντικών σχέσεων – όπου η Ελλάδα μπορεί να προσπορισθεί κρίσιμο στρατηγικό στοιχείο υπεροχής με μικρό κόστος για τα θέατρα Κύπρου και Αιγαίου.

 

Ούτε είναι δυνατόν να δεχθούμε το επιχείρημα ότι δεν πρέπει να δυσαρεστούμε τους «προστάτες». Η Ελλάδα (και η Κύπρος) έχουν δεχθεί οικονομικό πόλεμο από την Ευρώπη. Στο Αιγαίο και το κυπριακό, οι θέσεις των ΗΠΑ κινούνται παραδοσιακά σε κατεύθυνση αντίθετη προς τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Πως είναι δυνατόν, ιδιαίτερα σε τέτοιες συνθήκες, να καλούμεθα οι ‘Ελληνες να αποποιηθούμε παραδοσιακούς δεσμούς και με τη Ρωσία, αλλά και με άλλους «εναλλακτικούς» πόλους του παγκόσμιου συστήματος.

 

Πολύ μεγαλύτερη βέβαια θα είναι η σημασία των ελληνορωσικών σχέσεων σε περίπτωση που η κυβέρνηση δεν μπορέσει να φτάσει σε έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό και αναγκασθεί να φτάσει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους εταίρους για να μη φτάσει σε υποταγή.

 

Χρειάζεται η κυβέρνηση να διαμορφώσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάπτυξης των ελληνορωσικών σχέσεων. Ασφαλώς, μπορεί να «δυσαρεστηθούν» Γερμανοί και Αμερικανοί, από το «ξαναζέσταμα» της ελληνορωσικής φιλίας, αλλά θα λογαριάσουν και πολύ περισσότερο την Αθήνα.

 

Μια μικρή χώρα δεν πρέπει να είναι προβλέψιμη, είχε τονίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, σε μια ιστορική συνέντευξη που έδωσε αναλαμβάνοντας την εξουσία το 1981. Ο γιός του έκανε την αντίθετη επιλογή. ‘Ηταν απολύτως προβλέψιμος και ακολούθησε πιστά τη γραμμή που υπαγόρευαν στον ίδιο και τους συνεργάτες του οι Ηνωμένες Πολιτείες και το σύστημα Σόρος με αποτέλεσμα να καταστραφεί ο ίδιος και να καταστρέψει και τη χώρα. ‘Οσοι θεωρούν «τυχοδιωκτισμό» τη στοιχειώδη ανεξαρτησία μιας χώρας, οφείλουν να σκέπτονται και του που ιστορικά οδήγησε την Ελλάδα η ξένη εξάρτηση.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Παρόν της Κυριακής, 8.2.2015

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Eλληνική ή ευρωπαίκή λύση για το χρέος











 

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Από τα επίσημα χείλη του ΣΥΡΙΖΑ ακούμε συχνά ότι επιδιώκεται μια συνολική λύση για το χρέος και όχι μια ειδική μεταχείριση για την Ελλάδα έναντι της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας.

 

Φοβούμεθα ότι πρόκειται για λάθος. Βεβαίως πρέπει να βρεθεί μια συνολική ευρωπαϊκή λύση για το χρέος, αλλά δεν ξέρουμε αν αυτό θα γίνει εφικτό. Η Αθήνα πρέπει να επιδιώκει μια τέτοια συνολική λύση, χωρίς να αποποιείται της διεκδίκησης μιας εθνικής.

 

Η κατάσταση στην Ελλάδα διαφέρει από όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Εδώ έχουμε πτώση 25% του ΑΕΠ στη διάρκεια της κρίσης (του μνημονίου), έναντι 8% στην Ιταλία στην αντίστοιχη περίοδο, που είναι το χειρότερο ρεκόρ μετά την Ελλάδα. Εμείς βρισκόμαστε σε ακραία κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής, απειλής στη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια του πληθυσμού, που επιβάλλει τη διακοπή της εξυπηρέτησης του χρέους.

Η συζήτηση για το χρέος πρέπει να μετατοπισθεί από την τήρηση των δεσμεύσεων και τα τεχνικά στοιχεία, στην ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού λαού.

Αυτό συνιστά και ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και νομικά όπλα της Ελλάδας στο ζήτημα του χρέους. Καλή και ωφέλιμη η φιλοδοξία να λύσουμε τα προβλήματα της Ευρώπης, πρέπει όμως προπάντων να επιβιώσουμε.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

επίσημα χείλη του ΣΥΡΙΖΑ ακούμε συχνά ότι επιδιώκεται μια συνολική λύση για το χρέος και όχι μια ειδική μεταχείριση για την Ελλάδα έναντι της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας.

 

Φοβούμεθα ότι πρόκειται για σοβαρό λάθος. Βεβαίως πρέπει να βρεθεί μια συνολική ευρωπαϊκή λύση για το χρέος, αλλά δεν ξέρουμε αν αυτό θα γίνει εφικτό. Η Αθήνα πρέπει να την επιδιώκει χωρίς ταυτόχρονα να αποποιείται μιας εθνικής λύσης.

 

Η κατάσταση στην Ελλάδα διαφέρει από όλες τις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Εδώ έχουμε πτώση 25% του ΑΕΠ στη διάρκεια της κρίσης (του μνημονίου), έναντι 8% στην Ιταλία στην αντίστοιχη περίοδο, που είναι το χειρότερο ρεκόρ μετά την Ελλάδα. Εμείς βρισκόμαστε σε ακραία κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής, απειλής στη ζωή, την υγεία και την ασφάλεια του πληθυσμού, που επιβάλλει τη διακοπή της εξυπηρέτησης του χρέους.

 

Αυτό συνιστά και ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά και νομικά όπλα της Ελλάδας στο ζήτημα του χρέους. Καλή και ωφέλιμη η φιλοδοξία να λύσουμε τα προβλήματα της Ευρώπης, πρέπει όμως προπάντων να επιβιώσουμε.

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Η τέχνη της διαπραγμάτευσης




 

Tου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Οι δανειακές συμβάσεις συνιστούν αδιάσπαστο σύνολο με μνημόνια-μεσοπρόθεσμα. Οργανώνουν την κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και δημοκρατίας και την κοινωνικo-οικονομική καταστροφή μας. 

 

Ανεξαρτήτως του αν η διαπραγμάτευση καταλήξει σε συμβιβασμό, η ελληνική πλευρά έχει κάθε συμφέρον να εμφανίζεται μάλλον «μαξιμαλιστική» παρά «καλό παιδί» στον τρόπο που θέτει τα ζητήματα. Μια «μαξιμαλιστική» θέση, αν είναι πολιτικά και νομικά τεκμηριωμένη, διατυπωμένη με επιχειρήματα, ύφος και τη γλώσσα του ευρωπαϊκού ορθολογισμού, αφού εκεί απευθύνεται, σου επιτρέπει να κερδίσεις περισσότερα στην τελική διαπραγμάτευση, εφόσον φτάσεις σε συμβιβασμό. Αντίθετα, αν ξεκινήσεις από κει που ενδεχομένως θέλεις ή θα δεχόσουνα να φτάσεις, το πιθανότερο είναι να αποτύχεις οικτρά, να σου πάρουν «και τα σώβρακα».

 

Μοιάζει στις παρούσες συνθήκες εξαιρετικά δύσκολο να αποσπάσει η Ελλάδα μια διαγραφή χρέους. Μια περίοδος χάριτος, μια επιμήκυνση των πληρωμών και, κυρίως, το πιο σημαντικό και κρίσιμο από όλα, η ρήτρα ανάπτυξης (ή πιθανώς και εξαγωγών, ή πιθανώς και άνω ποσοστού αποπληρωμής χρέους επί του ΑΕΠ), θα μπορούσαν ίσως υπό όρους να θεωρηθούν αξιοπρεπής συμβιβασμός. Αλλά ένα κόμμα που, ορθώς, με σωστά επιχειρήματα, κατέστησε τη διαγραφή χρέους κέντρο του πολιτικού του προγράμματος, ίσως θα ήταν σκόπιμο να μη βιαστεί να εγκαταλείψει τη θέση του, αμέσως μετά τις εκλογές, χωρίς να παίρνει τίποτα σε αντάλλαγμα. Ούτε βεβαίως να ανοίγει όλα τα χαρτιά του με δηλώσεις στις εφημερίδες προτού καν αρχίσει η διαπραγμάτευση.

 

Αν η κυβέρνηση δεν είναι σχετικά σταθερή στις θέσεις της κινδυνεύει να μην τη λογαριάζουνε, να υπολογίζουνε κάθε φορά σε μια εύκολη υποχώρηση. Δεν μπορείς να λες ότι η Ελλάδα θα πληρώσει όλα τα χρέη της, γιατί δεν μπορεί να το κάνει και ταυτόχρονα να επιβιώσει ως χώρα. Αν μπορούσε δεν θα υπήρχε τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν θα μας κυβερνούσε! Ούτε μας είναι πολύ σαφείς οι λόγοι «αναγνώρισης» των δανειακών συμβάσεων με δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων. Θυμίζουμε ότι είναι οι δανειακές συμβάσεις που συνιστούν με τους όρους τους την καρδιά της αποικιακής σχέσης με τους πιστωτές. Δεν πολυκαταλαβαίνουμε γιατί η ελληνική πλευρά αναπαράγει τα περί κρατικής συνέχειας. Πιο χρήσιμο θα ήταν να υπενθυμίζει τη γερμανική κρατική συνέχεια ζητώντας πίσω το κατοχικό δάνειο.

 

Το βασικό επιχείρημα των πιστωτών είναι η βασική αρχή του δικαίου: pacta sunt servanda (οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται). Το ελληνικό και διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει σειρά περιστάσεων που οι συμφωνίες δεν μπορούν/πρέπει να τηρούνται. Π.χ. το άρθρο 338 του αστικού κώδικα προβλέπει ότι η μεταβολή των συνθηκών υπό τις οποίες συνήφθη μια συμφωνία μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση της δικαιοπρακτικής βάσης των συμβάσεων. Υπάρχει επίσης στα νομικά το όριο θυσίας, όπως και η δυνατότητα επίκλησης αιφνίδιων/απρόοπτων αλλαγών των συνθηκών. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος ή ένας λαός να υποστεί δυσανάλογη θυσία για να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Δεν μπορεί τα ευρωπαϊκά κράτη  να απαιτούν τη διάλυση της Ελλάδας για να ικανοποιηθούν οι αξιώσεις των πιστωτών, γιατί τέτοια συμφωνία συνιστά συμφωνία τύπου Σάιλοκ.

 

Οι δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια μπορούν να μην τηρηθούν με την επίκληση τριών ομάδων επιχειρημάτων:

 

Πρώτον, αν τα αποτελέσματα της εφαρμογής των συμφωνιών πλήττουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Εδώ πλήττονται προφανώς δικαιώματα στην υγεία και την ασφάλεια εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, ασθενών κλπ.

 

Δεύτερο, όταν η σύναψη των συμφωνιών έγινε με καταναγκασμό και παράνομο τρόπο.

 

Τρίτο, αν οι συμφωνίες έρχονται σε σύγκρουση με υπέρτερες αρχές του δικαίου

 

Την διερεύνηση των παραπάνω παραγόντων μπορεί να κάνει επιτροπή λογιστικού ελέγχου, που ζητούσε ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Αν.Ελλ. και που προτείνει ο Ερίκ Τουσσέν του CADTM, διεθνούς κέντρου ελέγχου του χρέους.  Μάλιστα, οποιαδήποτε συμφωνία με τους πιστωτές πρέπει να περιέχει ρήτρα αναθεώρησης, ανάλογα με τα ευρήματα τέτοιου λογιστικού ελέγχου.

 

Στην ιστοσελίδα του CADTM oι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν πληθώρα στοιχείων γύρω από τέτοια επιτροπή και το έργο της, όπως και σοβαρά επιχειρήματα εναντίον των δανειακών και των μνημονίων. Ελπίζουμε ότι κάποιοι στον ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάζονται αυτά τα θέματα.

 

Στα περισσότερα οικονομολογικά ζητήματα βρίσκει κανείς πληθώρα διαφορετικών απόψεων. Αν κάπου συμφωνούν σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι παγκοσμίως, φιλελεύθεροι νεοκλασικοί, σοσιαλδημοκράτες κεϋνσιανοί ή μαρξιστές, είναι στον καταστροφικό χαρακτήρα του ελληνικού προγράμματος. Πρέπει να μαζευτούν όλες αυτές οι τοποθετήσεις, μαζί και τα βασικά στοιχεία απολογισμού του προγράμματος, της οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής που προκάλεσε και να εκδοθεί τάχιστα Μαύρη Βίβλος που θα τεθεί στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, αλλά και θα πάρει ευρεία διεθνή δημοσιότητα. Δεν είναι τυχαία η επιμονή της γερμανικής ηγεσίας, που έχει πλήρη συνείδηση του εγκλήματος που διέπραξε στην Ελλάδα, να αποδίδει την ευθύνη στις ελληνικές κυβερνήσεις. Πρέπει να υπάρχει διαρκής απάντηση και απόδοση της ευθύνης στους Πιστωτές, για να δημιουργείται η ηθικο-πολιτική βάση των ελληνικών διεκδικήσεων.

 

Θα έπρεπε επίσης να έχει καταβληθεί από μακρού χρόνου προσπάθεια να αντιληφθούν οι ευρωπαϊκοί λαοί ότι το ελληνικό ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αν ο ολοκληρωτισμός της Γερμανίας και των αγορών νικήσει εδώ, θα απλωθεί σε όλη την Ευρώπη, όπως συνέβη μετά τη νίκη των φασιστών στον ισπανικό εμφύλιο (1936-39) 

 

Οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται, τα χρέη να πληρώνονται, μόνον όταν η τήρηση των συμφωνιών και η αποπληρωμή των χρεών δεν απειλούν υγεία και ζωή του πληθυσμού, την όλη προοπτική μιας χώρας.

 

Στην Ελλάδα σήμερα, πέραν των διαπιστωμένων αποτελεσμάτων της μνημονιακής καταστροφής, έχουμε σειρά ωρολογιακών βομβών, μια αλυσσίδα υπερχρέωσης των πάντων που αργά ή γρήγορα θα σκάσει. Με το PSI, μοναδική στον κόσμο διαγραφή χρέους που επιβάρυνε σε μεγάλο βαθμό τον οφειλέτη, βρίσκονται σήμερα σε δεινή οικονομική κατάσταση ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, εκπαιδευτικά και άλλα κοινωφελή ιδρύματα . Αυτό πρέπει να συμπεριληφθεί στον απολογισμό του μνημονίου και στο αντικείμενο του λογιστικού ελέγχου.

 

Η σύναψη των συμφωνιών είναι εξαιρετικά αμφίβολης νομιμότητας, από την πλευρά της ελληνικής συνταγματικής τάξης και της διεθνούς νομιμότητας, όπως έχουν κατά καιρούς τεκμηριώσει νομικοί όπως οι Κασιμάτης, Χρυσόγονος, Κατρούγκαλος, Μαριάς κ.α.. Τα σχετικά επιχειρήματα πρέπει να συγκεντρωθούν, ίσως με τη βοήθεια ενός ή δύο μεγάλων δικηγορικών γραφείων του εξωτερικού, δεδομένης της ανεπαρκούς ελληνικής τεχνογνωσίας σε θέματα χρέους. Ο ΣΥΡΙΖΑ όφειλε εδώ και καιρό να συγκροτήσει μια μεγάλη ειδική ομάδα οικονομολόγων, νομικών και γεωπολιτικών να εξετάσουν αυτά τα θέματα.

 

 

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι π.χ. η γνωμοδότηση του Καθηγητή Λεσκάνο που τεκμηρίωσε την κατάφωρη παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου από τις πολιτικές λιτότητας (εκδόθηκε στα ελληνικά από τον «Ποταμό»)

 

Η υπερχρέωση δεν είναι μόνο ελληνική ευθύνη, η Αθήνα τη μοιράζεται με τους πιστωτές και τους Ευρωπαίους. Θυμίζουμε την απάτη με τα σουαπς της Goldman Sachs, στην οποία έκαναν αδικαιολογήτως τα στραβά μάτια οι εποπτικές αρχές της ΕΕ. Η εταιρεία Siemens και άλλες ευρωπαϊκές εταιρείες με την ανοχή των κυβερνήσεών τους και της ‘Ενωσης δωροδόκησαν μαζικά το ελληνικό πολιτικο-κρατικό προσωπικό, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα εμπορικά συμφέροντά τους στην Ελλάδα, γεγονός που επίσης συνέβαλε αποφασιστικά στην υπερχρέωση και κακοδιαχείριση της χώρας.

 

Οργανώθηκε ελληνική και διεθνής συνωμοσία για την διόγκωση των ελλειμμάτων , την επιβολή δανειακών και μνημονίων και την είσοδο του ΔΝΤ στην ευρωζώνη. Η κυβέρνηση Παπανδρέου εκλεγείσα στη βάση μιας από τις μεγαλύτερες πολιτικές απάτες της ιστορίας («λεφτά υπάρχουν»), δεν είχε δικαίωμα να υπογράψει παρόμοιες συμφωνίες. Το λιγότερο όφειλε να προσφύγει εκ νέου στη λαϊκή ετυμηγορία. Η ίδια η συμφωνία του Μαίου 2010, μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα εξαναγκασμού (Duress). Αλλά και οι εκλογές του 2012 έγιναν υπό συνθήκες απαράδεκτης εξωτερικής πίεσης/εκβιασμού και με μη τηρηθείσα υπόσχεση την επαναδιαπραγμάτευση.

 

Πολλά επιχειρήματα κατά του ελληνικού προγράμματος διάσωσης μπορούν να αντληθούν από τη μελέτη των συνθηκών της ΕΕ, αποφάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) και του ΟΗΕ.

 

Βεβαίως υπάρχει το γενικό πρόβλημα χρέους στην ευρωζώνη που ορθώς έθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι δυσκολότερο να λυθεί ενώ η Ελλάδα κινδυνεύει άμεσα από τη συνέχιση του προγράμματος. Γι’ αυτό η Αθήνα οφείλει να θέσει το ζήτημα της καταστροφής της χώρας, της ειδικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην οποία ήχθη ως αποτέλεσμα των συμφωνιών. Παρά την ομοιότητα των προβλημάτων της ευρω- περιφέρειας, πουθενά δεν έχουμε ούτε από μακριά την τραγική κατάσταση της Ελλάδας. Στη χειρότερη περίπτωση της Ιταλίας σημειώθηκε απώλεια 8% του ΑΕΠ, όχι το εξωφρενικό 25% της Ελλάδας. Η χώρα χρειάζεται στην πραγματικότητα έκτακτη βοήθεια.

 

Στα όποια χρονικά περιθώρια υπάρχουν πρέπει να γίνει πολύ σπουδαία νομική, διεθνής επικοινωνιακή και πολιτική προετοιμασία. Αυτονόητη είναι η ανάγκη ύπαρξης σχεδίου Β.

 

Θα ήταν υπερβολικά αισιόδοξος κανείς αν θεωρήσει ότι μπορεί να πετύχει το 100% των επιδιώξεων που θα θέσει. ‘Οσο περισσότερες όμως θέτει τόσο περισσότερες παίρνει. Η νομικο-πολιτική μορφή ενός συμβιβασμού πρέπει να εξασφαλίσει δύο πράγματα κυρίως. Πρώτο τη διακοπή τουλάχιστο στο τωρινό επίπεδο της πορείας καταστροφής, πόσο μάλλον που δεν μπορεί να γίνει ασφαλής πρόβλεψη για τη διεθνή οικονομική κατάσταση. Δεύτερο, να είναι έτσι διατυπωμένη, που να αφήνει διεξόδους για μελλοντικές καλύτερες λύσεις.

 

Δεν θέλουμε να αναφερθούμε εδώ στις τραγωδίες που ενίοτε επεφύλαξε διεθνώς και στην Ελλάδα, η διαπραγματευτική ανικανότητα αριστερών κινημάτων. Η διαπραγμάτευση είναι σήμερα επιστημονικός κλάδος, διδάσκεται στα πανεπιστήμια, εκπαιδεύονται ειδικοί επ’ αυτής. ‘Εχει σημασία να μην περιορίζεται κανείς στη γενική πολιτική-επικοινωνιακή άποψη των ζητημάτων, αλλά να στέκεται με επιμονή και πληρότητα στις νομικές και τεχνοκρατικές όψεις των συμφωνιών. Μια διαπραγματευτική ομάδα να μην υιοθετεί μονίμως αισιόδοξα σενάρια, αλλά να αντιμετωπίζει ψυχολογικά και πρακτικά και τα χειρότερα ενδεχόμενα, ώστε να ξέρει τι θα κάνει, όταν, αναπόφευκτα και σίγουρα, η άλλη πλευρά θα της βάλει το μαχαίρι στο λαιμό. Αν δεν είσαι έτοιμος να πεις όχι, αν δεν είσαι έτοιμος να πας σε ρήξη, τότε θα γνωρίσεις πιθανότητα ταπείνωση, εξευτελισμό και ήττα.

1.2.2015

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

Δημοσιεύτηκε στο «Παρόν» της Κυριακής, 8/2/2015 

 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Ποιός θα εγκλωβίσει ποιόν στη διαπραγμάτευση;



(χωρίς σχέδιο Β’ δεν πετυχαίνει το σχέδιο Α’)
 
 
Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
 
Η «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση ενσαρκώνει σήμερα τη βασική εθνική ελπίδα, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές προτιμήσεις των πολιτών, προτιμήσεις άλλωστε που αντανακλούν περισσότερο το παρελθόν, παρά τη σημερινή δραματική συγκυρία.  Συγκυρία που συνίσταται στην επίθεση κατά του ελληνικού έθνους – κράτους και της όποιας ελληνικής δημοκρατίας από μια συμμαχία αρχουσών τάξεων της Ευρω-Γερμανίας και «Αγορών» - του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου.
 
Σε μια χώρα σαν την Ελλάδα στις σημερινές συνθήκες δεν μπορείς να υπερασπίσεις το έθνος αν δεν υπερασπίσεις την κοινωνία, την κοινωνία αν δεν υπερασπίσεις το έθνος.
 
Είναι εξαιρετικά θλιβερό να βλέπει κανείς την αντιπολίτευση της χώρας να συντάσσεται, ως Πέμπτη φάλαγγα με τους Πιστωτές. Ιδιαίτερα θλιβερό το θέαμα του ανεκδιήγητου Ποταμιού. Μάλλον Οχετός θα έπρεπε να ονομάζεται. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η κυβέρνηση είναι υπεράνω κριτικής. Τελείως διαφορετικό ζήτημα όμως η κριτική από τη σκοπιά των συμφερόντων της υποτέλειας, τελείως διαφορετικό από τη σκοπιά της αποτελεσματικής υπεράσπισης του ελληνικού λαού.
 
Φαντάζεται εύκολα κανείς ποια θα ήταν η ελληνική  διαπραγματευτική θέση, αν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι πήγαιναν να πούνε και αυτοί, όλοι μαζί, στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο «μπάστα», «μας καταστρέψατε», «δεν αντέχουμε άλλο», αντί να μαχαιρώνουν πισώπλατα τις κυβερνητικές προσπάθειες.
 
‘Άλλο όπως είπαμε η κριτική από τη σκοπιά των συμφερόντων των πιστωτών, άλλο από τη σκοπιά του ελληνικού λαού. Η τελευταία είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά και απαραίτητη. Μια έξυπνη ηγεσία όχι μόνο θα την ανεχόταν, θα την προκαλούσε. Γιατί δεν είναι δυνατό οποιαδήποτε ηγεσία, όσο ικανή κι αν είναι, να αντιμετωπίσει σωστά όλα τα ζητήματα μιας τόσο περίπλοκης, σύνθετης κατάστασης, όπως αυτή που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα. Χρειάζεται τη «διόρθωση» της κριτικής όσο κι ο ναυτικός την πυξίδα.
 
Ερωτηματικά
 
Είναι γεγονός ότι μερικές κυβερνητικές θέσεις προκάλεσαν , αν μη τι άλλο, ερωτηματικά, και ελπίζει τις επόμενες μέρες σε μια εξήγηση και προς το κόμμα και προς την κοινωνία. Μόνο ένας τέτοιος ειλικρινής διάλογος βάσης και ηγεσίας μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή και την ενότητα του πατριωτικού μπλοκ στις δύσκολες στιγμές πούρχονται.
 
Προς τι η «αναγνώριση» των δανειακών συμβάσεων, που αποτελούν την καρδιά της αποικιακής σχέσης που επιβλήθηκε το 2010. Προς τι η παραίτηση από την κύρια προγραμματική επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ, τη διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, η στροφή προς «ελαφρά» πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, η δήλωση ότι δεν είναι στα σχέδια η χρήση πιστώσεων από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, όπως η Ρωσία, αναφορές στην ελληνική «διαφθορά», που πλήττουν τη χώρα και είναι ανακριβείς και παραπλανητικές όταν δεν συνοδεύονται από τον τεράστιο ρόλο που έπαιξαν ξένες εταιρείες όπως η Siemens στην ελληνική διαφθορά, με την ανοχή των κυβερνήσεών τους και των εποπτικών αρχών της ΕΕ. Πιο σκόπιμο θα ήταν για την ελληνική κυβέρνηση να υπενθυμίζει την ανοίκεια συκοφαντική καμπάνια που δέχτηκε η Αθήνα από τα ΜΜΕ της Γερμανίας το 2009-10.
 
Υπενθυμίζουμε ότι υπάρχει μια πληθώρα εξαιρετικά “ευρωπαϊκών”, «πολιτικά ορθών», νομικά βάσιμων επιχειρημάτων για να ζητήσει η Αθήνα τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, την άμεση διακοπή των μνημονιακών πολιτικών, την άμεση συνδρομή των εταίρων της στην αντιμετώπιση της εθνικής, οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής που αντιμετωπίζει. Ο κ. Τσίπρας δεν έχει στην επόμενη σύνοδο κορυφής παρά να μοιράσει στους συναδέλφους του το εικοσασέλιδο αφιέρωμα  στην ελληνική κατάσταση που συνέταξε η  κορυφαία γερμανική οικονομική εφημερίδα  Handelsblatt ήδη από το 2011. Να τους δώσει ακόμη μια σύνοψη των κατά καιρούς δηλώσεων των κ.κ. Γιούνκερ, Ολάντ, Πρόντι κ.α. για την ελληνική τραγωδία, μαζί με φάκελο με δηλώσεις κορυφαίων οικονομολόγων παγκοσμίως για τα αποτελέσματα του μνημονιακού προγράμματος και το μη βιώσιμο του ελληνικού χρέους. Πρέπει τάχιστα να συνταχθεί μια Μαύρη Βίβλος για τα αποτελέσματα των μνημονιακών πολιτικών στην Ελλάδα. Πρέπει οι εταίροι να τεθούν ενώπιον των αποτελεσμάτων της πολιτικής που επέβαλαν στην Ελλάδα, ενώπιον των ευθυνών τους.
 
Ακούμε συχνότατα τον Πρωθυπουργό να αντιπαραθέτει ανάπτυξη στη λιτότητα, ζητώντας αναδιοργάνωση της ευρωζώνης. Αυτά είναι καλά και απαραίτητα, δεν ξέρουμε όμως αν και πότε θα γίνουν. Αυτό που πρέπει κυρίως να τεθεί τώρα είναι η ελληνική καταστροφή. Οι εταίροι λένε ότι οι συμφωνίες και οι κανόνες πρέπει να τηρηθούν, τα χρέη δεν μπορούν να διαγραφούν κλπ. Πρέπει να τεθούν προ της ευθύνης ότι, επιμένοντας σε αυτές τις πολιτικές, οδηγούν στο χάος και την καταστροφή μια χώρα της ΕΕ και πιθανώς το όλο ενοποιητικό σχέδιο της Ευρώπης.
 
Σχέδια και διαπραγμάτευση
 
Οι υποχωρήσεις, μας απαντάνε από τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι τόσο σημαντικές. Αποσκοπούν να «εγκλωβίσουν» τη Γερμανία στη διαπραγμάτευση, αποτρέποντας, τουλάχιστον άμεσα, μια ανοιχτή, πλήρη ρήξη. Αν όμως οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ αρχίσουν να μοιάζουν μνημονιακές, δεν θα εγκλωβιστεί η Γερμανία στη διαπραγμάτευση, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ σε συμβιβασμούς που δεν οδηγούν πουθενά, μη αποσπώντας στο τέλος τίποτα. Δεν αρχίζει κανείς τη διαπραγμάτευση ανοίγοντας δημόσια τα χαρτιά του, ούτε πηγαίνοντας κατευθείαν στην τελική συμβιβαστική θέση που θέλει να φτάσει. Το ζήτημα δεν είναι να μπούμε στα παπούτσια των πιστωτών, γιατί, ότι και να κάνουμε, δεν μας χωράνε. Η προσπάθεια πρέπει να τείνει στο να μεταβάλλει τους όρους συζήτησης, από το «τηρείστε τις συμφωνίες», στο «τι κάνουμε για την ελληνική καταστροφή». ‘Αλλωστε, όλες αυτές οι υποχωρήσεις σε λίγες μόνο μέρες δεν οδήγησαν σε οποιαδήποτε αξιοσημείωτη υποχώρηση των εταίρων!
 
Από το 2012 υποστηρίζουμε ότι η αμφισβήτηση των νεοαποικιακών δεσμών δεν είναι περίπατος, προϋποθέτει να σκέφτεται κανείς με το δικό του μυαλό, όχι υποτιθέμενων φίλων και συμμάχων, που κάνουν ότι υποστηρίζουν την Ελλάδα. Η επικοινωνία οφείλει να υποτάσσεται στην πολιτική, όχι η πολιτική στην επικοινωνία. Είναι πολύ σημαντική η πληρότητα της τεχνοκρατικής και πολιτικής προετοιμασίας, αλλά και το δίκτυο συμμαχιών σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Πρέπει να είσαι έτοιμος και για τη «ρήξη», γιατί αν δεν είσαι δεν θα πάρεις τίποτα στο τέλος. Χωρίς σχέδιο Β’, δεν πετυχαίνει το σχέδιο Α΄. 
 
Ο ελληνικός λαός απέδειξε ιστορικά ότι μπορεί να μεγαλουργήσει, ιδίως αν οι ηγεσίες του σταθούν στο ύψος των περιστάσεων – ιστορικά εκεί υπήρξε το πρόβλημα. Υπό ορισμένους όρους η εκλογή ΣΥΡΙΖΑ-Αν.Ελλ. μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμη, τηρουμένων των αναλογιών, του ‘Όχι του 1940. Η επίθεση που δέχεται η χώρα από τους υποτιθέμενους εταίρους της οφείλει να οδηγήσει σε μεγάλο κίνημα λαϊκής κινητοποίησης στο εσωτερικό, συμπαράστασης διεθνώς, που θα στηρίξει την προσπάθεια ανατροπής ή πάντως ριζικής βελτίωσης των όρων που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα.
Konstantakopoulos.blogspot.com
«Δρόμος της Αριστεράς», 7.2.2015