Σε τακτική αναδίπλωση προχωράει ο Νικολά Σαρκοζί στο θέμα της τουρκικής ένταξης, έχοντας «προεξοφλήσει» την δυσκολία Βερολίνου και την απροθυμία Λευκωσίας/Αθήνας να στηρίξουν ενδεχομένως πρόταση «παγώματος» διαπραγματεύσεων, αφού η ‘Αγκυρα δεν ανοίγει τα λιμάνια/αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη, όπως έχει δεσμευτεί. Η Μέρκελ παραμένει πολέμιος της τουρκικής ένταξης, δεσμεύεται όμως αναγκαστικά σε μια «μεσοβέζικη» θέση, λόγω της συμμαχίας με τους Φιλελεύθερους.
Το Παρίσι «κάηκε» το 2005, όταν δοκίμασε να θέσει την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως προαπαιτούμενο της έναρξης διαπραγματεύσεων, για να δει, τότε, τις άμεσα ενδιαφερόμενες Λευκωσία και Αθήνα να του «βάζουν πάγο». Τώρα δεν έχει διάθεση να βγει «στη σέντρα», αν δεν έχει εγγυήσεις. Επιπλέον, κατέβαλε τίμημα για τις εχθρικές προς την ένταξη δηλώσεις Σαρκοζί, με αποκλεισμό γαλλικών εταιρειών από τον αγωγό «Ναμπούκο». Το Παρίσι αποφάσισε λοιπόν να διατηρήσει μεν την αντίθεση προς την ένταξη («η ΕΕ δεν θα διευρυνθεί πέραν των Βαλκανίων», δήλωσε ο Υφυπουργός Λελούς), να συνάψει δε τακτική συμφωνία «εκεχειρίας» με τον Γκιουλ, κατά την επίσκεψή του στη Γαλλία.
Η συμφωνία Σαρκοζί-Γκιουλ προβλέπει: αμοιβαίο σεβασμό των διαφορετικών θέσεων ως προς την τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων (πλήρης ένταξη ή «ειδική σχέση»), συνέχιση διαπραγματεύσεων, θεαματική αναβάθμιση διμερών σχέσεων. Η συμφωνία αυτή επιτρέπει στον Σαρκοζί να διασώσει το πολιτικό προφίλ του, συνεχίζοντας να αντιτίθεται στην τουρκική ένταξη, αλλά και στα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα να ικανοποιούνται και, ενδεχομένως, να συμμετέχουν οι γαλλικές εταιρείες στον Ναμπούκο. Διπλωματικοί παρατηρητές δεν αποκλείουν να συνηγορήσει και στο άνοιγμα του πολύ σημαντικού κεφαλαίου «ενέργεια», που έχουν μπλοκάρει Κύπρος και Ελλάδα. Από την πλευρά της, η ‘Αγκυρα αυξάνει τις πιθανότητες να ξεπεράσει χωρίς μεγάλες συνέπειες το «ορόσημο» του Δεκεμβρίου και να ασκήσει μετά μεγάλες πιέσεις για μια λύση του κυπριακού στα μέτρα της. ‘Οσο για την τελική ένταξη, η ‘Αγκυρα μπορεί να ελπίζει σε γαλλική κυβερνητική αλλαγή.
Το Παρίσι άφησε πάντως «ουρά», «υποθήκη», στην περίπτωση που η Λευκωσία αποφασίσει να «σουτάρει» τη μπαλιά. Η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από μια υποψήφια χώρα είναι «άκρον άωτον του παραλογισμού» (ubuesque), δήλωσε ο κ. Λελούς. Παραλογισμός βέβαια δεν είναι μόνο αυτός, αλλά και το ότι οι Γάλλοι εμφανίζοται μαχητικότεροι από τους ‘Ελληνες για τα δικά τους θέματα, παρατηρεί σαρκαστικά πρώην Κύπριος Υπουργός. Κατά πληροφορίες από αξιόπιστες πηγές, που δεν έγινε πάντως δυνατό να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα, το Παρίσι δεν είναι καθόλου ευχαριστημένο ούτε από το διαρκές φλερτ Λευκωσίας-Λονδίνου, ούτε από τη μη τήρηση συμφωνιών διευκολύνσεων στη βάση «Ανδρέας Παπανδρέου». Αυτός είναι ο λόγος που ο Σαρκοζί απέφυγε να παραστεί στα εγκαίνια του νέου αεροδρομίου Λάρνακας.
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος Χριστόφιας είδε τον Γκόρντον Μπράουν (είχε προηγηθεί συνάντηση του Βρετανού και ‘Ελληνα Πρωθυπουργού) και του διετύπωσε τις αιτιάσεις του για ανεπαρκή πρόοδο των διαπραγμετεύσεων. Την ίδια στιγμή όμως ξέσπασε έντονο κύμα αγανάκτησης από την απόφαση του ‘Αγγλοιυ Πρέσβη στη Λευκωσία να παραστεί στα εγκαίνια μνημείου, στην κατεχόμενη Κερύνεια, για τους πεσόντες Βρετανούς στη διάρκεια του κυπριακού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1955-59). Ενώ άλλωστε ο κ. Χριστόφιας επέκρινε την Τουρκία στο Λονδίνο, όλα τα κόμματα πλήν ΑΚΕΛ, περιλαμβανομένου και του Σοσιαλιστικού Κόμματος ΕΔΕΚ. ενέτειναν τις επικρίσεις τους προς τον κ. Χριστόφια για «παραχωρήσεις» που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων και τον δημοκρατικό χαρακτήρα του μελλοντικού κυπριακού κράτους.
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009
ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ
Ο κίνδυνος μιας εθνικής (και όχι μόνο) καταστροφής
Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.
Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.
Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.
Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.
Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.
Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.
Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;
Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.
Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.
Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.
Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.
Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.
Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.
Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)
Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).
Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.
18-10-2009, Δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη", τ. 18
Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.
Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.
Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.
Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.
Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.
Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.
Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;
Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.
Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.
Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.
Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.
Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.
Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.
Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)
Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).
Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.
18-10-2009, Δημοσιεύτηκε στο κυπριακό περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη", τ. 18
ΓΙΑΤΙ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΚΡΑΤΟΣ
Ο κίνδυνος μιας εθνικής (και όχι μόνο) καταστροφής
Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.
Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.
Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.
Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.
Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.
Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.
Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;
Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.
Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.
Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.
Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.
Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.
Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.
Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)
Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).
Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.
18-10-2009
Dημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη" της Λευκωσίας, τ.18
Για μια ακόμη φορά, η δύναμη ισχύος της αμερικανικής διπλωματίας έχει συγκεντρωθεί στην περιοχή μας. Γιατί είναι κυρίως από τις εξελίξεις σε Ελλάδα και Κύπρο που θα κριθεί αποφασιστικά το μέλλον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ. (Και επιπλέον, γιατί πρέπει να προχωρήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και η αποκοπή της περιοχής από τη Ρωσία, με ότι συνεπάγεται για Σκόπια, Κόσοβο και αγωγούς). Ο κρίσιμος χρόνος για την επίτευξη των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων είναι το επόμενο τρίμηνο έως εξάμηνο.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την ένταξη της Τουρκίας για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει ο υπερατλαντικός έλεγχος της Ευρώπης, στοιχείο απαραίτητο για τη διατήρηση της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ, όπως τη γνωρίζουμε. Η τουρκική ένταξη, αν πραγματοποιηθεί, συνιστά τη χαριστική βολή στην ευρωπαϊκή ιδέα, στην ιδέα δηλαδή μιας Ευρώπης δυνάμει ανεξάρτητης από τις ΗΠΑ.
Οι γεωπολιτικές αυτές συνέπειες ενισχύονται από τις κοινωνικές συνέπειες της τουρκικής ένταξης. Η διαρκής διεύρυνση της ΕΕ, σε όλο και πιο διαφορετικές και φτωχότερες χώρες, χωρίς αλλαγή οικονομικού μοντέλου, χωρίς ούτε καν τις χρηματοδοτικές ροές που κατευθύνθηκαν στον ευρωπαϊκό νότο και με απαγόρευση φορολογικής και κοινωνικής εναρμόνισης στο εσωτερικό της ΕΕ, συνιστούν μια ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην εξίσωση προς τα κάτω των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς σε μια Ευρώπη που γίνεται, όλο και περισσότερο, αυτό που ανέκαθεν επεδίωκε το Λονδίνο: μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών. Ζώνη υποκείμενη στη μονεταριστική δικτατορία μερικών εκατοντάδων «ευρωατλαντικών» επιχειρήσεων και τραπεζών, που κρύβονται πίσω από την Κομισιόν και την (υποτίθεται) «ανεξάρτητη» Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μια τέτοια Ευρώπη θα ολισθήσει αναπόφευκτα όλο και περισσότερο στην εξάρτηση από τις ΗΠΑ, καθιστάμενη απλή οικονομική και ιδεολογική «βιτρίνα» ενός ΝΑΤΟ με παγκόσμιες φιλοδοξίες.
Το σχέδιο της τουρκικής ένταξης είναι πίσω από την κινητικότητα της τελευταίας δεκαετίας περί το κυπριακό. Οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν ξεσηκώθηκαν ξαφνικά να ζητήσουν λύση, ούτε οι διεθνείς δυνάμεις (οι ίδιες ακριβώς άλλωστε που δημιούργησαν το κυπριιακό!) ανησύχησαν ξαφνικά για την ανάγκη συμφιλίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο θέλουν λύση και τη θέλουν, όσο το δυνατόν, στα μέτρα τους, εξυπηρετική δηλαδή και της πάγιας επιδίωξής τους να ελέγξουν την Κύπρο, «οικόπεδο» πρώτης αξίας στην παγκόσμια γεωπολιτική και γεωοικονομική σκακιέρα.
Δεν τους φτάνουν φιλοδυτικές κυβερνήσεις, επιθυμούν την κατάλυση του κυπριακού κράτους, ως οργανωμένης, θεσμικής μορφής άσκησης της κυριαρχίας στο νησί των κατοίκων του, του κυπριακού λαού. Γιατί όσο υφίσταται, έστω και ακρωτηριασμένο κυπριακό κράτος, ανεξάρτητο και δημοκρατικό, γνωρίζουν ότι αυτό το κράτος μπορεί αύριο να συνάψει αίφνης μια συμφωνία με τον Πούτιν για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου. Δεν τους φτάνει λοιπόν η τοποθέτηση φιλοδυτικών κυβερνήσεων, ούτε η ύπαρξη βρετανικών βάσεων, χρειάζονται τη διάλυση του κράτους, την θεσμική επαναφορά της Κύπρου σε αποικιακό καθεστώς. Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το «τραβήξουν» μέχρις εκεί, αλλά, πέραν του κινήτρου της ανάγκης διευκόλυνσης της τουρκικής ένταξης, έχουν διαπιστώσει από την εμπειρία τους ότι η ιθύνουσα τάξη και η πολιτική ελίτ Ελλάδας και Κύπρου είναι συχνά διατεθειμένη να φτάσει ως εκεί τις παραχωρήσεις, ότι συχνά προβάλλει «αντίσταση μηδέν», γεγονός που αναπόφευκτα άνοιξε την όρεξη σε Ουάσιγκτον και Λονδίνο. Είναι οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου που συζητάνε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απολύτως εξωφρενικές ρυθμίσεις, που κανένα ευρωπαϊκό ή και αφρικανικό κράτος, που θα σεβόταν έστω στοιχειωδώς τον εαυτό του, δεν θα μπορούσε καν να συζητήσει. Ρυθμίσεις που, αν τις πρότεινε πρωτοετής φοιτητής νομικής, θα έπρεπε να τον αποβάλουν από το πανεπιστήμιο ως ανεπίδεκτο μαθήσεως. Ποιο κράτος μπορεί να δεχθεί αίφνης τη μετατροπή της πλειοψηφίας του πληθυσμού σε μειοψηφία στα όργανα τελικών αποφάσεων, εκπροσωπούμενη από μη αιρετούς εκπροσώπους; Ποιο κράτος θα μπορούσε να δεχθεί να «σταθμίζονται» οι ψήφοι των πολιτών, ανάλογα με την εθνικότητά τους; Αυτά όμως προέβλεπε το σχέδιο Ανάν, αυτά προβλέπουν τώρα οι προτάσεις του κ. Χριστόφια στις διακοινοτικές της Λευκωσίας.
Η Κύπρος δεν μπορεί να ξαναγίνει επισήμως αποικία. Η νεοαποικιοποίησή της περνάει μέσα από την υιοθέτηση μιας ρύθμισης που θα καταργεί το κράτος, ως οργανωμένη μορφή λαϊκής κυριαρχίας, χωρίς όμως να το λέει. Το σχέδιο Ανάν ήταν αυτό ακριβώς. ‘Εδινε την απόλυτη εξουσία στην Κύπρο σε τρεις ξένους δικαστές, που διόριζε ο Κόφι Αννάν (η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο δηλαδή) και τρεις ξένους στρατούς, ενώ αφόπλιζε το νησί και στερούσε από τους κατοίκους του το κεντρικότερο δικαίωμα που τους αναγνωρίζει ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ: το δικαίωμα της αυτοάμυνας. Το σχέδιο δεν συμφιλίωνε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριιους, διαιώνιζε τις αιτίες της διαμάχης τους και προσέθετε νέες, ώστε να στηρίζει τελικά με χιλιάδες πολιτικούς και θεσμικούς μοχλούς τον επιδιαιτητικό ρόλο των Αγγλοαμερικανών. Μετέτρεπε την Κύπρο σε αγγλοαμερικανικό προτεκτοράτο. Ο τρόπος που το κατάφερνε αυτό, δια της εσωτερικής θεσμικής διαιώνισης της διαμάχης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Κύπρου, θα οδηγούσε πιθανότατα σε εθνοτική σύρραξη στην Κύπρο.
Αυτός ήταν ο λόγος που δεν ήταν επιθυμητό από τον τουρκικό στρατό, που δεν ήθελε να παραδώσει την «ΤΔΒΚ». Ο Ερντογάν συμφώνησε στο σχέδιο για τρεις λόγους: πρώτον, για να προωθήσει την τουρκική ένταξη, δεύτερο, γιατί εκτιμά ότι στερούμενοι του κράτους τους, αποποιούμενοι των δικαιωμάτων τους, οι Ελληνοκύπριοι θα βρεθούν σε θέση πλήρους αδυναμίας. Τρίτο, γιατί εκτίμησε ότι αυτό ήταν το μάξιμουμ που μπορούσε να αποσπάσει η Τουρκία στην Κύπρο κι ότι θα έβγαινε κερδισμένη καθιστώντας τους Τουρκοκύπριους (18% του πληθυσμού) απολύτως ισότιμους με τους Ελληνοκύπριους στο μόρφωμα αυτό και κερδίζοντας ταυτόχρονα την αθώωσή της για την εισβολή του 1974 και την ενταξιακή της προοπτική.
Το σχέδιο Ανάν προσέκρουσε όμως στην αντίδραση, έστω και την τελευταία στιγμή, του Τάσσου Παπαδόπουλου, του Βάσου Λυσσαρίδη και μερικών συμμάχων τους, όπως, και κυρίως του ίδιου του κυπριακού λαού. Τώρα επανέρχεται με άλλη μορφή. Τόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της επαναφοράς αυτής, που οι Αγγλοαμερικανοί ενεθάρρυναν, κατά πολύ ασυνήθιστο, εξαιρετικό τρόπο, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νησιού. Το ΑΚΕΛ δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ελπίζει κάτι τέτοιο. Καλείται, σε αντάλλαγμα της «άδειας» να κυβερνήσει το νησί, να αναλάβει την ευθύνη να περάσει ρυθμίσεις που καταλύουν στην ουσία το κυπριακό κράτος. Φοβούμεθα ότι, ο δρόμος στον οποίο έχει μπει το ΑΚΕΛ κινδυνεύει να το οδηγήσει αναπόφευκτα σε πλήρη εκφυλισμό και προδοσία (και φυσικά στο τέλος του ιστορικού κόμματος της κυπριακής αριστεράς, αφού θα το πετάξουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα, όταν θα έχει εκπληρώσει την «αποστολή» του). Ελπίζουμε ότι θα βρεθούν δυνάμεις να διακόψουν έναν κατήφορο που παρουσιάζειο ομοιότητες με την πορεία του ΚΚΕ το 1943-45 ή του ΚΚΣΕ το 1987-91. Δεν θα θέλαμε να περιγράψουμε έτσι το ΑΚΕΛ, με δισταγμό χρησιμοποιούμε τέτοιες βαριές εκφράσεις κι αν το κάνουμε είναι γιατί δεν θα θέλαμε ούτε η κυπριακή αριστερά, ούτε η ελληνική κεντροαριστερά να πρωταγωνιστήσουν σε μια εθνική καταστροφή, που ασφαλώς θα εξελιχθεί και σε κοινωνική. Αλλά πώς να περιγράψουμε πολιτικούς που ισχυρίζονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι είναι αριστεροί και δημοκράτες, συγκατατίθενται όμως με τόση ευκολία στην κατάργηση των πιο στοιχειωδών εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων των ομοεθνών τους;
Ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, Ελλάδας και Τουρκίας στην Κύπρο είναι σαφώς υπέρ της δεύτερης πλευράς, κρινόμενος τουλάχιστο τοπικά, στο ίδιο το νησί. Το ίδιο και η θέληση της ‘Αγκυρας να χρησιμοποιήσει, αν χρειασθεί, την στρατιωτική της ισχύ, αντίθετα με μια Αθήνα και Λευκωσία που φοβούνται τον ίσκιο τους και έχουν εμπεδώσει, μετά το 1974, την ήττα στο μυαλό τους (ένα μέρος μάλιστα της ελίτ και των «διανοουμένων» έχει ανακηρύξει ανύπαρκτο τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό). Οι Ελληνοκύπριοι όμως και η Ελλάδα έχουν με το μέρος τους την ισχύ της νομιμότητας, που είναι σημαντικότατο ηθικο-πολιτικό όπλο, έστω και αν είναι ανεπαρκές για να λύσει όλα τα προβλήματά τους. Πολιτικοί, όχι στρατιωτικοί ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία να σταματήσει και να μην καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο το 1974. Και δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα στο νησί, τουλάχιστο χωρίς δυσανάλογο πολιτικό κόστος, αν δεν της είχαν δώσει την ευκαιρία ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και η κυβέρνηση Καρμανλή-Αβέρωφ, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που εγκαθίδρυαν ένα αντιδημοκρατικό «κράτος προς κατάρρευση» εσωτερικά, παρέχοντας δικαιώματα επέμβασης στην Τουρκία εξωτερικά.
Μετά το 1974, η νομικο-πολιτική ισχύς της ελληνοκυπριακής πλευράς και η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας αντιστάθμισαν επί 35 χρόνια την τουρκική στρατιωτική ισχύ στο νησί και, με την επιπλέον ύπαρξη του παράγοντα «Ελλάδα», διατήρησαν την ειρήνη, αποτρέποντας νέο πόλεμο.
Βεβαίως, ουδείς μπορεί να εμποδίσει μια δύναμη να επιτεθεί σε ένα ανεξάρτητο, κυρίαρχο κράτος με υποδεέστερη ισχύ. Θα καταβάλει όμως, αν το πράξει, ένα συνήθως αποτρεπτικό πολιτικό κόστος. Είναι τελείως διαφορετικό το κράτος που επιτίθεται να έχει νόμιμα, αναγνωρισμένα δικαιώματα επέμβασης (όπως συνέβη το 1974) ή να μην είναι σαφές ποιός εκπροσωπεί το απειλούμενο κράτος (όπως μπορεί να συμβεί με την εκ περιτροπής προεδρία που προτείνει ο κ. Χριστόφιας). Αν οι Ελληνοκύπριοι (82% του πληθυσμού!) αποποιηθούν τα δικαιώματα που διαθέτει οποιαδήποτε πλειοψηφία σε όλο τον κόσμο, δεν θα τα επιβάλουν με την ισχύ τους. Οι άλλοι θα επιβληθούν επ’ αυτών. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο το κράτος στην Κύπρο και όχι η διάλυση της νόμιμης κυριαρχίας της πλειοψηφίας σε αδόκιμες, θολές, αντιδημοκρατικές και νεοαποικιακές ρυθμίσεις. Το κύριο πρόβλημα με το σχέδιο Ανάν, δυστυχώς όμως και με το κυοφορούμενο σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, δεν είναι ο ετεροβαρής χαρακτήρας του υπέρ της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Είναι η διάλυση του κράτους που επιχειρείται.
Ας πάρουμε αίφνης την εκ περιτροπής προεδρία. Πουθενά στον κόσμο, ο εκπρόσωπος μιας μειονότητας 18% δεν γίνεται κατά περιόδους υποχρεωτικά αρχηγός του κράτους. Αν το 1963-64 ή το 1974 ήταν ο Κιουτσούκ και όχι ο Μακάριος Πρόεδρος, θα έπαιρνε μαζί του τη διεθνή αναγνώριση του κράτους και οι Ελληνοκύπριοι θα μετετρέποντο σε «κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο ιστορικό διάγγελμά του ο αείμνηστος Πρόεδρος Παπαδόπουλος. ‘Οσο για τη στάθμιση των ψήφων, ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων, ούτε το νοτιοαφρικανικό καθεστώς του απαρτχάιντ δεν τόλμησε να την προτείνει. Κι όμως, αυτές είναι δύο μόνο από τις προτάσεις της ελληνικής πλευράς στις συνομιλίες της Λευκωσίας. Στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου» (Λιβάνης, 2004) είχαμε χρησιμοποιήσει τον όρο «μεταμοντέρνο προτεκτοράτο» για να χαρακτηρίσουμε το μόρφωμα που δημιουργούσε αυτό το σχέδιο, στη θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εδώ μας φαίνονται καταλληλότεροι οι όροι «μεταμοντέρνος ζουρλομανδύας» ή «σαχλαμάρα». Αλλά πρόκειται για πολύ επικίνδυνη, μοιραία σαχλαμάρα.
Για τους λόγους που εξηγήσαμε παραπάνω, οι Ελληνοκύπριοι μπορούν να συνεχίσουν την ασφαλή διαβίωσή τους στην Κύπρο υπό έναν όρο: να διαθέτουν, τουλάχιστον εκεί που ζουν, την προστασία κανονικού κράτους, που σημαίνει κυριαρχία της πλειοψηφίας στις βασικές κρατικές αποφάσεις, αποφασιστική απόρριψη κάθε δυνατότητας τρίτου κράτους να επεμβαίνει στα εδάφη τους, δικαίωμα αυτοάμυνας και μέσο άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας, δηλαδή ένοπλες δυνάμεις. Αυτός ο όρος δεν περιγράφει την ιδεώδη λύση, περιγράφει όμως τη συνθήκη υπό την οποία μια λύση θα είναι ασφαλής, θα επιτρέπει δηλαδή μακροχρόνια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων στην Κύπρο και θα καθιστά δυσχερή έναν πόλεμο εναντίον τους.
Δυστυχώς κάτω από την πίεση του διεθνούς παράγοντα, την κληρονομιά σειράς παραχωρήσεων του παρελθόντος, τη διάβρωση των πολιτικών ελίτ και τη βαθειά σύγχυση γύρω από τα ζητήματα της κυριαρχίας και της κρατικής συγκρότησης, η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων έχει ήδη ξεπεράσει το όριο της ασφαλούς λύσης. Δυστυχώς υπό το κράτος των ίδιων παραγόντων, και οι αντιτιθέμενοι σε μια τέτοια κατάλυση του κράτους δεν έχουν καταφέρει να διατυπώσουν έναν εύλειπτο και πειστικό, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Κύπρου λόγο, για να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους, πολύ περισσότερο για να πάρουν εκίνοι την πρωτοβουλία των κινήσεων. Κατ’ ουσίαν, ουδείς υπερασπίζεται πολιτικά, στο εσωτερικό και διεθνώς, το κυπριακό κράτος, ως θεσμική μορφή της κυριαρχίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού στην πατρίδα τους. Εξακολουθούν να εκφράζονται σε μια ακατανόητη πλέον γλώσσα, γεμάτη αναφορές σε νομικούς όρους, με την οποία προσπαθούν ανεπιτυχώς να κρύψουν την αμηχανία τους (χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο ανακοιινωθέν του Εθνικιού Συμβουλίου). Επιπλέον, επειδή οι Κύπριοι έχουν συνηθίσει να ακούν για προσπάθειες λύσης και να μην λύνεται τίποτα, δεν συνειδητοποιούν πόσο σοβαρά είναι αυτή τη φορά τα πράγματα, λόγω της πίεσης του διεθνούς παράγοντα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε πει κάποτε: «Αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί». Δεν πρόκειται για απλό σχήμα λόγου, πατριωτική «κορώνα» χωρίς περιεχόμενο. Η μετατροπή της Κύπρου σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο δεν εγκυμονεί μόνο τον κίνδυνο εθνοτικής σύρραξης στο νησί ή τον κίνδυνο ενδοελληνικής σύγκρουσης (όταν οι ‘Ελληνες θα αντιληφθούν σε τι καθεστώς θα ζήσουν). Δένει και τα χέρια της μητροπολιτικής Ελλάδας, καθιστώντας 700.000 ‘Ελληνες, που θα έχουν χάσει το κράτος τους, ομήρους της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λοινδίνου. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η Αθήνα δεν θα μπορεί να ασκεί κυριαρχία ούτε στο Αιγαίο ή τη Θράκη.
Τις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα ενταθούν οι προσπάθειες του διεθνούς παράγοντα να εξουδετερώσει κάθε εστία αντίστασης στο πολιτικό, εκδοτικό, επιχειρηματικό, διανοούμενο προσωπικό Κύπρου και Ελλάδας. Θα χρησιμοποιηθούν όλα τα μέσα που μπορεί να αποβούν χρήσιμα. Μπορεί να οργανωθούν προβοκάτσιες ή να γίνουν δήθεν «μεγάλες παραχωρήσεις» από τον Ερντογάν, που θα κάνουν μεν εντύπωση, δεν θα αλλάξουν όμως τα δεδομένα του προβλήματος, θα χρυσώσουν απλώς το χάπι των Ελληνοκυπρίων, που υφίστανται εδώ και δεκαετίες πλύση εγκεφάλου («εμείς φταίμε για το κυπριακό», «κάθε καινούρια λύση θα είναι χειρότερη»), εξαιτίας της οποίας βρίσκονται υπό την επιρροή της θανάσιμης αυταπάτης ότι θα διατηρήσουν και στο μέλλον το κράτος στο οποίο σήμερα ζουν (απλώς θα προστεθεί κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο). Επιδίωξη να έρθουν οι Ελληνοκύπριοι σε μια κατάσταση «εγκλωβισμού», που δεν θα μπορούν να πουν όχι σε ένα δεύτερο σχέδιο, που θα φέρει μάλιστα τις υπογραφές των ηγετών τους (κι όταν μάλιστα δεν έχουν καν υπερασπιστεί διεθνώς, πολιτικά, το πρώτο όχι που είπαν)
Ειρήσθω εν παρόδω, μια τέτοια λύση δεν θα είναι μόνο παγίδα για την Κύπρο και την Ελλάδα, θα είναι και για την Ευρώπη. Η Τουρκία θα αποκτήσει από τώρα δικαιώματα εντός της ΕΕ, δια της επιρροής στην ψήφο των Ελληνοκυπρίων. Τόσο η ‘Αγκυρα, όσο και πας ενδιαφερόμενος θα αποκτήσει επιπλέον έναν μοχλό μετατροπής, μέσα από τις ασάφειες του σχεδίου, της Κύπρου σε μια Βοσνία εντός της ΕΕ. Και να θέλει, δεν θα μπορεί να πει όχι στην τουρκική ένταξη, χωρίς να διακινδυνεύσει έναν πόλεμο στην Κύπρο (αν όχι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας).
Οι ΗΠΑ και η Βρετανία αντιμετωπίζουν τεράστιες, σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στη Μέση Ανατολή. Θάταν πραγματικά κρίμα, εξαιτίας του πολιτικού προσωπικού Ελλάδας και Κύπρου και της διάβρωσης των δύο κοινωνιών, να πετύχουν τώρα έναν θρίαμβο με μοιραίες συνέπειες για τον ελληνικό λαό.
18-10-2009
Dημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Σύγχρονη 'Αποψη" της Λευκωσίας, τ.18
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009
Κύπρος: Υπό πίεση ο Χριστόφιας ενόψει Δεκεμβρίου
Με την πολιτική κατευνασμού του Χίτλερ από τους Αγγλογάλλους, πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνέκρινε ο Κύπριος Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας την πολιτική «καλοπιάσματος» της ‘Αγκυρας, μιλώντας σε Ευρωπαίους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες. Εκ των υστέρων διέψευσε ότι το έκανε, αλλά η εντύπωση ήταν αρκετά έντονη για να οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τοποθετηθεί επί του θέματος. H Κομισιόν μίλησε για «ανιστόρητες συγκρίσεις», ταυτόχρονα όμως ένοιωσε την ανάγκη να απολογηθεί για τη στάση της έναντι της ‘Αγκυρας, υπενθυμίζοντας το μπλοκάρισμα των οκτώ κεφαλαίων. (Στην πραγματικότητα το μπλοκάρισμα έγινε από την ίδια την Κύπρο και επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που δεν μπορούσε ούτως ή άλλως να τα ανοίξει, αφού απαιτείται ομοφωνία). Στην Κύπρο, τα «αντιπολιτευόμενα-συμπολιτευόμενα» κόμματα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ χαιρέτισαν τις δηλώσεις Χριστόφια, αγνοώντας τη διάψευση του Προέδρου!
‘Οσο πλησιάζει ο κρίσιμος Δεκέμβρης και συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις επίλυσης, ο Κύπριος Πρόεδρος αισθάνεται να αυξάνονται οι (αντίθετες) πιέσεις από όλες τις πλευρές προς τη Λευκωσία, και από τον ατλαντικό άξονα στην ΕΕ και από τον γαλλογερμανικό και από την κυπριακή κοινή γνώμη και τους συνεταίρους του στην κυβέρνηση. Οι Αγγλοαμερικανοί και η Κομισιόν θέλουν να περάσει η ‘Αγκυρα τις «εξετάσεις» αβρόχοις ποσίν, χωρίς δηλαδή να ανοίξει τα λιμάνια και αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη, όπως έχει αναλάβει υποχρέωση (δεν της έχει ζητηθεί ούτε καν η ... αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πόσο μάλλον η αποχώρηση του στρατού κατοχής).
Ο «τούρκος μαθητής» είναι βέβαια γνωστός για τη «δυστροπία» του. ‘Οχι μόνο συνήθισε να προβιβάζεται ακόμα κι όταν δίνει επιδεικτικά λευκή κόλλα, αλλά και ... καμαρώνει γι’ αυτή τη συνήθεια! ‘Οταν οι Αζέροι διαμαρτυρήθηκαν γιατί η ‘Αγκυρα αθέτησε τις υποσχέσεις που τους έδωσε για μη άνοιγμα των συνόρων, ο Πρόεδρος Γκιουλ τους είπε να μην ανησυχούν γιατί δεν πρόκειται να τηρήσει ούτε τη συμφωνία που έκανε με τους Αρμένιους. Προς επίρρωση μάλιστα των ισχυρισμών του, υπενθύμισε ότι και για την Κύπρο η ‘Αγκυρα υπέγραψε συμφωνία χωρίς να την τηρήσει! Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στο Ναχιτσεβάν, ενώπιον όλων των ηγετών του «τουρκικού κόσμου».
Από την άλλη μεριά, είναι πια αισθητή η μετατόπιση της Γερμανίας και της Γαλλίας προς όλο και εχθρικότερες, προς την πλήρη ένταξη της Τουρκίας, θέσεις. Η αντίθεση στην ένταξη μοιάζει πλέον πλειοψηφική στην ευρωπαϊκή δεξιά, που ελέγχει τις περισσότερες ευρωπαίκές κυβερνήσεις. Το αν και πόσο έντονα θα εκδηλωθεί τον Δεκέμβριο εξαρτάται από δύο παράγοντες: πρώτον, τη στάση που θα κρατήσουν οι άμεσα θιγόμενες από την τουρκική πολιτική Κύπρος και Ελλάδα, γιατί δεν μπορούν Γάλλοι και Γερμανοί να γίνουν «πιο Κύπριοι ή ‘Ελληνες από τους Κύπριους και τους ‘Ελληνες», δεύτερο, τη διαπραγμάτευση Ευρώπης-ΗΠΑ και το πόση πίεση θα ασκήσει η Ουάσιγκτον στους συμμάχους της. Η ένταξη της Τουρκίας συνιστά μείζονα, στρατηγική επιδίωξη των Αμερικανών, ο Ομπάμα όμως έχει μεγάλη ανάγκη συνεργασίας με την Ευρώπη σε κρίσιμα θέματα όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν, αλλά και το σύνολο των αναδυόμενων «παικτών» και «προκλήσεων». Και η Ευρώπη από την πλευρά της δεν επιιθυμεί «μετωπική» σύγκρουση με τις ΗΠΑ, ανάλογη αυτής του 2003 για το Ιράκ. Πάντως, ο Νικολά Σαρκοζί δεν θα μεταβεί τελικά στην Κύπρο αυτές τις μέρες, ενδεχόμενο που είχε αντιμετωπίσει σε μια στιγμή.
Και η κυπριακή κοινή γνώμη δεν θα δεχθεί εύκολα μια ακόμα παράταση στην Τουρκία, πόσο μάλλον που ο ίδιος ο κ. Χριστόφιας έχει δηλώσει ότι η ‘Αγκυρα δεν θα γλυτώσει χωρίς συνέπειες τη μη εφαρμιογή της ανειλημμένης της υποχρέωσης για άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων. Αν και απέφυγε, είναι αλήθεια, να ξεκαθαρίσει ποιές θα είναι οι συνέπειες.
Η θέση του Κύπριου Προέδρου γίνεται ακόμα δυσκολότερη γιατί, ενώ έχει ήδη κάνει πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να επικρίνεται από τη «συμπολίτευση-αντιπολίτευση», ιδίως το ΔΗΚΟ, ότι «ξεπέρασε τις κόκκινες γραμμές» κι ότι παραπλάνησε το Εθνικό Συμβούλιο, αποκρύπτοντας προτάσεις που έχει υποβάλλει, δεν έχει συναντήσει ούτε ικανοποιητική ανταπόκριση από την άλλη πλευρά, ούτε αναγνώριση των προσπαθειών του από τον «διεθνή παράγοντα». Η κοινή γνώμη διαφωνεί με τους χειρισμούς του στο κυπριακό, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, αλλά δυσφορία με την τροπή των διαπραγματεύσεων έχει προκληθεί τόσο σε ορισμένους ισχυρούς κύκλους επιχειρηματικούς κύκλους, όσο και στο εσωτερικό του ίδιου του κυβερνώντος ΑΚΕΛ. Το ιστορικό κόμμα της κυπριακής αριστεράς χαρακτηρίζεται άλλωστε διαχρονικά από μεγάλες και απότομες στροφές στην πολιτική του και μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις διαθέσεις της κοινωνίας. Το 1931 αποδοκίμασε την εξέγερση κατά των ‘Αγγλων, για να αλλάξει πορεία τρεις μέρες αργότερα, ενώ το 1955 καυτηρίασε την ΕΟΚΑ, για να μεταβάλλει επίσης πολιτική στη συνέχεια, κάνοντας μάλιστα την αυτοκριτική του.
Λόγω βεβαίως της δομής αυτού του κόμματος, είναι πολύ σπάνια η ανοιχτή εκδήλωση διαφωνιών, εντούτοις καλά πληροφορημένες πηγές υποστηρίζουν ότι αριθμός σημαντικών στελεχών του ανησυχεί έντονα για την πορεία της διαπραγμάτευσης. Αυτός εκριβώς, υποστηρίζουν, είναι ο λόγος που ο κ. Χριστόφιας επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση ομόφωνης απόφασης υποστήριξης στην πολιτική του από την Κεντρική Επιτροπή. Η «είδηση», υποστηρίζουν, δεν είναι στην ομοφωνία, αλλά στην ανάγκη έκδοσης της απόφασης για κάτι που είναι ουσιαστικά αυτονόητο και στη σχετική προβολή της από τη «Χαραυγή».
Η κύρια κριτική που ασκείται στον κ. Χριστόφια αφορά τον βιώσιμο και δημοκρατικό χαρακτήρα της λύσης που θα προκύψει, αν γίνουν δεκτές οι ελληνικές προτάσεις. Αλλά επίσης και το γεγονός ότι αυτές οι προτάσεις έγιναν με δική του πρωτοβουλία, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Εθνικό Συμβούλιο ή, τουλάχιστο, τα «συγκυβερνώντα» κόμματα και χωρίς να περιέχονται στο προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου.
Σφοδρή κριτική γίνεται τόσο στην εκ περιτροπής Προεδρία, δηλαδή την πρόνοια ότι θα αναλαμβάνει υποχρεωτικός Τούρκος την προεδρία του κράτους κατά διαστήματα, αν και οι Τούρκοι είναι το 18% μόνο του πληθυσμού. «Αν αυτό το σύστημα ίσχυε το 1963 ή το 1974, ο Κιουτσούκ θα έπαιρνε την Κυπριακή Δημοκρατία και τη διεθνή αναγνώρισή της και θα έφευγε», σχολιάζει χαρακτηριστικά στέλεχος της συμπολίτευσης-αντιπολίτευσης. ‘Εντονη κριτική γίνεται επίσης και σε μια, παγκοσμίως πρωτοφανή, μέθοδο «στάθμισης» των ψήφων, χάρι στην οποία κάθε ψήφος Τουρκοκυπρίου θα μετράει πολύ περισσότερο από την ψήφο ενός Ελληνοκυπρίου! ‘Ολα αυτά προνοούνται ώστε να ικανοποιηθεί η τουρκική απαίτηση να μην είναι, αν και είναι, μειονότητα. Επειδή η απαίτηση αυτή δεν περιορίζεται στην αυτοδιοίκηση της ζώνης τους, ή σε ορισμένα επιμέρους ζητήματα (π.χ. γλώσσα, εκπαίδευση κλπ.) αλλά επεκτείνεται σε όλα τα κεντρικά ζητήματα κυριαρχίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά με την κατάργηση των αρχών της πλειοψηφίας και της αρχής «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», δηλ. της δημοκρατίας. Ο άλλος τρόπος να «τετραγωνισθεί» αυτός ο κύκλος είναι να μην υπάρχει κράτος, γι’ αυτό και προβλέπεται π.χ. «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρος, που πρακτικά συνεπάγεται την ύπαρξη δύο παραστρατιωτικών δυνάμεων στις δύο ζώνες, «μασκαρεμένων» σε τοπικές αστυνομίες.
Το ΑΚΕΛ απαντά στις επικρίσεις αυτές υποστηρίζοντας ότι οι παραχωρήσεις αυτές έχουν γίνει από προηγούμενους Προέδρους. ‘Ισως υπολογίζει ότι τη διακυβέρνηση ενός τέτοιου κράτους θα αναλάβουν οι «αδελφές» δυνάμεις της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής αριστεράς. Το πρόβλημα με τον υπολογισμό αυτό είναι βέβαια ότι, αν αύριο οι Κύπριοι βαρεθούν να κυβερνώνται από τις συνεργαζόμενες αριστερές τους, θα υποστηρίξουν τις εθνικιστικές δεξιές τους. Που θα συνεργασθούν κι αυτές, όπως και στο παρελθόν, διαλύοντας το κοινό κράτος!
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σοβαρή κρίση προσανατολισμού του Δημοκρατικού Κόμματος, κύριου κληρονόμου της «μακαριακής» παράδοσης, που σήμερα είναι διασπασμένο μεταξύ του Προέδρου του Μάριου Καρογιάν, υπέρμαχου της πάση θυσίας συμμετοχής στην κυβέρνηση και της «συμμορίας των τριών» (αν. Πρόεδρος Κολοκασίδης, αντιπρόεδρος Παπαδόπουλος, Γεν. Γραμματέας Κενεβέζος) που θεωρούν ότι το ΔΗΚΟ οφείλει να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να καταγγείλει ανοιχτά τη διαπραγματευτική τακτική Χριστόφια.
"Κόσμος του Επενδυτή", 07/11/2009
‘Οσο πλησιάζει ο κρίσιμος Δεκέμβρης και συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις επίλυσης, ο Κύπριος Πρόεδρος αισθάνεται να αυξάνονται οι (αντίθετες) πιέσεις από όλες τις πλευρές προς τη Λευκωσία, και από τον ατλαντικό άξονα στην ΕΕ και από τον γαλλογερμανικό και από την κυπριακή κοινή γνώμη και τους συνεταίρους του στην κυβέρνηση. Οι Αγγλοαμερικανοί και η Κομισιόν θέλουν να περάσει η ‘Αγκυρα τις «εξετάσεις» αβρόχοις ποσίν, χωρίς δηλαδή να ανοίξει τα λιμάνια και αεροδρόμιά της στα κυπριακά σκάφη, όπως έχει αναλάβει υποχρέωση (δεν της έχει ζητηθεί ούτε καν η ... αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, πόσο μάλλον η αποχώρηση του στρατού κατοχής).
Ο «τούρκος μαθητής» είναι βέβαια γνωστός για τη «δυστροπία» του. ‘Οχι μόνο συνήθισε να προβιβάζεται ακόμα κι όταν δίνει επιδεικτικά λευκή κόλλα, αλλά και ... καμαρώνει γι’ αυτή τη συνήθεια! ‘Οταν οι Αζέροι διαμαρτυρήθηκαν γιατί η ‘Αγκυρα αθέτησε τις υποσχέσεις που τους έδωσε για μη άνοιγμα των συνόρων, ο Πρόεδρος Γκιουλ τους είπε να μην ανησυχούν γιατί δεν πρόκειται να τηρήσει ούτε τη συμφωνία που έκανε με τους Αρμένιους. Προς επίρρωση μάλιστα των ισχυρισμών του, υπενθύμισε ότι και για την Κύπρο η ‘Αγκυρα υπέγραψε συμφωνία χωρίς να την τηρήσει! Οι δηλώσεις αυτές έγιναν στο Ναχιτσεβάν, ενώπιον όλων των ηγετών του «τουρκικού κόσμου».
Από την άλλη μεριά, είναι πια αισθητή η μετατόπιση της Γερμανίας και της Γαλλίας προς όλο και εχθρικότερες, προς την πλήρη ένταξη της Τουρκίας, θέσεις. Η αντίθεση στην ένταξη μοιάζει πλέον πλειοψηφική στην ευρωπαϊκή δεξιά, που ελέγχει τις περισσότερες ευρωπαίκές κυβερνήσεις. Το αν και πόσο έντονα θα εκδηλωθεί τον Δεκέμβριο εξαρτάται από δύο παράγοντες: πρώτον, τη στάση που θα κρατήσουν οι άμεσα θιγόμενες από την τουρκική πολιτική Κύπρος και Ελλάδα, γιατί δεν μπορούν Γάλλοι και Γερμανοί να γίνουν «πιο Κύπριοι ή ‘Ελληνες από τους Κύπριους και τους ‘Ελληνες», δεύτερο, τη διαπραγμάτευση Ευρώπης-ΗΠΑ και το πόση πίεση θα ασκήσει η Ουάσιγκτον στους συμμάχους της. Η ένταξη της Τουρκίας συνιστά μείζονα, στρατηγική επιδίωξη των Αμερικανών, ο Ομπάμα όμως έχει μεγάλη ανάγκη συνεργασίας με την Ευρώπη σε κρίσιμα θέματα όπως το Αφγανιστάν, το Ιράν, αλλά και το σύνολο των αναδυόμενων «παικτών» και «προκλήσεων». Και η Ευρώπη από την πλευρά της δεν επιιθυμεί «μετωπική» σύγκρουση με τις ΗΠΑ, ανάλογη αυτής του 2003 για το Ιράκ. Πάντως, ο Νικολά Σαρκοζί δεν θα μεταβεί τελικά στην Κύπρο αυτές τις μέρες, ενδεχόμενο που είχε αντιμετωπίσει σε μια στιγμή.
Και η κυπριακή κοινή γνώμη δεν θα δεχθεί εύκολα μια ακόμα παράταση στην Τουρκία, πόσο μάλλον που ο ίδιος ο κ. Χριστόφιας έχει δηλώσει ότι η ‘Αγκυρα δεν θα γλυτώσει χωρίς συνέπειες τη μη εφαρμιογή της ανειλημμένης της υποχρέωσης για άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων. Αν και απέφυγε, είναι αλήθεια, να ξεκαθαρίσει ποιές θα είναι οι συνέπειες.
Η θέση του Κύπριου Προέδρου γίνεται ακόμα δυσκολότερη γιατί, ενώ έχει ήδη κάνει πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να επικρίνεται από τη «συμπολίτευση-αντιπολίτευση», ιδίως το ΔΗΚΟ, ότι «ξεπέρασε τις κόκκινες γραμμές» κι ότι παραπλάνησε το Εθνικό Συμβούλιο, αποκρύπτοντας προτάσεις που έχει υποβάλλει, δεν έχει συναντήσει ούτε ικανοποιητική ανταπόκριση από την άλλη πλευρά, ούτε αναγνώριση των προσπαθειών του από τον «διεθνή παράγοντα». Η κοινή γνώμη διαφωνεί με τους χειρισμούς του στο κυπριακό, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, αλλά δυσφορία με την τροπή των διαπραγματεύσεων έχει προκληθεί τόσο σε ορισμένους ισχυρούς κύκλους επιχειρηματικούς κύκλους, όσο και στο εσωτερικό του ίδιου του κυβερνώντος ΑΚΕΛ. Το ιστορικό κόμμα της κυπριακής αριστεράς χαρακτηρίζεται άλλωστε διαχρονικά από μεγάλες και απότομες στροφές στην πολιτική του και μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στις διαθέσεις της κοινωνίας. Το 1931 αποδοκίμασε την εξέγερση κατά των ‘Αγγλων, για να αλλάξει πορεία τρεις μέρες αργότερα, ενώ το 1955 καυτηρίασε την ΕΟΚΑ, για να μεταβάλλει επίσης πολιτική στη συνέχεια, κάνοντας μάλιστα την αυτοκριτική του.
Λόγω βεβαίως της δομής αυτού του κόμματος, είναι πολύ σπάνια η ανοιχτή εκδήλωση διαφωνιών, εντούτοις καλά πληροφορημένες πηγές υποστηρίζουν ότι αριθμός σημαντικών στελεχών του ανησυχεί έντονα για την πορεία της διαπραγμάτευσης. Αυτός εκριβώς, υποστηρίζουν, είναι ο λόγος που ο κ. Χριστόφιας επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση ομόφωνης απόφασης υποστήριξης στην πολιτική του από την Κεντρική Επιτροπή. Η «είδηση», υποστηρίζουν, δεν είναι στην ομοφωνία, αλλά στην ανάγκη έκδοσης της απόφασης για κάτι που είναι ουσιαστικά αυτονόητο και στη σχετική προβολή της από τη «Χαραυγή».
Η κύρια κριτική που ασκείται στον κ. Χριστόφια αφορά τον βιώσιμο και δημοκρατικό χαρακτήρα της λύσης που θα προκύψει, αν γίνουν δεκτές οι ελληνικές προτάσεις. Αλλά επίσης και το γεγονός ότι αυτές οι προτάσεις έγιναν με δική του πρωτοβουλία, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Εθνικό Συμβούλιο ή, τουλάχιστο, τα «συγκυβερνώντα» κόμματα και χωρίς να περιέχονται στο προεκλογικό πρόγραμμα του Προέδρου.
Σφοδρή κριτική γίνεται τόσο στην εκ περιτροπής Προεδρία, δηλαδή την πρόνοια ότι θα αναλαμβάνει υποχρεωτικός Τούρκος την προεδρία του κράτους κατά διαστήματα, αν και οι Τούρκοι είναι το 18% μόνο του πληθυσμού. «Αν αυτό το σύστημα ίσχυε το 1963 ή το 1974, ο Κιουτσούκ θα έπαιρνε την Κυπριακή Δημοκρατία και τη διεθνή αναγνώρισή της και θα έφευγε», σχολιάζει χαρακτηριστικά στέλεχος της συμπολίτευσης-αντιπολίτευσης. ‘Εντονη κριτική γίνεται επίσης και σε μια, παγκοσμίως πρωτοφανή, μέθοδο «στάθμισης» των ψήφων, χάρι στην οποία κάθε ψήφος Τουρκοκυπρίου θα μετράει πολύ περισσότερο από την ψήφο ενός Ελληνοκυπρίου! ‘Ολα αυτά προνοούνται ώστε να ικανοποιηθεί η τουρκική απαίτηση να μην είναι, αν και είναι, μειονότητα. Επειδή η απαίτηση αυτή δεν περιορίζεται στην αυτοδιοίκηση της ζώνης τους, ή σε ορισμένα επιμέρους ζητήματα (π.χ. γλώσσα, εκπαίδευση κλπ.) αλλά επεκτείνεται σε όλα τα κεντρικά ζητήματα κυριαρχίας, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί παρά με την κατάργηση των αρχών της πλειοψηφίας και της αρχής «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», δηλ. της δημοκρατίας. Ο άλλος τρόπος να «τετραγωνισθεί» αυτός ο κύκλος είναι να μην υπάρχει κράτος, γι’ αυτό και προβλέπεται π.χ. «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρος, που πρακτικά συνεπάγεται την ύπαρξη δύο παραστρατιωτικών δυνάμεων στις δύο ζώνες, «μασκαρεμένων» σε τοπικές αστυνομίες.
Το ΑΚΕΛ απαντά στις επικρίσεις αυτές υποστηρίζοντας ότι οι παραχωρήσεις αυτές έχουν γίνει από προηγούμενους Προέδρους. ‘Ισως υπολογίζει ότι τη διακυβέρνηση ενός τέτοιου κράτους θα αναλάβουν οι «αδελφές» δυνάμεις της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής αριστεράς. Το πρόβλημα με τον υπολογισμό αυτό είναι βέβαια ότι, αν αύριο οι Κύπριοι βαρεθούν να κυβερνώνται από τις συνεργαζόμενες αριστερές τους, θα υποστηρίξουν τις εθνικιστικές δεξιές τους. Που θα συνεργασθούν κι αυτές, όπως και στο παρελθόν, διαλύοντας το κοινό κράτος!
Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι μια σοβαρή κρίση προσανατολισμού του Δημοκρατικού Κόμματος, κύριου κληρονόμου της «μακαριακής» παράδοσης, που σήμερα είναι διασπασμένο μεταξύ του Προέδρου του Μάριου Καρογιάν, υπέρμαχου της πάση θυσίας συμμετοχής στην κυβέρνηση και της «συμμορίας των τριών» (αν. Πρόεδρος Κολοκασίδης, αντιπρόεδρος Παπαδόπουλος, Γεν. Γραμματέας Κενεβέζος) που θεωρούν ότι το ΔΗΚΟ οφείλει να αποχωρήσει από την κυβέρνηση και να καταγγείλει ανοιχτά τη διαπραγματευτική τακτική Χριστόφια.
"Κόσμος του Επενδυτή", 07/11/2009
Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2009
ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟ
Αντιφάσεις και υπεκφυγές στην ελληνική θέση για τη Χάγη
Για να βρεις ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που ψάχνεις. Για να πας κάπου, πρέπει να ξέρεις που θέλεις να πας. Για να λύσεις ένα πρόβλημα να γνωρίζεις ποιό είναι.
Αυτονόητα θα πείτε. Καθόλου, τουλάχιστον για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Από όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει η Αθήνα, μόνο σε δύο έχει όντως σαφή θέση. Πρώτον, υποστηρίζει με φανατισμό, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, «βρέξει, χιονίσει», την ένταξη Δυτικών Βαλκανίων και Τουρκίας στην ΕΕ, ένταξη που συνιστά μείζονα επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής. Δεύτερο, ζητά την καθιέρωση για την πΓΔΜ «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις». Την πολιτική για τα Σκόπια την απέκτησε μόλις το 2007, όταν το «μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο». Επί δύο δεκαετίες, η Αθήνα διεκήρυσσε επισήμως τη θέση «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», ανεπισήμως όμως, οι ‘Ελληνες διπλωμάτες και πολιτικοί περίπου απολογούνταν στους ξένους για τον «εθνικισμό» των συμπολιτών τους. Οι ‘Ελληνες πολιτικοί είχαν βρει, με αυτόν τον «δυϊσμό», έναν τρόπο να είναι ταυτόχρονα ευχάριστοι στους ψηφοφόρους και στον «διεθνή παράγοντα», μαξιμαλιστές στη ρητορεία, μινιμαλιστές στην πράξη. Αυτή είναι μια κλασική ελληνική συνταγή, που αρμόζει και στον τρόπο που είμαστε οργανωμένοι ως πολιτική, κοινωνία, οικονομία, άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να κάνουμε, και έχει βεβαίως τις ίδιες, ολέθριες συνέπειες στη διπλωματία, που έχει και στο εσωτερικό. Μόνο όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο, το 2007, η Αθήνα απέκτησε πολιτική, ευθυγραμμίζοντας λόγια και πράξεις (και εκεί ακόμα όχι πλήρη, γιατί δέχεται να μη συζητηθεί το θέμα γλώσσας και εθνότητας, με κίνδυνο να διαιωνισθεί η διαφορά)
Εντούτοις, το μεγάλο πρόβλημα της νεώτερης Ελλάδας, απείρως σημαντικότερο από το «μακεδονικό», είναι η τουρκική απειλή, όπως εκδηλώνεται σε Κύπρο, Θράκη, Αιγαίο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η Αθήνα εξοπλίζεται σαν αστακός. Η Ελλάδα είναι επίσης εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς την οποία δεν την συνδέουν μόνο συμβατικές ή ηθικές υποχρεώσεις αλληλεγγύης, αλλά και δικό της, ζωτικό συμφέρον ασφάλειας. Κι όμως, η Αθήνα δεν ξέρει τι ζητάει από την Τουρκία, ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Κύπρο!
Η επίσημη θέση των δύο «κομμάτων εξουσίας» για το Αιγαίο είναι η παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή στερείται νοήματος ή, όταν αποκτά, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνεται και αποδέχεται ο μέσος πολίτης. Η θέση αυτή πρωτοδιατυπώθηκε στη δεκαετία του 1970, η επανάληψή της όμως στις συνθήκες μετά το 1995 και 1996, όταν δηλαδή η Τουρκία αφενός διατύπωσε επίσημη απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και, λόγω και έργω, εδαφικές διεκδικήσεις, αρχής γενομένης από τα ‘Ιμια. Η υφαλοκρηπίδα είναι μια έννοια που παρακολουθεί, καθορίζεται από την εδαφική κυριαρχία. Η κυριαρχία στη στεριά θεμελιώνει δικαιώματα στον αέρα, τη θάλασσα και τον πυθμένα της, όχι το αντίστροφο. Για να διανεμηθεί η υφαλοκρηπίδα, πρέπει να ξέρουμε ποιό κομμάτι γης είναι ελληνικό και ποιό τουρκικό. Μετά το 1996, η Τουρκία διεκδίκησε περισσότερα από 100 ελληνικά νησιά ή νησίδες. Για να αντιμετωπισθεί το θέμα υφαλοκρηπίδας, πρέπει, είτε να αρθούν αυτές οι διεκδικήσεις, είτε να παραπεμφθούν και αυτές στην κρίση του Δικαστηρίου. Ωραίο και φιλειρηνικό ακούγεται «να πάνε οι διαφορές στη Χάγη», μπορεί όμως ελληνική κυβέρνηση να θέσει υπό την κρίση διεθνούς δικαστηρίου το αν είναι ελληνικό το Φαρμακονήσι;
Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις στελέχη των δύο κομμάτων δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα. Οι μεν ισχυρίζονται ότι «οι θέσεις της ελληνικής πλευράς είναι πολύ ισχυρές και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα» ή «ότι θα πάρουμε ένα ρίσκο, αλλά τι να κάνουμε;» (το υποστήριξε ο κ. Πάγκαλος και σε μια δημόσια συζήτηση στο ΙΔΙΣ). Οι δε υποστηρίζουν ότι είναι αδιανόητο να θέσουμε την εδαφική ακεραιότητα υπό την κρίση 15 ξένων δικαστών, που, ακόμα και αμερόληπτοι αν είναι, δύσκολα θα ικανοποιήσουν 100% την ελληνική πλευρά, άρα θα αναγνωρίσουν την τουρκική κυριότητα σε αριθμό νησιών. Αυτά που λένε όμως ιδιωτικώς, δεν τα υπερασπίζονται δημοσίως, κρυπτόμενες οι δύο «ομάδες» πίσω από τη θέση για παραπομπή της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, εν γνώσει τους ότι δεν μπορεί να γίνει παραπομπή μόνο για την υφαλοκρηπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Τα προβλήματα με το Δικαστήριο δεν εξαντλούνται εδώ. Η παραπομπή οριστικοποιεί το εύρος των χωρικών υδάτων στο όριο που βρίσκονται σήμερα, σύμφωνα με σχετική νομολογία (υπόθεση Κατάρ/Μπαχρέιν). Μια παραπομπή τώρα συνεπάγεται την απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 μίλια, αν όχι και της δυνατότητας ανακήρυξης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.
Επί επτά χρόνια έχουν γίνει 42 γύροι ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης για το Αιγαίο και με ΠΑΣΟΚ και με ΝΔ. Αν μπορούσε όντως να συνταχθεί ικανοποιητικό για τις δύο πλευρές συνυποσχετικό για παραπομπή στη Χάγη θα είχε ήδη συνταχθεί. ‘Οταν το ΠΑΣΟΚ ισχυρίσθηκε ότι, επί των ημερών του, φτάσαμε «κοντά» στο σημείο αυτό και η ‘Αγκυρα είχε παραιτηθεί των εδαφικών της διεκδικήσεων, το διέψευσε με ανακοίνωσή του το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Τα «σχεδόν» άλλωστε, σε συμβόλαια και συμφωνίες, ισχύουν όσο και το «ολίγον έγκυος».
‘Αλλο πρόβλημα είναι ο επηρεασμός των αποφάσεων του Δικαστηρίου από πολιτικά κριτήρια, όπως αναγνωρίζει ο Χρήστος Ροζάκης, τελευταίος ‘Ελληνας ειδήμων που θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικιστής». Ο απολογισμός της διεθνούς δικαιοσύνης είναι γενικά άθλιος, αλλά και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ειδικότερα δεν τα πήγε καλύτερα. Υπό πολιτική πίεση ανέτρεψε το ίδιο απόφασή του για τη Ναμίμπια, με αποτέλεσμα οι αφρικανικές χώρες να το μποϋκοτάροιυν επί χρόνια, έως ότου έκανε την ...αυτοκριτική του. Μια παρέμβασή του στη Λατινική Αμερική, επί διαφοράς ανάλογης της ελληνοτουρκικής, παρολίγον να προκαλέσει πόλεμο, που απετράπη την τελευταία στιγμή με παπική παρέμβαση!
Η ελληνική διπλωματία υιοθέτησε αυτή τη θέση, γιατί φοβήθηκε ότι, αν υιοθετούσε τη θέση που αρμόζει στην πραγματική κατάσταση θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ‘Αγκυρα και την Ουάσιγκτον. Η απαίτηση παραπομπής στη Χάγη είναι μια θέση που ανταποκρίνεται στην πολιτική μιας χώρας που αντιμετωπίζει κάποιες «τεχνικές» διαφορές και θέλει να τις λύσει «πολιτισμένα». Μια χώρα που απειλείται, όταν μάλιστα της ζητείται να κάνει ένα κολοσσιαίο «δώρο» προς την Τουρκία, αποδεχόμενη την ένταξή της στην ΕΕ, θα όφειλε να θέσει ως ελάχιστο προκαταρκτικό όρο την άρση της απειλής. Δηλαδή την άρση του casus belli και των εδαφικών διεκδικήσεων, αλλά και του μέσου της απειλής, που είναι ο αποβατικός στόλος της Τουρκίας, απέναντι από τη Σάμο και τη Μυτιλήνη, που είναι ο μεγαλύτερος τέτοιος στόλος στον κόσμο, με μοναδική δυνατή αποστολή την κατάληψη ελληνικού νησιού, για την οποία ασκείται κάθε χρόνο! Διερωτάται κανείς γιατί η διάλυση αυτού του στόλου δεν ετέθη στις συζητήσεις για τα περίφημα ΜΟΕ. ‘Οπως διερωτάται επίσης κανείς γιατί η Αθήνα, ενώ κάνει συνεχώς λόγο για «μέρισμα ειρήνης», προκειμένου να δικαιολογήσει την πολιτική της, δεν έκανε, ούτε σκέπτεται να κάνει καμία σοβαρή πρόταση ελέγχου και μείωσης των εξοπλισμών (π.χ. ένα πενταετές μορατόριουμ στην απόκτηση μειζόνων εξοπλιστικών συστημάτων). Σήμερα, η ‘Αγκυρα εισπράττει προενταξιακές βοήθειες της ΕΕ, εξοπλίζεται πιο άνετα και χρειάζεται μετά να εξοπλιζόμαστε και μεις για να την παρακολουθήσουμε!
Ποιό ήταν μέχρι τώρα το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής; Πρώτον, η Τουρκία και η Ουάσιγκτον έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι «πιέσιμη», με αποτέλεσμα η ‘Αγκυρα να έχει αυξήσει εδώ και δέκα χρόνια (από τότε που η Αθήνα τάχθηκε υπέρ της τουρκικής ένταξης) τις διεκδικήσεις της (τελευταίο παράδειγμα η θαλάσσια περιοχή του Καστελλόριζου). Δεύτερο, αφού δεν αντιμετώπιζαν κόστος στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, οι ισλαμιστές ένοιωσαν άνετα να μετατοπισθούν σε πιο εθνικιστικές θέσεις. Τρίτο, η Τουρκία «αθωώθηκε» πρακτικά για την απειλή στο Αιγαίο και την κατοχή στην Κύπρο, αφού Αθήνα-Λευκωσία, τα θύματα της τουρκικής πολιτικής έγιναν οι καλύτεροι υποστηρικτές της ένταξης! ‘Οταν μάλιστα Ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Βιλπέν ή η Μέρκελ, «ανακαλύπτουν» το κυπριακό για τους δικούς τους λόγους, τους «βάζουν πάγο» Αθήνα και Λευκωσία, μπας και ενοχληθούν ‘Αγκυρα/Ουάσιγκτον.
Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η πολιτική; Πρώτον, μπορεί αύριο η Τουρκία να ζητήσει εκείνη την παραπομπή στη Χάγη. Τότε η Αθήνα είτε θα πρέπει να τη δεχθεί, με τις συνέπειες που συνεπάγεται, είτε θα πρέπει να εμφανισθεί εκείνη ως «αδιάλλακτη». Δεύτερο, στην περίπτωση που η ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας προχωρήσει αισίως, θα χρειασθεί να θέσει στο τέλος της διαδικασίας τα μείζονα ζητήματα που την απασχολούν. Τότε, αν υποθέσουμε ότι με κάποιο θαύμα θα βρει το θάρρος που της λείπει σήμερα, όλοι θα της αντιτείνουν «καλά, τώρα το θυμήθηκες;» Η σκέψη διαφόρων διπλωματών να θέσουν το ζήτημα στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης για την ΚΕΠΠΑ, υποβαθμίζει το θέμα από μείζον πολιτικό σε τεχνικό. Αν απειλήσει κάποιος να σε σκοτώσει, δεν πας στον συνήγορο του πολίτη να διαμαρτυρηθείς, γιατί θα γελάνε μαζί σου. Τρίτο, αν η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας ματαιωθεί με απόφαση Γαλλογερμανών, όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα έχει κερδίσει τίποτα, αλλά και μπορεί να δει Παρίσι-Βερολίνο να «χρυσώνουν» το χάπι της Αγκυρας υποστηρίζοντας τις θέσεις της σε Αιγαίο-Κύπρο.
Αν αυτά συμβαίνουν στο Αιγαίο, τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με το κυπριακό, όπως θα δείξουμε σε άλλο άρθρο μας και η απειλή στην Κύπρο είναι ακόμα σοβαρότερη για την ελληνική ασφάλεια και από τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Απομένει βεβαίως τώρα να δούμε τι συμπεράσματα έχει βγάλει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και πως θα διαμορφώσει τον «οδικό χάρτη» που επαγγέλλεται.
"Επίκαιρα", 6.11.2009
Για να βρεις ένα πράγμα πρέπει να ξέρεις τι είναι αυτό που ψάχνεις. Για να πας κάπου, πρέπει να ξέρεις που θέλεις να πας. Για να λύσεις ένα πρόβλημα να γνωρίζεις ποιό είναι.
Αυτονόητα θα πείτε. Καθόλου, τουλάχιστον για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Από όλα τα θέματα που αντιμετωπίζει η Αθήνα, μόνο σε δύο έχει όντως σαφή θέση. Πρώτον, υποστηρίζει με φανατισμό, όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, «βρέξει, χιονίσει», την ένταξη Δυτικών Βαλκανίων και Τουρκίας στην ΕΕ, ένταξη που συνιστά μείζονα επιδίωξη της αμερικανικής πολιτικής. Δεύτερο, ζητά την καθιέρωση για την πΓΔΜ «σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό για όλες τις χρήσεις». Την πολιτική για τα Σκόπια την απέκτησε μόλις το 2007, όταν το «μαχαίρι έφτασε στο κόκαλο». Επί δύο δεκαετίες, η Αθήνα διεκήρυσσε επισήμως τη θέση «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα», ανεπισήμως όμως, οι ‘Ελληνες διπλωμάτες και πολιτικοί περίπου απολογούνταν στους ξένους για τον «εθνικισμό» των συμπολιτών τους. Οι ‘Ελληνες πολιτικοί είχαν βρει, με αυτόν τον «δυϊσμό», έναν τρόπο να είναι ταυτόχρονα ευχάριστοι στους ψηφοφόρους και στον «διεθνή παράγοντα», μαξιμαλιστές στη ρητορεία, μινιμαλιστές στην πράξη. Αυτή είναι μια κλασική ελληνική συνταγή, που αρμόζει και στον τρόπο που είμαστε οργανωμένοι ως πολιτική, κοινωνία, οικονομία, άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε και άλλα να κάνουμε, και έχει βεβαίως τις ίδιες, ολέθριες συνέπειες στη διπλωματία, που έχει και στο εσωτερικό. Μόνο όταν το μαχαίρι έφτασε στο κόκκαλο, το 2007, η Αθήνα απέκτησε πολιτική, ευθυγραμμίζοντας λόγια και πράξεις (και εκεί ακόμα όχι πλήρη, γιατί δέχεται να μη συζητηθεί το θέμα γλώσσας και εθνότητας, με κίνδυνο να διαιωνισθεί η διαφορά)
Εντούτοις, το μεγάλο πρόβλημα της νεώτερης Ελλάδας, απείρως σημαντικότερο από το «μακεδονικό», είναι η τουρκική απειλή, όπως εκδηλώνεται σε Κύπρο, Θράκη, Αιγαίο. Για να αντιμετωπίσει αυτή την απειλή η Αθήνα εξοπλίζεται σαν αστακός. Η Ελλάδα είναι επίσης εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, προς την οποία δεν την συνδέουν μόνο συμβατικές ή ηθικές υποχρεώσεις αλληλεγγύης, αλλά και δικό της, ζωτικό συμφέρον ασφάλειας. Κι όμως, η Αθήνα δεν ξέρει τι ζητάει από την Τουρκία, ούτε στο Αιγαίο, ούτε στην Κύπρο!
Η επίσημη θέση των δύο «κομμάτων εξουσίας» για το Αιγαίο είναι η παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή στερείται νοήματος ή, όταν αποκτά, είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνεται και αποδέχεται ο μέσος πολίτης. Η θέση αυτή πρωτοδιατυπώθηκε στη δεκαετία του 1970, η επανάληψή της όμως στις συνθήκες μετά το 1995 και 1996, όταν δηλαδή η Τουρκία αφενός διατύπωσε επίσημη απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας και, λόγω και έργω, εδαφικές διεκδικήσεις, αρχής γενομένης από τα ‘Ιμια. Η υφαλοκρηπίδα είναι μια έννοια που παρακολουθεί, καθορίζεται από την εδαφική κυριαρχία. Η κυριαρχία στη στεριά θεμελιώνει δικαιώματα στον αέρα, τη θάλασσα και τον πυθμένα της, όχι το αντίστροφο. Για να διανεμηθεί η υφαλοκρηπίδα, πρέπει να ξέρουμε ποιό κομμάτι γης είναι ελληνικό και ποιό τουρκικό. Μετά το 1996, η Τουρκία διεκδίκησε περισσότερα από 100 ελληνικά νησιά ή νησίδες. Για να αντιμετωπισθεί το θέμα υφαλοκρηπίδας, πρέπει, είτε να αρθούν αυτές οι διεκδικήσεις, είτε να παραπεμφθούν και αυτές στην κρίση του Δικαστηρίου. Ωραίο και φιλειρηνικό ακούγεται «να πάνε οι διαφορές στη Χάγη», μπορεί όμως ελληνική κυβέρνηση να θέσει υπό την κρίση διεθνούς δικαστηρίου το αν είναι ελληνικό το Φαρμακονήσι;
Στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις στελέχη των δύο κομμάτων δίνουν διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα. Οι μεν ισχυρίζονται ότι «οι θέσεις της ελληνικής πλευράς είναι πολύ ισχυρές και δεν έχει να φοβηθεί τίποτα» ή «ότι θα πάρουμε ένα ρίσκο, αλλά τι να κάνουμε;» (το υποστήριξε ο κ. Πάγκαλος και σε μια δημόσια συζήτηση στο ΙΔΙΣ). Οι δε υποστηρίζουν ότι είναι αδιανόητο να θέσουμε την εδαφική ακεραιότητα υπό την κρίση 15 ξένων δικαστών, που, ακόμα και αμερόληπτοι αν είναι, δύσκολα θα ικανοποιήσουν 100% την ελληνική πλευρά, άρα θα αναγνωρίσουν την τουρκική κυριότητα σε αριθμό νησιών. Αυτά που λένε όμως ιδιωτικώς, δεν τα υπερασπίζονται δημοσίως, κρυπτόμενες οι δύο «ομάδες» πίσω από τη θέση για παραπομπή της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη, εν γνώσει τους ότι δεν μπορεί να γίνει παραπομπή μόνο για την υφαλοκρηπίδα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Τα προβλήματα με το Δικαστήριο δεν εξαντλούνται εδώ. Η παραπομπή οριστικοποιεί το εύρος των χωρικών υδάτων στο όριο που βρίσκονται σήμερα, σύμφωνα με σχετική νομολογία (υπόθεση Κατάρ/Μπαχρέιν). Μια παραπομπή τώρα συνεπάγεται την απεμπόληση του δικαιώματος επέκτασης στα 12 μίλια, αν όχι και της δυνατότητας ανακήρυξης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης.
Επί επτά χρόνια έχουν γίνει 42 γύροι ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης για το Αιγαίο και με ΠΑΣΟΚ και με ΝΔ. Αν μπορούσε όντως να συνταχθεί ικανοποιητικό για τις δύο πλευρές συνυποσχετικό για παραπομπή στη Χάγη θα είχε ήδη συνταχθεί. ‘Οταν το ΠΑΣΟΚ ισχυρίσθηκε ότι, επί των ημερών του, φτάσαμε «κοντά» στο σημείο αυτό και η ‘Αγκυρα είχε παραιτηθεί των εδαφικών της διεκδικήσεων, το διέψευσε με ανακοίνωσή του το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών. Τα «σχεδόν» άλλωστε, σε συμβόλαια και συμφωνίες, ισχύουν όσο και το «ολίγον έγκυος».
‘Αλλο πρόβλημα είναι ο επηρεασμός των αποφάσεων του Δικαστηρίου από πολιτικά κριτήρια, όπως αναγνωρίζει ο Χρήστος Ροζάκης, τελευταίος ‘Ελληνας ειδήμων που θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικιστής». Ο απολογισμός της διεθνούς δικαιοσύνης είναι γενικά άθλιος, αλλά και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ειδικότερα δεν τα πήγε καλύτερα. Υπό πολιτική πίεση ανέτρεψε το ίδιο απόφασή του για τη Ναμίμπια, με αποτέλεσμα οι αφρικανικές χώρες να το μποϋκοτάροιυν επί χρόνια, έως ότου έκανε την ...αυτοκριτική του. Μια παρέμβασή του στη Λατινική Αμερική, επί διαφοράς ανάλογης της ελληνοτουρκικής, παρολίγον να προκαλέσει πόλεμο, που απετράπη την τελευταία στιγμή με παπική παρέμβαση!
Η ελληνική διπλωματία υιοθέτησε αυτή τη θέση, γιατί φοβήθηκε ότι, αν υιοθετούσε τη θέση που αρμόζει στην πραγματική κατάσταση θα ερχόταν σε σύγκρουση με την ‘Αγκυρα και την Ουάσιγκτον. Η απαίτηση παραπομπής στη Χάγη είναι μια θέση που ανταποκρίνεται στην πολιτική μιας χώρας που αντιμετωπίζει κάποιες «τεχνικές» διαφορές και θέλει να τις λύσει «πολιτισμένα». Μια χώρα που απειλείται, όταν μάλιστα της ζητείται να κάνει ένα κολοσσιαίο «δώρο» προς την Τουρκία, αποδεχόμενη την ένταξή της στην ΕΕ, θα όφειλε να θέσει ως ελάχιστο προκαταρκτικό όρο την άρση της απειλής. Δηλαδή την άρση του casus belli και των εδαφικών διεκδικήσεων, αλλά και του μέσου της απειλής, που είναι ο αποβατικός στόλος της Τουρκίας, απέναντι από τη Σάμο και τη Μυτιλήνη, που είναι ο μεγαλύτερος τέτοιος στόλος στον κόσμο, με μοναδική δυνατή αποστολή την κατάληψη ελληνικού νησιού, για την οποία ασκείται κάθε χρόνο! Διερωτάται κανείς γιατί η διάλυση αυτού του στόλου δεν ετέθη στις συζητήσεις για τα περίφημα ΜΟΕ. ‘Οπως διερωτάται επίσης κανείς γιατί η Αθήνα, ενώ κάνει συνεχώς λόγο για «μέρισμα ειρήνης», προκειμένου να δικαιολογήσει την πολιτική της, δεν έκανε, ούτε σκέπτεται να κάνει καμία σοβαρή πρόταση ελέγχου και μείωσης των εξοπλισμών (π.χ. ένα πενταετές μορατόριουμ στην απόκτηση μειζόνων εξοπλιστικών συστημάτων). Σήμερα, η ‘Αγκυρα εισπράττει προενταξιακές βοήθειες της ΕΕ, εξοπλίζεται πιο άνετα και χρειάζεται μετά να εξοπλιζόμαστε και μεις για να την παρακολουθήσουμε!
Ποιό ήταν μέχρι τώρα το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής; Πρώτον, η Τουρκία και η Ουάσιγκτον έβγαλαν το συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι «πιέσιμη», με αποτέλεσμα η ‘Αγκυρα να έχει αυξήσει εδώ και δέκα χρόνια (από τότε που η Αθήνα τάχθηκε υπέρ της τουρκικής ένταξης) τις διεκδικήσεις της (τελευταίο παράδειγμα η θαλάσσια περιοχή του Καστελλόριζου). Δεύτερο, αφού δεν αντιμετώπιζαν κόστος στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, οι ισλαμιστές ένοιωσαν άνετα να μετατοπισθούν σε πιο εθνικιστικές θέσεις. Τρίτο, η Τουρκία «αθωώθηκε» πρακτικά για την απειλή στο Αιγαίο και την κατοχή στην Κύπρο, αφού Αθήνα-Λευκωσία, τα θύματα της τουρκικής πολιτικής έγιναν οι καλύτεροι υποστηρικτές της ένταξης! ‘Οταν μάλιστα Ευρωπαίοι πολιτικοί, όπως ο Βιλπέν ή η Μέρκελ, «ανακαλύπτουν» το κυπριακό για τους δικούς τους λόγους, τους «βάζουν πάγο» Αθήνα και Λευκωσία, μπας και ενοχληθούν ‘Αγκυρα/Ουάσιγκτον.
Που μπορεί να οδηγήσει αυτή η πολιτική; Πρώτον, μπορεί αύριο η Τουρκία να ζητήσει εκείνη την παραπομπή στη Χάγη. Τότε η Αθήνα είτε θα πρέπει να τη δεχθεί, με τις συνέπειες που συνεπάγεται, είτε θα πρέπει να εμφανισθεί εκείνη ως «αδιάλλακτη». Δεύτερο, στην περίπτωση που η ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας προχωρήσει αισίως, θα χρειασθεί να θέσει στο τέλος της διαδικασίας τα μείζονα ζητήματα που την απασχολούν. Τότε, αν υποθέσουμε ότι με κάποιο θαύμα θα βρει το θάρρος που της λείπει σήμερα, όλοι θα της αντιτείνουν «καλά, τώρα το θυμήθηκες;» Η σκέψη διαφόρων διπλωματών να θέσουν το ζήτημα στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης για την ΚΕΠΠΑ, υποβαθμίζει το θέμα από μείζον πολιτικό σε τεχνικό. Αν απειλήσει κάποιος να σε σκοτώσει, δεν πας στον συνήγορο του πολίτη να διαμαρτυρηθείς, γιατί θα γελάνε μαζί σου. Τρίτο, αν η ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας ματαιωθεί με απόφαση Γαλλογερμανών, όχι μόνο η Ελλάδα δεν θα έχει κερδίσει τίποτα, αλλά και μπορεί να δει Παρίσι-Βερολίνο να «χρυσώνουν» το χάπι της Αγκυρας υποστηρίζοντας τις θέσεις της σε Αιγαίο-Κύπρο.
Αν αυτά συμβαίνουν στο Αιγαίο, τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με το κυπριακό, όπως θα δείξουμε σε άλλο άρθρο μας και η απειλή στην Κύπρο είναι ακόμα σοβαρότερη για την ελληνική ασφάλεια και από τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Απομένει βεβαίως τώρα να δούμε τι συμπεράσματα έχει βγάλει η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και πως θα διαμορφώσει τον «οδικό χάρτη» που επαγγέλλεται.
"Επίκαιρα", 6.11.2009
Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009
Το "πόκερ" των αγωγών: η Τουρκία εκτοπίζει την Ελλάδα
Μείζονες στρατηγικές συνέπειες για την Ελλάδα μπορούν να έχουν οι παράλληλες, ραγδαίες εξελίξεις στο «πόκερ των αγωγών», μεγάλη σύγκρουση για τον έλεγχο των διαδρομών της ενέργειας, αλλά και «τρόπο οργάνωσης» γεωπολιτικού ανταγωνισμού ισχύος. Ανταγωνισμού που θα επηρεάσει αποφασιστικά τη διεθνή θέση μεγάλων δυνάμεων και μικρών χωρών, την ανεξαρτησία της Ευρώπης και τη δυνατότητά της να συνάψει στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, όπως και το μέλλον του πρώην σοβιετικού χώρου. Επίσης τη σχετική ισχύ, άρα τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες σημειώθηκε:
- υπογραφή συμφωνιών για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Σαμψούντα-Τζεϊχάν, ευθέως ανταγωνιστικού του Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και παράλληλη αδειοδότηση της διέλευσης του ΣάουθΣτρημ από την τουρκική αποκλειστική οικονομική ζώνη στη Μαύρη Θάλασσα (συζητείται και κατασκευή διυλιστηρίου στο Τζεϊχάν)
- έμμεση πλην σαφής προειδοποίηση Πούτιν προς Σόφια-Αθήνα ότι η Μόσχα θα προχωρήσει με την ‘Αγκυρα αν Βουλγαρία-Ελλάδα κωλυσιεργήσουν
- συγκρότηση μιας τετραπλής «ενεργειακής συμμαχίας» στην Ευρώπη (Ιταλία, Ρωσία, Τουρκία, Γερμανία), με κύριους άξονες τους αγωγούς αερίου Σάουθ και ΝορντΣτρημ
- θεαματική αναβάθμιση, «εκτόξευση», των ρωσο-τουρκικών σχέσεων, με παράλληλη πλήρη ατονία των ελληνορωσικών. Η κατάσταση σήμερα στο τρίγωνο «Αθήνα-Μόσχα-‘Αγκυρα» είναι αντίστροφη της προ διετίας
- πρώτες, αχνές ακόμα και ανεπίσημες, απειλές Μόσχας προς Σόφια ότι, εν ανάγκη, ο ΣάουθΣτρημ μπορεί να περάσει από τουρκικό έδαφος
Στελέχη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και παράγοντες ενεργειακών ομίλων, σημειώνουν ότι, αν οι εν εξελίξει τάσεις ολοκληρωθούν, κινδυνεύει να διαμορφωθεί η εξής κατάσταση:
- η Τουρκία να αναδειχθεί σε κύριο μεταφορέα ρωσικών-κασπιακών-μεσανατολικών ενεργειακών πόρων με ότι συνεπάγεται για την ισχύ της, αλλά και την εξάρτηση Ελλάδας, Ρωσίας, ΕΕ από την ‘Αγκυρα (εξάρτηση οι «περιπλοκές» της οποίας έγιναν ανάγλυφες από τη διαμάχη Ρωσίας-Ουκρανίας, δύο χωρών που δεν πολέμησαν βέβαια ποτέ μεταξύ τους, όπως πλειστάκις συνέβη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας)
- η Ελλάδα να χάσει κάθε δυνατότητα στήριξης, αν χρειασθεί, στο ρωσικό «αντιστήριγμα» για να αντιμετωπίσει (τόσο συχνές ιστορικά) αμερικανοτουρκικές πιέσεις, υφιστάμενη εντέλει «στρατηγική ασφυξία». Για πρώτη, μοναδική φορά στην ιστορία, η ‘Αγκυρα έχει τώρα πολύ καλύτερες σχέσεις από την Αθήνα με περίπου όλη την υφήλιο! Την ίδια ώρα που, όχι μόνο συνεχίζεται αδιάπτωτος στην πράξη (τουλάχιστον από την ‘Αγκυρα) ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός σε Κύπρο, Αιγαίο, Θράκη, αλλά και ο Υπουργός Εξωτερικών της γείτονος Νταβούτογλου υπερασπίζεται ρητά, με πρόσφατη ομιλία του στην πρωτεύουσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, το «όραμα» μιας «νεοοθωμανικής» Βαλκανικής, αρνούμενος να επιβεβαιώσει ότι τα σύνορα της Λωζάννης είναι οριστικά.
Είναι τόσο γρήγορες οι εξελίξεις, σημειώνουν οι ίδιοι παρατηρητές, που επιβάλλεται η άμεση αποσαφήνιση της πολιτικής της Αθήνας και των ενεργειακών-διπλωματκών επιλογών της. ‘Οταν αρχίσουν να κατασκευάζονται οι αγωγοί, θα είναι πολύ αργά...
Πούτιν, Ερντογάν, αγωγοί
«Μας είναι εύκολο να εργαζόμαστε με τους Τούρκους φίλους μας, με την τουρκική ηγεσία, διότι όλες οι αμοιβαίες συμφωνίες εκτελούνται και από τις δύο πλευρές εγκαίρως».
Η παραπάνω δήλωση Πούτιν έγινε μετά τη συνάντησή του με τον Μπερλουσκόνι και «τελεκόνφερενς» των δύο με τον Ερντογάν. Συζητήθηκαν τα σχέδια ΣάουθΣτρημ, Σαμψούντα-Τζεϊχάν και νέου ρωσοτουρκικού αγωγού αερίου, του «ΜπλουΣτρημ 2». Συνιστά έμμεση, πλην εύγλωττη προειδοποίηση προς Σόφια-Αθήνα, αφού είναι στις δύο πρωτεύουσες που έχουν σημειωθεί τελευταία επιφυλάξεις για τα σχέδια αγωγών. Πόσο μάλλον συνδυαζόμενη με άλλη δήλωση του κ. Πούτιν ότι η «Τουρκία θα καταλάβει τη θέση της Ουκρανίας» στην εξαγωγή ρωσικού αερίου.
Από μια άποψη, το όλο θέμα είναι εκπληκτικό. Ερντογάν, Μπερλουσκόνι και Πούτιν κάνουν τηλεκόνφερενς για τον Σάουθ Στρημ, που πρότεινε η Αθήνα, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να εισάγει μέσω Τουρκίας όλο το ρωσικό αέριο που καταναλώνει. Πρόταση που ήταν το επίκεντρο της σχέσης που πήγαν να δημιουργήσουν Αθήνα και Μόσχα προ τριετίας. Κι ο Πούτιν εκφράζει τώρα «ανυπομονησία» για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, πρόταση της ...κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από το 1993! ‘Ενα από τα κίνητρά της, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν το γεωπολιτικό «plus», η αύξηση δηλ. των δυσκολιών και του κόστους μιας επίθεσης στη Θράκη.
Βεβαίως, Ρώσοι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η Μόσχα θα πάρει μεγάλο ρίσκο βάζοντας όλα τα αυγά της στο τουρκικό καλάθι, κι ότι ακριβώς η ουκρανική εμπειρία πρέπει να την καταστήσει πολύ προσεκτική, δεν μπορεί όμως και να το αποφύγει αν δεν έχει άλλη διέξοδο. Γνωρίζει ότι η ‘Αγκυρα χρησιμοποίησε άγρια το χαρτί του ελέγχου των Στενών και των ρωσικών πετρελαϊκών εξαγωγών εναντίον της Μόσχας στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ρωσία και Τουρκία έχουν πολεμήσει μεταξύ τους 13 φορές, ενώ υφέρπει πάντα ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και των Μουσουλμάνων της πρ. ΕΣΣΔ.
Οι ρωσο-τουρκικές σχέσεις δεν γνώρισαν όμως μόνο πολέμους, αλλά και εντυπωσιακές (αν και μακροχρόνια εύθραυστες) «συνεννοήσεις» στο παρελθόν, που κατέστησε δυνατή η κοινή, εκ δυσμών, απειλή, και πλήρωσαν «ενδιάμεσοι» (‘Ελληνες, Αρμένιοι κλπ.). Προ είκοσι ετών οι ελληνορωσικές και οι τουρκορωσικές οικονομικές σχέσεις ήταν περίποιυ ισοδύναμες, σήμερα ο ρωσο-τουρκικός τζίρος είναι πολλαπλάσιος του ελληνορωσικού, ενώ ήδη η Τουρκία έχει γίνει με τους υπάρχοντες αγωγούς βασικός διαμετακομιστής ρωσικού αερίου. Στη Μόσχα δρα επίσης ένα ισχυρότατο τουρκικό λόμπυ και μια εξαιρετικά ενεργή τουρκική διπλωματία – δεν υπάρχει τίποτα από ελληνικής πλευράς.
Σάουθστρημ vs Ναμπούκο και Τουρκία
Η πρόταση για τον Σάουθστρημ έγινε λόγω του εκβιασμού που ασκούσε το Κίεβο (και από πίσω η Ουάσιγκτον) στη Μόσχα, εκμεταλλευόμενο τη διέλευση των αγωγών αερίου από την ουκρανική επικράτεια. Το Κρεμλίνο απάντησε σχεδιάζοντας έναν «Μπλου Στρημ 2» μέσω Τουρκίας. Η Αθήνα, ενώπιον του ενδεχομένου να εισάγει όλο το αέριο από την Τουρκία, ανταπάντησε με τον Σάουθστρημ. Αυτός ο αγωγός επιτρέπει τον εφοδιασμό της Ευρώπης με ρωσικό αέριο παρακάμπτοντας την Ουκρανία, ενώ αποτρέπει τον παραλογισμό εισαγωγής ρωσικού αερίου μέσω Τουρκίας σε Ελλάδα και ΕΕ.
Απαντώντας, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν το σχέδιο «Ναμπούκο», αγωγού αερίου που θα εφοδιάζει την ΕΕ με μη ρωσικό αέριο μέσω τουρκικού εδάφους (παρακάμπτοντας και την Ελλάδα). Η εκλογή νέας βουλγαρικής κυβέρνησης, υπό συντριπτική αμερικανική επιρροή, έθεσε σε νέα αμφιβολία τον ΣάουθΣτρημ. Λόγω Ναμπούκο, η Μόσχα θέλει να κατασκευασθεί γρήγορα ο ΣάουθΣτρημ και πιέζει τη Σόφια με τις δηλώσεις Πούτιν, αλλά και με εμφάνιση, για πρώτη φορά, δημοσιευμάτων (στη ρωσική Κομερσάντ) που κάνουν λόγο για πιθανή αλλαγή του δρομολογίου του αγωγού, αν η Βουλγαρία επιμείνει στις αντιρρήσεις της. Η μόνη εφικτή αλλαγή είναι αν ο αγωγός περάσει μέσω τουρκικού εδάφους. Τότε όμως θα έχει τελείως διαφορετική «στρατηγική λειτουργία». Αντί να απεξαρτά Ελλάδα, ΕΕ και Ρωσία από την Τουρκία, θα εξαρτήσει και τις τρεις πολύ περισσότερο, συνιστώντας κολοσσιαία γεωπολιτική αναβάθμιση της ‘Αγκυρας. Δεν είμαστε εκεί, αλλά το ενδεχόμενο είναι ορατό, αν οι ενδιαφερόμενοι δεν κινητοποιήσουν την αναγκαία πολιτική βούληση.
Σαμψούντα-Τζεϊχάν vs Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη
Πριν από μερικές μέρες υπογράφτηκε πακέτο ρωσο-τουρκο-ιταλικών συμφωνιών για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Σαμψούντα-Τζεϊχάν. Ο αγωγός αυτός θα επιτελεί την ίδια λειτουργία με τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, δηλαδή θα μεταφέρει ρωσικό-κασπιακό πετρέλαιο προς τη Μεσόγειο παρακάμπτοντας τα Στενά. Από οικονομικής πλευράς ο Σαμψούντα-Τζεϊχάν έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος από τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και διασχίζει όλο τον όγκο της Ανατολίας. Ο μόνος λόγος που του δίνει νόημα, από την άποψη της Τουρκίας, είναι ότι, αν δεν φτιαχτεί τελικά ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, θα εξακολουθήσει η ‘Αγκυρα να μονοπωλεί τη διέλευση του ρωσικού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι αρμόδιοι επιμένουν ότι ο αγωγός Μποιυργκάς-Αλεξανδρούπολη παραμένει ζωντανό σχέδιο και τους ενδιαφέρει πάντα, ενώ σε αναδίπλωση προχωρά τώρα και η Σόφια, τυχόν κατασκευή όμως του Σαμψούντα-Τσεϊχάν περιορίζει εξ αντικειμένου τις ποσότητες πετρελαίου προς διοχέτευση στη Μεσόγειο και, μέχρι στιγμής, οι ποσότητες αυτές δεν εξασφαλίστηκαν ούτε για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη.
Η ρωσο-τουρκική συμφωνία εντάσσεται στα πλαίσια της πρόσφατης και εξαιρετικά θεαματικής προσέγγισης Μόσχας-‘Αγκυρας, με «κουμπάρο» Μπερλουσκόνι, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η τουρκο-αρμενική «εξομάλυνση». Η Ρωσία «ανταμοίβει» επίσης την ‘Αγκυρα για την ταχεία αδειοδότηση του Σάουθ Στρημ. Η ταχύτητα έχει σημασία γιατί ο Σάουθ Στρημ είναι ανταγωνιστικός προς τον Ναμπούκο και τον ΙΤGI (Τουρκία-Ιταλία-Ελλάδα). Η Μόσχα αντιδρά επίσης, με τον τρόπο αυτό, στα προβλήματα που καθυστέρησαν επί δεκάξι χρόνια τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Προβλήματα που ενετάθησαν μετά την εκλογή της τελευταίας βουλγαρικής κιβέρνησης, που δεν δείχνει καμμιά διάθεση να προχωρήσει το έργο, ενώ καμπάνια εναντίον του έχουν αρχίσει περιβαντολλογικές οργανώσεις της γείτονος και ο Δήμος Μπουργκάς (παραδόξως, σημείωσε δηκτικά ρωσική εφημερίδα, η κατασκευή μεγάλων αμερικανικών βάσεων, κόστους 100 εκατ.δολλαρίων, σε Βουλγαρία-Ρουμανία, δεν προκάλεσε καμία οικολογική ανησυχία).
Ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη απασχόλησε και την ελληνική προεκλογική εκστρατεία, ενώ μετά τις εκλογές η θέση που διατύπωσε ο Αν. ΥΠΕΞ κ. Δρούτσας σε ομιλία του ήταν ότι όσοι αγωγοί θα κατασκευασθούν εντός Ελλάδος θα εξυπηρετούν τα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα και θα σέβονται απολύτως το περιβάλλον. (Η Μόσχα από την πλευρά της επιδιώκει, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, την αντικατάσταση των έργων που έχει αναλάβει και συνδέονται με την εκτροπή του Αχελώου με άλλα έργα ηλεκτροπαραγωγής, δεδομένης της αβεβαιότητας γύρω από την εκτροπή). Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι ελληνική πρόθεση είναι η αδιατάρακτη συνέχιστη της ελληνορωσικής συνεργασίας, με παράλληλη βελτίωση των προνοιών. «Χρειάζεται να ελέγξουμε τα θέματα περιβάλλοντος, δεν αμφισβητούμε την ανάγκη υλοποίησης», λέει στον «Κ.τ.Ε.» κυβερνητικός παράγων, που τονίζει τη σημασία επιλογής των βέλτιστων τεχνικών κατασκευής και του σωστού σχεδιασμού, ώστε να μην υπάρξουν στην πορεία προβλήματα (π.χ. προσφυγές στο Σ.τ.Ε.) και να αποφευχθούν τυχόν ατυχήματα με δυνητικά σημαντικές συνέπειες στο Αιγαίο. Μέχρι στιγμής πάντως δεν ηγέρθη οποιοδήποιτε συγκεκριμένο αίτημα από την ελληνική κυβέρνηση προς τη ρωσική.
Είναι αλήθεια ότι ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη συνιστά μείζονα οικολογική πρόκληση. Το θέμα είναι πως μπορεί να συνδυασθεί η οικολογική με την ... υπόλοιπη ασφάλεια της Ελλάδας, για την οποία οι σχέσεις με τη Μόσχα έχουν κρίσιμη, στρατηγική σημασία.
Δανικό «ναι» στον Νορντστρημ και η νέα ενεργειακή συμμαχία στην Ευρώπη
]
Η Κοπεγχάγη συγκατατέθηκε προ ημερών στη διέλευση του Νορντστρημ, αίροντας ένα από τα τελευταία εμπόδια στην κατασκευή του αγωγού που διοχετεύει ρωσικό αέριο απευθείας στη Γερμανία, παρακάμπτοντας Πολωνία, Λευκορωσία και Ουκρανία. Η τελευταία έχει εκμεταλλευθεί «αγρίως» το γεγονός ότι είναι χώρα τράνζιτ για να αποσπά φτηνό αέριο, θέτοντας τη Μόσχα προ του διλήμματος ή να ανέχεται την κλοπή αερίου ή να πλήττει τη δική της αξιοπιστία διακόπτοντας την παροχή στη Δυτική και ΝΑ Ευρώπη. ‘Ηδη, ο αυστριακός αρμόδιος προειδοποίησε για επερχόμενη κρίση τροφοδοσίας τον ερχόμενο χειμώνα.
Ο Νορντστρημ αντιμετώπισε κάθε είδους εμπόδια και διαμαρτυρίες. Επικρίθηκε για οικολογικά προβλήματα, ότι μπορεί να βοηθήσει κατασκοπεία κατά της Σουηδίας, ή συνιστά όπλο ρωσικής επιβολής στην Ευρώπη. « Παληά ήταν τα τανκς, τώρα είναι πετρέλαιο και αέριο», δήλωσε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο πρώην αρχηγός των πολωνικών μυστικών υπηρεσιών στους Νιου Γιορκ Τάιμς! Με μάλλον ξερό τρόπο, οι υπεύθυνοι της Δανικής Υπηρεσίας Ενέργειας το ξέκοψαν: «ο αγωγός είναι απολύτως ασφαλής». Απαντώντας στις επικρίσεις ότι η εισαγωγή ρωσικού αερίου θα αυξήσει την εξάρτηση της Δανίας από τη Μόσχα, τις χαρακτήρισαν αξιοπερίεργες, δεδομένου ότι τώρα εξαρτάται κατά 100% από μία και μόνη πηγή, τη Βόρειο Θάλασσα.
Αν και δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, το Βερολίνο πρέπει να θεωρηθεί κινητήρια δύναμη πίσω από τις τελευταίες κινήσεις στοι πόκερ των αγωγών και είναι η δική του, παρασκηνιακή πλην ισχυρή πίεση, που εξηγεί κυρίως το δανικό ναι στον Νορντστρημ. Η Γερμανία θέλει να διατηρήσει ζηλότυπα την αυτονομία του ενεργειακού της εφοδιασμού και, ευρύτερα, τη δυνατότητα αυτόνομης πολιτικής, γι’ αυτό και δεν επιθυμεί την παρεμβολή της «Νέας Ευρώπης» στις συναλλαγές της με τη Ρωσία. Σύμμαχος στο παιχνίδι αυτό ο Ιταλός Πρωθυπουργός Μπερλουσκόνι, με τις εταιρείες ΕΝΙ και ‘Εντισσον κύριους εταίρους της Ρωσίας και της Τουρκίας, γεγονός που στοίχισε βέβαια στον, βαλλόμενο για σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικό, την μήνι της Ουάσιγκτον.
Συζήτηση για τους αγωγούς στη Βουλγαρία
Οι αγωγοί προκάλεσαν αναταραχή στη Βουλγαρία. Ο συμπρόεδρος του κυβερνητικού συνασπισμού υποστήριξε ότι ο SouthStream εμποδίζει την ευελιξία-διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. Αντίθετα ο πρώην υπουργός Ενέργειας Οφτσάροφ, τόνισε ότι η βουλγαρική κυβέρνηση πρέπει να δηλώσει την θέση της για τα ενεργειακά σχέδια με ρωσική συμμετοχή το συντομότερο δυνατό, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η υλοποίησή τους. Για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, ο κ. Οφτσάροφ τόνισε ότι ο αγωγός μπορεί να περάσει από την Τουρκία, ενάντια στα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας, αν η βουλγαρική κυβέρνηση δεν καταφέρει να λάβει απόφαση έγκαιρα. Η βουλγαρική «Στάνταρντ» επισημαίνει ότι η Τουρκία «μαζεύει ενεργειακά ατού», νέος ρόλος που «μπορεί να της ανοίξει τις πόρτες της ΕΕ. Η πρόθεση να αποτελέσει ενεργειακό κόμβο διεθνούς βαρύτητας δεν περιορίζεται σε ενεργειακούς και χρηματοοικονομικούς στόχους...Ο Ερντογάν δέσμευσε σαφώς την κατασκευή του Nabucco μέσω Τουρκίας με την ένταξη της χώρας στην ΕΕ...η Άγκυρα έχει θέσει ως σκοπό να καταστεί η Τουρκία ενεργειακό κράτος – κλειδί και να αποκτήσει γεωστρατηγική θέση και στρατιωτικές – πολιτικές δυνατότητες που θα αναβαθμίσουν το βάρος της...Για τη Βουλγαρία είναι εξαιρετικής σημασίας σε ποιό βαθμό η Τουρκία θα κατορθώσει να γίνει σοβαρός ενεργειακός κόμβος με διεθνές βάρος. Μια τέτοια επιτυχία θα μεταβάλει την περιφερειακή ασφάλεια...Αν επέλθουν κάποιες καταστάσεις στην Εγγύς Ανατολή, η Άγκυρα ενδέχεται να δραστηριοποιηθεί «αντισταθμιστικά» προς εμάς. Για τη Βουλγαρία είναι πολύ σημαντικό να έχει δική της γεωενεργειακή στρατηγική...»
"Κόσμος του Επενδυτή", 31.10.2009
- υπογραφή συμφωνιών για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Σαμψούντα-Τζεϊχάν, ευθέως ανταγωνιστικού του Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και παράλληλη αδειοδότηση της διέλευσης του ΣάουθΣτρημ από την τουρκική αποκλειστική οικονομική ζώνη στη Μαύρη Θάλασσα (συζητείται και κατασκευή διυλιστηρίου στο Τζεϊχάν)
- έμμεση πλην σαφής προειδοποίηση Πούτιν προς Σόφια-Αθήνα ότι η Μόσχα θα προχωρήσει με την ‘Αγκυρα αν Βουλγαρία-Ελλάδα κωλυσιεργήσουν
- συγκρότηση μιας τετραπλής «ενεργειακής συμμαχίας» στην Ευρώπη (Ιταλία, Ρωσία, Τουρκία, Γερμανία), με κύριους άξονες τους αγωγούς αερίου Σάουθ και ΝορντΣτρημ
- θεαματική αναβάθμιση, «εκτόξευση», των ρωσο-τουρκικών σχέσεων, με παράλληλη πλήρη ατονία των ελληνορωσικών. Η κατάσταση σήμερα στο τρίγωνο «Αθήνα-Μόσχα-‘Αγκυρα» είναι αντίστροφη της προ διετίας
- πρώτες, αχνές ακόμα και ανεπίσημες, απειλές Μόσχας προς Σόφια ότι, εν ανάγκη, ο ΣάουθΣτρημ μπορεί να περάσει από τουρκικό έδαφος
Στελέχη του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, αλλά και παράγοντες ενεργειακών ομίλων, σημειώνουν ότι, αν οι εν εξελίξει τάσεις ολοκληρωθούν, κινδυνεύει να διαμορφωθεί η εξής κατάσταση:
- η Τουρκία να αναδειχθεί σε κύριο μεταφορέα ρωσικών-κασπιακών-μεσανατολικών ενεργειακών πόρων με ότι συνεπάγεται για την ισχύ της, αλλά και την εξάρτηση Ελλάδας, Ρωσίας, ΕΕ από την ‘Αγκυρα (εξάρτηση οι «περιπλοκές» της οποίας έγιναν ανάγλυφες από τη διαμάχη Ρωσίας-Ουκρανίας, δύο χωρών που δεν πολέμησαν βέβαια ποτέ μεταξύ τους, όπως πλειστάκις συνέβη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας)
- η Ελλάδα να χάσει κάθε δυνατότητα στήριξης, αν χρειασθεί, στο ρωσικό «αντιστήριγμα» για να αντιμετωπίσει (τόσο συχνές ιστορικά) αμερικανοτουρκικές πιέσεις, υφιστάμενη εντέλει «στρατηγική ασφυξία». Για πρώτη, μοναδική φορά στην ιστορία, η ‘Αγκυρα έχει τώρα πολύ καλύτερες σχέσεις από την Αθήνα με περίπου όλη την υφήλιο! Την ίδια ώρα που, όχι μόνο συνεχίζεται αδιάπτωτος στην πράξη (τουλάχιστον από την ‘Αγκυρα) ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός σε Κύπρο, Αιγαίο, Θράκη, αλλά και ο Υπουργός Εξωτερικών της γείτονος Νταβούτογλου υπερασπίζεται ρητά, με πρόσφατη ομιλία του στην πρωτεύουσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, το «όραμα» μιας «νεοοθωμανικής» Βαλκανικής, αρνούμενος να επιβεβαιώσει ότι τα σύνορα της Λωζάννης είναι οριστικά.
Είναι τόσο γρήγορες οι εξελίξεις, σημειώνουν οι ίδιοι παρατηρητές, που επιβάλλεται η άμεση αποσαφήνιση της πολιτικής της Αθήνας και των ενεργειακών-διπλωματκών επιλογών της. ‘Οταν αρχίσουν να κατασκευάζονται οι αγωγοί, θα είναι πολύ αργά...
Πούτιν, Ερντογάν, αγωγοί
«Μας είναι εύκολο να εργαζόμαστε με τους Τούρκους φίλους μας, με την τουρκική ηγεσία, διότι όλες οι αμοιβαίες συμφωνίες εκτελούνται και από τις δύο πλευρές εγκαίρως».
Η παραπάνω δήλωση Πούτιν έγινε μετά τη συνάντησή του με τον Μπερλουσκόνι και «τελεκόνφερενς» των δύο με τον Ερντογάν. Συζητήθηκαν τα σχέδια ΣάουθΣτρημ, Σαμψούντα-Τζεϊχάν και νέου ρωσοτουρκικού αγωγού αερίου, του «ΜπλουΣτρημ 2». Συνιστά έμμεση, πλην εύγλωττη προειδοποίηση προς Σόφια-Αθήνα, αφού είναι στις δύο πρωτεύουσες που έχουν σημειωθεί τελευταία επιφυλάξεις για τα σχέδια αγωγών. Πόσο μάλλον συνδυαζόμενη με άλλη δήλωση του κ. Πούτιν ότι η «Τουρκία θα καταλάβει τη θέση της Ουκρανίας» στην εξαγωγή ρωσικού αερίου.
Από μια άποψη, το όλο θέμα είναι εκπληκτικό. Ερντογάν, Μπερλουσκόνι και Πούτιν κάνουν τηλεκόνφερενς για τον Σάουθ Στρημ, που πρότεινε η Αθήνα, όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να εισάγει μέσω Τουρκίας όλο το ρωσικό αέριο που καταναλώνει. Πρόταση που ήταν το επίκεντρο της σχέσης που πήγαν να δημιουργήσουν Αθήνα και Μόσχα προ τριετίας. Κι ο Πούτιν εκφράζει τώρα «ανυπομονησία» για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, πρόταση της ...κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ από το 1993! ‘Ενα από τα κίνητρά της, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν το γεωπολιτικό «plus», η αύξηση δηλ. των δυσκολιών και του κόστους μιας επίθεσης στη Θράκη.
Βεβαίως, Ρώσοι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η Μόσχα θα πάρει μεγάλο ρίσκο βάζοντας όλα τα αυγά της στο τουρκικό καλάθι, κι ότι ακριβώς η ουκρανική εμπειρία πρέπει να την καταστήσει πολύ προσεκτική, δεν μπορεί όμως και να το αποφύγει αν δεν έχει άλλη διέξοδο. Γνωρίζει ότι η ‘Αγκυρα χρησιμοποίησε άγρια το χαρτί του ελέγχου των Στενών και των ρωσικών πετρελαϊκών εξαγωγών εναντίον της Μόσχας στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ρωσία και Τουρκία έχουν πολεμήσει μεταξύ τους 13 φορές, ενώ υφέρπει πάντα ο γεωπολιτικός ανταγωνισμός για τον έλεγχο του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και των Μουσουλμάνων της πρ. ΕΣΣΔ.
Οι ρωσο-τουρκικές σχέσεις δεν γνώρισαν όμως μόνο πολέμους, αλλά και εντυπωσιακές (αν και μακροχρόνια εύθραυστες) «συνεννοήσεις» στο παρελθόν, που κατέστησε δυνατή η κοινή, εκ δυσμών, απειλή, και πλήρωσαν «ενδιάμεσοι» (‘Ελληνες, Αρμένιοι κλπ.). Προ είκοσι ετών οι ελληνορωσικές και οι τουρκορωσικές οικονομικές σχέσεις ήταν περίποιυ ισοδύναμες, σήμερα ο ρωσο-τουρκικός τζίρος είναι πολλαπλάσιος του ελληνορωσικού, ενώ ήδη η Τουρκία έχει γίνει με τους υπάρχοντες αγωγούς βασικός διαμετακομιστής ρωσικού αερίου. Στη Μόσχα δρα επίσης ένα ισχυρότατο τουρκικό λόμπυ και μια εξαιρετικά ενεργή τουρκική διπλωματία – δεν υπάρχει τίποτα από ελληνικής πλευράς.
Σάουθστρημ vs Ναμπούκο και Τουρκία
Η πρόταση για τον Σάουθστρημ έγινε λόγω του εκβιασμού που ασκούσε το Κίεβο (και από πίσω η Ουάσιγκτον) στη Μόσχα, εκμεταλλευόμενο τη διέλευση των αγωγών αερίου από την ουκρανική επικράτεια. Το Κρεμλίνο απάντησε σχεδιάζοντας έναν «Μπλου Στρημ 2» μέσω Τουρκίας. Η Αθήνα, ενώπιον του ενδεχομένου να εισάγει όλο το αέριο από την Τουρκία, ανταπάντησε με τον Σάουθστρημ. Αυτός ο αγωγός επιτρέπει τον εφοδιασμό της Ευρώπης με ρωσικό αέριο παρακάμπτοντας την Ουκρανία, ενώ αποτρέπει τον παραλογισμό εισαγωγής ρωσικού αερίου μέσω Τουρκίας σε Ελλάδα και ΕΕ.
Απαντώντας, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν το σχέδιο «Ναμπούκο», αγωγού αερίου που θα εφοδιάζει την ΕΕ με μη ρωσικό αέριο μέσω τουρκικού εδάφους (παρακάμπτοντας και την Ελλάδα). Η εκλογή νέας βουλγαρικής κυβέρνησης, υπό συντριπτική αμερικανική επιρροή, έθεσε σε νέα αμφιβολία τον ΣάουθΣτρημ. Λόγω Ναμπούκο, η Μόσχα θέλει να κατασκευασθεί γρήγορα ο ΣάουθΣτρημ και πιέζει τη Σόφια με τις δηλώσεις Πούτιν, αλλά και με εμφάνιση, για πρώτη φορά, δημοσιευμάτων (στη ρωσική Κομερσάντ) που κάνουν λόγο για πιθανή αλλαγή του δρομολογίου του αγωγού, αν η Βουλγαρία επιμείνει στις αντιρρήσεις της. Η μόνη εφικτή αλλαγή είναι αν ο αγωγός περάσει μέσω τουρκικού εδάφους. Τότε όμως θα έχει τελείως διαφορετική «στρατηγική λειτουργία». Αντί να απεξαρτά Ελλάδα, ΕΕ και Ρωσία από την Τουρκία, θα εξαρτήσει και τις τρεις πολύ περισσότερο, συνιστώντας κολοσσιαία γεωπολιτική αναβάθμιση της ‘Αγκυρας. Δεν είμαστε εκεί, αλλά το ενδεχόμενο είναι ορατό, αν οι ενδιαφερόμενοι δεν κινητοποιήσουν την αναγκαία πολιτική βούληση.
Σαμψούντα-Τζεϊχάν vs Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη
Πριν από μερικές μέρες υπογράφτηκε πακέτο ρωσο-τουρκο-ιταλικών συμφωνιών για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Σαμψούντα-Τζεϊχάν. Ο αγωγός αυτός θα επιτελεί την ίδια λειτουργία με τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, δηλαδή θα μεταφέρει ρωσικό-κασπιακό πετρέλαιο προς τη Μεσόγειο παρακάμπτοντας τα Στενά. Από οικονομικής πλευράς ο Σαμψούντα-Τζεϊχάν έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος από τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και διασχίζει όλο τον όγκο της Ανατολίας. Ο μόνος λόγος που του δίνει νόημα, από την άποψη της Τουρκίας, είναι ότι, αν δεν φτιαχτεί τελικά ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, θα εξακολουθήσει η ‘Αγκυρα να μονοπωλεί τη διέλευση του ρωσικού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο. Οι Ρώσοι αρμόδιοι επιμένουν ότι ο αγωγός Μποιυργκάς-Αλεξανδρούπολη παραμένει ζωντανό σχέδιο και τους ενδιαφέρει πάντα, ενώ σε αναδίπλωση προχωρά τώρα και η Σόφια, τυχόν κατασκευή όμως του Σαμψούντα-Τσεϊχάν περιορίζει εξ αντικειμένου τις ποσότητες πετρελαίου προς διοχέτευση στη Μεσόγειο και, μέχρι στιγμής, οι ποσότητες αυτές δεν εξασφαλίστηκαν ούτε για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη.
Η ρωσο-τουρκική συμφωνία εντάσσεται στα πλαίσια της πρόσφατης και εξαιρετικά θεαματικής προσέγγισης Μόσχας-‘Αγκυρας, με «κουμπάρο» Μπερλουσκόνι, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η τουρκο-αρμενική «εξομάλυνση». Η Ρωσία «ανταμοίβει» επίσης την ‘Αγκυρα για την ταχεία αδειοδότηση του Σάουθ Στρημ. Η ταχύτητα έχει σημασία γιατί ο Σάουθ Στρημ είναι ανταγωνιστικός προς τον Ναμπούκο και τον ΙΤGI (Τουρκία-Ιταλία-Ελλάδα). Η Μόσχα αντιδρά επίσης, με τον τρόπο αυτό, στα προβλήματα που καθυστέρησαν επί δεκάξι χρόνια τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Προβλήματα που ενετάθησαν μετά την εκλογή της τελευταίας βουλγαρικής κιβέρνησης, που δεν δείχνει καμμιά διάθεση να προχωρήσει το έργο, ενώ καμπάνια εναντίον του έχουν αρχίσει περιβαντολλογικές οργανώσεις της γείτονος και ο Δήμος Μπουργκάς (παραδόξως, σημείωσε δηκτικά ρωσική εφημερίδα, η κατασκευή μεγάλων αμερικανικών βάσεων, κόστους 100 εκατ.δολλαρίων, σε Βουλγαρία-Ρουμανία, δεν προκάλεσε καμία οικολογική ανησυχία).
Ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη απασχόλησε και την ελληνική προεκλογική εκστρατεία, ενώ μετά τις εκλογές η θέση που διατύπωσε ο Αν. ΥΠΕΞ κ. Δρούτσας σε ομιλία του ήταν ότι όσοι αγωγοί θα κατασκευασθούν εντός Ελλάδος θα εξυπηρετούν τα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα και θα σέβονται απολύτως το περιβάλλον. (Η Μόσχα από την πλευρά της επιδιώκει, σύμφωνα με καλά πληροφορημένες πηγές, την αντικατάσταση των έργων που έχει αναλάβει και συνδέονται με την εκτροπή του Αχελώου με άλλα έργα ηλεκτροπαραγωγής, δεδομένης της αβεβαιότητας γύρω από την εκτροπή). Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι ελληνική πρόθεση είναι η αδιατάρακτη συνέχιστη της ελληνορωσικής συνεργασίας, με παράλληλη βελτίωση των προνοιών. «Χρειάζεται να ελέγξουμε τα θέματα περιβάλλοντος, δεν αμφισβητούμε την ανάγκη υλοποίησης», λέει στον «Κ.τ.Ε.» κυβερνητικός παράγων, που τονίζει τη σημασία επιλογής των βέλτιστων τεχνικών κατασκευής και του σωστού σχεδιασμού, ώστε να μην υπάρξουν στην πορεία προβλήματα (π.χ. προσφυγές στο Σ.τ.Ε.) και να αποφευχθούν τυχόν ατυχήματα με δυνητικά σημαντικές συνέπειες στο Αιγαίο. Μέχρι στιγμής πάντως δεν ηγέρθη οποιοδήποιτε συγκεκριμένο αίτημα από την ελληνική κυβέρνηση προς τη ρωσική.
Είναι αλήθεια ότι ο Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη συνιστά μείζονα οικολογική πρόκληση. Το θέμα είναι πως μπορεί να συνδυασθεί η οικολογική με την ... υπόλοιπη ασφάλεια της Ελλάδας, για την οποία οι σχέσεις με τη Μόσχα έχουν κρίσιμη, στρατηγική σημασία.
Δανικό «ναι» στον Νορντστρημ και η νέα ενεργειακή συμμαχία στην Ευρώπη
]
Η Κοπεγχάγη συγκατατέθηκε προ ημερών στη διέλευση του Νορντστρημ, αίροντας ένα από τα τελευταία εμπόδια στην κατασκευή του αγωγού που διοχετεύει ρωσικό αέριο απευθείας στη Γερμανία, παρακάμπτοντας Πολωνία, Λευκορωσία και Ουκρανία. Η τελευταία έχει εκμεταλλευθεί «αγρίως» το γεγονός ότι είναι χώρα τράνζιτ για να αποσπά φτηνό αέριο, θέτοντας τη Μόσχα προ του διλήμματος ή να ανέχεται την κλοπή αερίου ή να πλήττει τη δική της αξιοπιστία διακόπτοντας την παροχή στη Δυτική και ΝΑ Ευρώπη. ‘Ηδη, ο αυστριακός αρμόδιος προειδοποίησε για επερχόμενη κρίση τροφοδοσίας τον ερχόμενο χειμώνα.
Ο Νορντστρημ αντιμετώπισε κάθε είδους εμπόδια και διαμαρτυρίες. Επικρίθηκε για οικολογικά προβλήματα, ότι μπορεί να βοηθήσει κατασκοπεία κατά της Σουηδίας, ή συνιστά όπλο ρωσικής επιβολής στην Ευρώπη. « Παληά ήταν τα τανκς, τώρα είναι πετρέλαιο και αέριο», δήλωσε, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ο πρώην αρχηγός των πολωνικών μυστικών υπηρεσιών στους Νιου Γιορκ Τάιμς! Με μάλλον ξερό τρόπο, οι υπεύθυνοι της Δανικής Υπηρεσίας Ενέργειας το ξέκοψαν: «ο αγωγός είναι απολύτως ασφαλής». Απαντώντας στις επικρίσεις ότι η εισαγωγή ρωσικού αερίου θα αυξήσει την εξάρτηση της Δανίας από τη Μόσχα, τις χαρακτήρισαν αξιοπερίεργες, δεδομένου ότι τώρα εξαρτάται κατά 100% από μία και μόνη πηγή, τη Βόρειο Θάλασσα.
Αν και δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο, το Βερολίνο πρέπει να θεωρηθεί κινητήρια δύναμη πίσω από τις τελευταίες κινήσεις στοι πόκερ των αγωγών και είναι η δική του, παρασκηνιακή πλην ισχυρή πίεση, που εξηγεί κυρίως το δανικό ναι στον Νορντστρημ. Η Γερμανία θέλει να διατηρήσει ζηλότυπα την αυτονομία του ενεργειακού της εφοδιασμού και, ευρύτερα, τη δυνατότητα αυτόνομης πολιτικής, γι’ αυτό και δεν επιθυμεί την παρεμβολή της «Νέας Ευρώπης» στις συναλλαγές της με τη Ρωσία. Σύμμαχος στο παιχνίδι αυτό ο Ιταλός Πρωθυπουργός Μπερλουσκόνι, με τις εταιρείες ΕΝΙ και ‘Εντισσον κύριους εταίρους της Ρωσίας και της Τουρκίας, γεγονός που στοίχισε βέβαια στον, βαλλόμενο για σεξουαλικά σκάνδαλα πολιτικό, την μήνι της Ουάσιγκτον.
Συζήτηση για τους αγωγούς στη Βουλγαρία
Οι αγωγοί προκάλεσαν αναταραχή στη Βουλγαρία. Ο συμπρόεδρος του κυβερνητικού συνασπισμού υποστήριξε ότι ο SouthStream εμποδίζει την ευελιξία-διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας. Αντίθετα ο πρώην υπουργός Ενέργειας Οφτσάροφ, τόνισε ότι η βουλγαρική κυβέρνηση πρέπει να δηλώσει την θέση της για τα ενεργειακά σχέδια με ρωσική συμμετοχή το συντομότερο δυνατό, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η υλοποίησή τους. Για τον Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, ο κ. Οφτσάροφ τόνισε ότι ο αγωγός μπορεί να περάσει από την Τουρκία, ενάντια στα στρατηγικά συμφέροντα της Ρωσίας, αν η βουλγαρική κυβέρνηση δεν καταφέρει να λάβει απόφαση έγκαιρα. Η βουλγαρική «Στάνταρντ» επισημαίνει ότι η Τουρκία «μαζεύει ενεργειακά ατού», νέος ρόλος που «μπορεί να της ανοίξει τις πόρτες της ΕΕ. Η πρόθεση να αποτελέσει ενεργειακό κόμβο διεθνούς βαρύτητας δεν περιορίζεται σε ενεργειακούς και χρηματοοικονομικούς στόχους...Ο Ερντογάν δέσμευσε σαφώς την κατασκευή του Nabucco μέσω Τουρκίας με την ένταξη της χώρας στην ΕΕ...η Άγκυρα έχει θέσει ως σκοπό να καταστεί η Τουρκία ενεργειακό κράτος – κλειδί και να αποκτήσει γεωστρατηγική θέση και στρατιωτικές – πολιτικές δυνατότητες που θα αναβαθμίσουν το βάρος της...Για τη Βουλγαρία είναι εξαιρετικής σημασίας σε ποιό βαθμό η Τουρκία θα κατορθώσει να γίνει σοβαρός ενεργειακός κόμβος με διεθνές βάρος. Μια τέτοια επιτυχία θα μεταβάλει την περιφερειακή ασφάλεια...Αν επέλθουν κάποιες καταστάσεις στην Εγγύς Ανατολή, η Άγκυρα ενδέχεται να δραστηριοποιηθεί «αντισταθμιστικά» προς εμάς. Για τη Βουλγαρία είναι πολύ σημαντικό να έχει δική της γεωενεργειακή στρατηγική...»
"Κόσμος του Επενδυτή", 31.10.2009
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Αρμενο-τουρκική "συμφιλίωση"
Με 2-0 νίκησε η Εθνική Τουρκίας την Εθνική Αρμενίας στην Προύσσα, παληά πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε έναν αγώνα πούπρεπε να συμβολίζει τη «συμφιλίωση», άρχισε όμως με τους Τούρκους φιλάθλους να σφυρίζουν τον αρμενικό εθνικό ύμνο.
Το πραγματικό πολιτικο-διπλωματικό σκορ είναι πολύ μεγαλύτερο υπέρ της Τουρκίας. Ο Αρμένιος ηγέτης Σερζ Σαρκισσιάν έπαιξε το κεφάλι του «κορώνα-γράμματα», συνάπτοντας μια συμφωνία αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας-Αρμενίας, που η ελβετική Basler Zeitung χαρακτήρισε ως την «παράδοση μιας μικρής και φτωχής χώρας». «Ξεχάστηκε η γενοκτονία», «πρώτο ολοκάυτωμα του 20ού αιώνα», επισημαίνει ο κορυφαίος Βρετανός σχολιαστής Ρόμπερτ Φισκ στον Independent, μιλώντας για φρίκη και προδοσία, προτού ευχηθεί στους Υπουργούς να μην τρέξει «το αίμα από τις πένες τους». Κατά την τουρκική Zaman, ο ASALA, υπεύθυνος για τη δολοφονία δεκάδων Τούρκων αξιωματούχων, ανακοίνωσε την έναρξη «τρίτου κύκλου αγώνα», ενώ διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έγιναν στο Γερεβάν και τα κέντρα της διασποράς. (Σύμφωνα με τις διαθέσιμες, αν και αγνώσου εγκυρότητας δημοσκοπήσεις, εναντίον της αρμενο-τουρκικής συμφιλίωσης τάσσεται το 52% των κατοίκων της Αρμενίας. Αναμένεται ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο μεταξύ των Αρμενίων της διασποράς).
Με τη συμφωνία, η Αρμενία παραιτείται ουσιαστικά από την απαίτησή της να αναγνωρίσει η ‘Αγκυρα τη σφαγή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία περισσοτέρων του ενός εκατομμυρίου Αρμενίων, που ήταν μέχρι τώρα προϋπόθεση για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων.Το θέμα της γενοκτονίας παραπέμπεται σε μια υποεπιτροπή των δύο χωρών που θα το «μελετήσει» στη βάση των αρχείων για να συντάξει πόρισμα. Η ‘Αγκυρα βλέπει έτσι να αίρεται, χωρίς μεγάλο κόστος, ένα βασικό εμπόδιο, μαζί με το κυπριακό και το κουρδικό, στην ενταξιακή πορεία της προς την ΕΕ. Υπονομεύεται επίσης η προσπάθεια του αρμενικού λόμπυ στην Ουάσιγκτον να υιοθετηθεί από το αμερικανικό Κονγκρέσο απόφαση αναγνώρισης της γενοκτονίας, που συνιστούσε προεκλογική υπόσχεση του Ομπάμα.
Το Ερεβάν απεμπολεί ένα ισχυρότατο ηθικο-πολιτικό όπλο που διέθετε, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση ανοίγματος των συνόρων της Τουρκίας με την περίκλειστη και πάμφτωχη Αρμενία, που παραμένουν κλειστά από το 1993. Το άνοιγμα όμως των συνόρων συνιστούσε αυτοτελή υποχρέωση της Τουρκίας από το διεθνές δίκαιο, που δύσκολα θα μπορούσε να παρακάμψει στα πλαίσια της ενταξιακής πορείας. Γι’ αυτό η τουρκοαρμενική συμφωνία επικρίθηκε ως λεόντειος από την αρμενική αντιπολίτευση, ή και ως «προδοσία» από ορισμένους εκπροσώπους της διασποράς, απευθείας απογόνου των σφαγιασθέντων. ‘Οπως σημειώνει ο Αρμέν Αϊβαζαριάν, διευθυντής στρατηγικού ινστιτούτου στο Ερεβάν, «φανταστείτε μια αμετανόητη ναζιστική Γερμανία να ζητά «επιτροπή ιστορικών» για να συζητήσει περί Ολοκαυτώματος».
Αν υπάρχει κάτι που σφράγισε τη συνείδηση του 20ού αιώνα ήταν η γενοκτονία, σε φρικτές συνθήκες, ενός έως ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων από τους Οθωμανούς. Τη γενοκτονία αυτή επικαλέσθηκε ο Χίτλερ για τη δική του πολιτική, με μια φράση που έμεινε έκτοτε ιστορική: «Και ποιός θυμάται τους Αρμένιους;». Η αρμενική γενοκτονία έχει αναγνωρισθεί από την παγκόσμια κοινότητα των ιστορικών και αρκετά κοινοβούλια μεταξύ των οποίων η Βουλή των Ελλήνων. Μόνο η ίδια η Τουρκία αρνείται ότι επρόκειτο περί γενοκτονίας, αμφισβητεί τον αριθμό των σφαγιασθέντων και, κατά καιρούς, έχει διώξει ποινικά όσους είχαν αντίθετη άποψη, κατηγορώντας τους για προσβολή του «τουρκισμού».
Στην ‘Αγκυρα δεν έφτανε ο διπλωματικός θρίαμβος που κατήγαγε με τη σύναψη της συμφωνίας. Μόλις πήρε αυτό που ήθελε, πριν καλά-καλά υπογραφεί η συμφωνία, άρχισε να προσθέτει νέους όρους! Στην ομιλία που ετοίμασε για την τελετή υπογραφής στη Ζυρίχη, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου ζήτησε επιπλέον την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από το Καραμπάχ, περιοχή κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Αρμενίους που κήρυξε εδώ και είκοσι χρόνια την ανεξαρτησία της από το Αζερμπαϊτζάν. Εκεί που οι Αρμένιοι ετοιμαζόντουσαν να κάνουν την μείζονα παραχώρηση, αποσύροντας ουσιαστικά τις απαιτήσεις αναγνώρισης από την ‘Αγκυρα, κινδύνευαν επιπλέον να βρεθούν εκείνοι κατηγορούμενοι για κατοχή ξένων εδαφών. Ο Αρμένιος Υπουργός Εξωτερικών κατάλαβε την παγίδα και αρνήθηκε να υπογράψει. Υπέκυψε όταν, στις τρίωρες πιέσεις της αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών, ήρθε να προστεθεί, όπως γράφει η ρωσική Κομερσάντ, ένα σημείωμα του Ρώσου Υπουργού Λαβρώφ, «υπέγραψε και φεύγα»! Η Χίλλαρυ πήγε περίπου «σηκωτό» τον Αρμένιο Υπουργό να υπογράψει, σε μια σκηνή που θύμισε στους παληότερους πως υποχρέωσε η Ελλάδα των Καραμανλή-Αβέρωφ τον Μακάριο να υπογράψει τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου (ή η Ολμπράιτ την κυβέρνηση Σημίτη να δεχθεί τη συμφωνία της Μαδρίτης). Ο Νταβούτογλου δέχθηκε να μην εκφωνήσει την ομιλία, την επόμενη μέρα όμως επανέφερε πανηγυρικά τις απαιτήσεις της ‘Αγκυρας ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.
Αν η συμφωνία συνιστά θρίαμβο της τουρκικής διπλωματίας, διπλωματικοί αναλυτές τη θεωρούν και πολύ μεγάλη, ιστορική, αν και εισέτι εύθραυστη επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Κεντρική επιδίωξη της Ουάσιγκτον μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ είναι η απορρόφηση στη δυτική ζώνη επιρροής των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η «διείσδυση» στην Αρμενία μπορεί να ανοίξει ακόμα έναν δρόμο, πέραν του Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν, νοτιότερο και ασφαλέστερο, για τη διοχέτευση των υδρογονανθράκων του πρώην σοβιετικού νότου μέσω Τουρκίας, συμβάλοντας στην απομάκρυνση των πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών από τη Μόσχα. Η εμπέδωση της δυτικής επιρροής στη νότιο Υπερκαυκασία, αφενός απωθεί τη Ρωσία προς βορρά, αφετέρου συγκροτεί ένα στρατηγικό «διάδρομο» επέμβασης εναντίον του Ιράν, «διάδρομο» που παρεμβάλλεται μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης.
Απογοητευμένο από την κατάσταση της χώρας, με οικονομικά συμφέροντα που το δένουν με Τουρκία και Δύση, ένα τμήμα της ιθύνουσας αρμενικής «ελίτ» προφανώς ελπίζει σε προσέγγιση, μέσω Τουρκίας, με την ΕΕ, ενδεχομένως και σε μελλοντική ένταξη, που πρωθείται άλλωστε ενεργά για το σύνολο της Υπερκαυκασίας, παράλληλα με ένταξη στο ΝΑΤΟ, από τον «ατλαντικό άξονα» της ΕΕ. Αυτά δεν θα αρκούσαν όμως, αν δεν συνέτρεχε και η ρωσική πίεση προς το Γερεβάν.
Παρά την «ανόρθωσή» της επί Πούτιν, η Μόσχα δεν έχει καταφέρει να επεξεργασθεί συγκροτημένη πρόταση ή ελκυστικό παράδειγμα για τον πρώην σοβιετικό χώρο, όπου βασικά απλώς αμύνεται ενστικτωδώς στις προσπάθεις ΗΠΑ και άλλων να τον «λεηλατήσουν» στρατηγικά. Το καθεστώς Πούτιν επιπλέον, ναι μεν δεν αποδέχεται τους εξευτελιστικούς όρους, υπό τους οποίους οι δυτικοί επεδίωκαν την ρωσική ένταξη στο διεθνές σύστημα, δεν είναι όμως διατεθειμένο, ούτε έχει την ιδεολογία για να αντιπαρατεθεί στη Δύση διεξάγοντας νέο «Ψυχρό Πόλεμο».
Πέραν των τεραστίων οικονομικών συμφερόντων που τη συνδέουν με την τουρκική αγορά, η Μόσχα τρέφει τώρα την ελπίδα «εγκάρδιας συνεννόησης» με μια ‘Αγκυρα που επιδεικνύει όλο και περισσότερο αυτονομία και ανεξαρτησία. Ελπίζει να αποσπάσει την Τουρκία από τον παραδοσιακό ρόλο «ατζέντη» αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Ανταποκρίθηκε στα εντυπωσιακά ανοίγματα του Ερντογάν, αντιμετωπίζοντας και τον αισθητό, μετά το φθινόπωρο 2008, φόβο της κυβέρνησης Καραμανλή, να ολοκληρώσει αποφασιστικά την ελληνορωσική προσέγγιση. Δεν είναι λίγοι στη Μόσχα, ιδίως μεταξύ των στρατιωτικών, που διαφωνούν με την νέα πολιτική του Κρεμλίνου, υπενθυμίζοντας την πάγια γεωπολιτική αντίθεση Τουρκίας-Ρωσίας και υποστηρίζοντας ότι αυτή η πολιτική θυσιάζει στρατηγικές θέσεις για τακτικά ωφέλη, αλλά δεν επικρατεί η άποψή τους αυτή την περίοδο. Και ως συνήθως, στις εποχές ρωσο-τουρκικής προσέγγισης, όπως συνέβη και επί Νικολάου του Β’ και επί Λένιν, το κόστος της ρωσο-τουρκικής προσέγγισης κινδυνεύουν να το πληρώσουν οι «μικροί», ενδιάμεσοι λαοί, εστω και αν απεδείχθησαν ιστορικά πολύ πιο αξιόπιστοι, και εν τέλει χρήσιμοι σύμμαχοι της Μόσχας.
Σε ότι αφορά τα ελληνικά συμφέρον7τα, υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνουν με μεγάλη ανησυχία ότι, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία διαμορφώνεται ένα τόσο δυσμενές για την Αθήνα στρατηγικό περιβάλλον, ένα είδος «στρατηγικής ασφυξίας». Η ‘Αγκυρα έχει, κατά τρόπο πρωτοφανή, πολύ καλύτερες σχέσεις από την Αθήνα και με την Ουάσιγκτον και με τη Μόσχα και με τον αραβομουσουλμανικό κόσμο! Ταυτόχρονα, η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη δεν προκαλεί ενθουσιασμό σε Βερολίνο-Παρίσι. Που μάλιστα, αν πουν τελικά όχι στην Τουρκία, με την Ελλάδα να λέει ναι, μπορεί να «χρυσώσουν το χάπι» της άρνησής τους ενισχύοντας τις τουρκικές θέσεις στο κυπριακό και Αιγαίο.
περιοδικό "Επίκαιρα", 30.10.2009
Το πραγματικό πολιτικο-διπλωματικό σκορ είναι πολύ μεγαλύτερο υπέρ της Τουρκίας. Ο Αρμένιος ηγέτης Σερζ Σαρκισσιάν έπαιξε το κεφάλι του «κορώνα-γράμματα», συνάπτοντας μια συμφωνία αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας-Αρμενίας, που η ελβετική Basler Zeitung χαρακτήρισε ως την «παράδοση μιας μικρής και φτωχής χώρας». «Ξεχάστηκε η γενοκτονία», «πρώτο ολοκάυτωμα του 20ού αιώνα», επισημαίνει ο κορυφαίος Βρετανός σχολιαστής Ρόμπερτ Φισκ στον Independent, μιλώντας για φρίκη και προδοσία, προτού ευχηθεί στους Υπουργούς να μην τρέξει «το αίμα από τις πένες τους». Κατά την τουρκική Zaman, ο ASALA, υπεύθυνος για τη δολοφονία δεκάδων Τούρκων αξιωματούχων, ανακοίνωσε την έναρξη «τρίτου κύκλου αγώνα», ενώ διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έγιναν στο Γερεβάν και τα κέντρα της διασποράς. (Σύμφωνα με τις διαθέσιμες, αν και αγνώσου εγκυρότητας δημοσκοπήσεις, εναντίον της αρμενο-τουρκικής συμφιλίωσης τάσσεται το 52% των κατοίκων της Αρμενίας. Αναμένεται ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο μεταξύ των Αρμενίων της διασποράς).
Με τη συμφωνία, η Αρμενία παραιτείται ουσιαστικά από την απαίτησή της να αναγνωρίσει η ‘Αγκυρα τη σφαγή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία περισσοτέρων του ενός εκατομμυρίου Αρμενίων, που ήταν μέχρι τώρα προϋπόθεση για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων.Το θέμα της γενοκτονίας παραπέμπεται σε μια υποεπιτροπή των δύο χωρών που θα το «μελετήσει» στη βάση των αρχείων για να συντάξει πόρισμα. Η ‘Αγκυρα βλέπει έτσι να αίρεται, χωρίς μεγάλο κόστος, ένα βασικό εμπόδιο, μαζί με το κυπριακό και το κουρδικό, στην ενταξιακή πορεία της προς την ΕΕ. Υπονομεύεται επίσης η προσπάθεια του αρμενικού λόμπυ στην Ουάσιγκτον να υιοθετηθεί από το αμερικανικό Κονγκρέσο απόφαση αναγνώρισης της γενοκτονίας, που συνιστούσε προεκλογική υπόσχεση του Ομπάμα.
Το Ερεβάν απεμπολεί ένα ισχυρότατο ηθικο-πολιτικό όπλο που διέθετε, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση ανοίγματος των συνόρων της Τουρκίας με την περίκλειστη και πάμφτωχη Αρμενία, που παραμένουν κλειστά από το 1993. Το άνοιγμα όμως των συνόρων συνιστούσε αυτοτελή υποχρέωση της Τουρκίας από το διεθνές δίκαιο, που δύσκολα θα μπορούσε να παρακάμψει στα πλαίσια της ενταξιακής πορείας. Γι’ αυτό η τουρκοαρμενική συμφωνία επικρίθηκε ως λεόντειος από την αρμενική αντιπολίτευση, ή και ως «προδοσία» από ορισμένους εκπροσώπους της διασποράς, απευθείας απογόνου των σφαγιασθέντων. ‘Οπως σημειώνει ο Αρμέν Αϊβαζαριάν, διευθυντής στρατηγικού ινστιτούτου στο Ερεβάν, «φανταστείτε μια αμετανόητη ναζιστική Γερμανία να ζητά «επιτροπή ιστορικών» για να συζητήσει περί Ολοκαυτώματος».
Αν υπάρχει κάτι που σφράγισε τη συνείδηση του 20ού αιώνα ήταν η γενοκτονία, σε φρικτές συνθήκες, ενός έως ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων από τους Οθωμανούς. Τη γενοκτονία αυτή επικαλέσθηκε ο Χίτλερ για τη δική του πολιτική, με μια φράση που έμεινε έκτοτε ιστορική: «Και ποιός θυμάται τους Αρμένιους;». Η αρμενική γενοκτονία έχει αναγνωρισθεί από την παγκόσμια κοινότητα των ιστορικών και αρκετά κοινοβούλια μεταξύ των οποίων η Βουλή των Ελλήνων. Μόνο η ίδια η Τουρκία αρνείται ότι επρόκειτο περί γενοκτονίας, αμφισβητεί τον αριθμό των σφαγιασθέντων και, κατά καιρούς, έχει διώξει ποινικά όσους είχαν αντίθετη άποψη, κατηγορώντας τους για προσβολή του «τουρκισμού».
Στην ‘Αγκυρα δεν έφτανε ο διπλωματικός θρίαμβος που κατήγαγε με τη σύναψη της συμφωνίας. Μόλις πήρε αυτό που ήθελε, πριν καλά-καλά υπογραφεί η συμφωνία, άρχισε να προσθέτει νέους όρους! Στην ομιλία που ετοίμασε για την τελετή υπογραφής στη Ζυρίχη, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου ζήτησε επιπλέον την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από το Καραμπάχ, περιοχή κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Αρμενίους που κήρυξε εδώ και είκοσι χρόνια την ανεξαρτησία της από το Αζερμπαϊτζάν. Εκεί που οι Αρμένιοι ετοιμαζόντουσαν να κάνουν την μείζονα παραχώρηση, αποσύροντας ουσιαστικά τις απαιτήσεις αναγνώρισης από την ‘Αγκυρα, κινδύνευαν επιπλέον να βρεθούν εκείνοι κατηγορούμενοι για κατοχή ξένων εδαφών. Ο Αρμένιος Υπουργός Εξωτερικών κατάλαβε την παγίδα και αρνήθηκε να υπογράψει. Υπέκυψε όταν, στις τρίωρες πιέσεις της αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών, ήρθε να προστεθεί, όπως γράφει η ρωσική Κομερσάντ, ένα σημείωμα του Ρώσου Υπουργού Λαβρώφ, «υπέγραψε και φεύγα»! Η Χίλλαρυ πήγε περίπου «σηκωτό» τον Αρμένιο Υπουργό να υπογράψει, σε μια σκηνή που θύμισε στους παληότερους πως υποχρέωσε η Ελλάδα των Καραμανλή-Αβέρωφ τον Μακάριο να υπογράψει τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου (ή η Ολμπράιτ την κυβέρνηση Σημίτη να δεχθεί τη συμφωνία της Μαδρίτης). Ο Νταβούτογλου δέχθηκε να μην εκφωνήσει την ομιλία, την επόμενη μέρα όμως επανέφερε πανηγυρικά τις απαιτήσεις της ‘Αγκυρας ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.
Αν η συμφωνία συνιστά θρίαμβο της τουρκικής διπλωματίας, διπλωματικοί αναλυτές τη θεωρούν και πολύ μεγάλη, ιστορική, αν και εισέτι εύθραυστη επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Κεντρική επιδίωξη της Ουάσιγκτον μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ είναι η απορρόφηση στη δυτική ζώνη επιρροής των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η «διείσδυση» στην Αρμενία μπορεί να ανοίξει ακόμα έναν δρόμο, πέραν του Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν, νοτιότερο και ασφαλέστερο, για τη διοχέτευση των υδρογονανθράκων του πρώην σοβιετικού νότου μέσω Τουρκίας, συμβάλοντας στην απομάκρυνση των πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών από τη Μόσχα. Η εμπέδωση της δυτικής επιρροής στη νότιο Υπερκαυκασία, αφενός απωθεί τη Ρωσία προς βορρά, αφετέρου συγκροτεί ένα στρατηγικό «διάδρομο» επέμβασης εναντίον του Ιράν, «διάδρομο» που παρεμβάλλεται μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης.
Απογοητευμένο από την κατάσταση της χώρας, με οικονομικά συμφέροντα που το δένουν με Τουρκία και Δύση, ένα τμήμα της ιθύνουσας αρμενικής «ελίτ» προφανώς ελπίζει σε προσέγγιση, μέσω Τουρκίας, με την ΕΕ, ενδεχομένως και σε μελλοντική ένταξη, που πρωθείται άλλωστε ενεργά για το σύνολο της Υπερκαυκασίας, παράλληλα με ένταξη στο ΝΑΤΟ, από τον «ατλαντικό άξονα» της ΕΕ. Αυτά δεν θα αρκούσαν όμως, αν δεν συνέτρεχε και η ρωσική πίεση προς το Γερεβάν.
Παρά την «ανόρθωσή» της επί Πούτιν, η Μόσχα δεν έχει καταφέρει να επεξεργασθεί συγκροτημένη πρόταση ή ελκυστικό παράδειγμα για τον πρώην σοβιετικό χώρο, όπου βασικά απλώς αμύνεται ενστικτωδώς στις προσπάθεις ΗΠΑ και άλλων να τον «λεηλατήσουν» στρατηγικά. Το καθεστώς Πούτιν επιπλέον, ναι μεν δεν αποδέχεται τους εξευτελιστικούς όρους, υπό τους οποίους οι δυτικοί επεδίωκαν την ρωσική ένταξη στο διεθνές σύστημα, δεν είναι όμως διατεθειμένο, ούτε έχει την ιδεολογία για να αντιπαρατεθεί στη Δύση διεξάγοντας νέο «Ψυχρό Πόλεμο».
Πέραν των τεραστίων οικονομικών συμφερόντων που τη συνδέουν με την τουρκική αγορά, η Μόσχα τρέφει τώρα την ελπίδα «εγκάρδιας συνεννόησης» με μια ‘Αγκυρα που επιδεικνύει όλο και περισσότερο αυτονομία και ανεξαρτησία. Ελπίζει να αποσπάσει την Τουρκία από τον παραδοσιακό ρόλο «ατζέντη» αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Ανταποκρίθηκε στα εντυπωσιακά ανοίγματα του Ερντογάν, αντιμετωπίζοντας και τον αισθητό, μετά το φθινόπωρο 2008, φόβο της κυβέρνησης Καραμανλή, να ολοκληρώσει αποφασιστικά την ελληνορωσική προσέγγιση. Δεν είναι λίγοι στη Μόσχα, ιδίως μεταξύ των στρατιωτικών, που διαφωνούν με την νέα πολιτική του Κρεμλίνου, υπενθυμίζοντας την πάγια γεωπολιτική αντίθεση Τουρκίας-Ρωσίας και υποστηρίζοντας ότι αυτή η πολιτική θυσιάζει στρατηγικές θέσεις για τακτικά ωφέλη, αλλά δεν επικρατεί η άποψή τους αυτή την περίοδο. Και ως συνήθως, στις εποχές ρωσο-τουρκικής προσέγγισης, όπως συνέβη και επί Νικολάου του Β’ και επί Λένιν, το κόστος της ρωσο-τουρκικής προσέγγισης κινδυνεύουν να το πληρώσουν οι «μικροί», ενδιάμεσοι λαοί, εστω και αν απεδείχθησαν ιστορικά πολύ πιο αξιόπιστοι, και εν τέλει χρήσιμοι σύμμαχοι της Μόσχας.
Σε ότι αφορά τα ελληνικά συμφέρον7τα, υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνουν με μεγάλη ανησυχία ότι, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία διαμορφώνεται ένα τόσο δυσμενές για την Αθήνα στρατηγικό περιβάλλον, ένα είδος «στρατηγικής ασφυξίας». Η ‘Αγκυρα έχει, κατά τρόπο πρωτοφανή, πολύ καλύτερες σχέσεις από την Αθήνα και με την Ουάσιγκτον και με τη Μόσχα και με τον αραβομουσουλμανικό κόσμο! Ταυτόχρονα, η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη δεν προκαλεί ενθουσιασμό σε Βερολίνο-Παρίσι. Που μάλιστα, αν πουν τελικά όχι στην Τουρκία, με την Ελλάδα να λέει ναι, μπορεί να «χρυσώσουν το χάπι» της άρνησής τους ενισχύοντας τις τουρκικές θέσεις στο κυπριακό και Αιγαίο.
περιοδικό "Επίκαιρα", 30.10.2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)