Δεν πρόλαβε να τελειώσει το ευρωπαϊκό Συμβούλιο «Αξιολόγησης» (κατ’ άλλους μη αξιολόγησης) της τουρκικής (μη) συμμόρφωσης στις ανειλημμένες υποχρεώσεις και ο Πρόεδρος Χριστόφιας εξήγγειλε «εκστρατεία διαφώτισης» της ελληνοκυπριακής κοινής γνώμης για να καταλάβει τι είναι η «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία» και πως θα εφαρμοστεί στην Κύπρο αυτό το «μοντέλο λύσης». Για την ιστορία, το «μοντέλο», που δεν έχει γίνει ακόμα «κατανοητό», χρονολογείται από 32 ετών…
Προτού όμως εκδοθούν και κυκλοφορήσουν τα «φυλλάδια» που υποσχέθηκε ο Κύπριος Πρόεδρος και αναληφθούν οι άλλες δράσεις, «στοχευμένες» σε κρίσιμες για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης ομάδες, η … τουρκική αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό ανέλαβαν δική τους «εκστρατεία διαπαιδαγώγησης», παρενοχλώντας μεταξύ άλλων την πτήση του ‘Ελληνα Υπουργού ‘Αμυνας στην Κύπρο. Μπορεί η Τουρκία να έχει αρχίσει και συνεχίζει (έστω και μετ’ εμποδίων) τις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις με την υποστήριξη Λευκωσίας και Αθήνας, αλλά τις αγαπημένες της συνήθειες δεν τις εγκαταλείπει. Δεν απέφυγε έτσι προ ημερών να κάνει μερικούς «εικονικούς βομβαρδισμούς» του Αγαθονησίου και να παρενοχλήσει ελληνογαλλική άσκηση στην ίδια περιοχή, ενώ το ναυτικό της επανέλαβε τον «πόλεμο της τσιπούρας» με τους ‘Ελληνες ψαράδες…Για να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή και για να περνάνε τα «σωστά μηνύματα», όπως παρατήρησε σαρκαστικά ο κυπριακός τύπος.
Ο Κύπριος Πρόεδρος επέκρινε επίσης τα ΜΜΕ της χώρας του, γιατί αναφέρονται περισσότερο στα αρνητικά της όποιας λύσης, αντί να προβάλλουν τα θετικά και να καλλιεργούν μια «κουλτούρα λύσης». Απομένει να δούμε τα νέα έντυπα και ιδίως με ποιόν ακριβώς τρόπο θα εξηγήσουν στους Ελληνοκυπρίους ότι οι δικές τους ψήφοι θα «μετράνε» πέντε φορές λιγότερο από τις τουρκοκυπριακές. Ομολογουμένως δεν είναι η ευκολότερη δουλειά στον κόσμο, ακόμη και για τους έμπειρους και σκληραγωγημένους «αγκιτάτορες» του ΑΚΕΛ, που ορκίζονται στον «μαρξισμό-λενινισμό». Ακόμη κι αν έχουν την υπομονή να διαβάσουν τους 56 τόμους των απάντων του Λένιν π.χ., δύσκολα θα εντοπίσουν κάτι που να μοιάζει με συνηγορία στη «σταθμισμένη ψήφο», την «εκ περιτροπής προεδρία» ή τις καλές προθέσεις της Μεγάλης Βρετανίας!
Ειρήσθω εν παρόδω, οι περί σταθμισμένης ψήφου προτάσεις του Δημήτρη Χριστόφια έχουν προκαλέσει και ελαφρά απελπισία στους εν Αθήναις συντρόφους του, Αλέκα Παπαρρήγα και Αλέξη Τσίπρα, που προσεύχονται κατ’ ιδίαν να μη βρεθούν αύριο στο δίλημμα είτε να αποδοκιμάσουν ένα σχέδιο που θα φέρει το ΑΚΕΛ, ή να εξηγούν και στα δικά τους μέλη και οπαδούς γιατί η ψήφος έχει διαφορετική βαρύτητα ανάλογα με την … εθνικότητα αυτού που τη ρίχνει. Ενδεικτική της αμηχανίας (αλλά και των διαφορετικών απόψεων) που προκαλεί το κυπριακό τόσο στον Περισσό, όσο και στην Κουμουνδούρου, είναι το γεγονός ότι ούτε το ΚΚΕ, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο ΣΥΝ σχολίασαν τα αποτελέσματα των Βρυξελλών. Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ κ. Λαφαζάνης ζήτησε αυτή την εβδομάδα το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας. Να σημειωθεί ότι το αποτέλεσμα των Βρυξελλών απέφυγε να σχολιάσει, είτε θετικά, είτε αρνητικά, και ο κ. Σαμαράς.
Ο εκνευρισμός του κ. Χριστόφια οφείλεται στο ότι η «γραμμή» δεν περνάει εύκολα, όπως δείχνουν τα γκάλοπ. Μια απόλυτη πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων κρίνει αρνητικά τους χειρισμούς του Προέδρου στο κυπριακό στις διαδοχικές δημοσκοπήσεις και δεν συμφωνεί με κεντρικές διαπραγματευτικές θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς (με τις οποίες άλλωστε δεν συμφωνούν ούτε και τα … «συγκυβερνώντα» κόμματα, ολοκληρώνοντας μια επικίνδυνα τραγελαφική κατάσταση). Οι προπαγανδιστικές προσπάθειες του κομματικού μηχανισμού οδηγούν, είναι αλήθεια, σε αύξηση της συμφωνίας μεταξύ των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ, ταυτόχρονα όμως αυξάνεται το ποσοστό των ψηφοφόρων άλλων κομμάτων που αντιτίθενται στο διαφαινόμενο σχέδιο λύσης. ‘Όπως φάνηκε και το 2004 και το 2008, οι Κύπριοι ψηφοφόροι έχουν κάπως αυτονομήσει τις πολιτικές προτιμήσεις τους και το τι θέλουν στο εθνικό θέμα. Γεγονός που δεν επιτρέπει την αυτόματη μετάφραση πολιτικής επιρροής ενός κόμματος σε συμφωνία με τις θέσεις του για τον τρόπο λύσης του κυπριακού.
Το πρόβλημα το αντελήφθη πλέον και ο απεσταλμένος του ΟΗΕ Αλεξάντρ Ντάουνερ που, στη Νέα Υόρκη αυτή την εβδομάδα, εξήγησε στους αδημονούντες αγγλοαμερικανούς διπλωμάτες ότι, για να λυθεί το κυπριακό, δεν φτάνει να συμφωνήσουν Χριστόφιας και Ταλάτ, πρέπει να συμφωνήσουν και οι Κύπριοι πολίτες, δεδομένης της πρόβλεψης για δημοψήφισμα. Και φυσικά, ο Κύπριος Πρόεδρος δεν επιθυμεί να κατεβάσει μια λύση σε δημοψήφισμα, αν δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα…Από την άλλη βέβαια ο κ. Χριστόφιας δεν δείχνει να διαθέτει πολιτική και διπλωματική εναλλακτική στην περίπτωση που οι συνομιλίες αποτύχουν να παράγουν ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα – ο ίδιος άλλωστε έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι έχει μόνο σχέδιο Α, αντιμετωπίζει δηλαδή μόνο το ενδεχόμενο επιτυχίας των συνομιλιών.
Η κυπριακή κυβέρνηση αναμένεται πάντως, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές στη Λευκωσία, να δώσει στις 21.12 την έγκρισή της για το άνοιγμα του κεφαλαίου «περιβάλλον» των ευρωτουρκικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων, σε μια εισέτι προσπάθεια να «εξευμενίσει» Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Παρόλες όμως τις προσπάθειες «εξευμενισμού», δημοσιεύματα του κυπριακού τύπου κάνουν λόγο για νέες ισχυρές πιέσεις ΗΠΑ και Βρετανίας κατά της Κύπρου και για επιτάχυνση της λύσης του κυπριακού εντός του πρώτου εξαμήνου του 2010. Τη σχετική συνδρομή του κ. Ομπάμα ζήτησε στην Ουάσιγκτον και ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.
Ενδεικτικός άλλωστε της πολιτικής κατάστασης στην Κύπρο είναι και ο απολύτως αντιφατικός τρόπος με τον οποίο υπεδέχθησαν οι πολιτικές δυνάμεις του νησιού, περιλαμβανομένων και των δυνάμεων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση (!), τα αποτελέσματα των Βρυξελλών. Οι εκτιμήσεις τους κυμαίνονται από ικανοποίηση για «επίτευξη των επιδιώξεων» (κυβερνητικός εκπρόσωπος και ΑΚΕΛ) έως χρεωκοπία και ναυάγιο, ακόμη και κατηγορίες για «συνενοχή» στο αποτέλεσμα (Οικολόγοι και Ευρωπαϊκό Κόμμα). Το (συγκυβερνών) «Δημοκρατικό Κόμμα» που φάνηκε προς στιγμήν, μετά τις απειλές Κάρογιαν για διαγραφή των διαφωνούντων, να ξαναβρίσκει μια επίφαση ενότητας μεταξύ των αντιμαχομένων τάσεών του, εμφανίστηκε ξανά με … τρία πρόσωπα! Τον ικανοποιημένο από το αποτέλεσμα Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού, τον «ουδέτερο» εκπρόσωπο κ. Φωτίου («το αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί ούτε θριαμβολογίες, ούτε μηδενισμό») και τον αντιπρόεδρο κ. Παπαδόπουλο, που κατήγγειλε ότι η Λευκωσία ουσιαστικά απεδέχθη την κατάργηση του “οδικού χάρτη” για τις τουρκικές υποχρεώσεις του 2006.
"Κόσμος του Επενδυτή", 12.12.2009
Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009
Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009
Λωράν Φαμπιούς: ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Ο πρώην πρωθυπουργός του Φρανσουά Μιτεράν μιλάει στον Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο για
- το ευρώ και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
- τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης
- την κρίση της Ευρώπης
- τις προοπτικές των Σοσιαλιστών
Το 1984, σε ηλικία μόλις 37 ετών, ο Λωράν Φαμπιούς έγινε ο νεώτερος Πρωθυπουργός στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Το «τρομερό παιδί» του Φρανσουά Μιτεράν συνέδεσε το όνομά του με την ιστορική στροφή των Γάλλων σοσιαλιστών προς τα «δεξιά», τη διάλυση της συμμαχίας με το ΚΚ και την την αποδοχή μιας ουσιαστικά φιλελεύθερης οικονομικής διαχείρισης. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φαμπιούς από ηγέτης της «δεξιάς» έγινε ηγέτης της «αριστερής» πτέρυγας του ΣΚ, αφότου πρωτοστάτησε στην απόρριψη του ευρωσυντάγματος στο δημοψήφισμα του 2005, ηγούμενος εκείνων των σοσιαλιστών που άσκησαν δριμεία κριτική στον «σοσιαλφιλελευθερισμό». Μια στάση που επιδοκιμάστηκε μεν από τους ψηφοφόρους, περιλαμβανομένης της πλειοψηφίας των Σοσιαλιστών ψηφοφόρων, του στοίχισε όμως το μένος τόσο του γαλλικού κατεστημένου, όσο και της ηγεσίας του κόμματός του, που είδαν, στο πρόσωπό του, έναν «προδότη». Τον συνατήσαμε και μιλήσαμε μαζί του κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στην Αθήνα, όπου μίλησε για το ευρώ.
Eρ. Πως σας φαίνεται η Αθήνα ξανά με κυβέρνηση σοσιαλιστών;
Απ. Εντυπωσιάστηκα από την πολύ θετική απήχηση της νέας κυβέρνησης. Είναι σημαντικό αυτό, γιατί μια κυβέρνηση, για να πετύχει, πρέπει να ξεκινά με σημαντική λαϊκή υποστήριξη. Αυτή η κυβέρνηση έχει πολλά ατού για να πετύχει.
Ερ. Αντιμετωπίζουμε σήμερα μια κρίση της Ευρώπης, αλλά και μια διεύρυνση της ΕΕ που προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις, ιδίως όταν μιλάμε για ένταξη της Τουρκίας, εναντίον της οποίας είχατε ταχθεί.
Απ. Υπάρχει κατ΄αρχήν το γενικό θέμα της διεύρυνσης. ‘Οταν φτιάξαμε την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, την φτιάξαμε στη βάση κανόνων που προϋπέθεταν ότι θα ήταν μια αρκετά μικρή ‘Ενωση. Είμαστε έξη, εννιά, δεκαπέντε. Αρχίσαμε τη μεγάλη διεύρυνση, που ήταν αναγκαία, προς τις ανατολικές χώρες κλπ., πριν εμβαθύνουμε την ‘Ενωση. Υπήρχαν ιστορικές αιτίες γι’ αυτό, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε, η πτώση του τείχους κλπ. Αφού όμως η διεύρυνση προηγήθηκε της εμβάθυνσης, μια σειρά κανόνες βρέθηκαν μη προσαρμοσμένοι. Και αυτοί οι κανόνες δεν άλλαξαν. Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα; Συμμετείχα σε πολλά Συμβούλια αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Γίνονται Συμβούλια Υπουργών κάθε βδομάδα. Πρέπει να βρεθεί μια κοινή λύση, ο κανόνας είναι σε πολλούς τομείς η ομοφωνία ή η ενισυχμένη πλειοψηφία, με 27 γύρω από το τραπέζι γίνεται πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό είναι έτσι, είναι ένα γεγονός. Οι κανόνες δεν προσαρμόστηκαν. Αυτό είναι ένα πρώτο σημείο και εξηγεί τον σκεπτικισμό που αναφέρατε απέναντι στην Ευρώπη. Οι Γάλλοι είναι πολύ Ευρωπαίοι, υποστηρίζουν πολύ την Ευρώπη, αλλά θέλουν μια Ευρώπη που προχωρά και τους προστατεύει. Διαπίστωσαν ότι δεν προχωρά πολύ γρήγορα και ότι, ενίοτε, δεν τους προστατεύει. Υπάρχει μια εξαίρεση, κι αυτή είναι το ευρώ. Το ευρώ π.χ. στην κρίση μας προστάτευσε. Αν, επιπλέον της οικονομικής, χρηματιστικής και κοινωνικής κρίσης είχαμε και νομισματική κρίση θάταν φοβερό. Από την άποψη αυτή, ήταν μια επιτυχία του ευρώ. Αλλά το ευρώ, στη Γαλλία και όχι μόνο, θεωρήθηκε υπεύθυνο μιας αύξησης των τιμών, όταν αλλάξαμε νόμισμα.
Ερώτ. Δεν είναι αλήθεια;
Απάντ. Είναι αλήθεια για τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όχι για το σύνολο. Γι’ αυτό, η κρίση των Γάλλων για το ευρώ και όχι μόνο είναι αρκετά αμφίθυμη.
Ερ. Είδαμε μια πολύ σκληρή κριτική του τρόπου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των μονεταριστικών κανόνων που της επιβλήθηκαν, κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος που διεξάγατε για το ευρωσύνταγμα το 2005. Και αυτό ήταν ένα από τα πολύ δυνατά σημεία των αντιπάλων της συνθήκης.
Ερ. Αυτό είναι απολύτως ακριβές. Αυτό που λέγαμε τότε είναι ότι κανένα σύνταγμα δεν επιβάλλεται να συμπεριλάβει νομισματικούς κανόνες, καμια χώρα στον κόσμο δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Αυτό ήταν το ένα επιχείρημά μας, όσων ταχθήκαμε υπέρ του όχι στη συνταγματική συνθήκη.’Ενα δεύτερο σημείο δεν αφορούσε την αρχή του ευρώ, εγώ ήμουν ένθερμος οπαδός του ευρώ, αλλά τη διαχείριση του ευρώ. Υπάρχουν νομίσματα που διαχειρίζονται πολιτικά, το δολλάριο, το γουάν, η λίρα. Το ευρώ διαχειρίζεται λίγο παθητικά, από μια Κεντρική Τράπεζα, ανεξάρτητη, πολύ καλά, αλλά που εκτιμά ότι δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Εκεί υπάρχει μια συζήτηση και πολλοί, μεταξύ των οποίων και εγώ, λένε ότι πρέπει μεν η τράπεζα να είναι ανεξάρτητη, αλλά να συζητάει, παρόλα αυτά με τις πολιτικές αρχές κλπ.
Σε ότι αφορά τώρα την Τουρκία, υπάρχει στη Γαλλία μια κατάσταση ιδιαίτερη, έχετε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που είναι εχθρικός στην τουρκική ένταξη
Ερ. Είναι όντως; Γιατί μερικές φορές δεν ξέρω πως να ερμηνεύσω τον κ. Σαρκοζί. Τη μια λέει ότι δεν θέλει την Τουρκία στην ΕΕ, την άλλη τροποποιεί το σύνταγμα ώστε να μη χρειάζεται δημοψήφισμα για την ένταξή της.
Απ. Εγώ δεν είμαι ο καλύτερος ερμηνευτής της σκέψης του, τα διαπιστώνω κι εγώ αυτά που λέτε, ας μείνουμε όμως στις επίσημες θέσεις που υιοθετήθηκαν και πάνε σε αυτή την κατεύθυνση, κατά της ένταξης. Ι κ. Σαρκοζί λέει δεν θέλω την ένταξη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα λέει ότι είμαστε μάλλον υπέρ, υπό τον όρο βεβαίως ότι θα εκπληρωθούν οι όροι, που προς το παρόν δεν εκπληρώνονται, αλλά στο μέλλον γιατί όχι; Προσωπικά εγώ έχω μια διαφορετική θέση, μιλάω για την προσωπική μου θέση. Η Τουρκία είναι μια πολύ μεγάλη χώρα. Μπορούμε να θέσουμε, αλλά αυτός δεν είναι απόλυτος κανόνας, το θέμα της γεωγραφίας, αν η Τουρκία είναι ή δεν είναι στην Ευρώπη. Κυρίως όμως, πιστεύω ότι, όσο πρέπει να έχουμε προνομιακές σχέσεις με την Τουρκία, που είναι άμεσος εταίρος μας, τόσο είναι δύσκολο να εντάξουμε αυτή τη χώρα στον μηχανισμό αποφάσεων. Δεν είναι τόσο πολιτική απόφαση, όσο πραγματιστική απόφαση. Είναι ήδη τόσο δύσκολη η λήψη αποφάσεων με 27, ώστε αν γίνουμε αύριο 30 ή 35, γιατί το ίδιο ζήτημα μπορεί επίσης να τεθεί όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για την Ουκρανία και άλλες χώρες, στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση γίνεται τόσο μεγάλη που διαλύεται. Εγώ θέλω να προχωρήσει η Ευρώπη και σκέφτομαι ότι, σε έναν ορίζοντα προβλέψιμο, δεν ξέρω τι θα γίνει σε 50 χρόνια, αλλά στον προβλέψιμο ορίζοντα, θα προτιμούσα μια Ευρώπη που προχωράει γρήγορα, που έχει προνομιακές σχέσεις, ιδίως με την Τουρκία, που βοηθάει στο οικονομικό επίπεδο την Τουρκία, αν χρειάζεται βοήθεια, αλλά χωρίς να μπερδεύουμε τις χώρες που συνιστούν τμήμα της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης με τις χώρες της περιφέρειας.
Ερ. Στο τουρκικό θέμα δόθηκαν πολλές υποσχέσεις, υπήρξε πολύς οπορτουνισμός. Από τη μια οι 27 λένε ότι υποστηρίζουν την ένταξη. Από την άλλη, όλοι ξέρουμε ότι μακροχρόνια, θα είναι πολύ δύσκολο για τους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους ‘Ελληνες, τους Κύπριους, να αποδεχθούμε την Τουρκία ως μέλος. Μοιάζει να μην τη θέλουμε μεν, να ψηφίζουμε όμως υπέρ της ένταξής της.
Απ. Είναι αλήθεια. Και οι Τούρκοι μας το λένε. Εγώ συμμετείχα ή προετοίμασα Συμβούλια, όπου υπήρχε ένας «γύρος του τραπεζιοιύ» των Υπουργών, Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων. ‘Ηταν, πως να σας το πω, δεν θα τόλεγα υποκριτικό, αλλά πάντως μια πολύ ειδική κατάσταση. ‘Ακουγα τους επικεφαλής των αντιπροσωπειών να λένε «Ναι, ναι», στην Τουρκία, περιμένοντας, ελπίζοντας ότι θα πει «’Οχι» ο διπλανός τους! Εγώ νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα το θέμα να τεθεί με τρόπο σαφέστερο και με περισσότερο κουράγιο. Η Τουρκία είναι μεγάλη χώρα, έχουμε κάθε λόγο, πρέπει να διατηρούμε εξαίρετες σχέσεις μαζί της. Αλλά εξαίρετες σχέσεις δεν σημαίνει να προσχωρήσει όλος ο κόσμος στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση. Αλλά αναγνωρίζω επίσης το θεμιτό των τουρκικών διαμαρτυριών, γιατί ακριβώς μπορούν να στηριχτούν στις δηλώσεις μας.
Ερ. Αυτή η ευρωτουρκική σχέση κιινδυνεύει να γίνει η μητέρα όλων των παρεξηγήσεων...
Απ. Ναι και γι΄αυτό χρειάζεται να διαλύσουμε όλες τις παρεξηγήσεις, αλλά δεν σημαίνει ότι επειδή έχουμε στενές σχέσεις πρέπει, αυτόματα, η Τουρκία να γίνει τμήμα του μηχανισμού απόφασης.
Ερ. Ορισμένοι υποπτεύονται μια εξωευρωπαϊκή, «αυτοκρατορική» θέληση, πίσω από την επιθυμία ένταξης της Τουρκίας...
Απ. Ο δικός μου φόβος είναι η διάλυση της Ευρώπης.
Ερ. Η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι μέλος της ΕΕ και απειλεί ένα άλλο μέλος, την Ελλάδα. Δεν είναι παράδοξο μια χώρα με τέτοια συμπεριφορά να έχει αρχίσει διαπραγματεύσεις ένταξης, από την άποψη του αυτοσεβασμού της ίδιας της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης;
Απ. Δεν θέλω να αναμειχθώ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αλλά σε σχέση με το ζήτημα αυτό και με το κυπριακό, η θέση μας δεν μπορεί να είναι διαφορετική από τη θέση της διεθνούς κοινότητας και του ΟΗΕ.
Ερ. Παρατηρούμε μια μεγάλη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας. Χάνει τις εκλογές, με την εξαίρεση της Ελλάδας...
Απ. Σημειώνεται ένα εκπληκτικό παράδοξο. Η οικονομική, η χρηματιστική, η οικολογική κρίση επιβεβαιώνουν τις θέσεις της αριστεράς...
Ερ. ...Η αριστερά θυμάται τις θέσεις της;
Απ. Το νομίζω, το ελπίζω. Η Δεξιά μας είπε επί χρόνια «ζήτω η αυτορρύθμιση», «ζήτω ο νόμος της αγοράς», «πυροβολήστε κάθε κρατική παρέμβαση». Και είδαμε τώρα τη χρεωκοπία αυτών των σχημάτων, με την κρίση. Ενώ η αριστερά, έστω και υπερβολικά δειλά, έθεσε το ζήτημα της ανάγκης κάποιας ρύθμισης, κάποιου πλαισίου στην αγορά. Το χρήμα πρέπει να είναι στην υπηρεσία της οικονομίας, η οικονομία στην υπηρεσία του Ανθρώπου. Οι δυσκολίες του κόσμου αναδεικνύουν την ορθή θεμελίωση των θέσεων της αριστεράς. Αλλά, είναι αλήθεια, η αριστερά δεν επωφελείται!
Ερ. Γιατί;
Απ. Υπάρχουν τρεις ή τέσσερις σειρές αιτιών. Σε κάθε κρίση, ο πληθυσμός έχει τάση να πηγαίνει εκεί που εκτιμά ότι υπάρχει η δύναμη (πυγμή, autorite), εντός εισαγωγικών. Πιστεύουν, εσφαλμένα, ότι η δύναμη ενσαρκώνεται περισσότερο στη δεξιά, παρά στην αριστερά. Δεύτερο, οι μεγάλες διεκδικήσεις της αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, έχουν στο μεγαλύτερο μέρος ικανοποιηθεί και, επομένως, το πρόγραμμα της αριστεράς έχει κάπως εξαντληθεί και δεν μπόρεσε να ανανεωθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό. Τρίτο, η κλασική προσέγγιση της σοσιαλδημοκρατίας ήταν εθνική, διεθνιστική πιθανά, αλλά βασισμένη σε μάλλον εθνικά εργαλεία παρέμβασης. Σήμερα, καταλαβαίνουμε, ότι χρειάζεται μια ευρωπαϊκή ή παγκόσμια παρέμβαση. Τέταρτο, η σοσιαλδημοκρατία έχει μια ιστορική καταγωγή, πάλεψε κατά της εκμετάλλευσης, αναζήτησε τον συμβιβασμό ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, αλλά, επί πολύ μεγάλο διάστημα, δεν πήρε υπόψιν της τη διάσταση «περιβάλλον». Πρέπει λοιπόν να κάνει όλες αυτές τις «επιδιορθώσεις», τις προσαρμογές (ajustements). Και, όπως είπατε πριν γελώντας, η αριστερά καμμιά φορά ξέχασε κάπως τις θέσεις της, με αποτέλεσμα να υπάρξει σύγχυση αριστεράς και δεξιάς.
Ερ. Μια κεϋνσιανή προσέγγιση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο θα μπορούσε να είναι λύση;
Απ. Νεοκεϋνσιανή. Στο κάτω-κάτω ο τρόπος που σώσαμε τις οικονομίες του κόσμου φέτος, σε αντίθεση με το 1929, είναι κεϋνσιανή προσέγγιση. Χρειάζεται παρέμβαση του δημοσίου. Μπορούμε να επικρίνουμε τη μορφή παρέμβασης, αλλά αν δεν υπήρχε...
Ερ.Υπήρξε δημόσια παρέμβαση, αλλά δεν υπήρξε στοιχείο αναδιανομής...
Απ. ‘Οχι ακόμα. Αλλά, σε αντίθεση με το 1929, οι κεντρικές τράπεζες παρενέβησαν μαζικά. Βεβαίως η συνέπεια ήταν η αύξηση των χρεών, αλλά η οικονομία δεν κατέρρευσε. Σε αντίθεση με το 1929, υπήρξαν σχέδια προϋπολογισμών, έστω κι αν συντονίσθηκαν ανεπαρκώς. Κι έτσι η οικονομία δεν κατέρρευσε πλήρως. Η ιδέα της ρύθμισης, της δημόσιας παρέμβασης είναι χρήσιμη, αλλά πρέπει να συμπληρωθεί από μια προσπάθεια αναδιανομής και βέβαια να πάει προς μια καινούρια ανάπτυξη, που είναι όλη η συζήτηση για τη βιώσιμη, την πράσινη ανάπτυξη. Αλλά, προφανώς, αυτός ο νεοκεϋνσιανισμός είναι απαραίτητος.
Ερώτ. Το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της Ευρώπης επιτρέπει τέτοιες παρεμβάσεις;
Απάντ. Είναι ανεπαρκές. Η Ευρώπη πρέπει βεβαίως να παρέμβει, αλλά με πολύ πιο συντονισμένο τρόπο. Αυτό σημαίνει να υπάρχει ένας Ευρωπαίος ρυθμιστής μάλλον, παρά εθνικοί ρυθμιστές. Πρέπει να υπάρξει φορολογική και κοινωνική εναρμόνιση. Δεν μπορείτε να έχετε ενιαίο νόμισμα που να διαρκέσει, κάτι που είναι πολύ σημαντικό, αν υπάρχουν οικονομικές, δημοσιονομικές, κιοινωνικές πολιτικές πολύ διαφορετικές. Αν θέλουμε ένα στέρεο ευρώ χρειάζεται ένας σύνδεσμος μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της πολιτικής αρχής, ένα οικονομικό «πιλοτάρισμα» και η Ευρωομάδα (σ.σ. Eurogroup, η ομάδα των κυβερνήσεων των χωρών που έχουν υιοθετήσει τιο ευρώ) θα αποκτήσουν έναν ρόλο πολύ πιο σημαντικό, γιατί έχετε νομίσματα που «πιλοτάρονται» πολιτικά, το δολλάριο, το γουάν, τη λίρα και ένα νόμισμα, το ευρώ, που δεν «πιλοτάρεται».
Ερ. Πως θα τα κάνετε αυτά. Για να αλλάξετε τις συνθήκες χρειάζεται η έγκριση και των 27...
Απ. Εγώ είμαι πραγματιστής. Χρειάζεται τουλάχιστο οι πολιτικοί υπέθυνοι να αναλάβουν το βάρος των ευθυνών τους. Δεν απαγορεύεται ο διάλογος ανάμεσα στην Τράπεζα και την πολιτική αρχή. Πρέπει να γίνουν αλλαγές και μόνο αν η Ευρώπη πιστεύει στον εαυτό της μπορεί να προχωρήσει σε επαρκείς μεταβολές. Η αριστερά έχει αυτή τη θέση.
Ερώτ. Είσαστε ένας από τους λίγους πολιτικούς που κάλεσαν τον γαλλικό λαό να καταψηφίσει το 2005 την ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη. Εγώ είχα έρθει στη Γαλλία, παρακολούθησα αυτή την εκπληκτική προεκλογική καμπάνια. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα πολίτες μιας χώρας να συζητάνε σε τόσο βαθύ επίπεδο, στα καφενεία, στις ταβέρνες, στο δρόμο ιδέες για την οικονομία, την παγκοσμιοποίηση κλπ. σε ένα επίπεδο αξιοζήλευτο και για ειδικούς. Οι Γάλλοι έδωσαν 55% στο ‘Οχι, παρά την κινητοποίηση όλου του κατεστημένου, σε Γαλλία και Ευρώπη. Μετά είχαμε την εξέγερση των προαστίων, είχαμε μια μεγάλη ειρηνική εξέγερση την άνοιξη, αλλά δεν δόθηκε καμιά συνέχεια. Το ‘Οχι στο ευρωσύνταγμα δεν έγινε Ναι. Γιατί;
Ερώτ. Τάχθηκα υπέρ του ‘Οχι το 2005 και δεν μετανοιώνω. Αλλά η δύναμη του ‘Οχι ήταν ετερογενής. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Υπήρχαν άνθρωποι σαν εμένα, πεπεισμένοι Ευρωπαίοι, που θεωρούσαν το Σύνταγμα κακό, γιατί ήταν ανεπαρκές και δεν επέτρεπε στην Ευρώπη προόδους. Είχατε όμως και πεπεισμένους αντι-Ευρωπαίους, που έλεγαν όχι σε οτιδήποιτε ευρωπαϊκό. Δεν γινόταν να ενωθούν όλοι αυτοί σε ένα σχέδιο. Αλλά έχετε απόλυτο δίκηο όταν λέτε ότι ήταν μια στιγμή που η συζήτηση, τοιυλάχιστο στη Γαλλία, ήταν τόσο βαθειά. Εγώ έχω ένα εξοχικό σε ένα μικρό χωριουδάκι, 300 κατοίκων, και θυμάμαι έγινε μια συγκέντρωση-συζήτηση των εκατό από τους κατοίκους, που κρατούσαν τη συνθήκη στο χέρι! ‘Ηταν μια λαϊκή εμπειρία πολύ δυνατή και το ‘Οχι κέρδισε εναντίον όλων των κατεστημένων δυνάμεων. Το συνπέρασμά μου: οι Γάλλοι είναι πολύ υπέρ της Ευρώπης, αλλά θέλουν μια Ευρώπη που τους προστατεύει, όχι μια Ευρώπη που τους εκθέτει. Θέλουν μια Ευρώπη πιο κοινωνική, πιο δημοκρατική, πιο οικολογική. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν ήταν ‘Οχι στην Ευρώπη, ήταν Ναι σε μια διαφορετική Ευρώπη και νομίζω ότι αυτό το αίσθημα το βρίσκουμε και σε πολλές άλλες χώρες. Το άλλο ζήτημα βέβαια που με σοκάρει είναι ότι δεν βγάλαμε τα δημοκρατικά συμπεράσματα από όλα αυτά. Κάθε φορά, π.χ. στις τελευταίες ευρωεκλογές υπήρχε πολύ αποχή. Λένε λοιπόν πρέπει να διδαχθούμε, να βγάλουμε συμπεράσματα. Αλλά δεν βγάζουμε κανένα συμπέρασμα. Για να γίνει δημοφιλής η Ευρώπη πρέπει να κατεβούμε στη συζήτηση, στο συγκεκριμένο...
Ερώτ. Μιλάτε για μια διαφορετική Ευρώπη. Αλλά υπάρχει έστω το περίγραμμα μιας τέτοιας, διαφορετικής Ευρώπης; Είπατε πριν σωστά ότι οι δυνάμεις του ‘Οχι ήταν ετερογενείς. Παρά την ετερογένεια όλες συμφωνούσαν στην αντίθεση στο υπερφιλελεύθερο σύστημα, όλες ήταν κριτικές απέναντι στη διεύρυνση, όλες ήθελαν μια ισχυρότερη κοινωνική πολιτική και στο βάθος υπήρχε και ένα αίτημα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας. ‘Οσοι ψήφισαν ‘Οχι δεν ήθελαν τον φιλελευθερισμό, ήταν κριτικοί απέναντι στη διεύρυνση, ήθελαν εντονότερη κοινωνική διάσταση. Και στο βάθος, αν και δεν έγινε μεγάλη συζήτηση,υπήρχε ένα αίτημα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας. Δεν ήταν αυτές επαρκείς συγκλίσεις;
Απάντ. ‘Εχετε δίκηο ως προς τις συγκλίσεις. Υπήρξαν αυτές οι συγκλίσεις. Από την άλλη όμως υπήρχαν πολιτικές διαφορές. Να σας δώσω ένα παράδειγμα, εγώ είμαι πεπεισμένος ευρωπαϊστής, αλλά «όχι» ψήφισαν και οι ακροδεξιοί με τους οποίους δεν έχω καμιά σχέση. Το στρατόπεδο του «όχι» ήταν ετερογενές, όπως ετερογενές ήταν και το στρατόπεδο του «ναι», είχε και δεξιούς και αριστερούς. Δεν μπορούσε να στηριχθεί εκεί ένα σχέδιο. ‘Εχετε δίκηο όμως ότι το δημιοψήφισμα σηματοδότησε την ανάγκη διαφορετικής Ευρώπης. Και δεν είναι το θεσμικό ζήτημα το σπουδαιότερο. Τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει το περιεχόμενο, το κοινωνικό, το οικονομικό, το οικολογικό, το δημοκρατικό ζήτημα. Σε αυτά δουλεύω εγώ τώρα.
"Επίκαιρα", 4.12.2009
- το ευρώ και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
- τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης
- την κρίση της Ευρώπης
- τις προοπτικές των Σοσιαλιστών
Το 1984, σε ηλικία μόλις 37 ετών, ο Λωράν Φαμπιούς έγινε ο νεώτερος Πρωθυπουργός στην ιστορία της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας. Το «τρομερό παιδί» του Φρανσουά Μιτεράν συνέδεσε το όνομά του με την ιστορική στροφή των Γάλλων σοσιαλιστών προς τα «δεξιά», τη διάλυση της συμμαχίας με το ΚΚ και την την αποδοχή μιας ουσιαστικά φιλελεύθερης οικονομικής διαχείρισης. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Φαμπιούς από ηγέτης της «δεξιάς» έγινε ηγέτης της «αριστερής» πτέρυγας του ΣΚ, αφότου πρωτοστάτησε στην απόρριψη του ευρωσυντάγματος στο δημοψήφισμα του 2005, ηγούμενος εκείνων των σοσιαλιστών που άσκησαν δριμεία κριτική στον «σοσιαλφιλελευθερισμό». Μια στάση που επιδοκιμάστηκε μεν από τους ψηφοφόρους, περιλαμβανομένης της πλειοψηφίας των Σοσιαλιστών ψηφοφόρων, του στοίχισε όμως το μένος τόσο του γαλλικού κατεστημένου, όσο και της ηγεσίας του κόμματός του, που είδαν, στο πρόσωπό του, έναν «προδότη». Τον συνατήσαμε και μιλήσαμε μαζί του κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής του στην Αθήνα, όπου μίλησε για το ευρώ.
Eρ. Πως σας φαίνεται η Αθήνα ξανά με κυβέρνηση σοσιαλιστών;
Απ. Εντυπωσιάστηκα από την πολύ θετική απήχηση της νέας κυβέρνησης. Είναι σημαντικό αυτό, γιατί μια κυβέρνηση, για να πετύχει, πρέπει να ξεκινά με σημαντική λαϊκή υποστήριξη. Αυτή η κυβέρνηση έχει πολλά ατού για να πετύχει.
Ερ. Αντιμετωπίζουμε σήμερα μια κρίση της Ευρώπης, αλλά και μια διεύρυνση της ΕΕ που προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις, ιδίως όταν μιλάμε για ένταξη της Τουρκίας, εναντίον της οποίας είχατε ταχθεί.
Απ. Υπάρχει κατ΄αρχήν το γενικό θέμα της διεύρυνσης. ‘Οταν φτιάξαμε την Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, την φτιάξαμε στη βάση κανόνων που προϋπέθεταν ότι θα ήταν μια αρκετά μικρή ‘Ενωση. Είμαστε έξη, εννιά, δεκαπέντε. Αρχίσαμε τη μεγάλη διεύρυνση, που ήταν αναγκαία, προς τις ανατολικές χώρες κλπ., πριν εμβαθύνουμε την ‘Ενωση. Υπήρχαν ιστορικές αιτίες γι’ αυτό, δεν μπορούσαμε να περιμένουμε, η πτώση του τείχους κλπ. Αφού όμως η διεύρυνση προηγήθηκε της εμβάθυνσης, μια σειρά κανόνες βρέθηκαν μη προσαρμοσμένοι. Και αυτοί οι κανόνες δεν άλλαξαν. Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα; Συμμετείχα σε πολλά Συμβούλια αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων. Γίνονται Συμβούλια Υπουργών κάθε βδομάδα. Πρέπει να βρεθεί μια κοινή λύση, ο κανόνας είναι σε πολλούς τομείς η ομοφωνία ή η ενισυχμένη πλειοψηφία, με 27 γύρω από το τραπέζι γίνεται πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό είναι έτσι, είναι ένα γεγονός. Οι κανόνες δεν προσαρμόστηκαν. Αυτό είναι ένα πρώτο σημείο και εξηγεί τον σκεπτικισμό που αναφέρατε απέναντι στην Ευρώπη. Οι Γάλλοι είναι πολύ Ευρωπαίοι, υποστηρίζουν πολύ την Ευρώπη, αλλά θέλουν μια Ευρώπη που προχωρά και τους προστατεύει. Διαπίστωσαν ότι δεν προχωρά πολύ γρήγορα και ότι, ενίοτε, δεν τους προστατεύει. Υπάρχει μια εξαίρεση, κι αυτή είναι το ευρώ. Το ευρώ π.χ. στην κρίση μας προστάτευσε. Αν, επιπλέον της οικονομικής, χρηματιστικής και κοινωνικής κρίσης είχαμε και νομισματική κρίση θάταν φοβερό. Από την άποψη αυτή, ήταν μια επιτυχία του ευρώ. Αλλά το ευρώ, στη Γαλλία και όχι μόνο, θεωρήθηκε υπεύθυνο μιας αύξησης των τιμών, όταν αλλάξαμε νόμισμα.
Ερώτ. Δεν είναι αλήθεια;
Απάντ. Είναι αλήθεια για τα προϊόντα ευρείας κατανάλωσης, όχι για το σύνολο. Γι’ αυτό, η κρίση των Γάλλων για το ευρώ και όχι μόνο είναι αρκετά αμφίθυμη.
Ερ. Είδαμε μια πολύ σκληρή κριτική του τρόπου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, των μονεταριστικών κανόνων που της επιβλήθηκαν, κατά τη διάρκεια του δημοψηφίσματος που διεξάγατε για το ευρωσύνταγμα το 2005. Και αυτό ήταν ένα από τα πολύ δυνατά σημεία των αντιπάλων της συνθήκης.
Ερ. Αυτό είναι απολύτως ακριβές. Αυτό που λέγαμε τότε είναι ότι κανένα σύνταγμα δεν επιβάλλεται να συμπεριλάβει νομισματικούς κανόνες, καμια χώρα στον κόσμο δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Αυτό ήταν το ένα επιχείρημά μας, όσων ταχθήκαμε υπέρ του όχι στη συνταγματική συνθήκη.’Ενα δεύτερο σημείο δεν αφορούσε την αρχή του ευρώ, εγώ ήμουν ένθερμος οπαδός του ευρώ, αλλά τη διαχείριση του ευρώ. Υπάρχουν νομίσματα που διαχειρίζονται πολιτικά, το δολλάριο, το γουάν, η λίρα. Το ευρώ διαχειρίζεται λίγο παθητικά, από μια Κεντρική Τράπεζα, ανεξάρτητη, πολύ καλά, αλλά που εκτιμά ότι δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Εκεί υπάρχει μια συζήτηση και πολλοί, μεταξύ των οποίων και εγώ, λένε ότι πρέπει μεν η τράπεζα να είναι ανεξάρτητη, αλλά να συζητάει, παρόλα αυτά με τις πολιτικές αρχές κλπ.
Σε ότι αφορά τώρα την Τουρκία, υπάρχει στη Γαλλία μια κατάσταση ιδιαίτερη, έχετε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που είναι εχθρικός στην τουρκική ένταξη
Ερ. Είναι όντως; Γιατί μερικές φορές δεν ξέρω πως να ερμηνεύσω τον κ. Σαρκοζί. Τη μια λέει ότι δεν θέλει την Τουρκία στην ΕΕ, την άλλη τροποποιεί το σύνταγμα ώστε να μη χρειάζεται δημοψήφισμα για την ένταξή της.
Απ. Εγώ δεν είμαι ο καλύτερος ερμηνευτής της σκέψης του, τα διαπιστώνω κι εγώ αυτά που λέτε, ας μείνουμε όμως στις επίσημες θέσεις που υιοθετήθηκαν και πάνε σε αυτή την κατεύθυνση, κατά της ένταξης. Ι κ. Σαρκοζί λέει δεν θέλω την ένταξη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα λέει ότι είμαστε μάλλον υπέρ, υπό τον όρο βεβαίως ότι θα εκπληρωθούν οι όροι, που προς το παρόν δεν εκπληρώνονται, αλλά στο μέλλον γιατί όχι; Προσωπικά εγώ έχω μια διαφορετική θέση, μιλάω για την προσωπική μου θέση. Η Τουρκία είναι μια πολύ μεγάλη χώρα. Μπορούμε να θέσουμε, αλλά αυτός δεν είναι απόλυτος κανόνας, το θέμα της γεωγραφίας, αν η Τουρκία είναι ή δεν είναι στην Ευρώπη. Κυρίως όμως, πιστεύω ότι, όσο πρέπει να έχουμε προνομιακές σχέσεις με την Τουρκία, που είναι άμεσος εταίρος μας, τόσο είναι δύσκολο να εντάξουμε αυτή τη χώρα στον μηχανισμό αποφάσεων. Δεν είναι τόσο πολιτική απόφαση, όσο πραγματιστική απόφαση. Είναι ήδη τόσο δύσκολη η λήψη αποφάσεων με 27, ώστε αν γίνουμε αύριο 30 ή 35, γιατί το ίδιο ζήτημα μπορεί επίσης να τεθεί όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για την Ουκρανία και άλλες χώρες, στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση γίνεται τόσο μεγάλη που διαλύεται. Εγώ θέλω να προχωρήσει η Ευρώπη και σκέφτομαι ότι, σε έναν ορίζοντα προβλέψιμο, δεν ξέρω τι θα γίνει σε 50 χρόνια, αλλά στον προβλέψιμο ορίζοντα, θα προτιμούσα μια Ευρώπη που προχωράει γρήγορα, που έχει προνομιακές σχέσεις, ιδίως με την Τουρκία, που βοηθάει στο οικονομικό επίπεδο την Τουρκία, αν χρειάζεται βοήθεια, αλλά χωρίς να μπερδεύουμε τις χώρες που συνιστούν τμήμα της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης με τις χώρες της περιφέρειας.
Ερ. Στο τουρκικό θέμα δόθηκαν πολλές υποσχέσεις, υπήρξε πολύς οπορτουνισμός. Από τη μια οι 27 λένε ότι υποστηρίζουν την ένταξη. Από την άλλη, όλοι ξέρουμε ότι μακροχρόνια, θα είναι πολύ δύσκολο για τους Γάλλους, τους Γερμανούς, τους ‘Ελληνες, τους Κύπριους, να αποδεχθούμε την Τουρκία ως μέλος. Μοιάζει να μην τη θέλουμε μεν, να ψηφίζουμε όμως υπέρ της ένταξής της.
Απ. Είναι αλήθεια. Και οι Τούρκοι μας το λένε. Εγώ συμμετείχα ή προετοίμασα Συμβούλια, όπου υπήρχε ένας «γύρος του τραπεζιοιύ» των Υπουργών, Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων. ‘Ηταν, πως να σας το πω, δεν θα τόλεγα υποκριτικό, αλλά πάντως μια πολύ ειδική κατάσταση. ‘Ακουγα τους επικεφαλής των αντιπροσωπειών να λένε «Ναι, ναι», στην Τουρκία, περιμένοντας, ελπίζοντας ότι θα πει «’Οχι» ο διπλανός τους! Εγώ νομίζω ότι θα ήταν καλύτερα το θέμα να τεθεί με τρόπο σαφέστερο και με περισσότερο κουράγιο. Η Τουρκία είναι μεγάλη χώρα, έχουμε κάθε λόγο, πρέπει να διατηρούμε εξαίρετες σχέσεις μαζί της. Αλλά εξαίρετες σχέσεις δεν σημαίνει να προσχωρήσει όλος ο κόσμος στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση. Αλλά αναγνωρίζω επίσης το θεμιτό των τουρκικών διαμαρτυριών, γιατί ακριβώς μπορούν να στηριχτούν στις δηλώσεις μας.
Ερ. Αυτή η ευρωτουρκική σχέση κιινδυνεύει να γίνει η μητέρα όλων των παρεξηγήσεων...
Απ. Ναι και γι΄αυτό χρειάζεται να διαλύσουμε όλες τις παρεξηγήσεις, αλλά δεν σημαίνει ότι επειδή έχουμε στενές σχέσεις πρέπει, αυτόματα, η Τουρκία να γίνει τμήμα του μηχανισμού απόφασης.
Ερ. Ορισμένοι υποπτεύονται μια εξωευρωπαϊκή, «αυτοκρατορική» θέληση, πίσω από την επιθυμία ένταξης της Τουρκίας...
Απ. Ο δικός μου φόβος είναι η διάλυση της Ευρώπης.
Ερ. Η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που είναι μέλος της ΕΕ και απειλεί ένα άλλο μέλος, την Ελλάδα. Δεν είναι παράδοξο μια χώρα με τέτοια συμπεριφορά να έχει αρχίσει διαπραγματεύσεις ένταξης, από την άποψη του αυτοσεβασμού της ίδιας της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης;
Απ. Δεν θέλω να αναμειχθώ στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Αλλά σε σχέση με το ζήτημα αυτό και με το κυπριακό, η θέση μας δεν μπορεί να είναι διαφορετική από τη θέση της διεθνούς κοινότητας και του ΟΗΕ.
Ερ. Παρατηρούμε μια μεγάλη κρίση της σοσιαλδημοκρατίας. Χάνει τις εκλογές, με την εξαίρεση της Ελλάδας...
Απ. Σημειώνεται ένα εκπληκτικό παράδοξο. Η οικονομική, η χρηματιστική, η οικολογική κρίση επιβεβαιώνουν τις θέσεις της αριστεράς...
Ερ. ...Η αριστερά θυμάται τις θέσεις της;
Απ. Το νομίζω, το ελπίζω. Η Δεξιά μας είπε επί χρόνια «ζήτω η αυτορρύθμιση», «ζήτω ο νόμος της αγοράς», «πυροβολήστε κάθε κρατική παρέμβαση». Και είδαμε τώρα τη χρεωκοπία αυτών των σχημάτων, με την κρίση. Ενώ η αριστερά, έστω και υπερβολικά δειλά, έθεσε το ζήτημα της ανάγκης κάποιας ρύθμισης, κάποιου πλαισίου στην αγορά. Το χρήμα πρέπει να είναι στην υπηρεσία της οικονομίας, η οικονομία στην υπηρεσία του Ανθρώπου. Οι δυσκολίες του κόσμου αναδεικνύουν την ορθή θεμελίωση των θέσεων της αριστεράς. Αλλά, είναι αλήθεια, η αριστερά δεν επωφελείται!
Ερ. Γιατί;
Απ. Υπάρχουν τρεις ή τέσσερις σειρές αιτιών. Σε κάθε κρίση, ο πληθυσμός έχει τάση να πηγαίνει εκεί που εκτιμά ότι υπάρχει η δύναμη (πυγμή, autorite), εντός εισαγωγικών. Πιστεύουν, εσφαλμένα, ότι η δύναμη ενσαρκώνεται περισσότερο στη δεξιά, παρά στην αριστερά. Δεύτερο, οι μεγάλες διεκδικήσεις της αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας, έχουν στο μεγαλύτερο μέρος ικανοποιηθεί και, επομένως, το πρόγραμμα της αριστεράς έχει κάπως εξαντληθεί και δεν μπόρεσε να ανανεωθεί κατά τρόπο ικανοποιητικό. Τρίτο, η κλασική προσέγγιση της σοσιαλδημοκρατίας ήταν εθνική, διεθνιστική πιθανά, αλλά βασισμένη σε μάλλον εθνικά εργαλεία παρέμβασης. Σήμερα, καταλαβαίνουμε, ότι χρειάζεται μια ευρωπαϊκή ή παγκόσμια παρέμβαση. Τέταρτο, η σοσιαλδημοκρατία έχει μια ιστορική καταγωγή, πάλεψε κατά της εκμετάλλευσης, αναζήτησε τον συμβιβασμό ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, αλλά, επί πολύ μεγάλο διάστημα, δεν πήρε υπόψιν της τη διάσταση «περιβάλλον». Πρέπει λοιπόν να κάνει όλες αυτές τις «επιδιορθώσεις», τις προσαρμογές (ajustements). Και, όπως είπατε πριν γελώντας, η αριστερά καμμιά φορά ξέχασε κάπως τις θέσεις της, με αποτέλεσμα να υπάρξει σύγχυση αριστεράς και δεξιάς.
Ερ. Μια κεϋνσιανή προσέγγιση στο ευρωπαϊκό πλαίσιο θα μπορούσε να είναι λύση;
Απ. Νεοκεϋνσιανή. Στο κάτω-κάτω ο τρόπος που σώσαμε τις οικονομίες του κόσμου φέτος, σε αντίθεση με το 1929, είναι κεϋνσιανή προσέγγιση. Χρειάζεται παρέμβαση του δημοσίου. Μπορούμε να επικρίνουμε τη μορφή παρέμβασης, αλλά αν δεν υπήρχε...
Ερ.Υπήρξε δημόσια παρέμβαση, αλλά δεν υπήρξε στοιχείο αναδιανομής...
Απ. ‘Οχι ακόμα. Αλλά, σε αντίθεση με το 1929, οι κεντρικές τράπεζες παρενέβησαν μαζικά. Βεβαίως η συνέπεια ήταν η αύξηση των χρεών, αλλά η οικονομία δεν κατέρρευσε. Σε αντίθεση με το 1929, υπήρξαν σχέδια προϋπολογισμών, έστω κι αν συντονίσθηκαν ανεπαρκώς. Κι έτσι η οικονομία δεν κατέρρευσε πλήρως. Η ιδέα της ρύθμισης, της δημόσιας παρέμβασης είναι χρήσιμη, αλλά πρέπει να συμπληρωθεί από μια προσπάθεια αναδιανομής και βέβαια να πάει προς μια καινούρια ανάπτυξη, που είναι όλη η συζήτηση για τη βιώσιμη, την πράσινη ανάπτυξη. Αλλά, προφανώς, αυτός ο νεοκεϋνσιανισμός είναι απαραίτητος.
Ερώτ. Το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της Ευρώπης επιτρέπει τέτοιες παρεμβάσεις;
Απάντ. Είναι ανεπαρκές. Η Ευρώπη πρέπει βεβαίως να παρέμβει, αλλά με πολύ πιο συντονισμένο τρόπο. Αυτό σημαίνει να υπάρχει ένας Ευρωπαίος ρυθμιστής μάλλον, παρά εθνικοί ρυθμιστές. Πρέπει να υπάρξει φορολογική και κοινωνική εναρμόνιση. Δεν μπορείτε να έχετε ενιαίο νόμισμα που να διαρκέσει, κάτι που είναι πολύ σημαντικό, αν υπάρχουν οικονομικές, δημοσιονομικές, κιοινωνικές πολιτικές πολύ διαφορετικές. Αν θέλουμε ένα στέρεο ευρώ χρειάζεται ένας σύνδεσμος μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της πολιτικής αρχής, ένα οικονομικό «πιλοτάρισμα» και η Ευρωομάδα (σ.σ. Eurogroup, η ομάδα των κυβερνήσεων των χωρών που έχουν υιοθετήσει τιο ευρώ) θα αποκτήσουν έναν ρόλο πολύ πιο σημαντικό, γιατί έχετε νομίσματα που «πιλοτάρονται» πολιτικά, το δολλάριο, το γουάν, τη λίρα και ένα νόμισμα, το ευρώ, που δεν «πιλοτάρεται».
Ερ. Πως θα τα κάνετε αυτά. Για να αλλάξετε τις συνθήκες χρειάζεται η έγκριση και των 27...
Απ. Εγώ είμαι πραγματιστής. Χρειάζεται τουλάχιστο οι πολιτικοί υπέθυνοι να αναλάβουν το βάρος των ευθυνών τους. Δεν απαγορεύεται ο διάλογος ανάμεσα στην Τράπεζα και την πολιτική αρχή. Πρέπει να γίνουν αλλαγές και μόνο αν η Ευρώπη πιστεύει στον εαυτό της μπορεί να προχωρήσει σε επαρκείς μεταβολές. Η αριστερά έχει αυτή τη θέση.
Ερώτ. Είσαστε ένας από τους λίγους πολιτικούς που κάλεσαν τον γαλλικό λαό να καταψηφίσει το 2005 την ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη. Εγώ είχα έρθει στη Γαλλία, παρακολούθησα αυτή την εκπληκτική προεκλογική καμπάνια. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, είδα πολίτες μιας χώρας να συζητάνε σε τόσο βαθύ επίπεδο, στα καφενεία, στις ταβέρνες, στο δρόμο ιδέες για την οικονομία, την παγκοσμιοποίηση κλπ. σε ένα επίπεδο αξιοζήλευτο και για ειδικούς. Οι Γάλλοι έδωσαν 55% στο ‘Οχι, παρά την κινητοποίηση όλου του κατεστημένου, σε Γαλλία και Ευρώπη. Μετά είχαμε την εξέγερση των προαστίων, είχαμε μια μεγάλη ειρηνική εξέγερση την άνοιξη, αλλά δεν δόθηκε καμιά συνέχεια. Το ‘Οχι στο ευρωσύνταγμα δεν έγινε Ναι. Γιατί;
Ερώτ. Τάχθηκα υπέρ του ‘Οχι το 2005 και δεν μετανοιώνω. Αλλά η δύναμη του ‘Οχι ήταν ετερογενής. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Υπήρχαν άνθρωποι σαν εμένα, πεπεισμένοι Ευρωπαίοι, που θεωρούσαν το Σύνταγμα κακό, γιατί ήταν ανεπαρκές και δεν επέτρεπε στην Ευρώπη προόδους. Είχατε όμως και πεπεισμένους αντι-Ευρωπαίους, που έλεγαν όχι σε οτιδήποιτε ευρωπαϊκό. Δεν γινόταν να ενωθούν όλοι αυτοί σε ένα σχέδιο. Αλλά έχετε απόλυτο δίκηο όταν λέτε ότι ήταν μια στιγμή που η συζήτηση, τοιυλάχιστο στη Γαλλία, ήταν τόσο βαθειά. Εγώ έχω ένα εξοχικό σε ένα μικρό χωριουδάκι, 300 κατοίκων, και θυμάμαι έγινε μια συγκέντρωση-συζήτηση των εκατό από τους κατοίκους, που κρατούσαν τη συνθήκη στο χέρι! ‘Ηταν μια λαϊκή εμπειρία πολύ δυνατή και το ‘Οχι κέρδισε εναντίον όλων των κατεστημένων δυνάμεων. Το συνπέρασμά μου: οι Γάλλοι είναι πολύ υπέρ της Ευρώπης, αλλά θέλουν μια Ευρώπη που τους προστατεύει, όχι μια Ευρώπη που τους εκθέτει. Θέλουν μια Ευρώπη πιο κοινωνική, πιο δημοκρατική, πιο οικολογική. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν ήταν ‘Οχι στην Ευρώπη, ήταν Ναι σε μια διαφορετική Ευρώπη και νομίζω ότι αυτό το αίσθημα το βρίσκουμε και σε πολλές άλλες χώρες. Το άλλο ζήτημα βέβαια που με σοκάρει είναι ότι δεν βγάλαμε τα δημοκρατικά συμπεράσματα από όλα αυτά. Κάθε φορά, π.χ. στις τελευταίες ευρωεκλογές υπήρχε πολύ αποχή. Λένε λοιπόν πρέπει να διδαχθούμε, να βγάλουμε συμπεράσματα. Αλλά δεν βγάζουμε κανένα συμπέρασμα. Για να γίνει δημοφιλής η Ευρώπη πρέπει να κατεβούμε στη συζήτηση, στο συγκεκριμένο...
Ερώτ. Μιλάτε για μια διαφορετική Ευρώπη. Αλλά υπάρχει έστω το περίγραμμα μιας τέτοιας, διαφορετικής Ευρώπης; Είπατε πριν σωστά ότι οι δυνάμεις του ‘Οχι ήταν ετερογενείς. Παρά την ετερογένεια όλες συμφωνούσαν στην αντίθεση στο υπερφιλελεύθερο σύστημα, όλες ήταν κριτικές απέναντι στη διεύρυνση, όλες ήθελαν μια ισχυρότερη κοινωνική πολιτική και στο βάθος υπήρχε και ένα αίτημα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας. ‘Οσοι ψήφισαν ‘Οχι δεν ήθελαν τον φιλελευθερισμό, ήταν κριτικοί απέναντι στη διεύρυνση, ήθελαν εντονότερη κοινωνική διάσταση. Και στο βάθος, αν και δεν έγινε μεγάλη συζήτηση,υπήρχε ένα αίτημα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας. Δεν ήταν αυτές επαρκείς συγκλίσεις;
Απάντ. ‘Εχετε δίκηο ως προς τις συγκλίσεις. Υπήρξαν αυτές οι συγκλίσεις. Από την άλλη όμως υπήρχαν πολιτικές διαφορές. Να σας δώσω ένα παράδειγμα, εγώ είμαι πεπεισμένος ευρωπαϊστής, αλλά «όχι» ψήφισαν και οι ακροδεξιοί με τους οποίους δεν έχω καμιά σχέση. Το στρατόπεδο του «όχι» ήταν ετερογενές, όπως ετερογενές ήταν και το στρατόπεδο του «ναι», είχε και δεξιούς και αριστερούς. Δεν μπορούσε να στηριχθεί εκεί ένα σχέδιο. ‘Εχετε δίκηο όμως ότι το δημιοψήφισμα σηματοδότησε την ανάγκη διαφορετικής Ευρώπης. Και δεν είναι το θεσμικό ζήτημα το σπουδαιότερο. Τους ανθρώπους τους ενδιαφέρει το περιεχόμενο, το κοινωνικό, το οικονομικό, το οικολογικό, το δημοκρατικό ζήτημα. Σε αυτά δουλεύω εγώ τώρα.
"Επίκαιρα", 4.12.2009
Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Οι εκδόσεις Παπαζήση και ο συγραφέας Κώστας Λάμπος έχουν την τιμή να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση του βιβλίου «Αμερικανισμός και Παγκοσμιοποίηση (Οικονομία του Φόβου και της Παρακμής)» την Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009, στις 6 μ.μ. στη Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5). Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο πρώην Υπουργός Παρασκευάς Αυγερινός, ο Μανώλης Γλέζος, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Μεσογειακών Μελετών Στέργιος Μπαμπανάσης και ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Πανούσης. Συντονίζει ο δημοσιογράφος Χρήστος Χαλαζιάς.
Ο "ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ" - ΄Τουρκία και ΕΕ
«Μητέρα» όλων των ευρωπαϊκών αντιθέσεων μοιάζει να έχει γίνει η υποψηφιότητα της Τουρκίας για ένταξη στην ΕΕ. Δεν υπάρχει σήμερα άλλο θέμα που να διχάζει περισσότερο και πιο έντονα την Ευρώπη. Διχάζει τις χώρες μεταξύ τους, τις πολιτικές παρατάξεις, αντιπαραθέτει ευρωπαϊκές «ελίτ» και κοινή γνώμη, τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ποσοστό 58% των πολιτών της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης τάσεται κατά της ένταξης της Τουρκίας, σύμφωνα με το τελευταίο ευρωβαρόμετρο που μέτρησε αυτό το θέμα, ποσοστό που φτάνει σε ακόμα μεγαλύτερα ύψη στις «ιδρυτικές» χώρες της Ευρώπης όπως η Γερμανία και η Γαλλία (σε ύψη που προσεγγίζουν ή περνάνε το 80% κυμαίνεται επίσης η αντίθεση των πολιτών σε χώρες όπως η Αυστρία ή η Κύπρος).
Πρόκειται για αντίθεση ισχυρή και σταθερή. Το «όχι» στην Τουρκία είναι πολύ πιο «σκληρό» από το «ναι», γιατί συνοδεύεται από έντονα επιχειρήματα, που αφορούν την «αυτοεικόνα» των ευρωπαϊκών λαών, τα στοιχεία που συγκροτούν την «ταυτότητά» τους. Το «ναι», μάλλον σηματοδοτεί απλή συγκατάθεση στην ασκούμενη πολιτική των «ελίτ». Η αντίθεση των ευρωπαϊκών λαών δεν έχει ληφθεί υπόψιν στις ευρωπαϊκές αποφάσεις, με αποτέλεσμα η τουρκική ένταξη να θεωρείται από ορισμένους παρατηρητές ως κραυγαλέα εκδήλωση του περιβόητου «δημοκρατικού ελλείμματος» της ΕΕ
Η ευρωπαίκή κοινή γνώμη δεν λαμβάνεται πολύ υπόψιν στις αποφάσεις για την τουρκική ένταξη, αλλά και οι σχετικές αποφάσεις δεν αντανακλούν μόνο ευρωπαϊκούς προβληματισμούς και στρατηγικές. Αντανακλούν επίσης την ισχυρή και διαχρονική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ της διεύρυνσης της ΕΕ γενικά και της τουρκικής ένταξης ειδικά. Η πίεση ήταν κατά καιρούς τόσο ισχυρή και απροκάλυπτη, που προκάλεσε στο δημόσιες και έντονες διαμαρτυρίες Ευρωπαίων ηγετών, όπως ο Ζακ Σιράκ, ο Κώστας Σημίτης ή ο Νικολά Σαρκοζί, διαμαρτυρίες όμως που δεν είχαν συνέχεια, τουλάχιστον με τους δύο πρώτους. Συνήθως, οι αντιδρώντες Ευρωπαίοι, αφού φωνάζουν, δίνουν τελικά τη συγκατάθεσή τους - και οι ΗΠΑ δικαίως συνεχίζουν να αποκαλούνται, από μια πλειάδα αναλυτών, «μέλος-μη μέλος» της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης.
‘Ολα τα κράτη της ‘Ενωσης έχουν υποστηρίξει την προοπτική της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ και οι εκπρόσωποί τους έχουν ψηφίσει τις σχετικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις αυτές όμως συχνά δεν αντιστοιχούν σε γνήσια επιθυμία αυτών που τις παίρνουν και προσκρούουν στην αντίδραση των πολιτών. Γι’ αυτό και το ζήτημα αναζωπυρώνεται κάθε τόσο, κινδυνεύοντας με τελικό «ντελαπάρισμα». ‘Οσο προχωράει η διαδικασία και γίνεται πιο απτό το ενδεχόμενο ο Αμπντουλά Γκιουλ φερ’ ειπείν, να γίνει μια μέρα Πρόεδρος της ΕΕ, (όπως έγραψε, περίπου εκστασιασμένος από την προοπτική, ο Μάρτιν Αχτισάαρι, σε πρόσφατο άρθρο του), τόσο αυξάνονται οι επιφυλάξεις τμημάτων των ευραπαϊκών ελίτ και τόσο ενισχύεται η εχθρότητα των πολιτών.
Τα μεγάλα προβλήματα της ΕΕ μετά τη μεγάλη διεύρυνση («κόπωση της διεύρυνσης») και η οικονομική κρίση λειτουργούν επίσης ως παράγοντες υπονομευτικοί της τουρκικής ενταξιακής πορείας. Σε πέντε από τα 27 κράτη της ΕΕ είτε έχουν ήδη εκδηλωθεί, είτε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εκδηλωθούν σημαντικές πολιτικές εντάσεις συνδεόμενες, άμεσα ή έμμσα, με την τουρκική ένταξη: Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Κύπρος.
Στη Γερμανία, ο «πυρήνας» του πολιτικο-οικονομικού κατεστημένου μοιάζει να έχει στραφεί, εδώ και ένα-δυο χρόνια, πλειοψηφικά, εναντίον της τουρκικής ένταξης, έστω και αν δεν το λέει ακόμα με τόση σαφήνεια, περιμένοντας να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες για να το πράξει. Μία από αυτές ήδη δημιουργείται, χάρη στη συστηματική δουλειά της ‘Αγκελα Μέρκελ: η πλειοψηφία της ευρωπαϊκής δεξιάς, εδώ και μερικούς μήνες, τοποθετείται κατά της τουρκικής ένταξης.
Αντίθετα με τη δεξιά, οι σοσιαλδημοκράτες, η «ριζοσπαστική αριστερά», οι «πράσινοι» παραμένουν σε μεγάλο βαθμό οπαδοί της τουρκικής ένταξης, παρά το γεγονός ότι μερικά από τα βαρύτερα ονόματά τους είναι εναντίον (Χέλμουτ Σμιτ, ‘Εγκον Μπαρ, ‘Οσκαρ Λαφονταίν, Λωράν Φαμπιούς κλπ.). Μετά την πτώση του «Τείχους», αριστερά και κεντροαριστερά της Ευρώπης έσπευσαν να «ενταφιάσουν», εν ονόματι της «παγκοσμιοποίησης» ή ενός «διεθνισμού», που ενίοτε κατέληξε «διεθνισμός των αγορών», αν όχι «των πλουσίων και των ισχυρών», την έννοια του έθνους. Το έθνος όμως παραμένει σημαντική αναφορά των κοινωνιών, κύριο πλαίσιο κάποιου περιορισμού της κοινωνικής βαρβαρότητας που μπορεί να προκαλέσει η διαρκής «απελευθέρωση των αγορών», αναντικατάστατο εργαλείο οικονομικής παρέμβασης, όπως έδειξε η κρίση, αλλά και το μόνο πλαίσιο όπου οι κοινωνίες μπορούν ακόμα να ασκήσουν έναν κάποιο δημοκρατικό έλεγχο στην εξουσία. Η βιασύνη μεγάλου τμήματος της ευρωπαϊκής αριστεράς και κεντροαριστεράς να «εγκαταλείψουν» τις «εθνικές» αναφορές είναι, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, μία από τις αιτίες των πολιτικών της ηττών. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν νίκησε μόνο γι’ αυτό το λόγο, οπωσδήποτε όιμως απέσπασε τη διαφορά που απέσπασε στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, προβάλλοντας σθεναρή αντίθεση στην τουρκική υποψηφιότητα έναντι μιας αμήχανης Ρουαγιάλ.
Η αντίθεση και η υποστήριξη στην τουρκική ένταξη στην Ευρώπη ακολουθούν επίσης, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστο, τις «γραμμές» της μεγάλης σύγκρουσης του 2003, μεταξύ Παλαιάς (πιο «ευρωπαϊκής») και Νέας (πιο ατλαντικής) Ευρώπης για την εισβολή στο Ιράκ. Παρατηρούμε επίσης ξανά τον ίδιο διχασμό ανάμεσα στο πολιτικό κατεστημένο, υποχρεωμένο να σέβεται σε κάποιο βαθμό την εθνική συνείδηση και ένα οικονομικό κατεστημένο, που έχει προ πολλού διεθνοποιηθεί. Οι μεγάλες ευρωατλαντικές επιχειρήσεις ανάγκασαν Σιράκ και Σρέντερ να βάλουν νερό στο κρασί τους το 2003, μην υλοποιώντας τελικά τα σχέδια οργάνωσης μιας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής άμυνας, στα οποία απέβλεψαν μετά τη σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Για την τελευταία δύο ζητήματα έχουν καθοριστική σημασία στην Ευρώπη: η διεύρυνση της ‘Ενωσης προς Βαλκάνια και Τουρκία (που συνοδεύει, στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και τον μετασχηματισμό του σε παγκόσμιας εμβέλειας Συμμαχία) και η αποτροπή κατά το δυνατόν οποιασδήποτε, στενότερης ευρω-ρωσικής στρατηγικής προσέγγισης.
Το γαλλογερμανικό «μάλλον όχι»
Οι μεγαλύτερες συζητήσεις και αντιδράσεις για την τουρκική ένταξη έγιναν στις δύο μητροπολιτικές χώρες της Ευρώπης, τις χώρες της καρδιάς του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, Γαλλία και Γερμανία. ‘Οχι τυχαία. Η Γερμανία είναι «οικονομική ατμομηχανή» της Ευρώπης και διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην ‘Ενωση. Αλλά, με τις σημερινές δημογραφικές τάσεις, η Τουρκία, τυχόν εντασσόμενη στην ΕΕ, μπορεί να καταστεί η ισχυρότερη χώρα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προοπτική που «ανατινάσσει» την εικόνα της Γερμανίας και για τον δικό της, και για τον ρόλο της ΕΕ.
Αντίστοιχα προβλήματα εμφανίζονται στη Γαλλία. «Η Γαλλία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας», διεκήρυσσε ο Φρανσουά Μιτεράν, στην προσπάθειά του να πείσει τους πολύ απρόθυμους συμπατριώτες του να υποστηρίξουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Στην πορεία όμως, η «μεγάλη διεύρυνση», ο «Πολωνός υδραυλικός», η απώλεια θέσεων εργασίας, η ακρίβεια του «ευρώ» κατέστρεψαν την έλξη μιας διαρκώς διευρυνόμενης, απομακρυνόμενης από τους πολίτες, όλο και πιο φιλελεύθερης Ευρώπης. Κλόνισαν συθέμελα την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού.
Το αποτέλεσμα ήταν το «’Οχι» στην ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη (που, εμμέσως τουλάχιστον, μπορεί να θεωρηθεί και όχι στη διεύρυνση, ιδίως προς την Τουρκία) και οι μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις του Νοεμβρίου 2005 και Μαρτίου 2006. Μη υπαρχούσης αξιόπιστης πολιτικής πρότασης της σοσιαλιστικής ή «ριζοσπαστικής» αριστεράς, το «ταμείο» της «αναμπουμπούλας» τόκανε η νεοδεξιά του Σαρκοζί, ενταφιάζοντας τον γκωλισμό εν ονόματί του και κατατροπώντας τους σοσιαλιστές με βασικό όπλο την αντίθεση στην τουρκική ένταξη. Οι πιο «αριστεριστές», αφού «θριάμβευσαν» το 2005-06, «πήγαν για βρούβες» το 2007.
Η Γαλλία θεωρεί εαυτήν προικισμένη με μια «ιδιαίτερη αποστολή» παγκόσμιας εμβέλειας, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης. Γαλλία και Γερμανία διατηρούν τη φιλοδοξία σημαντικού διεθνούς ρόλου, όπως φάνηκε το 2003, με την αντίθεσή τους στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Σύμφωνα με το τελευταίο ευρωβαρόμετρο, μόνον οι πολίτες Γαλλίας, Γερμανίας και Λουξεμβούργου αποδίδουν πρωτεύουσα σημασία, για να καθορίσουν τη δική τους στάση απέναντι στη διεύρυνση, στις συνέπειες που θα έχει στον διεθνή ρόλο της ΕΕ. Μόνο δηλαδή στις τρεις αυτές χώρες, οι πολίτες έχουν ισχυρή δέσμευση με την ΕΕ και οι λαοί τους θεωρούν ακόμα εαυτούς υποκείμενα και όχι απλά αντικείμενα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Στις υπόλοιπες 24 μοιάζουν μάλλον να θεωρούν την ΕΕ περίπου ως «εξωτερική συνθήκη», που δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται να επηρεάσουν, εκτός από ζητήματα πολύ στενού εθνικού συμφέροντος.
Το πρόβλημα με το Παρίσι είναι ότι στερείται στρατηγικής και προσπαθεί να συνδυάσει διαφορετικές επιδιώξεις, όπως την ευθυγράμμιση με την αμερικανική πολιτική, την αντίθεση στην τουρκική ένταξη και την εξυπηρέτηση των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων στην Τουρκία, πράγμα βέβαια δύσκολο. Το 2005, οι Γάλλοι δοκίμασαν να παίξουν το «κυπριακό» χαρτί, με τον Πρωθυπουργό Βιλπέν να χαρακτηρίζει αδιανόητη την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με μια χώρα που δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της ΕΕ, την Κυπριακή Δημοκρατία. Λευκωσία και Αθήνα κατατρόμαξαν με τη γαλλική συμπαράσταση, αναγκάζοντας το Παρίσι σε αναδίπλωση και έναρξη διαπραγματεύσεων, με μόνο όρο το άνοιγμα των τουρκικών λιμανιών/αεροδρομίων (που κι αυτό δεν έγινε). Ο Γάλλος πρέσβης στη Λευκωσία δήλωσε χαρακτηριστικά: «δεν μπορούμε να γίνουμε πιο Κύπριοι από τους Κύπριους». Το ίδιο χαρτί χρησιμοποίησε και η Μέρκελ υπενθυμίζοντας, με επιστολή της προς τα κόμματα της ευρωπαϊκής δεξιάς, πριν την απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων, την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Δεν συνάντησε όμως επαρκή ανταπόκριση, ούτε καν από την ελλαδική ή κυπριακή δεξιά.
Ως Πρόεδρος, ο Σαρκοζί ακολούθησε αντιφατική πολιτική. Από τη μια κατήργησε συνταγματική διάταξη που προνοούσε για δημοψήφισμα έγκρισης κάθε νέας ένταξης, αίροντας πρακτικά με τον τρόπο αυτό το σημαντικότερο εμπόδιο στην τουρκική ένταξη. Από την άλλη, χρησιμοποίησε την αντίθεση στην ένταξη αυτή ως κύριο προεκλογικό όπλο για τις ευρωεκλογές. Δεν συγκατατέθηκε επίσης στο άνοιγμα αριθμού κεφαλαίων, που σχετίζονται με την προοπτικήπλήρους ένταξης και επέμεινε στον όρο «ανοιχτής κατάληξης» για τις ενταξιακές διαδικασίες, υποστηρίζοντας, όπως και η Γερμανή Καγκελλάριος, την ιδέα μιας «ειδικής σχέσης». Πιο διακριτικά, αλλά με σαφήνεια η Μέρκελ κατέστησε το ζήτημα της τουρκικής ένταξης «σταθερά» του προεκλογικού προγράμματος των Χριστιανοδημοκρατών στις τελευταίες ευρωεκλογές. Η σαφής θέση όμως των Γερμανών Φιλελευθέρων, κυβερνητικών συμμάχων των Χριστιανοδημοκρατών, μετά τις τελευταίες εκλογές, την εμποδίζει να δράσει αποτελεσματικά εναντίον της τουρκικής ένταξης.
Το κύριο επιχείρημα της γαλλο-γερμανικής δεξιάς το διατύπωσε επιγραμματικά ο Σαρκοζί: «Αν η Τουρκία ήταν ευρωπαϊκή θα το ξέραμε». Διάχυτη άλλωστε είναι, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά σε όλη την Ευρώπη, η άποψη ότι η Τουρκία απλά «δεν χωράει» σε μια ‘Ενωση που ήδη αντιμετωπίζει αδυναμία «διακυβέρνησης». Οι σοσιαλιστές, στην άμυνα λόγω των διαθέσεων της κοινής γνώμης, απαντούν λέγοντας ότι έχουν αναληφθεί υποχρεώσεις έναντι της ‘Αγκυρας. Πολλοί αριστεροί υποστηρίζουν επίσης ότι οι αντιδρώντες στην Τουρκία εμφορούνται από ρατσιστική ή ισλαμοφοβική ιδεολογία.
Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς οι «φίλοι του Ισλάμ» που επιδιώκουν την τουρκική ένταξη – υφίσταται αξιοσημείωτη σύμπτωση, σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο γαλλικό επίπεδο, ανάμεσα σε όσους υποστήριξαν τις πρόσφατες εισβολές στη Μέση Ανατολή και σε όσους υποστηρίζουν την ένταξη. Σε Ελλάδα και Κύπρο, το κύριο επιχείρημα υπέρ της ένταξης είναι η πιθανολόγηση της «μεταμόρφωσης» της Τουρκίας σε «ειρηνικό», «πολιτισμένο», «Ευρωπαίο» γείτονα, με μικρό ρόλο του στρατού, τέτοια συζήτηση όμως δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου σημαντικό επιχείρημα υπέρ της ένταξης είναι, αντίθετα, ο μεγάλος στρατός της Τουρκίας! Η ένταξη, λέει π.χ. ο Καρλ Μπιλντ, είναι απαραίτητη για την ενδυνάμωση της Ευρώπης, λόγω του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας, που διαθέτει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό στο ΝΑΤΟ, γεγονός που θεωρείται καθοριστικό πλεονέκτημα.
Το ότι μια πλειοψηφία πολιτικής τάξης και πολιτών σε Γαλλία-Γερμανία είναι αντίθετη με την τουρκική ένταξη ρίχνει βαριά σκιά στην ενταξιακή διαδικασία. Ωστόσο, η πολιτική και στρατηγική ασυνέπεια του Παρισιού και του Βερολίνου, έχει ως αποτέλεσμα να είναι μάλλον στην «άμυνα». Σε μια χαρακτηριστική κρίση «αλαζονίτιδας», ο Τούρκος υπεύθυνος για την ένταξη Εγκεμέν Μπαγκίς, εμφανίστηκε πρόσφατα στην Αθήνα, βέβαιος για την κατάληξη, παρά τις γαλλικές και γερμανικές επιφυλάξεις. Και πρόσθεσε ότι, Σαρκοζί και Μέρκελ κοροϊδεύουν τους λαούς τους αναφερόμενοι σε «ειδική σχέση». Τη θέση Σαρκοζί-Μέρκελ αδυνατίζει εξάλλου η φανατική υποστήριξη της τουρκικής ένταξης από τον, ομοϊδεάτη τους κατά τα άλλα, Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Βρετανία και «Νέα Ευρώπη»: «ναι σε όλα»
Αν οι Γαλλογερμανοί διακρίνονται για ασάφεια, ασυνέπεια και δισταγμούς, οι Βρετανοί διακρίνονται για μακρόχρονη συνέπεια και συστηματική κινητοποίηση της διπλωματίας τους υπέρ της Τουρκίας. Αποφασιστικότητα που τους προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα.
Γιατί όμως η Βρετανία θέλει τόσο πολύ την ένταξη; Αν πιστέψουμε τον Βρετανό συγγραφέα και σημαντικό ιστορικό και στρατηγικό αναλυτή ‘Αντριου Μάνγκο, το Λονδίνο είναι «ενθουσιασμένο» με την τουρκική ένταξη για τρεις λόγους:. «Πρώτον, θα ολοκληρώσει το μετασχηματισμό της ‘Ενωσης σε ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών, όνειρο της Βρετανίας από τον καιρό της EFTA. Δεύτερο, θα καταστρέψει την κοινή αγροτική πολιτική. Τρίτο, θα εισάγει στο εσωτερικό της ΕΕ έναν Δούρειο ‘Ιππο της Ουάσιγκτον».
Ο βρετανικός λαός βέβαια δεν διακρίνεται για ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Καλά τα «γεωπολιτικά» επιχειρήματα, αλλά είναι εν τέλει δύσκολο σε έναν χρηματιστή του Σίτυ ή έναν λογιστή της Γλασκώβης να νοιώσει ότι βρίσκεται στην ίδια «οικογένεια» με μια Κούρδισσα του Ντιαρμπακίρ που μεγαλώνει δέκα παιδιά και τη ξυλοφοτώνει ο άντρας της. ‘Αλλοι τόποι, άλλοι ιστορικοί χρόνοι, άλλες θρησκείες, άλλη ζωή.
Αλλά το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας δεν είναι μεγάλο εσωτερικό θέμα για τους Βρετανούς, όπως δεν είναι για τους Σκανδιναβούς και τους Ανατολικοευρωπαίους, οι κυβερνήσεις των οποίων συντάσσονται συνήθως με τον ατλαντικό «άξονα» εντός της Ευρώπης. Η Βρετανία δεν νοιώθει απολύτως ταυτισμένη με την Ευρώπη. Ούτε εκεί, ούτε στην Αν. Ευρώπη και τη Σκανδιναβία αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή οικοδόμηση με τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι Γαλλογερμανοί ή οι ‘Ελληνες. Για άλλους είναι ένας διεθνής οργανισμός όπως όλοι οι άλλοι, ένας ΟΗΕ με νόμισμα, για άλλους μια αγελάδα προς άρμεγμα, ενώ δεν λείπουν αυτοί που κερδίζουν κάνοντας τα ρουσφέτια της υπερδύναμης εντός της ΕΕ. Το Παρίσι και το Βερολίνο βρέθηκαν έτσι περίπου μειοψηφία στην ίδια την ‘Ενωση που ίδρυσαν, βλέποντας τα νέα μέλη να αλλοιθωρίζουν προς εξωευρωπαϊκά κέντρα, όχι προς τον Πύργο του ‘Αιφελ και την Πύλη του Βραδεμβούργου.
Ελλάδα-Κύπρος: ειδική περίπτωση
Ειδική φυσικά είναι η περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, που αντιμετωπίζει, η μεν πρώτη, στρατιωτική απειλή από την Τουρκία, υποχρεούμενη σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η δε δεύτερη υπέστη εισβολή και εθνοκάθαρση από την Τουρκία το 1974, με μεγάλο μέρος της επικράτειάς της να παραμένει και σήμερα υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Η ελληνική αντίθεση ήταν το κύριο και απροσπέλαστο εμπόδιο για οποιαδήποτε συζήτηση για τουρκική ένταξη τις τελευταίες δεκαετίες. Η πολιτική αυτή άλλαξε αποφασιστικά στο Ελσίνκι, το 1999. ‘Εκτοτε, το σύνολο σχεδόν του ελληνικού πολιτικού κόσμου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, υποστήριξε αναφανδόν την ένταξη της Τουρκίας, με το επιχείρημα ότι αυτή η πολιτική «εξευρωπαϊσμού» θα οδηγήσει σε εκδημοκρατισμό, μείωση του ρόλου του στρατού, άρση του τουρκικού επεκτατισμού και επίλυση του κυπριακού, καθιστώντας τα ελληνοτουρκικά ευρωτουρκικά ζητήματα. Την ένταξη της Τουρκίας υποστηρίζει και η πολιτική ηγεσία της Λευκωσίας, μετά το 2004, όταν εντάχθηκε η Κύπρος στην ΕΕ. Η ελλαδική και κυπριακή υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη ήταν και συνεχίζει να είναι, ακριβώς λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν Αθήνα και Λευκωσία, μια τεράστια πολιτικο-διπλωματική συνηγορία στην τουρκική επιδίωξη.
Στην Ελλάδα έχει γίνει ελάχιστη και στην Κύπρο καθόλου συζήτηση για τα υπέρ και κατά της τουρκικής ένταξης, παρόλο που αυτές είναι οι δύο χώρες που ήδη επηρεάζονται θα επηρεασθούν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (η τουρκική ενταξιακή πορεία ήταν ο καταλύτης τόσο των προσπαθειών λύσης του κυπριακού το 2000-2002 που κατέληξαν στο απορριφθέν σχέδιο Ανάν, όσο και ο καταλύτης της τωρινής προσπάθειας Χριστόφια-Ταλάτ).
Οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης στο ζήτημα αυτό μετριώνται συνήθως αποσπασματικά, όταν υπάρχουν γεγονότα στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η τελευταία δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα για το γενικό θέμα της ένταξης δίνει μια ελαφρά πλειοψηφία υπέρ αυτής, νοούμενης όμως ως συνοδευόμενης από την επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων. ‘Οταν τέθηκε ερώτημα, με αφορμή αντίστοιχες συνόδους, για το τι πρέπει να κάνει η Αθήνα, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της (άνοιγμα λιμανιών-αεροδρομίων στα κυπριακά σκάφη), ποσοστά 75-90% ήταν υπέρ του βέτο στην ‘Αγκυρα.
Μεταξύ των Ελληνοκυπρίων (82% του νόμιμου κυπριακού πληθυσμού), μια μεγάλη πλειοψηφία δηλώνει τώρα στις δημοσκοπήσεις ότι θέλει βέτο στην τουρκική ένταξη τον Δεκέμβριο, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Το 80% των Ελληνοκυπρίων είναι αντίθετο πάντως, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, στην ένταξη της Τουρκίας και προτιμά ειδική σχέση. Η ελαφρά απόκλιση στη στάση των κατοίκων της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου οφείλεται προφανώς στον πιο άμεσο χαρακτήρα της τουρκικής επιβουλής κατά των Ελληνοκυπρίων. Υπέρ της τουρκικής ένταξης τάσσεται το 57% των Τουρκοκυπρίων, ποσοστό ρεκόρ στο σύνολο της ΕΕ (αν και δεν είναι σαφές από τις σχετικές δημοσκοπήσεις, κατά πόσον έγιναν μεταξύ αυθεντικών Τουρκοκυπρίων ή εν γένει κατοίκων του κατεχομένου τμήματος του νησιού).
Τέλος, μια ορισμένη ασάφεια επικρατεί, το λιγότερο που μπορεί κανείς να πει, ως προς τις θέσεις και τις απαιτήσεις Αθήνας και Λευκωσίας από την Τουρκία, ως προϋπόθεση υποστήριξης του αιτήματός της. Το πιο συγκεκριμένο που της έχει ζητηθεί, προκαλώντας το πάγωμα οκτώ κεφαλαίων και την εκ νέου αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, ήταν η εφαρμογή του τελωνειακού πρωτοκόλλου, δηλαδή το άνοιγμα των λιμανιών και αεροδρομίων. Δεν έχει τεθεί ως συγκεκριμένος όρος η άρση του casus belli, η άρση των διεκδικήσεων στο Αιγαίο (γκρίζες ζώνες), η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αποχώρηση του στρατού κατοχής. Εν όψει Δεκεμβρίου, αναμένεται η αποσαφήνιση της γραμμής της νεοεκλεγείσας ελληνικής κυβέρνησης.
Η ελληνική κοινή γνώμη ζητάει σε ποσοστά 70-90% να θέσει η Αθήνα βέτο στην ενταξιακή πορεία, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της.
"Κόσμος του Επενδυτή", 5.12.2009
Πρόκειται για αντίθεση ισχυρή και σταθερή. Το «όχι» στην Τουρκία είναι πολύ πιο «σκληρό» από το «ναι», γιατί συνοδεύεται από έντονα επιχειρήματα, που αφορούν την «αυτοεικόνα» των ευρωπαϊκών λαών, τα στοιχεία που συγκροτούν την «ταυτότητά» τους. Το «ναι», μάλλον σηματοδοτεί απλή συγκατάθεση στην ασκούμενη πολιτική των «ελίτ». Η αντίθεση των ευρωπαϊκών λαών δεν έχει ληφθεί υπόψιν στις ευρωπαϊκές αποφάσεις, με αποτέλεσμα η τουρκική ένταξη να θεωρείται από ορισμένους παρατηρητές ως κραυγαλέα εκδήλωση του περιβόητου «δημοκρατικού ελλείμματος» της ΕΕ
Η ευρωπαίκή κοινή γνώμη δεν λαμβάνεται πολύ υπόψιν στις αποφάσεις για την τουρκική ένταξη, αλλά και οι σχετικές αποφάσεις δεν αντανακλούν μόνο ευρωπαϊκούς προβληματισμούς και στρατηγικές. Αντανακλούν επίσης την ισχυρή και διαχρονική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών υπέρ της διεύρυνσης της ΕΕ γενικά και της τουρκικής ένταξης ειδικά. Η πίεση ήταν κατά καιρούς τόσο ισχυρή και απροκάλυπτη, που προκάλεσε στο δημόσιες και έντονες διαμαρτυρίες Ευρωπαίων ηγετών, όπως ο Ζακ Σιράκ, ο Κώστας Σημίτης ή ο Νικολά Σαρκοζί, διαμαρτυρίες όμως που δεν είχαν συνέχεια, τουλάχιστον με τους δύο πρώτους. Συνήθως, οι αντιδρώντες Ευρωπαίοι, αφού φωνάζουν, δίνουν τελικά τη συγκατάθεσή τους - και οι ΗΠΑ δικαίως συνεχίζουν να αποκαλούνται, από μια πλειάδα αναλυτών, «μέλος-μη μέλος» της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης.
‘Ολα τα κράτη της ‘Ενωσης έχουν υποστηρίξει την προοπτική της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ και οι εκπρόσωποί τους έχουν ψηφίσει τις σχετικές αποφάσεις. Οι αποφάσεις αυτές όμως συχνά δεν αντιστοιχούν σε γνήσια επιθυμία αυτών που τις παίρνουν και προσκρούουν στην αντίδραση των πολιτών. Γι’ αυτό και το ζήτημα αναζωπυρώνεται κάθε τόσο, κινδυνεύοντας με τελικό «ντελαπάρισμα». ‘Οσο προχωράει η διαδικασία και γίνεται πιο απτό το ενδεχόμενο ο Αμπντουλά Γκιουλ φερ’ ειπείν, να γίνει μια μέρα Πρόεδρος της ΕΕ, (όπως έγραψε, περίπου εκστασιασμένος από την προοπτική, ο Μάρτιν Αχτισάαρι, σε πρόσφατο άρθρο του), τόσο αυξάνονται οι επιφυλάξεις τμημάτων των ευραπαϊκών ελίτ και τόσο ενισχύεται η εχθρότητα των πολιτών.
Τα μεγάλα προβλήματα της ΕΕ μετά τη μεγάλη διεύρυνση («κόπωση της διεύρυνσης») και η οικονομική κρίση λειτουργούν επίσης ως παράγοντες υπονομευτικοί της τουρκικής ενταξιακής πορείας. Σε πέντε από τα 27 κράτη της ΕΕ είτε έχουν ήδη εκδηλωθεί, είτε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να εκδηλωθούν σημαντικές πολιτικές εντάσεις συνδεόμενες, άμεσα ή έμμσα, με την τουρκική ένταξη: Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Κύπρος.
Στη Γερμανία, ο «πυρήνας» του πολιτικο-οικονομικού κατεστημένου μοιάζει να έχει στραφεί, εδώ και ένα-δυο χρόνια, πλειοψηφικά, εναντίον της τουρκικής ένταξης, έστω και αν δεν το λέει ακόμα με τόση σαφήνεια, περιμένοντας να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες για να το πράξει. Μία από αυτές ήδη δημιουργείται, χάρη στη συστηματική δουλειά της ‘Αγκελα Μέρκελ: η πλειοψηφία της ευρωπαϊκής δεξιάς, εδώ και μερικούς μήνες, τοποθετείται κατά της τουρκικής ένταξης.
Αντίθετα με τη δεξιά, οι σοσιαλδημοκράτες, η «ριζοσπαστική αριστερά», οι «πράσινοι» παραμένουν σε μεγάλο βαθμό οπαδοί της τουρκικής ένταξης, παρά το γεγονός ότι μερικά από τα βαρύτερα ονόματά τους είναι εναντίον (Χέλμουτ Σμιτ, ‘Εγκον Μπαρ, ‘Οσκαρ Λαφονταίν, Λωράν Φαμπιούς κλπ.). Μετά την πτώση του «Τείχους», αριστερά και κεντροαριστερά της Ευρώπης έσπευσαν να «ενταφιάσουν», εν ονόματι της «παγκοσμιοποίησης» ή ενός «διεθνισμού», που ενίοτε κατέληξε «διεθνισμός των αγορών», αν όχι «των πλουσίων και των ισχυρών», την έννοια του έθνους. Το έθνος όμως παραμένει σημαντική αναφορά των κοινωνιών, κύριο πλαίσιο κάποιου περιορισμού της κοινωνικής βαρβαρότητας που μπορεί να προκαλέσει η διαρκής «απελευθέρωση των αγορών», αναντικατάστατο εργαλείο οικονομικής παρέμβασης, όπως έδειξε η κρίση, αλλά και το μόνο πλαίσιο όπου οι κοινωνίες μπορούν ακόμα να ασκήσουν έναν κάποιο δημοκρατικό έλεγχο στην εξουσία. Η βιασύνη μεγάλου τμήματος της ευρωπαϊκής αριστεράς και κεντροαριστεράς να «εγκαταλείψουν» τις «εθνικές» αναφορές είναι, σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, μία από τις αιτίες των πολιτικών της ηττών. Ο Νικολά Σαρκοζί δεν νίκησε μόνο γι’ αυτό το λόγο, οπωσδήποτε όιμως απέσπασε τη διαφορά που απέσπασε στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, προβάλλοντας σθεναρή αντίθεση στην τουρκική υποψηφιότητα έναντι μιας αμήχανης Ρουαγιάλ.
Η αντίθεση και η υποστήριξη στην τουρκική ένταξη στην Ευρώπη ακολουθούν επίσης, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστο, τις «γραμμές» της μεγάλης σύγκρουσης του 2003, μεταξύ Παλαιάς (πιο «ευρωπαϊκής») και Νέας (πιο ατλαντικής) Ευρώπης για την εισβολή στο Ιράκ. Παρατηρούμε επίσης ξανά τον ίδιο διχασμό ανάμεσα στο πολιτικό κατεστημένο, υποχρεωμένο να σέβεται σε κάποιο βαθμό την εθνική συνείδηση και ένα οικονομικό κατεστημένο, που έχει προ πολλού διεθνοποιηθεί. Οι μεγάλες ευρωατλαντικές επιχειρήσεις ανάγκασαν Σιράκ και Σρέντερ να βάλουν νερό στο κρασί τους το 2003, μην υλοποιώντας τελικά τα σχέδια οργάνωσης μιας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής άμυνας, στα οποία απέβλεψαν μετά τη σύγκρουση με την Ουάσιγκτον.
Για την τελευταία δύο ζητήματα έχουν καθοριστική σημασία στην Ευρώπη: η διεύρυνση της ‘Ενωσης προς Βαλκάνια και Τουρκία (που συνοδεύει, στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και τον μετασχηματισμό του σε παγκόσμιας εμβέλειας Συμμαχία) και η αποτροπή κατά το δυνατόν οποιασδήποτε, στενότερης ευρω-ρωσικής στρατηγικής προσέγγισης.
Το γαλλογερμανικό «μάλλον όχι»
Οι μεγαλύτερες συζητήσεις και αντιδράσεις για την τουρκική ένταξη έγιναν στις δύο μητροπολιτικές χώρες της Ευρώπης, τις χώρες της καρδιάς του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, Γαλλία και Γερμανία. ‘Οχι τυχαία. Η Γερμανία είναι «οικονομική ατμομηχανή» της Ευρώπης και διεκδικεί ηγετικό ρόλο στην ‘Ενωση. Αλλά, με τις σημερινές δημογραφικές τάσεις, η Τουρκία, τυχόν εντασσόμενη στην ΕΕ, μπορεί να καταστεί η ισχυρότερη χώρα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προοπτική που «ανατινάσσει» την εικόνα της Γερμανίας και για τον δικό της, και για τον ρόλο της ΕΕ.
Αντίστοιχα προβλήματα εμφανίζονται στη Γαλλία. «Η Γαλλία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας», διεκήρυσσε ο Φρανσουά Μιτεράν, στην προσπάθειά του να πείσει τους πολύ απρόθυμους συμπατριώτες του να υποστηρίξουν τη συνθήκη του Μάαστριχτ. Στην πορεία όμως, η «μεγάλη διεύρυνση», ο «Πολωνός υδραυλικός», η απώλεια θέσεων εργασίας, η ακρίβεια του «ευρώ» κατέστρεψαν την έλξη μιας διαρκώς διευρυνόμενης, απομακρυνόμενης από τους πολίτες, όλο και πιο φιλελεύθερης Ευρώπης. Κλόνισαν συθέμελα την ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού.
Το αποτέλεσμα ήταν το «’Οχι» στην ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη (που, εμμέσως τουλάχιστον, μπορεί να θεωρηθεί και όχι στη διεύρυνση, ιδίως προς την Τουρκία) και οι μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις του Νοεμβρίου 2005 και Μαρτίου 2006. Μη υπαρχούσης αξιόπιστης πολιτικής πρότασης της σοσιαλιστικής ή «ριζοσπαστικής» αριστεράς, το «ταμείο» της «αναμπουμπούλας» τόκανε η νεοδεξιά του Σαρκοζί, ενταφιάζοντας τον γκωλισμό εν ονόματί του και κατατροπώντας τους σοσιαλιστές με βασικό όπλο την αντίθεση στην τουρκική ένταξη. Οι πιο «αριστεριστές», αφού «θριάμβευσαν» το 2005-06, «πήγαν για βρούβες» το 2007.
Η Γαλλία θεωρεί εαυτήν προικισμένη με μια «ιδιαίτερη αποστολή» παγκόσμιας εμβέλειας, από τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης. Γαλλία και Γερμανία διατηρούν τη φιλοδοξία σημαντικού διεθνούς ρόλου, όπως φάνηκε το 2003, με την αντίθεσή τους στην αμερικανική εισβολή στο Ιράκ. Σύμφωνα με το τελευταίο ευρωβαρόμετρο, μόνον οι πολίτες Γαλλίας, Γερμανίας και Λουξεμβούργου αποδίδουν πρωτεύουσα σημασία, για να καθορίσουν τη δική τους στάση απέναντι στη διεύρυνση, στις συνέπειες που θα έχει στον διεθνή ρόλο της ΕΕ. Μόνο δηλαδή στις τρεις αυτές χώρες, οι πολίτες έχουν ισχυρή δέσμευση με την ΕΕ και οι λαοί τους θεωρούν ακόμα εαυτούς υποκείμενα και όχι απλά αντικείμενα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Στις υπόλοιπες 24 μοιάζουν μάλλον να θεωρούν την ΕΕ περίπου ως «εξωτερική συνθήκη», που δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται να επηρεάσουν, εκτός από ζητήματα πολύ στενού εθνικού συμφέροντος.
Το πρόβλημα με το Παρίσι είναι ότι στερείται στρατηγικής και προσπαθεί να συνδυάσει διαφορετικές επιδιώξεις, όπως την ευθυγράμμιση με την αμερικανική πολιτική, την αντίθεση στην τουρκική ένταξη και την εξυπηρέτηση των γαλλικών οικονομικών συμφερόντων στην Τουρκία, πράγμα βέβαια δύσκολο. Το 2005, οι Γάλλοι δοκίμασαν να παίξουν το «κυπριακό» χαρτί, με τον Πρωθυπουργό Βιλπέν να χαρακτηρίζει αδιανόητη την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με μια χώρα που δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της ΕΕ, την Κυπριακή Δημοκρατία. Λευκωσία και Αθήνα κατατρόμαξαν με τη γαλλική συμπαράσταση, αναγκάζοντας το Παρίσι σε αναδίπλωση και έναρξη διαπραγματεύσεων, με μόνο όρο το άνοιγμα των τουρκικών λιμανιών/αεροδρομίων (που κι αυτό δεν έγινε). Ο Γάλλος πρέσβης στη Λευκωσία δήλωσε χαρακτηριστικά: «δεν μπορούμε να γίνουμε πιο Κύπριοι από τους Κύπριους». Το ίδιο χαρτί χρησιμοποίησε και η Μέρκελ υπενθυμίζοντας, με επιστολή της προς τα κόμματα της ευρωπαϊκής δεξιάς, πριν την απόφαση για έναρξη διαπραγματεύσεων, την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου. Δεν συνάντησε όμως επαρκή ανταπόκριση, ούτε καν από την ελλαδική ή κυπριακή δεξιά.
Ως Πρόεδρος, ο Σαρκοζί ακολούθησε αντιφατική πολιτική. Από τη μια κατήργησε συνταγματική διάταξη που προνοούσε για δημοψήφισμα έγκρισης κάθε νέας ένταξης, αίροντας πρακτικά με τον τρόπο αυτό το σημαντικότερο εμπόδιο στην τουρκική ένταξη. Από την άλλη, χρησιμοποίησε την αντίθεση στην ένταξη αυτή ως κύριο προεκλογικό όπλο για τις ευρωεκλογές. Δεν συγκατατέθηκε επίσης στο άνοιγμα αριθμού κεφαλαίων, που σχετίζονται με την προοπτικήπλήρους ένταξης και επέμεινε στον όρο «ανοιχτής κατάληξης» για τις ενταξιακές διαδικασίες, υποστηρίζοντας, όπως και η Γερμανή Καγκελλάριος, την ιδέα μιας «ειδικής σχέσης». Πιο διακριτικά, αλλά με σαφήνεια η Μέρκελ κατέστησε το ζήτημα της τουρκικής ένταξης «σταθερά» του προεκλογικού προγράμματος των Χριστιανοδημοκρατών στις τελευταίες ευρωεκλογές. Η σαφής θέση όμως των Γερμανών Φιλελευθέρων, κυβερνητικών συμμάχων των Χριστιανοδημοκρατών, μετά τις τελευταίες εκλογές, την εμποδίζει να δράσει αποτελεσματικά εναντίον της τουρκικής ένταξης.
Το κύριο επιχείρημα της γαλλο-γερμανικής δεξιάς το διατύπωσε επιγραμματικά ο Σαρκοζί: «Αν η Τουρκία ήταν ευρωπαϊκή θα το ξέραμε». Διάχυτη άλλωστε είναι, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά σε όλη την Ευρώπη, η άποψη ότι η Τουρκία απλά «δεν χωράει» σε μια ‘Ενωση που ήδη αντιμετωπίζει αδυναμία «διακυβέρνησης». Οι σοσιαλιστές, στην άμυνα λόγω των διαθέσεων της κοινής γνώμης, απαντούν λέγοντας ότι έχουν αναληφθεί υποχρεώσεις έναντι της ‘Αγκυρας. Πολλοί αριστεροί υποστηρίζουν επίσης ότι οι αντιδρώντες στην Τουρκία εμφορούνται από ρατσιστική ή ισλαμοφοβική ιδεολογία.
Στην πραγματικότητα δεν είναι ακριβώς οι «φίλοι του Ισλάμ» που επιδιώκουν την τουρκική ένταξη – υφίσταται αξιοσημείωτη σύμπτωση, σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο γαλλικό επίπεδο, ανάμεσα σε όσους υποστήριξαν τις πρόσφατες εισβολές στη Μέση Ανατολή και σε όσους υποστηρίζουν την ένταξη. Σε Ελλάδα και Κύπρο, το κύριο επιχείρημα υπέρ της ένταξης είναι η πιθανολόγηση της «μεταμόρφωσης» της Τουρκίας σε «ειρηνικό», «πολιτισμένο», «Ευρωπαίο» γείτονα, με μικρό ρόλο του στρατού, τέτοια συζήτηση όμως δεν γίνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπου σημαντικό επιχείρημα υπέρ της ένταξης είναι, αντίθετα, ο μεγάλος στρατός της Τουρκίας! Η ένταξη, λέει π.χ. ο Καρλ Μπιλντ, είναι απαραίτητη για την ενδυνάμωση της Ευρώπης, λόγω του γεωπολιτικού ρόλου της Τουρκίας, που διαθέτει τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό στο ΝΑΤΟ, γεγονός που θεωρείται καθοριστικό πλεονέκτημα.
Το ότι μια πλειοψηφία πολιτικής τάξης και πολιτών σε Γαλλία-Γερμανία είναι αντίθετη με την τουρκική ένταξη ρίχνει βαριά σκιά στην ενταξιακή διαδικασία. Ωστόσο, η πολιτική και στρατηγική ασυνέπεια του Παρισιού και του Βερολίνου, έχει ως αποτέλεσμα να είναι μάλλον στην «άμυνα». Σε μια χαρακτηριστική κρίση «αλαζονίτιδας», ο Τούρκος υπεύθυνος για την ένταξη Εγκεμέν Μπαγκίς, εμφανίστηκε πρόσφατα στην Αθήνα, βέβαιος για την κατάληξη, παρά τις γαλλικές και γερμανικές επιφυλάξεις. Και πρόσθεσε ότι, Σαρκοζί και Μέρκελ κοροϊδεύουν τους λαούς τους αναφερόμενοι σε «ειδική σχέση». Τη θέση Σαρκοζί-Μέρκελ αδυνατίζει εξάλλου η φανατική υποστήριξη της τουρκικής ένταξης από τον, ομοϊδεάτη τους κατά τα άλλα, Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Βρετανία και «Νέα Ευρώπη»: «ναι σε όλα»
Αν οι Γαλλογερμανοί διακρίνονται για ασάφεια, ασυνέπεια και δισταγμούς, οι Βρετανοί διακρίνονται για μακρόχρονη συνέπεια και συστηματική κινητοποίηση της διπλωματίας τους υπέρ της Τουρκίας. Αποφασιστικότητα που τους προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα.
Γιατί όμως η Βρετανία θέλει τόσο πολύ την ένταξη; Αν πιστέψουμε τον Βρετανό συγγραφέα και σημαντικό ιστορικό και στρατηγικό αναλυτή ‘Αντριου Μάνγκο, το Λονδίνο είναι «ενθουσιασμένο» με την τουρκική ένταξη για τρεις λόγους:. «Πρώτον, θα ολοκληρώσει το μετασχηματισμό της ‘Ενωσης σε ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών, όνειρο της Βρετανίας από τον καιρό της EFTA. Δεύτερο, θα καταστρέψει την κοινή αγροτική πολιτική. Τρίτο, θα εισάγει στο εσωτερικό της ΕΕ έναν Δούρειο ‘Ιππο της Ουάσιγκτον».
Ο βρετανικός λαός βέβαια δεν διακρίνεται για ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Καλά τα «γεωπολιτικά» επιχειρήματα, αλλά είναι εν τέλει δύσκολο σε έναν χρηματιστή του Σίτυ ή έναν λογιστή της Γλασκώβης να νοιώσει ότι βρίσκεται στην ίδια «οικογένεια» με μια Κούρδισσα του Ντιαρμπακίρ που μεγαλώνει δέκα παιδιά και τη ξυλοφοτώνει ο άντρας της. ‘Αλλοι τόποι, άλλοι ιστορικοί χρόνοι, άλλες θρησκείες, άλλη ζωή.
Αλλά το ζήτημα της ένταξης της Τουρκίας δεν είναι μεγάλο εσωτερικό θέμα για τους Βρετανούς, όπως δεν είναι για τους Σκανδιναβούς και τους Ανατολικοευρωπαίους, οι κυβερνήσεις των οποίων συντάσσονται συνήθως με τον ατλαντικό «άξονα» εντός της Ευρώπης. Η Βρετανία δεν νοιώθει απολύτως ταυτισμένη με την Ευρώπη. Ούτε εκεί, ούτε στην Αν. Ευρώπη και τη Σκανδιναβία αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή οικοδόμηση με τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι Γαλλογερμανοί ή οι ‘Ελληνες. Για άλλους είναι ένας διεθνής οργανισμός όπως όλοι οι άλλοι, ένας ΟΗΕ με νόμισμα, για άλλους μια αγελάδα προς άρμεγμα, ενώ δεν λείπουν αυτοί που κερδίζουν κάνοντας τα ρουσφέτια της υπερδύναμης εντός της ΕΕ. Το Παρίσι και το Βερολίνο βρέθηκαν έτσι περίπου μειοψηφία στην ίδια την ‘Ενωση που ίδρυσαν, βλέποντας τα νέα μέλη να αλλοιθωρίζουν προς εξωευρωπαϊκά κέντρα, όχι προς τον Πύργο του ‘Αιφελ και την Πύλη του Βραδεμβούργου.
Ελλάδα-Κύπρος: ειδική περίπτωση
Ειδική φυσικά είναι η περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου, που αντιμετωπίζει, η μεν πρώτη, στρατιωτική απειλή από την Τουρκία, υποχρεούμενη σε μια τεράστια κούρσα εξοπλισμών, η δε δεύτερη υπέστη εισβολή και εθνοκάθαρση από την Τουρκία το 1974, με μεγάλο μέρος της επικράτειάς της να παραμένει και σήμερα υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή.
Η ελληνική αντίθεση ήταν το κύριο και απροσπέλαστο εμπόδιο για οποιαδήποτε συζήτηση για τουρκική ένταξη τις τελευταίες δεκαετίες. Η πολιτική αυτή άλλαξε αποφασιστικά στο Ελσίνκι, το 1999. ‘Εκτοτε, το σύνολο σχεδόν του ελληνικού πολιτικού κόσμου, με ελάχιστες εξαιρέσεις, υποστήριξε αναφανδόν την ένταξη της Τουρκίας, με το επιχείρημα ότι αυτή η πολιτική «εξευρωπαϊσμού» θα οδηγήσει σε εκδημοκρατισμό, μείωση του ρόλου του στρατού, άρση του τουρκικού επεκτατισμού και επίλυση του κυπριακού, καθιστώντας τα ελληνοτουρκικά ευρωτουρκικά ζητήματα. Την ένταξη της Τουρκίας υποστηρίζει και η πολιτική ηγεσία της Λευκωσίας, μετά το 2004, όταν εντάχθηκε η Κύπρος στην ΕΕ. Η ελλαδική και κυπριακή υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη ήταν και συνεχίζει να είναι, ακριβώς λόγω των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν Αθήνα και Λευκωσία, μια τεράστια πολιτικο-διπλωματική συνηγορία στην τουρκική επιδίωξη.
Στην Ελλάδα έχει γίνει ελάχιστη και στην Κύπρο καθόλου συζήτηση για τα υπέρ και κατά της τουρκικής ένταξης, παρόλο που αυτές είναι οι δύο χώρες που ήδη επηρεάζονται θα επηρεασθούν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα (η τουρκική ενταξιακή πορεία ήταν ο καταλύτης τόσο των προσπαθειών λύσης του κυπριακού το 2000-2002 που κατέληξαν στο απορριφθέν σχέδιο Ανάν, όσο και ο καταλύτης της τωρινής προσπάθειας Χριστόφια-Ταλάτ).
Οι αντιδράσεις της κοινής γνώμης στο ζήτημα αυτό μετριώνται συνήθως αποσπασματικά, όταν υπάρχουν γεγονότα στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η τελευταία δημοσκόπηση που δημοσιεύτηκε στην Ελλάδα για το γενικό θέμα της ένταξης δίνει μια ελαφρά πλειοψηφία υπέρ αυτής, νοούμενης όμως ως συνοδευόμενης από την επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων. ‘Οταν τέθηκε ερώτημα, με αφορμή αντίστοιχες συνόδους, για το τι πρέπει να κάνει η Αθήνα, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της (άνοιγμα λιμανιών-αεροδρομίων στα κυπριακά σκάφη), ποσοστά 75-90% ήταν υπέρ του βέτο στην ‘Αγκυρα.
Μεταξύ των Ελληνοκυπρίων (82% του νόμιμου κυπριακού πληθυσμού), μια μεγάλη πλειοψηφία δηλώνει τώρα στις δημοσκοπήσεις ότι θέλει βέτο στην τουρκική ένταξη τον Δεκέμβριο, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της. Το 80% των Ελληνοκυπρίων είναι αντίθετο πάντως, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, στην ένταξη της Τουρκίας και προτιμά ειδική σχέση. Η ελαφρά απόκλιση στη στάση των κατοίκων της μητροπολιτικής Ελλάδας και της Κύπρου οφείλεται προφανώς στον πιο άμεσο χαρακτήρα της τουρκικής επιβουλής κατά των Ελληνοκυπρίων. Υπέρ της τουρκικής ένταξης τάσσεται το 57% των Τουρκοκυπρίων, ποσοστό ρεκόρ στο σύνολο της ΕΕ (αν και δεν είναι σαφές από τις σχετικές δημοσκοπήσεις, κατά πόσον έγιναν μεταξύ αυθεντικών Τουρκοκυπρίων ή εν γένει κατοίκων του κατεχομένου τμήματος του νησιού).
Τέλος, μια ορισμένη ασάφεια επικρατεί, το λιγότερο που μπορεί κανείς να πει, ως προς τις θέσεις και τις απαιτήσεις Αθήνας και Λευκωσίας από την Τουρκία, ως προϋπόθεση υποστήριξης του αιτήματός της. Το πιο συγκεκριμένο που της έχει ζητηθεί, προκαλώντας το πάγωμα οκτώ κεφαλαίων και την εκ νέου αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, ήταν η εφαρμογή του τελωνειακού πρωτοκόλλου, δηλαδή το άνοιγμα των λιμανιών και αεροδρομίων. Δεν έχει τεθεί ως συγκεκριμένος όρος η άρση του casus belli, η άρση των διεκδικήσεων στο Αιγαίο (γκρίζες ζώνες), η αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αποχώρηση του στρατού κατοχής. Εν όψει Δεκεμβρίου, αναμένεται η αποσαφήνιση της γραμμής της νεοεκλεγείσας ελληνικής κυβέρνησης.
Η ελληνική κοινή γνώμη ζητάει σε ποσοστά 70-90% να θέσει η Αθήνα βέτο στην ενταξιακή πορεία, εφόσον η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της.
"Κόσμος του Επενδυτή", 5.12.2009
Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009
Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ, ΚΥΠΡΟ, ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Το ΔΗΚΚΙ σας προσκαλεί τη Δευτέρα 07.12.09, στις 7 μ.μ. στο ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΙΤΑΝΙΑ όπου πραγματοποιεί πολιτική εκδήλωση-συζήτηση με θέμα «Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ, ΚΥΠΡΟ, Ε.Ε. ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ». Θα μιλήσουν οι:
Καραμάνος Χρήστος, στέλεχος της ΚΟΕ, μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας «Αριστερά»
Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης, δημοσιογράφος – συγγραφέας.
Λαφαζάνης Παναγιώτης, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ.
Λιλλήκας Γιώργος, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας
Νικολόπουλος Ηλίας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του ΔΗΚΚΙ.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος και Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Λεωνίδας Βατικιώτης.
Καραμάνος Χρήστος, στέλεχος της ΚΟΕ, μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας «Αριστερά»
Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης, δημοσιογράφος – συγγραφέας.
Λαφαζάνης Παναγιώτης, Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ.
Λιλλήκας Γιώργος, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας
Νικολόπουλος Ηλίας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του ΔΗΚΚΙ.
Την εκδήλωση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος και Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Λεωνίδας Βατικιώτης.
O ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΣΑΜΑΡΑ (και μια προειδοποίηση για τον Γιώργο)
‘Ηταν ασφαλώς ο θρίαμβος του Αντώνη Σαμαρά. Ακόμα περισσότερο όμως, ήταν η συντριπιτκή ήττα ενός ορισμένου πολιτικού, οικονομικού, εκδοτικού κατεστημένου και των μηχανισμών του. Μηχανισμών που, όσο ισχυρότεροι γίνονται «οργανωτικά», τόσο πιο αναποτελεσματικοί φαίνονται πολιτικά, αφού «ξεμαθαίνουν», αν την ήξεραν ποτέ, την πολιτική, την τέχνη να μιλάνε και να κερδίζουν τους ανθρώπους, όπως και την ικανότητα να γίνονται φορείς γενικώτερων ιδεών και σχεδίων, που έχει απελπιστικά ανάγκη η ελληνική κοινωνία.
Οι πολίτες προσήλθαν μαζικά στις κάλπες της ΝΔ, ανατρέποντας τους σχεδιασμούς ισχυρότατων μηχανισμών, αποδοκιμάζοντας τη διαφθορά των πολιτικών και την περιφρόνηση που υφίστανται. Κατήγγειλαν, με την ετημυγορία τους, πολιτικές και πολιτικούς που, όσο λιγότερο ακούνε και συνδιαλλέγονται με την κοινωνία, τόσο περισσότερο πειθήνιοι εμφανίζονται απέναντι στα κελεύσματα της Ουάσιγκτον (και των Βρυξελλών). Δεν αποδοκίμασαν μόνο τη Ντόρα Μπακογιάννη, αποδοκίμασαν και τον κυνισμό μιας πλειάδας ηγετικών και μεσαίων στελεχών της ΝΔ που τάχθηκαν στο πλευρό της, συχνά σε πλήρη αντίθεση με το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα που εξέπεμπαν χρόνια ολόκληρα.
Εκλέγοντας τον Αντώνη Σαμαρά οι πολίτες επιβράβευσαν επίσης την εθνική αναφορά του Μεσσήνιου πολιτικού, αναφορά που η οικονομική κρίση καθιστά περισσότερο, όχι λιγότερο αναγκαία και δημοφιλή. Πολύ περισσότερο σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τώρα υπαρκτή απειλή και ισχυρότατη γεωπολιτική πίεση.
Με αυτή την τελευταία έννοια, η μαζική επιδοκιμασία του Αντώνη Σαμαρά, παρόλο που συνιστά συνέχεια του εκλογικού αποτελέσματος της 4ης Οκτωβρίου, της σφοδρής αποδοκιμασίας δηλαδή της κυβερνητικής διαχείρισης της τελευταίας διετίας, αποτελεί επίσης και σοβαρή προειδοποίηση προς το ΠΑΣΟΚ, την ελληνική κεντροαριστερά (και αριστερά). Μοιάζει σαν το εκλογικό σώμα, από τη μια να εμπιστεύτηκε τον Γιώργο Παπανδρέου για μια πιο φιλολαϊκή διαχείριση, από την άλλη να θέλει να του βάλει και κάποιο ανάχωμα, σε μια εξωτερική πολιτική που δεν ενθουσιάζει. Προειδοποιεί την ελληνική κεντροαριστερά να μη θυσιάσει, αν δεν θέλει να διακινδυνεύσει την πολιτική συντριβή της, εθνικά συμφέροντα της χώρας στο βωμό τυχόν ιδεοληψιών της και μιας φανατικής επιδίωξης καλών σχέσεων, πάση θυσία, με την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Ο ελληνικός λαός δεν θέλει να θυσιάσει τα κοινωνικά για τα εθνικά, τα εθνικά για τα κοινωνικά του συμφέροντα. Ψάχνει απεγνωσμένα πολιτικούς να τον υπερασπίσουν και να τον εκφράσουν και στο εσωτερικό και διεθνώς.
Στον τομέα άλλωστε της εξωτερικής πολιτικής, η εκλογή Σαμαρά θα έχει πιθανότατα άμεσες και πολύ σημαντικές συνέπειες. Αν κάποιοι θα ήθελαν να κλείσουν στο «άψε-σβήσε» κυπριακό και ελληνοτουρκικά, με ένα σχέδιο τύπου Ανάν, επιβάλλοντας ενδεχομένως και αντιδημοφιλείς λύσεις, χάρη σε μια «ομοφωνία» των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Κύπρο, η θέση τους γίνεται τώρα πολύ δυσκολότερη.
‘Ενας «νόμος» του «πολιτικού αιφνιδιασμού» τείνει να εγκαθιδρυθεί στα ελληνικά (και όχι μόνο) πράγματα. Οι κοινωνίες, περισσότερο αποκλεισμένες από ποτέ άλλοτε από κάθε πραγματική δυνατότητα επιρροής επί των αποφάσεων που τις αφορούν, επιδίδονται σε ιδιότυπο «αντάρτικο», όταν τους δίνεται η ευκαιρία, χαλώντας τη «σούπα» των εγχώριων (και υπερατλαντικών) «πλούσιων και ισχυρών». Το είδαμε με τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις στους πολέμους της Μέσης Ανατολής, με το δημοψήφισμα για το Ανάν στην Κύπρο και το ευρωσύνταγμα στη Γαλλία, το βλέπουμε στις απρόβλεπτες, γρήγορες και «βίαιες» πολιτικές μετατοπίσεις των δύο τελευταίων χρόνων (εκτίναξη και κατακρήμνιση του ΣΥΡΙΖΑ, βιαιότατη εξέγερση της νεολαίας, διάλυση και καταστροφή της ΝΔ σε ένα μόνο χρόνο).
Πολιτικά «στοιχήματα» Σαμαρά και οικονομικά στοιχήματα Παπανδρέου
Η χώρα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Και από οικονομική άποψη και από την άποψη των «ρυθμίσεων» που της ζητά η Ουάσιγκτον στο κυπριακό, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια. Δεν πρόκειται να βγει από την κρίση χωρίς να ματώσει. Το ερώτημα δεν είναι αν θα ματώσει, είναι πρώτον, αν θα βγει από την κρίση, παρόλο που θα ματώσει, αποφεύγοντας τον επί θύραις κίνδυνο μιας κοινωνικής ή/και εθνικής καταστροφής, δεύτερο, πως θα κατανεμηθούν τα βάρη αυτής της «εξόδου».
Εδώ θα κριθούν και ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς. Αν κάτι διδάσκει η εντυπωσιακή κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή σε ένα χρονο (και όχι μόνο), είναι πόσο έχει συντομευθεί η απόσταση ανάμεσα σε ‘Ολυμπο και Τάρταρα. Και επίσης, πόσο η μακρά παρακμή της χώρας έχει σταδιακά αμβλύνει έως εκμηδενίσει τη δυνατότητα (και το ενδιαφέρον) της πολιτικής τάξης, των διανοουμένων, του διοικητικού προσωπικού, να σκεφθούν και να αντιμετωπίσουν τα τόσο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλο, στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, η διαφθορά της ελίτ και το χάσμα ανάμεσα «ελίτ»-κοινωνίας.
Υποστηρίξαμε από αυτές τις στήλες την απόφαση του ΠΑΣΟΚ για διακοπή των stage. Θελήσαμε να δούμε στην απόφαση αυτή ένα απαραίτητο μέτρο καταπολέμησης του «ρουσφετιστάν», ενός από τους «πυλώνες» ενός συστήματος όχι μόνο άδικου, αντιπαραγωγικού και παρακμιακού, αλλά και μη βιώσιμου πλέον. ‘Ηδη όμως, τα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής αρχίζουν και γίνονται ορατά.
Χρειάζεται μια παραγωγική αναδιάταξη της χώρας και η εκ βάθρων αντιμετώπιση των σοβαρότατων προβλημάτων κράτους, παιδείας, κουλτούρας, αξιών. Δεν μπορούμε τη μια να λέμε «υπάρχουν λεφτά» και την άλλη να μιλάμε για «τραγική» κατάσταση της οικονομίας. Τη μία να θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το φόβητρο των Βρυξελλών στο εσωτερικό και την άλλη να καθησυχάσουμε τις χρηματαγορές.
Η έκρηξη όλων των μορφών δημόσιου, ιδιωτικού και διεθνούς χρέους είναι ο τρόπος εκδήλωσης της ελληνικής οικονομικής κρίσης και επείγει η αντιμετώπισή της καθεαυτή. Δεν είναι όμως αυτό το πραγματικό αίτιο του προβλήματος. Το πρόβλημα είναι η απαξίωση του παραγωγικού ιστού της χώρας, η κατάρρευση των εξαγωγών της, η χρεωκοπία της παιδείας και των αξιών της. Η Ελλάδα δηλητηριάζεται και σαπίζει ολόκληρη από τη διαθορά της, την διαλύει, περισσότερο από ότι κάποτε η Μικρασιατική, η «Μικροαστική» Καταστροφή της.
Για να αντιμετωπισθούν όμως αυτά χρειάζεται ένα μεγάλο κοινωνικό μέτωπο με σταθερή πολιτική κατεύθυνση, που θα εγγυηθεί το εισόδημα των πιο φτωχών, θα θίξει όμως αναγκαστικά και τα μεσοστρώματα, επιδιώκοντας να μη θίξει τίποτα το παραγωγικό και ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να συγκεντρώσει γύρω του τις δυνάμεις που «απελευθερώνει» η κρίση (όσους δηλαδή αντιλαμβάνονται ότι και τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα θα απειληθούν από μια γενική κατάρρευση της Ελλάδας). Χρειάζεται ένας πυλώνας κρατικής οικονομικής παρέμβασης γύρω από την Εθνική, τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, το Ταμιευτήριο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα ούτε το «παλαιό» πελατειακό ΠΑΣΟΚ, ούτε όμως και οι (διαπλεκόμενοι) «Ταλιμπάν» του σημιτικού (ή καραμανλικού) εκσυγχρονισμού (νεοφιλελευθερισμού) που διέλυσαν την ελληνική οικονομία και τείνουν τώρα να ξαναποκτήσουν μεγάλο μέρος της οικονομικής διαχείρισης.
Πόσο μάλλον που η Ελλάδα σήμερα, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν έχει εργαλεία προστατευτισμού, δεν διαθέτει νομισματική πολιτική, δεν μπορεί να προσφύγει άλλο στη φτηνή εισαγόμενη και μαύρη εργασία, χωρίς να ανατινάξει την όποια, εναπομείνασα κοινωνική συνοχή της και δεν έχει καμμιά από τις συνθήκες που απαιτούνται για «κεϋνσιανού» τύπου παρεμβάσεις. Το χειρότερο δεν είναι ότι η χώρα έχει χάσει παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής στο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών, το χειρότερο είναι ότι οι πολιτικοί της, και οι πάσης φύσεως ηγετικές ελίτ της μοιάζουν να έχασαν το μυαλό τους. Απομένει να δούμε αν, καινούρια πρόσωπα, δυνάμεις και ιδέες, θα μπορέσουν να εκφράσουν γόνιμα μια λαϊκή διάθεση που εκφράζεται πια τόσο έντονα με την παραμικρή ευκαιρία που της δίνεται.
περιοδικό "Επίκαιρα", 4.12.2009
Οι πολίτες προσήλθαν μαζικά στις κάλπες της ΝΔ, ανατρέποντας τους σχεδιασμούς ισχυρότατων μηχανισμών, αποδοκιμάζοντας τη διαφθορά των πολιτικών και την περιφρόνηση που υφίστανται. Κατήγγειλαν, με την ετημυγορία τους, πολιτικές και πολιτικούς που, όσο λιγότερο ακούνε και συνδιαλλέγονται με την κοινωνία, τόσο περισσότερο πειθήνιοι εμφανίζονται απέναντι στα κελεύσματα της Ουάσιγκτον (και των Βρυξελλών). Δεν αποδοκίμασαν μόνο τη Ντόρα Μπακογιάννη, αποδοκίμασαν και τον κυνισμό μιας πλειάδας ηγετικών και μεσαίων στελεχών της ΝΔ που τάχθηκαν στο πλευρό της, συχνά σε πλήρη αντίθεση με το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα που εξέπεμπαν χρόνια ολόκληρα.
Εκλέγοντας τον Αντώνη Σαμαρά οι πολίτες επιβράβευσαν επίσης την εθνική αναφορά του Μεσσήνιου πολιτικού, αναφορά που η οικονομική κρίση καθιστά περισσότερο, όχι λιγότερο αναγκαία και δημοφιλή. Πολύ περισσότερο σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τώρα υπαρκτή απειλή και ισχυρότατη γεωπολιτική πίεση.
Με αυτή την τελευταία έννοια, η μαζική επιδοκιμασία του Αντώνη Σαμαρά, παρόλο που συνιστά συνέχεια του εκλογικού αποτελέσματος της 4ης Οκτωβρίου, της σφοδρής αποδοκιμασίας δηλαδή της κυβερνητικής διαχείρισης της τελευταίας διετίας, αποτελεί επίσης και σοβαρή προειδοποίηση προς το ΠΑΣΟΚ, την ελληνική κεντροαριστερά (και αριστερά). Μοιάζει σαν το εκλογικό σώμα, από τη μια να εμπιστεύτηκε τον Γιώργο Παπανδρέου για μια πιο φιλολαϊκή διαχείριση, από την άλλη να θέλει να του βάλει και κάποιο ανάχωμα, σε μια εξωτερική πολιτική που δεν ενθουσιάζει. Προειδοποιεί την ελληνική κεντροαριστερά να μη θυσιάσει, αν δεν θέλει να διακινδυνεύσει την πολιτική συντριβή της, εθνικά συμφέροντα της χώρας στο βωμό τυχόν ιδεοληψιών της και μιας φανατικής επιδίωξης καλών σχέσεων, πάση θυσία, με την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Ο ελληνικός λαός δεν θέλει να θυσιάσει τα κοινωνικά για τα εθνικά, τα εθνικά για τα κοινωνικά του συμφέροντα. Ψάχνει απεγνωσμένα πολιτικούς να τον υπερασπίσουν και να τον εκφράσουν και στο εσωτερικό και διεθνώς.
Στον τομέα άλλωστε της εξωτερικής πολιτικής, η εκλογή Σαμαρά θα έχει πιθανότατα άμεσες και πολύ σημαντικές συνέπειες. Αν κάποιοι θα ήθελαν να κλείσουν στο «άψε-σβήσε» κυπριακό και ελληνοτουρκικά, με ένα σχέδιο τύπου Ανάν, επιβάλλοντας ενδεχομένως και αντιδημοφιλείς λύσεις, χάρη σε μια «ομοφωνία» των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων σε Ελλάδα και Κύπρο, η θέση τους γίνεται τώρα πολύ δυσκολότερη.
‘Ενας «νόμος» του «πολιτικού αιφνιδιασμού» τείνει να εγκαθιδρυθεί στα ελληνικά (και όχι μόνο) πράγματα. Οι κοινωνίες, περισσότερο αποκλεισμένες από ποτέ άλλοτε από κάθε πραγματική δυνατότητα επιρροής επί των αποφάσεων που τις αφορούν, επιδίδονται σε ιδιότυπο «αντάρτικο», όταν τους δίνεται η ευκαιρία, χαλώντας τη «σούπα» των εγχώριων (και υπερατλαντικών) «πλούσιων και ισχυρών». Το είδαμε με τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις στους πολέμους της Μέσης Ανατολής, με το δημοψήφισμα για το Ανάν στην Κύπρο και το ευρωσύνταγμα στη Γαλλία, το βλέπουμε στις απρόβλεπτες, γρήγορες και «βίαιες» πολιτικές μετατοπίσεις των δύο τελευταίων χρόνων (εκτίναξη και κατακρήμνιση του ΣΥΡΙΖΑ, βιαιότατη εξέγερση της νεολαίας, διάλυση και καταστροφή της ΝΔ σε ένα μόνο χρόνο).
Πολιτικά «στοιχήματα» Σαμαρά και οικονομικά στοιχήματα Παπανδρέου
Η χώρα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Και από οικονομική άποψη και από την άποψη των «ρυθμίσεων» που της ζητά η Ουάσιγκτον στο κυπριακό, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια. Δεν πρόκειται να βγει από την κρίση χωρίς να ματώσει. Το ερώτημα δεν είναι αν θα ματώσει, είναι πρώτον, αν θα βγει από την κρίση, παρόλο που θα ματώσει, αποφεύγοντας τον επί θύραις κίνδυνο μιας κοινωνικής ή/και εθνικής καταστροφής, δεύτερο, πως θα κατανεμηθούν τα βάρη αυτής της «εξόδου».
Εδώ θα κριθούν και ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς. Αν κάτι διδάσκει η εντυπωσιακή κατάρρευση της κυβέρνησης Καραμανλή σε ένα χρονο (και όχι μόνο), είναι πόσο έχει συντομευθεί η απόσταση ανάμεσα σε ‘Ολυμπο και Τάρταρα. Και επίσης, πόσο η μακρά παρακμή της χώρας έχει σταδιακά αμβλύνει έως εκμηδενίσει τη δυνατότητα (και το ενδιαφέρον) της πολιτικής τάξης, των διανοουμένων, του διοικητικού προσωπικού, να σκεφθούν και να αντιμετωπίσουν τα τόσο σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλο, στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, η διαφθορά της ελίτ και το χάσμα ανάμεσα «ελίτ»-κοινωνίας.
Υποστηρίξαμε από αυτές τις στήλες την απόφαση του ΠΑΣΟΚ για διακοπή των stage. Θελήσαμε να δούμε στην απόφαση αυτή ένα απαραίτητο μέτρο καταπολέμησης του «ρουσφετιστάν», ενός από τους «πυλώνες» ενός συστήματος όχι μόνο άδικου, αντιπαραγωγικού και παρακμιακού, αλλά και μη βιώσιμου πλέον. ‘Ηδη όμως, τα προβλήματα της οικονομικής πολιτικής αρχίζουν και γίνονται ορατά.
Χρειάζεται μια παραγωγική αναδιάταξη της χώρας και η εκ βάθρων αντιμετώπιση των σοβαρότατων προβλημάτων κράτους, παιδείας, κουλτούρας, αξιών. Δεν μπορούμε τη μια να λέμε «υπάρχουν λεφτά» και την άλλη να μιλάμε για «τραγική» κατάσταση της οικονομίας. Τη μία να θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το φόβητρο των Βρυξελλών στο εσωτερικό και την άλλη να καθησυχάσουμε τις χρηματαγορές.
Η έκρηξη όλων των μορφών δημόσιου, ιδιωτικού και διεθνούς χρέους είναι ο τρόπος εκδήλωσης της ελληνικής οικονομικής κρίσης και επείγει η αντιμετώπισή της καθεαυτή. Δεν είναι όμως αυτό το πραγματικό αίτιο του προβλήματος. Το πρόβλημα είναι η απαξίωση του παραγωγικού ιστού της χώρας, η κατάρρευση των εξαγωγών της, η χρεωκοπία της παιδείας και των αξιών της. Η Ελλάδα δηλητηριάζεται και σαπίζει ολόκληρη από τη διαθορά της, την διαλύει, περισσότερο από ότι κάποτε η Μικρασιατική, η «Μικροαστική» Καταστροφή της.
Για να αντιμετωπισθούν όμως αυτά χρειάζεται ένα μεγάλο κοινωνικό μέτωπο με σταθερή πολιτική κατεύθυνση, που θα εγγυηθεί το εισόδημα των πιο φτωχών, θα θίξει όμως αναγκαστικά και τα μεσοστρώματα, επιδιώκοντας να μη θίξει τίποτα το παραγωγικό και ελπίζοντας ότι θα μπορέσει να συγκεντρώσει γύρω του τις δυνάμεις που «απελευθερώνει» η κρίση (όσους δηλαδή αντιλαμβάνονται ότι και τα δικά τους ιδιοτελή συμφέροντα θα απειληθούν από μια γενική κατάρρευση της Ελλάδας). Χρειάζεται ένας πυλώνας κρατικής οικονομικής παρέμβασης γύρω από την Εθνική, τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, το Ταμιευτήριο, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα ούτε το «παλαιό» πελατειακό ΠΑΣΟΚ, ούτε όμως και οι (διαπλεκόμενοι) «Ταλιμπάν» του σημιτικού (ή καραμανλικού) εκσυγχρονισμού (νεοφιλελευθερισμού) που διέλυσαν την ελληνική οικονομία και τείνουν τώρα να ξαναποκτήσουν μεγάλο μέρος της οικονομικής διαχείρισης.
Πόσο μάλλον που η Ελλάδα σήμερα, σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν έχει εργαλεία προστατευτισμού, δεν διαθέτει νομισματική πολιτική, δεν μπορεί να προσφύγει άλλο στη φτηνή εισαγόμενη και μαύρη εργασία, χωρίς να ανατινάξει την όποια, εναπομείνασα κοινωνική συνοχή της και δεν έχει καμμιά από τις συνθήκες που απαιτούνται για «κεϋνσιανού» τύπου παρεμβάσεις. Το χειρότερο δεν είναι ότι η χώρα έχει χάσει παραδοσιακά εργαλεία πολιτικής στο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών, το χειρότερο είναι ότι οι πολιτικοί της, και οι πάσης φύσεως ηγετικές ελίτ της μοιάζουν να έχασαν το μυαλό τους. Απομένει να δούμε αν, καινούρια πρόσωπα, δυνάμεις και ιδέες, θα μπορέσουν να εκφράσουν γόνιμα μια λαϊκή διάθεση που εκφράζεται πια τόσο έντονα με την παραμικρή ευκαιρία που της δίνεται.
περιοδικό "Επίκαιρα", 4.12.2009
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009
ΣΥΓΧΥΣΗ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Τι ακριβώς διαπραγματεύεται ο κ. Χριστόφιας
"Συντακτική" διαδικασία εν κρυπτώ και παραβύστω
Δημοψήφισμα για το ποιά λύση θέλουν οι Ελληνοκύπριοι προτείνει ο Βάσος Λυσσαρίδης, με δεδομένες τις μεγάλες διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Για τον «Νέστορα» της κυπριακής πολιτικής και του κυπριακού σοσιαλισμού, το ζήτημα δεν μπορεί να αφεθεί σε τελικό δημοψήφισμα επί υπογεγραμμένου σχεδίου, γιατί τέτοιο δημοψήφισμα θα έχει εκβιαστικό χαρακτήρα και δεύτερο «όχι» θα έχει μεγάλο πολιτικο-διπλωματικό κόστος. Ο κ. Λυσσαρίδης προειδοποιεί επίσης ότι, αν γίνουν δεκτές οι προτάσεις Χριστόφια στις συνομιλίες, διαγράφεται κίνδυνος «Ιμβροποίησης» της Μεγαλονήσου.
Ενώ αυτά συμβαίνουν εν Κύπρω, η σουηδική προεδρία της ΕΕ ετοίμασε, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, σχέδιο συμπερασμάτων για τον Δεκέμβριο που δεν προνοεί κυρώσεις για την τουρκική άρνηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της και που επαινεί την ‘Αγκυρα για τη συμβολή στις συνομιλίες για το κυπριακό.
ΕΚΤΟΣ ΕΝΤΟΛΗΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Σοβαρή σύγχυση, που μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλη πολιτική, αν όχι συνταγματική κρίση, αντιμετωπίζει τώρα η Κυπριακή Δημοκρατία. Την αντιμετωπίζει μάλιστα στην αρχή μιας περιόδου αποφασιστικής σημασίας τόσο για την προοπτική της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, όσο και για τις προσπάθειες λύσης του κυπριακού.
Η σύγχυση προκαλείται από το ότι σχεδόν όλα τα κυπριακά πολιτικά κόμματα πλην ΑΚΕΛ διαφωνούν με τις προτάσεις Χριστόφια στις συνομιλίες με τον Ταλάτ, όσες τουλάχιστο έχουν γίνει γνωστές. Τη σκληρότερη μάλιστα κριτική κάνουν τα συγκυβερνώντα κόμματα (οι Σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ, οι «Μακαριακοί» του ΔΗΚΟ και οι Οικολόγοι), με την ψήφο των οποίων εξελέγη ο κ. Χριστόφιας Πρόεδρος. Τον κατηγορούν τώρα για αθέτηση των συμφωνιών που συνήψαν προ των εκλογών και απειλούν με έξοδο από την κυβέρνηση. Πιο αμφίθυμη στάση ακολουθεί και ο ΔΗΣΥ. Ο Πρόεδρός του κ. Αναστασιάδης εξακολουθεί, grosso modo, να υποστηρίζει τις προσπάθειες Χριστόφια, όμως ηγετικά στελέχη του κόμματος ασκούν σκληρή δημόσια κριτική. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι κριτικές προς το ΑΚΕΛ και τον κ. Χριστόφια ενισχύονται από τις δημοσκοπήσεις, όπου μια σταθερή πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων απορρίπτει τους χειρισμούς και τις προτάσεις του Προέδρου.
Οι διαφωνίες δεν αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά τη δομή του κράτους, όπως την «εκ περιτροπής προεδρία», τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών, τη στάθμιση των ψήφων ανάλογα με την εθνικότητα, την αποστρατιωτικοποίηση (υπέρ της οποίας τάσσεται μόνιο το ΑΚΕΛ), την παραμονή αριθμού εποίκων κλπ.
Χριστόφιας και ΑΚΕΛ απαντούν στις επικρίσεις με χαρακτηριστική νευρικότητα και «ταμπέλες» εις βάρος των επικριτών τους. Δεν εξηγούν ιδιαιτέρως γιατί οι προτάσεις τους οδηγούν σε βιώσιμη λύση, γιατί αίφνης αν η μειοψηφία δεν έχει εμπιστοσύνη να διοικείται από την πλειοψηφία, θα πρέπει η πλειοψηφία να εμπιστευθεί την μειοψηφία να την κυβερνά. Κυρίως υποστηρίζουν ότι ανάλογες προτάσεις έχουν γίνει από ελληνικής πλευράς στο παρελθόν, πράγμα το οποίο αμφισβητούν οι επικριτές τους. Η όλη συζήτηση προσλαμβάνει έναν βυζαντινολογικό χαρακτήρα, που δεν βοηθάει στο ξεκαθάρισμα των προβλημάτων που θα αντιμετωπίσει το νέο κράτος. Συχνά, οι φίλα προσκείμενοι προς το ΑΚΕΛ αρθρογράφοι και «αναλυτές», αντιμέτωποι με την όντως μεγάλη δυσκολία να εξηγήσουν πως γίνεται η ψήφος ενός Τουρκοκυπρίου να ισοδυναμεί με την ψήφο πέντε Ελληνοκυπρίων, καταφεύγουν σε βρισιές και υιοθεσία φρασεολογίας («υπονομευτές», «σαμποτέρ») που θυμίζει Μόσχα του 1937 και θριαμβεύοντα σταλινισμό. Αν βέβαια ορισμένες μέθοδοι θυμίζουν άλλες εποχές, οι σκοποί μοιάζουν πολύ διαφορετικοί: Μπορεί ο Γραμματέας του ΑΚΕΛ ‘Αντρος Κυπριανού να δηλώνει οπαδός του ... «μαρξισμού-λενινισμού», έκπληκτοι όμως, οι αναγνώστες της «Χαραυγής» διαβάζουν στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του Κόμματος όχι κανένα άρθρο του Στάλιν, του Χρουστσώφ ή του Μπρέζνιεφ, όπως στο παρελθόν, αλλά του ... Βρετανού Πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν. ‘Εχει ο καιρός γυρίσματα!
Η σύγχυση επιδεινώνεται διότι ουδείς στην πραγματικότητα γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει με τις διαπραγματεύσεις, ούτε καν οι αρχηγοί των «συγκυβερνώντων» κομμάτων. Για τις εκατέρωθεν προτάσεις είναι συνήθως πολύ καλύτερα ενημερωμένος ο τουρκικός τύπος. Οι πολίτες του μελλοντικού κράτους δεν εμπλέκονται στη διαμόρφωση των θεσμών του και, παρόλο που κατά τον κ. Χριστόφια η νέα λύση θα είναι «από τους Κύπριους για τους Κύπριους», κυρίως την γνωρίζουν ξένες κυβερνήσεις, γεγονός που καθιστά αρκετούς παρατηρητές λίαν επιφυλακτικούς για τη βιωσιμότητα της λύσης που θα προκύψει.
‘Οπως σημειώνουν έγκριτοι νομικοί, το ΑΚΕΛ επεχείρησε όντως να βελτιώσει το σχέδιο Ανάν, απαλείφοντας τις πιο εξωφρενικές ρυθμίσεις του όπως οι τρεις ξένοι δικαστές. Δεν τόλμησε όμως ή δεν θέλησε να αμφισβητήσει την υφέρπουσα λογική που οδηγεί στους παραλογισμιούς, δηλαδή την πλήρη εξίσωση μειοψηφίας και πλειοψηφίας. Το σχέδιο Ανάν εξίσωνε Ελληνοκυπρίους (82%) και Τουρκοκυπρίους (18%). Επειδή οι συντάκτες του δεν πίστευαν ότι οι δύο κοινότητες θα γίνονταν φίλοι, προέβλεπαν τρεις ξένους δικαστές διορισμένους από τον Ανάν (και οι οποίοι θα επέλεγαν τους διαδόχους τους) για να παίρνουν τις τελικές αποφάσεις. Ο κ. Χριστόφιας κατήργησε τους ξένους δικαστές στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αφήνοντάς τους μόνο στη δικαστική. Για να λυθεί όμως το πρόβλημα λήψης αποφάσεων και αφού θα είναι απόλυτα ισότιμη η πλειοψηφία και η μειοψηφία, πρότεινε είτε να δίδεται το κράτος εκ περιτροπής σε ‘Ελληνες και Τούρκους (εκ περιτροπής προεδρία), είτε να μην υπάρχει (αποστρατιωτικοποίηση). Επειδή όλα αυτά είναι περίπλοκες νομικές έννοιες δεν θα απασχολούσαν κανονικά πολύ τον μέσο Κύπριο πολίτη. ‘Οταν όμως ο τελευταίος αντελήφθη ότι κατά καιρούς ο Πρόεδρος της Κύπρου θα είναι υποχρεωτικά Τούρκος, οι νομικοί όροι πήραν πολύ πραγματικό νόημα στο μυαλό του, φοβήθηκε ότι χάνει το κράτος του και έκτοτε απορρίπτει με μεγάλες πλειοψηφίες τις προτάσεις των διαπραγματευτών του. Βλέποντας τέτοια γκάλοπ ,πήραν θάρρος και τα κόμματα.
Στο μεταξύ, η Λευκωσία δέχεται ισχυρές πιέσεις να αφήσει την Τουρκία ελεύθερη να συνεχίζει την ενταξιακή της πορεία, ανοίγοντας νέα κεφάλαια διαπραγματεύσεων, παρόλο που η ‘Αγκυρα δεν έχει εφαρμόσει το πρόσθετο τελωνειακό πρωτόκολλο και δεν ανοίγει λιμάνια και αεροδρόμια στα κυπριακά σκάφη. Κανονικά, οι ευρω-τουρκικές διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να παγώσουν σε αυτό το σημείο, μέχρις ότου η Τουρκία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Ο ηγέτης της κυπριακής δεξιάς, ο κ. Αναστασιάδης, είναι υπέρ μιας νέας εξάμηνης παράτασης στην Τουρκία. Ο κ. Χριστόφιας όμως δυσκολεύεται να συγκατατεθεί, φοβούμενος την οργή της κοινής γνώμης, Το πιθανότερο αποτέλεσμα, υπό τις συνθήκες αυτές, θα είναι μια «μεσοβέζικη» λύση, όπως να παγώσει η Λευκωσία έναν αριθμό κεφαλαίων (γίνεται λόγος για πέντε, μεταξύ των οποίων και το σημαντικό κεφάλαιο της ενέργειας).
Το πιθανότερο πάντως είναι ‘Αγκυρα, Λονδίνο και Ουάσιγκτον να περιμένουν να περάσει όσο πιο ανώδυνα η αξιολόγηση της Τουρκίας τον Δεκέμβρη για να εφαρμόσουν στη συνέχεια ασφυκτικές πιέσεις στην Κύπρο να λύσει το κυπριακό, με τους όρους που προτιμούν, ώστε να προχωρήσει γρήγορα η τουρκική ένταξη. Κανονικά, η Τουρκία θα έπρεπε να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Στην πραγματικότητα είναι η Κύπρος και η Ελλάδα που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
ΕΛΛΑΔΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ
Οι ελλαδικές πολιτικές δυνάμεις, σε αντίθεση με το 2004, τηρούν «απόσταση ασφαλείας» από το κυπριακό, περιοριζόμενες σε ανώδυνες δηλώσεις τύπου «στηρίζουμε τις προσπάθειες επίλυσης». Μοναδική εξαίρεση ο Αντώνης Σαμαράς που, στη σύγκρουσή του με την Ντόρα Μπακογιάννη, κάλεσε τους ψηφοφόρους να σκεφτούν πως θα αντιμετωπίσει ο ίδιος και πως θα αντιμετωπίσει η Κυρία Μπακογιάννη ένα νέο σχέδιο Ανάν. (Η τελευταία αγνόησε το 2004 προσωπικό και κομματικό κόστος για να ταχθεί αποφασιστικά υπέρ της αποδοχής του Σχεδίου).
Ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των Ελλήνων πολιτικών, το κυπριακό, «καρδιά», κατά Μητσοτάκη, της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, δεν είναι ένα θέμα που μπορεί τελικά να αγνοήσει η Αθήνα. Επί μισό και πλέον αιώνα είναι το θέμα που φτιάχνει ή καταστρέφει πολιτικούς και παρατάξεις. Η ελληνική αριστερά και κεντροαριστερά απέκτησε και διατήρησε την πολιτική ηγεμονία μετά το 1974, εξαιτίας ακριβώς της καταστροφικής πολιτικής της ελληνικής δεξιάς στο κυπριακό. Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίστροφο, αν δεν προσέξει!
"Κόσμος του Επενδυτή", 28.11.2009
"Συντακτική" διαδικασία εν κρυπτώ και παραβύστω
Δημοψήφισμα για το ποιά λύση θέλουν οι Ελληνοκύπριοι προτείνει ο Βάσος Λυσσαρίδης, με δεδομένες τις μεγάλες διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ των Ελληνοκυπρίων. Για τον «Νέστορα» της κυπριακής πολιτικής και του κυπριακού σοσιαλισμού, το ζήτημα δεν μπορεί να αφεθεί σε τελικό δημοψήφισμα επί υπογεγραμμένου σχεδίου, γιατί τέτοιο δημοψήφισμα θα έχει εκβιαστικό χαρακτήρα και δεύτερο «όχι» θα έχει μεγάλο πολιτικο-διπλωματικό κόστος. Ο κ. Λυσσαρίδης προειδοποιεί επίσης ότι, αν γίνουν δεκτές οι προτάσεις Χριστόφια στις συνομιλίες, διαγράφεται κίνδυνος «Ιμβροποίησης» της Μεγαλονήσου.
Ενώ αυτά συμβαίνουν εν Κύπρω, η σουηδική προεδρία της ΕΕ ετοίμασε, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, σχέδιο συμπερασμάτων για τον Δεκέμβριο που δεν προνοεί κυρώσεις για την τουρκική άρνηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της και που επαινεί την ‘Αγκυρα για τη συμβολή στις συνομιλίες για το κυπριακό.
ΕΚΤΟΣ ΕΝΤΟΛΗΣ Ο ΚΥΠΡΙΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Σοβαρή σύγχυση, που μπορεί να εξελιχθεί σε μεγάλη πολιτική, αν όχι συνταγματική κρίση, αντιμετωπίζει τώρα η Κυπριακή Δημοκρατία. Την αντιμετωπίζει μάλιστα στην αρχή μιας περιόδου αποφασιστικής σημασίας τόσο για την προοπτική της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, όσο και για τις προσπάθειες λύσης του κυπριακού.
Η σύγχυση προκαλείται από το ότι σχεδόν όλα τα κυπριακά πολιτικά κόμματα πλην ΑΚΕΛ διαφωνούν με τις προτάσεις Χριστόφια στις συνομιλίες με τον Ταλάτ, όσες τουλάχιστο έχουν γίνει γνωστές. Τη σκληρότερη μάλιστα κριτική κάνουν τα συγκυβερνώντα κόμματα (οι Σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ, οι «Μακαριακοί» του ΔΗΚΟ και οι Οικολόγοι), με την ψήφο των οποίων εξελέγη ο κ. Χριστόφιας Πρόεδρος. Τον κατηγορούν τώρα για αθέτηση των συμφωνιών που συνήψαν προ των εκλογών και απειλούν με έξοδο από την κυβέρνηση. Πιο αμφίθυμη στάση ακολουθεί και ο ΔΗΣΥ. Ο Πρόεδρός του κ. Αναστασιάδης εξακολουθεί, grosso modo, να υποστηρίζει τις προσπάθειες Χριστόφια, όμως ηγετικά στελέχη του κόμματος ασκούν σκληρή δημόσια κριτική. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι κριτικές προς το ΑΚΕΛ και τον κ. Χριστόφια ενισχύονται από τις δημοσκοπήσεις, όπου μια σταθερή πλειοψηφία Ελληνοκυπρίων απορρίπτει τους χειρισμούς και τις προτάσεις του Προέδρου.
Οι διαφωνίες δεν αφορούν δευτερεύοντα ζητήματα, αλλά τη δομή του κράτους, όπως την «εκ περιτροπής προεδρία», τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών, τη στάθμιση των ψήφων ανάλογα με την εθνικότητα, την αποστρατιωτικοποίηση (υπέρ της οποίας τάσσεται μόνιο το ΑΚΕΛ), την παραμονή αριθμού εποίκων κλπ.
Χριστόφιας και ΑΚΕΛ απαντούν στις επικρίσεις με χαρακτηριστική νευρικότητα και «ταμπέλες» εις βάρος των επικριτών τους. Δεν εξηγούν ιδιαιτέρως γιατί οι προτάσεις τους οδηγούν σε βιώσιμη λύση, γιατί αίφνης αν η μειοψηφία δεν έχει εμπιστοσύνη να διοικείται από την πλειοψηφία, θα πρέπει η πλειοψηφία να εμπιστευθεί την μειοψηφία να την κυβερνά. Κυρίως υποστηρίζουν ότι ανάλογες προτάσεις έχουν γίνει από ελληνικής πλευράς στο παρελθόν, πράγμα το οποίο αμφισβητούν οι επικριτές τους. Η όλη συζήτηση προσλαμβάνει έναν βυζαντινολογικό χαρακτήρα, που δεν βοηθάει στο ξεκαθάρισμα των προβλημάτων που θα αντιμετωπίσει το νέο κράτος. Συχνά, οι φίλα προσκείμενοι προς το ΑΚΕΛ αρθρογράφοι και «αναλυτές», αντιμέτωποι με την όντως μεγάλη δυσκολία να εξηγήσουν πως γίνεται η ψήφος ενός Τουρκοκυπρίου να ισοδυναμεί με την ψήφο πέντε Ελληνοκυπρίων, καταφεύγουν σε βρισιές και υιοθεσία φρασεολογίας («υπονομευτές», «σαμποτέρ») που θυμίζει Μόσχα του 1937 και θριαμβεύοντα σταλινισμό. Αν βέβαια ορισμένες μέθοδοι θυμίζουν άλλες εποχές, οι σκοποί μοιάζουν πολύ διαφορετικοί: Μπορεί ο Γραμματέας του ΑΚΕΛ ‘Αντρος Κυπριανού να δηλώνει οπαδός του ... «μαρξισμού-λενινισμού», έκπληκτοι όμως, οι αναγνώστες της «Χαραυγής» διαβάζουν στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας του Κόμματος όχι κανένα άρθρο του Στάλιν, του Χρουστσώφ ή του Μπρέζνιεφ, όπως στο παρελθόν, αλλά του ... Βρετανού Πρωθυπουργού Γκόρντον Μπράουν. ‘Εχει ο καιρός γυρίσματα!
Η σύγχυση επιδεινώνεται διότι ουδείς στην πραγματικότητα γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει με τις διαπραγματεύσεις, ούτε καν οι αρχηγοί των «συγκυβερνώντων» κομμάτων. Για τις εκατέρωθεν προτάσεις είναι συνήθως πολύ καλύτερα ενημερωμένος ο τουρκικός τύπος. Οι πολίτες του μελλοντικού κράτους δεν εμπλέκονται στη διαμόρφωση των θεσμών του και, παρόλο που κατά τον κ. Χριστόφια η νέα λύση θα είναι «από τους Κύπριους για τους Κύπριους», κυρίως την γνωρίζουν ξένες κυβερνήσεις, γεγονός που καθιστά αρκετούς παρατηρητές λίαν επιφυλακτικούς για τη βιωσιμότητα της λύσης που θα προκύψει.
‘Οπως σημειώνουν έγκριτοι νομικοί, το ΑΚΕΛ επεχείρησε όντως να βελτιώσει το σχέδιο Ανάν, απαλείφοντας τις πιο εξωφρενικές ρυθμίσεις του όπως οι τρεις ξένοι δικαστές. Δεν τόλμησε όμως ή δεν θέλησε να αμφισβητήσει την υφέρπουσα λογική που οδηγεί στους παραλογισμιούς, δηλαδή την πλήρη εξίσωση μειοψηφίας και πλειοψηφίας. Το σχέδιο Ανάν εξίσωνε Ελληνοκυπρίους (82%) και Τουρκοκυπρίους (18%). Επειδή οι συντάκτες του δεν πίστευαν ότι οι δύο κοινότητες θα γίνονταν φίλοι, προέβλεπαν τρεις ξένους δικαστές διορισμένους από τον Ανάν (και οι οποίοι θα επέλεγαν τους διαδόχους τους) για να παίρνουν τις τελικές αποφάσεις. Ο κ. Χριστόφιας κατήργησε τους ξένους δικαστές στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, αφήνοντάς τους μόνο στη δικαστική. Για να λυθεί όμως το πρόβλημα λήψης αποφάσεων και αφού θα είναι απόλυτα ισότιμη η πλειοψηφία και η μειοψηφία, πρότεινε είτε να δίδεται το κράτος εκ περιτροπής σε ‘Ελληνες και Τούρκους (εκ περιτροπής προεδρία), είτε να μην υπάρχει (αποστρατιωτικοποίηση). Επειδή όλα αυτά είναι περίπλοκες νομικές έννοιες δεν θα απασχολούσαν κανονικά πολύ τον μέσο Κύπριο πολίτη. ‘Οταν όμως ο τελευταίος αντελήφθη ότι κατά καιρούς ο Πρόεδρος της Κύπρου θα είναι υποχρεωτικά Τούρκος, οι νομικοί όροι πήραν πολύ πραγματικό νόημα στο μυαλό του, φοβήθηκε ότι χάνει το κράτος του και έκτοτε απορρίπτει με μεγάλες πλειοψηφίες τις προτάσεις των διαπραγματευτών του. Βλέποντας τέτοια γκάλοπ ,πήραν θάρρος και τα κόμματα.
Στο μεταξύ, η Λευκωσία δέχεται ισχυρές πιέσεις να αφήσει την Τουρκία ελεύθερη να συνεχίζει την ενταξιακή της πορεία, ανοίγοντας νέα κεφάλαια διαπραγματεύσεων, παρόλο που η ‘Αγκυρα δεν έχει εφαρμόσει το πρόσθετο τελωνειακό πρωτόκολλο και δεν ανοίγει λιμάνια και αεροδρόμια στα κυπριακά σκάφη. Κανονικά, οι ευρω-τουρκικές διαπραγματεύσεις θα έπρεπε να παγώσουν σε αυτό το σημείο, μέχρις ότου η Τουρκία εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Ο ηγέτης της κυπριακής δεξιάς, ο κ. Αναστασιάδης, είναι υπέρ μιας νέας εξάμηνης παράτασης στην Τουρκία. Ο κ. Χριστόφιας όμως δυσκολεύεται να συγκατατεθεί, φοβούμενος την οργή της κοινής γνώμης, Το πιθανότερο αποτέλεσμα, υπό τις συνθήκες αυτές, θα είναι μια «μεσοβέζικη» λύση, όπως να παγώσει η Λευκωσία έναν αριθμό κεφαλαίων (γίνεται λόγος για πέντε, μεταξύ των οποίων και το σημαντικό κεφάλαιο της ενέργειας).
Το πιθανότερο πάντως είναι ‘Αγκυρα, Λονδίνο και Ουάσιγκτον να περιμένουν να περάσει όσο πιο ανώδυνα η αξιολόγηση της Τουρκίας τον Δεκέμβρη για να εφαρμόσουν στη συνέχεια ασφυκτικές πιέσεις στην Κύπρο να λύσει το κυπριακό, με τους όρους που προτιμούν, ώστε να προχωρήσει γρήγορα η τουρκική ένταξη. Κανονικά, η Τουρκία θα έπρεπε να βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Στην πραγματικότητα είναι η Κύπρος και η Ελλάδα που ήδη αντιμετωπίζουν δυσκολίες.
ΕΛΛΑΔΑ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ
Οι ελλαδικές πολιτικές δυνάμεις, σε αντίθεση με το 2004, τηρούν «απόσταση ασφαλείας» από το κυπριακό, περιοριζόμενες σε ανώδυνες δηλώσεις τύπου «στηρίζουμε τις προσπάθειες επίλυσης». Μοναδική εξαίρεση ο Αντώνης Σαμαράς που, στη σύγκρουσή του με την Ντόρα Μπακογιάννη, κάλεσε τους ψηφοφόρους να σκεφτούν πως θα αντιμετωπίσει ο ίδιος και πως θα αντιμετωπίσει η Κυρία Μπακογιάννη ένα νέο σχέδιο Ανάν. (Η τελευταία αγνόησε το 2004 προσωπικό και κομματικό κόστος για να ταχθεί αποφασιστικά υπέρ της αποδοχής του Σχεδίου).
Ανεξάρτητα από τις επιθυμίες των Ελλήνων πολιτικών, το κυπριακό, «καρδιά», κατά Μητσοτάκη, της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, δεν είναι ένα θέμα που μπορεί τελικά να αγνοήσει η Αθήνα. Επί μισό και πλέον αιώνα είναι το θέμα που φτιάχνει ή καταστρέφει πολιτικούς και παρατάξεις. Η ελληνική αριστερά και κεντροαριστερά απέκτησε και διατήρησε την πολιτική ηγεμονία μετά το 1974, εξαιτίας ακριβώς της καταστροφικής πολιτικής της ελληνικής δεξιάς στο κυπριακό. Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίστροφο, αν δεν προσέξει!
"Κόσμος του Επενδυτή", 28.11.2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)