Με 2-0 νίκησε η Εθνική Τουρκίας την Εθνική Αρμενίας στην Προύσσα, παληά πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε έναν αγώνα πούπρεπε να συμβολίζει τη «συμφιλίωση», άρχισε όμως με τους Τούρκους φιλάθλους να σφυρίζουν τον αρμενικό εθνικό ύμνο.
Το πραγματικό πολιτικο-διπλωματικό σκορ είναι πολύ μεγαλύτερο υπέρ της Τουρκίας. Ο Αρμένιος ηγέτης Σερζ Σαρκισσιάν έπαιξε το κεφάλι του «κορώνα-γράμματα», συνάπτοντας μια συμφωνία αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων Τουρκίας-Αρμενίας, που η ελβετική Basler Zeitung χαρακτήρισε ως την «παράδοση μιας μικρής και φτωχής χώρας». «Ξεχάστηκε η γενοκτονία», «πρώτο ολοκάυτωμα του 20ού αιώνα», επισημαίνει ο κορυφαίος Βρετανός σχολιαστής Ρόμπερτ Φισκ στον Independent, μιλώντας για φρίκη και προδοσία, προτού ευχηθεί στους Υπουργούς να μην τρέξει «το αίμα από τις πένες τους». Κατά την τουρκική Zaman, ο ASALA, υπεύθυνος για τη δολοφονία δεκάδων Τούρκων αξιωματούχων, ανακοίνωσε την έναρξη «τρίτου κύκλου αγώνα», ενώ διαδηλώσεις διαμαρτυρίας έγιναν στο Γερεβάν και τα κέντρα της διασποράς. (Σύμφωνα με τις διαθέσιμες, αν και αγνώσου εγκυρότητας δημοσκοπήσεις, εναντίον της αρμενο-τουρκικής συμφιλίωσης τάσσεται το 52% των κατοίκων της Αρμενίας. Αναμένεται ένα ποσοστό πολύ μεγαλύτερο μεταξύ των Αρμενίων της διασποράς).
Με τη συμφωνία, η Αρμενία παραιτείται ουσιαστικά από την απαίτησή της να αναγνωρίσει η ‘Αγκυρα τη σφαγή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία περισσοτέρων του ενός εκατομμυρίου Αρμενίων, που ήταν μέχρι τώρα προϋπόθεση για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων.Το θέμα της γενοκτονίας παραπέμπεται σε μια υποεπιτροπή των δύο χωρών που θα το «μελετήσει» στη βάση των αρχείων για να συντάξει πόρισμα. Η ‘Αγκυρα βλέπει έτσι να αίρεται, χωρίς μεγάλο κόστος, ένα βασικό εμπόδιο, μαζί με το κυπριακό και το κουρδικό, στην ενταξιακή πορεία της προς την ΕΕ. Υπονομεύεται επίσης η προσπάθεια του αρμενικού λόμπυ στην Ουάσιγκτον να υιοθετηθεί από το αμερικανικό Κονγκρέσο απόφαση αναγνώρισης της γενοκτονίας, που συνιστούσε προεκλογική υπόσχεση του Ομπάμα.
Το Ερεβάν απεμπολεί ένα ισχυρότατο ηθικο-πολιτικό όπλο που διέθετε, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση ανοίγματος των συνόρων της Τουρκίας με την περίκλειστη και πάμφτωχη Αρμενία, που παραμένουν κλειστά από το 1993. Το άνοιγμα όμως των συνόρων συνιστούσε αυτοτελή υποχρέωση της Τουρκίας από το διεθνές δίκαιο, που δύσκολα θα μπορούσε να παρακάμψει στα πλαίσια της ενταξιακής πορείας. Γι’ αυτό η τουρκοαρμενική συμφωνία επικρίθηκε ως λεόντειος από την αρμενική αντιπολίτευση, ή και ως «προδοσία» από ορισμένους εκπροσώπους της διασποράς, απευθείας απογόνου των σφαγιασθέντων. ‘Οπως σημειώνει ο Αρμέν Αϊβαζαριάν, διευθυντής στρατηγικού ινστιτούτου στο Ερεβάν, «φανταστείτε μια αμετανόητη ναζιστική Γερμανία να ζητά «επιτροπή ιστορικών» για να συζητήσει περί Ολοκαυτώματος».
Αν υπάρχει κάτι που σφράγισε τη συνείδηση του 20ού αιώνα ήταν η γενοκτονία, σε φρικτές συνθήκες, ενός έως ενάμισυ εκατομμυρίου Αρμενίων από τους Οθωμανούς. Τη γενοκτονία αυτή επικαλέσθηκε ο Χίτλερ για τη δική του πολιτική, με μια φράση που έμεινε έκτοτε ιστορική: «Και ποιός θυμάται τους Αρμένιους;». Η αρμενική γενοκτονία έχει αναγνωρισθεί από την παγκόσμια κοινότητα των ιστορικών και αρκετά κοινοβούλια μεταξύ των οποίων η Βουλή των Ελλήνων. Μόνο η ίδια η Τουρκία αρνείται ότι επρόκειτο περί γενοκτονίας, αμφισβητεί τον αριθμό των σφαγιασθέντων και, κατά καιρούς, έχει διώξει ποινικά όσους είχαν αντίθετη άποψη, κατηγορώντας τους για προσβολή του «τουρκισμού».
Στην ‘Αγκυρα δεν έφτανε ο διπλωματικός θρίαμβος που κατήγαγε με τη σύναψη της συμφωνίας. Μόλις πήρε αυτό που ήθελε, πριν καλά-καλά υπογραφεί η συμφωνία, άρχισε να προσθέτει νέους όρους! Στην ομιλία που ετοίμασε για την τελετή υπογραφής στη Ζυρίχη, ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Νταβούτογλου ζήτησε επιπλέον την αποχώρηση των αρμενικών δυνάμεων από το Καραμπάχ, περιοχή κατοικούμενη κατά πλειοψηφία από Αρμενίους που κήρυξε εδώ και είκοσι χρόνια την ανεξαρτησία της από το Αζερμπαϊτζάν. Εκεί που οι Αρμένιοι ετοιμαζόντουσαν να κάνουν την μείζονα παραχώρηση, αποσύροντας ουσιαστικά τις απαιτήσεις αναγνώρισης από την ‘Αγκυρα, κινδύνευαν επιπλέον να βρεθούν εκείνοι κατηγορούμενοι για κατοχή ξένων εδαφών. Ο Αρμένιος Υπουργός Εξωτερικών κατάλαβε την παγίδα και αρνήθηκε να υπογράψει. Υπέκυψε όταν, στις τρίωρες πιέσεις της αμερικανίδας Υπουργού Εξωτερικών, ήρθε να προστεθεί, όπως γράφει η ρωσική Κομερσάντ, ένα σημείωμα του Ρώσου Υπουργού Λαβρώφ, «υπέγραψε και φεύγα»! Η Χίλλαρυ πήγε περίπου «σηκωτό» τον Αρμένιο Υπουργό να υπογράψει, σε μια σκηνή που θύμισε στους παληότερους πως υποχρέωσε η Ελλάδα των Καραμανλή-Αβέρωφ τον Μακάριο να υπογράψει τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου (ή η Ολμπράιτ την κυβέρνηση Σημίτη να δεχθεί τη συμφωνία της Μαδρίτης). Ο Νταβούτογλου δέχθηκε να μην εκφωνήσει την ομιλία, την επόμενη μέρα όμως επανέφερε πανηγυρικά τις απαιτήσεις της ‘Αγκυρας ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.
Αν η συμφωνία συνιστά θρίαμβο της τουρκικής διπλωματίας, διπλωματικοί αναλυτές τη θεωρούν και πολύ μεγάλη, ιστορική, αν και εισέτι εύθραυστη επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Κεντρική επιδίωξη της Ουάσιγκτον μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ είναι η απορρόφηση στη δυτική ζώνη επιρροής των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών. Η «διείσδυση» στην Αρμενία μπορεί να ανοίξει ακόμα έναν δρόμο, πέραν του Μπακού-Τιφλίδα-Τσεϊχάν, νοτιότερο και ασφαλέστερο, για τη διοχέτευση των υδρογονανθράκων του πρώην σοβιετικού νότου μέσω Τουρκίας, συμβάλοντας στην απομάκρυνση των πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών από τη Μόσχα. Η εμπέδωση της δυτικής επιρροής στη νότιο Υπερκαυκασία, αφενός απωθεί τη Ρωσία προς βορρά, αφετέρου συγκροτεί ένα στρατηγικό «διάδρομο» επέμβασης εναντίον του Ιράν, «διάδρομο» που παρεμβάλλεται μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης.
Απογοητευμένο από την κατάσταση της χώρας, με οικονομικά συμφέροντα που το δένουν με Τουρκία και Δύση, ένα τμήμα της ιθύνουσας αρμενικής «ελίτ» προφανώς ελπίζει σε προσέγγιση, μέσω Τουρκίας, με την ΕΕ, ενδεχομένως και σε μελλοντική ένταξη, που πρωθείται άλλωστε ενεργά για το σύνολο της Υπερκαυκασίας, παράλληλα με ένταξη στο ΝΑΤΟ, από τον «ατλαντικό άξονα» της ΕΕ. Αυτά δεν θα αρκούσαν όμως, αν δεν συνέτρεχε και η ρωσική πίεση προς το Γερεβάν.
Παρά την «ανόρθωσή» της επί Πούτιν, η Μόσχα δεν έχει καταφέρει να επεξεργασθεί συγκροτημένη πρόταση ή ελκυστικό παράδειγμα για τον πρώην σοβιετικό χώρο, όπου βασικά απλώς αμύνεται ενστικτωδώς στις προσπάθεις ΗΠΑ και άλλων να τον «λεηλατήσουν» στρατηγικά. Το καθεστώς Πούτιν επιπλέον, ναι μεν δεν αποδέχεται τους εξευτελιστικούς όρους, υπό τους οποίους οι δυτικοί επεδίωκαν την ρωσική ένταξη στο διεθνές σύστημα, δεν είναι όμως διατεθειμένο, ούτε έχει την ιδεολογία για να αντιπαρατεθεί στη Δύση διεξάγοντας νέο «Ψυχρό Πόλεμο».
Πέραν των τεραστίων οικονομικών συμφερόντων που τη συνδέουν με την τουρκική αγορά, η Μόσχα τρέφει τώρα την ελπίδα «εγκάρδιας συνεννόησης» με μια ‘Αγκυρα που επιδεικνύει όλο και περισσότερο αυτονομία και ανεξαρτησία. Ελπίζει να αποσπάσει την Τουρκία από τον παραδοσιακό ρόλο «ατζέντη» αμερικανικών συμφερόντων στην περιοχή. Ανταποκρίθηκε στα εντυπωσιακά ανοίγματα του Ερντογάν, αντιμετωπίζοντας και τον αισθητό, μετά το φθινόπωρο 2008, φόβο της κυβέρνησης Καραμανλή, να ολοκληρώσει αποφασιστικά την ελληνορωσική προσέγγιση. Δεν είναι λίγοι στη Μόσχα, ιδίως μεταξύ των στρατιωτικών, που διαφωνούν με την νέα πολιτική του Κρεμλίνου, υπενθυμίζοντας την πάγια γεωπολιτική αντίθεση Τουρκίας-Ρωσίας και υποστηρίζοντας ότι αυτή η πολιτική θυσιάζει στρατηγικές θέσεις για τακτικά ωφέλη, αλλά δεν επικρατεί η άποψή τους αυτή την περίοδο. Και ως συνήθως, στις εποχές ρωσο-τουρκικής προσέγγισης, όπως συνέβη και επί Νικολάου του Β’ και επί Λένιν, το κόστος της ρωσο-τουρκικής προσέγγισης κινδυνεύουν να το πληρώσουν οι «μικροί», ενδιάμεσοι λαοί, εστω και αν απεδείχθησαν ιστορικά πολύ πιο αξιόπιστοι, και εν τέλει χρήσιμοι σύμμαχοι της Μόσχας.
Σε ότι αφορά τα ελληνικά συμφέρον7τα, υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών επισημαίνουν με μεγάλη ανησυχία ότι, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία διαμορφώνεται ένα τόσο δυσμενές για την Αθήνα στρατηγικό περιβάλλον, ένα είδος «στρατηγικής ασφυξίας». Η ‘Αγκυρα έχει, κατά τρόπο πρωτοφανή, πολύ καλύτερες σχέσεις από την Αθήνα και με την Ουάσιγκτον και με τη Μόσχα και με τον αραβομουσουλμανικό κόσμο! Ταυτόχρονα, η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη δεν προκαλεί ενθουσιασμό σε Βερολίνο-Παρίσι. Που μάλιστα, αν πουν τελικά όχι στην Τουρκία, με την Ελλάδα να λέει ναι, μπορεί να «χρυσώσουν το χάπι» της άρνησής τους ενισχύοντας τις τουρκικές θέσεις στο κυπριακό και Αιγαίο.
περιοδικό "Επίκαιρα", 30.10.2009
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009
H ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΡΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ (και της αδυναμίας των γειτόνων της)
Οι Ισλαμιστές και το όνειρο ανασύστασης της Αυτοκρατορίας
Στρατηγική αξία αποδίδει αριθμός αναλυτών στην τουρκική απόφαση ματαίωσης της ισραηλινής συμμετοχής σε στρατιωτική άσκηση στο Ικόνιο, ταυτόχρονα με τη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας ‘Αγκυρας-Δαμασκού. Στρατηγική για τη διεθνή τοποθέτηση της ‘Αγκυρας, αλλά και τον εσωτερικο συσχετισμό δυνάμεων ισλαμιστών/στρατιωτικών. Ενδεικτική επίσης της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης μιας Τουρκίας, που βρίσκεται τώρα εν τω μέσω της πιο φιλόδοξης, πολύπλευρης διπλωματικής καμπάνιας της ιστορίας της, σε όλα τα μέτωπα, πιστή στο «αξίωμα» Νταβούτογλου, «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες» (αν και, παρατηρεί ειρωνικά σχολιαστής στον Anatolian, δεν είναι και πολύ δύσκολο να πετυχαίνεις «μηδέν προβλήματα» όταν οι γείτονες συνθηκολογούν!). Κορωνίδα των πρωτοβουλιών της, η ‘Αγκυρα επιδιώκει να είναι το άνοιγμα του δρόμου για τη διευθέτηση του κουρδικού και η παράκαμψη των εμποδίων για την ένταξή της στην ΕΕ τον Δεκέμβριο.
Ορισμένοι Ισραηλινοί αναλυτές διερωτώνται τώρα αν η πολιτική υποστήριξή τους προς την Τουρκία δεν βοήθησε στην ανάδυση ενός «τέρατος». Ανακαλύπτουν με κάποια έκπληξη, ότι ο «νεοοθωμανισμός» μπορεί να μην είναι ακριβώς ανατολίτικη γραφικότητα, ούτε μόνο «κρίση μεγαλείου» της ελίτ μιας πολύ φτωχής και υπανάπτυκτης χώρας, που θέλει να αντισταθμίσει, πολιτικο-ψυχολογικά, την καθυστέρησή της με τη νοσταλγία της Αυτοκρατορίας. Η ισραηλινή Χααρέτζ μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανησυχία, καθώς ανακαλύπτει τις «ιμπεριαλιστικές τάσεις» της ‘Αγκυρας που αποτυπώνονται στην «ειδική αποστολή», το «ειδικό βάρος που φέρει ο Τούρκος», έκφραση που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι ιθύνοντες της ‘Αγκυρας, αποτυπώνοντας τη φιλοδοξία ενός «ειδικού ρόλου» σε όλη την περιοχή και τον ισλαμικό κόσμο. «Μας χρειάζεστε περισσότερο από εμάς», είναι το χαρακτηριστικό (αμετροεπές) μήνυμα της ‘Αγκυρας προς τις Βρυξέλλες, που σηματοδοτεί και την πρόθεσή της να ενταχθεί στην ‘Ενωση με τους δικούς της όρους. Φιλοδοξία που διατρέχει τη νεώτερη τουρκική ιστορία, παρά την αποκήρυξη της Αυτοκρατορίας από τον Κεμάλ, έκδηλη σε πολιτικούς όπως οι Μεντερές, Οζάλ, Τζεμ. Και που μοιάζει τώρα πιο κοντά από ποτέ στην υλοποίηση. Τηλεφωνικές συνομιλίες Γκιούλ με Ομπάμα (για κυπριακό) και Μεντβέντιεφ, συμφωνίες αγωγών, ταξίδια στα Βαλκάνια, πατρονάρισμα Σκοπίων για την ενταξιακή τους πορεία και Βόσνιων Μουσουλμάνων που επιδιώκουν «ισχυροποίηση» τοιυ βοσνιακού κράτους, είναι ο απολογισμός μιας βδομάδας - «ζαλίζεται» κανείς και μόνο να παρακολουθήσει πια την τουρκιή διπλωματική δραστηριότητα.
Μετά το 1945 η Τουρκία υπήρξε το «μακρύ χέρι» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και βασικό ανάχωμα απέναντι στην ΕΣΣΔ (έστω και αν διέθετε και τότε πολύ σημαντικότερο βαθμό αυτονομίας από το ελληνικό κράτος-προτεκτοράτο, που άφησε κληρονομιά σε μας ο εμφύλιος, μια διαφορά που υπήρξε καταλυτική για τις ελληνικές ήττες του 1955, 1960, 1974). Η ‘Αγκυρα εξακολούθησε να βλέπει τον εαυτό της σε μεγάλο βαθμό υπό αυτό το πρίσμα και μετά το 1989-91. Η «διείσδυσή» της σε Υπερκαυκασία, Κεντρική Ασία και Βαλκάνια, υπό τη σημαία και τα σύμβολα του «τουρκισμού» και του «γκρίζου λύκου», προς αναζήτηση της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής «λείας» που άφησε «ορφανή» η σοβιετική αυτοδιάλυση, ήταν ταυτόχρονα και δυτική, αμερικανική διείσδυση. Για να την ενισχύσουν στον ρόλο αυτό, ΗΠΑ και Ισραήλ τη συνέδραμαν παντοιοτρόπώς στην εξουδετέρωση των Κούρδων (σύλληψη Οτσαλάν) και το άνοιγμα του δρόμου προς την ΕΕ (1999). Η «ευρωπαϊκή προοπτική» ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε (ακόμα κι αν δεν την ήθελε) να πει όχι ο στρατός και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ισλαμιστές διεκδικώντας την εξουσία.
Η απόφαση της ‘Αγκυρας το 2003 να μην επιτρέψει τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων εισβολής στο Ιράκ από το έδαφός της, υπήρξε το πρώτο σημαντικό βήμα, τομή στον δρόμο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία, αυτονομία και διεθνή επανατοποθέτηση. (Προς κατάπληξη πολλών δικών μας, που δεν μπορούν, ούτε θέλουν να φαντασθούν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, το τουρκικό «‘Οχι» του 2003 προκάλεσε μεν φοβερή οργή στην Ουάσιγκτων, τελικά όμως απέδωσε το πολλαπλάσιο στην Τουρκία πολιτικο-διπλωματικά). Τώρα, η ρήξη με το Ισραήλ, η εντυπωσιακή προσέγγιση με Συρία και Ρωσία (προϊόν της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο ετεροβαρής, υπέρ της ‘Αγκυρας, συμβιβασμός με την Αρμενία) συνιστούν ολοκλήρωση μιας πορείας σχετικής αυτονόμησης και ανεξαρτοποίησης, που ξεκίνησε το 2003 και συνδέθηκε με την ισλαμική άνοδο και την τόνωση της «μεσανατολικής» ταυτότητας.
Βεβαίως, τα βήματα αυτά γίνονται κάπως εκ του ασφαλούς, αλλά και στηρίζονται περισσότερο στην επιδέξια εκμετάλλευση των αδυναμιών και δυσκολιών των άλλων, παρά στην προβολή μιας γνήσιας γεωπολιτικής ή οικονομικής ισχύος. Ομπάμα και Μπρεζίνσκι, στην προσπάθειά τους να «διορθώσουν» τη μεσανατολική πολιτική των νεοσυντηρητικών, που διέλυσε τη Μέση Ανατολή και τους άφησε χάος στην Αραβία και ισχυρό, ανερχόμενο Ιράν, χρειάζονται απολύτως την Τουρκία, ως αντιστάθμισμα και της Τεχεράνης και των Ισραηλινών. Αυτή η συνθήκη επιτρέπει στην ‘Αγκυρα των Νταβούτογλου και Ερντογάν τη δημόσια ρήξη, χωρίς δυσανάλογο κόστος, με το Ισραήλ. Αλλά φέρνει και σε δύσκολη θέση τους Τούρκους στρατιωτικούς - δεν μπορούν πολιτικά να υπερασπιστούν τους Ισραηλινούς, αλλά φαίνεται ότι έχουν εκχωρήσει πια στην κυβέρνηση βασικές αρμοδιότητες χάραξης στρατηγικής και αμυντικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά, η Τουρκία δεν έδωσε καμιά εξήγηση για τη ματαίωση της ισραηλινής συμμετοχής στην άσκηση. ‘Ηταν ο Νταβούτογλου που τη συνέδεσε με τη Γάζα.
Πολιορκημένη και λιμοκτονούσα, η Γάζα έχει γίνει το σύμβολο της ανημπόριας και διαφθοράς όλου του αραβικού κόσμου. Τα κέντρα της παληάς του δόξας έχουν διαλυθεί. Ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη των Αράβων, το Ιράκ είναι διαμελισμένο ερείπιο. Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που έχει καταρρεύσει σε τέτοιο σημείο που και οι ίδιοι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η μόνη δημοφιλής πολιτική δύναμη, με ικανότητα κινητοποίησης εκατομμυρίων, δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν την εξουσία (γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, δεν έχουμε σχέδιο για τη χώρα», λέει παρατηρητής με άριστη γνώση των μεσανατολικών πραγμάτων. Η Αλγερία της μεγάλης Επανάστασης ζει κι αυτή καιρούς παρακμής. Ο αραβικός ισλαμισμός είναι ριζοσπαστική δύναμη αντίστασης, στρέφονται σε αυτόν για στήριξη και αντίσταση οι μουσουλμανικοί λαοί, δεχόμενοι επιθέσεις, δυσκολεύεται όμως να προτείνει όραμα για το μέλλον, στους καιρούς του ‘Ιντερνετ και του Αλ Τζαζίρα. Αυτό το «κενό» εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να «σβήσει» τις αναμνήσεις του αποικιακού παρελθόντος της και να εμφανισθεί αξιόπιστος «εκπρόσωπος», ηγέτης ενός αραβομουσουλμανικού κόσμου που βιώνει οδυνηρά ιστορικό αδιέξοδο. (Η Αθήνα είχε κάποτε ισχυρότατα ερείσματα και μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην περιοχή, το έχει όμως προ πολλού εγκαταλείψει ή διασπαθίσει).
Βεβαίως, υπάρχει και άλλη όψη του νομίσματος. Η ‘Αγκυρα εξακολουθεί να στηρίζεται στη γεωπολιτική της «πρόσοδο», όχι στις πραγματικές προόδους της κοινωνίας και της οικονομίας της, μεταφέρει, δεν παράγει ενέργεια, «αυτοδιαφημίζεται» ως μεγάλη δεξαμενή φθηνού (και άγρια εκμεταλλευόμενου) εργατικού δυναμικού. Οι «ευρωπαϊκές φιλοδοξίες» της έχουν να κάνουν περισσότερο με τη συμμετοχή της τουρκικής ελίτ σε ένα ισχυρό κλαμπ, πολύ λιγότερο έως καθόλου με την αφομοίωση των μεγάλων επιτευγμάτων του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν το κουρδικό άνοιγμα θα ενισχύσει ή θα εξασθενήσει μακροχρόνια τη συνοχή της. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις με την περιφέρειά της εξασθένησαν, υφίσταται όμως μεγάλο λανθάνον δυναμικό επαναφοράς τους. Το Ισραήλ παραμένει πολύ υπολογίσιμη δύναμη, και τα γεράκια του, με επιρροή αισθητή στους στενότερους συνεργάτες του Ομπάμα (Μπάιντεν, Κλίντον), δεν έχουν ίσως πει την τελευταία λέξη. Η ‘Αγκυρα θα χρειαστεί μεγάλη μαεστρία και αρκετή τύχη για να πετύχει την ταυτόχρονη «κατάληψη» της Βιέννης και της Βαβυλώνας, χωρίς να «εκραγεί» η ίδια από τις τεράστιες αντιφάσεις που θέλει να «γεφυρώσει» με τη διπλωματική της «υπερεπέκταση». Αναμφισβήτητα όμως, μετετράπη, χάρη στις ικανότητες, τον δυναμισμό και την ανεξαρτησία της ηγεσίας της σε σημαντικότατο διεθνή παίκτη.
Στρατηγική αξία αποδίδει αριθμός αναλυτών στην τουρκική απόφαση ματαίωσης της ισραηλινής συμμετοχής σε στρατιωτική άσκηση στο Ικόνιο, ταυτόχρονα με τη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας ‘Αγκυρας-Δαμασκού. Στρατηγική για τη διεθνή τοποθέτηση της ‘Αγκυρας, αλλά και τον εσωτερικο συσχετισμό δυνάμεων ισλαμιστών/στρατιωτικών. Ενδεικτική επίσης της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης μιας Τουρκίας, που βρίσκεται τώρα εν τω μέσω της πιο φιλόδοξης, πολύπλευρης διπλωματικής καμπάνιας της ιστορίας της, σε όλα τα μέτωπα, πιστή στο «αξίωμα» Νταβούτογλου, «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες» (αν και, παρατηρεί ειρωνικά σχολιαστής στον Anatolian, δεν είναι και πολύ δύσκολο να πετυχαίνεις «μηδέν προβλήματα» όταν οι γείτονες συνθηκολογούν!). Κορωνίδα των πρωτοβουλιών της, η ‘Αγκυρα επιδιώκει να είναι το άνοιγμα του δρόμου για τη διευθέτηση του κουρδικού και η παράκαμψη των εμποδίων για την ένταξή της στην ΕΕ τον Δεκέμβριο.
Ορισμένοι Ισραηλινοί αναλυτές διερωτώνται τώρα αν η πολιτική υποστήριξή τους προς την Τουρκία δεν βοήθησε στην ανάδυση ενός «τέρατος». Ανακαλύπτουν με κάποια έκπληξη, ότι ο «νεοοθωμανισμός» μπορεί να μην είναι ακριβώς ανατολίτικη γραφικότητα, ούτε μόνο «κρίση μεγαλείου» της ελίτ μιας πολύ φτωχής και υπανάπτυκτης χώρας, που θέλει να αντισταθμίσει, πολιτικο-ψυχολογικά, την καθυστέρησή της με τη νοσταλγία της Αυτοκρατορίας. Η ισραηλινή Χααρέτζ μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανησυχία, καθώς ανακαλύπτει τις «ιμπεριαλιστικές τάσεις» της ‘Αγκυρας που αποτυπώνονται στην «ειδική αποστολή», το «ειδικό βάρος που φέρει ο Τούρκος», έκφραση που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι ιθύνοντες της ‘Αγκυρας, αποτυπώνοντας τη φιλοδοξία ενός «ειδικού ρόλου» σε όλη την περιοχή και τον ισλαμικό κόσμο. «Μας χρειάζεστε περισσότερο από εμάς», είναι το χαρακτηριστικό (αμετροεπές) μήνυμα της ‘Αγκυρας προς τις Βρυξέλλες, που σηματοδοτεί και την πρόθεσή της να ενταχθεί στην ‘Ενωση με τους δικούς της όρους. Φιλοδοξία που διατρέχει τη νεώτερη τουρκική ιστορία, παρά την αποκήρυξη της Αυτοκρατορίας από τον Κεμάλ, έκδηλη σε πολιτικούς όπως οι Μεντερές, Οζάλ, Τζεμ. Και που μοιάζει τώρα πιο κοντά από ποτέ στην υλοποίηση. Τηλεφωνικές συνομιλίες Γκιούλ με Ομπάμα (για κυπριακό) και Μεντβέντιεφ, συμφωνίες αγωγών, ταξίδια στα Βαλκάνια, πατρονάρισμα Σκοπίων για την ενταξιακή τους πορεία και Βόσνιων Μουσουλμάνων που επιδιώκουν «ισχυροποίηση» τοιυ βοσνιακού κράτους, είναι ο απολογισμός μιας βδομάδας - «ζαλίζεται» κανείς και μόνο να παρακολουθήσει πια την τουρκιή διπλωματική δραστηριότητα.
Μετά το 1945 η Τουρκία υπήρξε το «μακρύ χέρι» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και βασικό ανάχωμα απέναντι στην ΕΣΣΔ (έστω και αν διέθετε και τότε πολύ σημαντικότερο βαθμό αυτονομίας από το ελληνικό κράτος-προτεκτοράτο, που άφησε κληρονομιά σε μας ο εμφύλιος, μια διαφορά που υπήρξε καταλυτική για τις ελληνικές ήττες του 1955, 1960, 1974). Η ‘Αγκυρα εξακολούθησε να βλέπει τον εαυτό της σε μεγάλο βαθμό υπό αυτό το πρίσμα και μετά το 1989-91. Η «διείσδυσή» της σε Υπερκαυκασία, Κεντρική Ασία και Βαλκάνια, υπό τη σημαία και τα σύμβολα του «τουρκισμού» και του «γκρίζου λύκου», προς αναζήτηση της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής «λείας» που άφησε «ορφανή» η σοβιετική αυτοδιάλυση, ήταν ταυτόχρονα και δυτική, αμερικανική διείσδυση. Για να την ενισχύσουν στον ρόλο αυτό, ΗΠΑ και Ισραήλ τη συνέδραμαν παντοιοτρόπώς στην εξουδετέρωση των Κούρδων (σύλληψη Οτσαλάν) και το άνοιγμα του δρόμου προς την ΕΕ (1999). Η «ευρωπαϊκή προοπτική» ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε (ακόμα κι αν δεν την ήθελε) να πει όχι ο στρατός και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ισλαμιστές διεκδικώντας την εξουσία.
Η απόφαση της ‘Αγκυρας το 2003 να μην επιτρέψει τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων εισβολής στο Ιράκ από το έδαφός της, υπήρξε το πρώτο σημαντικό βήμα, τομή στον δρόμο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία, αυτονομία και διεθνή επανατοποθέτηση. (Προς κατάπληξη πολλών δικών μας, που δεν μπορούν, ούτε θέλουν να φαντασθούν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, το τουρκικό «‘Οχι» του 2003 προκάλεσε μεν φοβερή οργή στην Ουάσιγκτων, τελικά όμως απέδωσε το πολλαπλάσιο στην Τουρκία πολιτικο-διπλωματικά). Τώρα, η ρήξη με το Ισραήλ, η εντυπωσιακή προσέγγιση με Συρία και Ρωσία (προϊόν της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο ετεροβαρής, υπέρ της ‘Αγκυρας, συμβιβασμός με την Αρμενία) συνιστούν ολοκλήρωση μιας πορείας σχετικής αυτονόμησης και ανεξαρτοποίησης, που ξεκίνησε το 2003 και συνδέθηκε με την ισλαμική άνοδο και την τόνωση της «μεσανατολικής» ταυτότητας.
Βεβαίως, τα βήματα αυτά γίνονται κάπως εκ του ασφαλούς, αλλά και στηρίζονται περισσότερο στην επιδέξια εκμετάλλευση των αδυναμιών και δυσκολιών των άλλων, παρά στην προβολή μιας γνήσιας γεωπολιτικής ή οικονομικής ισχύος. Ομπάμα και Μπρεζίνσκι, στην προσπάθειά τους να «διορθώσουν» τη μεσανατολική πολιτική των νεοσυντηρητικών, που διέλυσε τη Μέση Ανατολή και τους άφησε χάος στην Αραβία και ισχυρό, ανερχόμενο Ιράν, χρειάζονται απολύτως την Τουρκία, ως αντιστάθμισμα και της Τεχεράνης και των Ισραηλινών. Αυτή η συνθήκη επιτρέπει στην ‘Αγκυρα των Νταβούτογλου και Ερντογάν τη δημόσια ρήξη, χωρίς δυσανάλογο κόστος, με το Ισραήλ. Αλλά φέρνει και σε δύσκολη θέση τους Τούρκους στρατιωτικούς - δεν μπορούν πολιτικά να υπερασπιστούν τους Ισραηλινούς, αλλά φαίνεται ότι έχουν εκχωρήσει πια στην κυβέρνηση βασικές αρμοδιότητες χάραξης στρατηγικής και αμυντικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά, η Τουρκία δεν έδωσε καμιά εξήγηση για τη ματαίωση της ισραηλινής συμμετοχής στην άσκηση. ‘Ηταν ο Νταβούτογλου που τη συνέδεσε με τη Γάζα.
Πολιορκημένη και λιμοκτονούσα, η Γάζα έχει γίνει το σύμβολο της ανημπόριας και διαφθοράς όλου του αραβικού κόσμου. Τα κέντρα της παληάς του δόξας έχουν διαλυθεί. Ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη των Αράβων, το Ιράκ είναι διαμελισμένο ερείπιο. Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που έχει καταρρεύσει σε τέτοιο σημείο που και οι ίδιοι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η μόνη δημοφιλής πολιτική δύναμη, με ικανότητα κινητοποίησης εκατομμυρίων, δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν την εξουσία (γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, δεν έχουμε σχέδιο για τη χώρα», λέει παρατηρητής με άριστη γνώση των μεσανατολικών πραγμάτων. Η Αλγερία της μεγάλης Επανάστασης ζει κι αυτή καιρούς παρακμής. Ο αραβικός ισλαμισμός είναι ριζοσπαστική δύναμη αντίστασης, στρέφονται σε αυτόν για στήριξη και αντίσταση οι μουσουλμανικοί λαοί, δεχόμενοι επιθέσεις, δυσκολεύεται όμως να προτείνει όραμα για το μέλλον, στους καιρούς του ‘Ιντερνετ και του Αλ Τζαζίρα. Αυτό το «κενό» εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να «σβήσει» τις αναμνήσεις του αποικιακού παρελθόντος της και να εμφανισθεί αξιόπιστος «εκπρόσωπος», ηγέτης ενός αραβομουσουλμανικού κόσμου που βιώνει οδυνηρά ιστορικό αδιέξοδο. (Η Αθήνα είχε κάποτε ισχυρότατα ερείσματα και μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην περιοχή, το έχει όμως προ πολλού εγκαταλείψει ή διασπαθίσει).
Βεβαίως, υπάρχει και άλλη όψη του νομίσματος. Η ‘Αγκυρα εξακολουθεί να στηρίζεται στη γεωπολιτική της «πρόσοδο», όχι στις πραγματικές προόδους της κοινωνίας και της οικονομίας της, μεταφέρει, δεν παράγει ενέργεια, «αυτοδιαφημίζεται» ως μεγάλη δεξαμενή φθηνού (και άγρια εκμεταλλευόμενου) εργατικού δυναμικού. Οι «ευρωπαϊκές φιλοδοξίες» της έχουν να κάνουν περισσότερο με τη συμμετοχή της τουρκικής ελίτ σε ένα ισχυρό κλαμπ, πολύ λιγότερο έως καθόλου με την αφομοίωση των μεγάλων επιτευγμάτων του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν το κουρδικό άνοιγμα θα ενισχύσει ή θα εξασθενήσει μακροχρόνια τη συνοχή της. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις με την περιφέρειά της εξασθένησαν, υφίσταται όμως μεγάλο λανθάνον δυναμικό επαναφοράς τους. Το Ισραήλ παραμένει πολύ υπολογίσιμη δύναμη, και τα γεράκια του, με επιρροή αισθητή στους στενότερους συνεργάτες του Ομπάμα (Μπάιντεν, Κλίντον), δεν έχουν ίσως πει την τελευταία λέξη. Η ‘Αγκυρα θα χρειαστεί μεγάλη μαεστρία και αρκετή τύχη για να πετύχει την ταυτόχρονη «κατάληψη» της Βιέννης και της Βαβυλώνας, χωρίς να «εκραγεί» η ίδια από τις τεράστιες αντιφάσεις που θέλει να «γεφυρώσει» με τη διπλωματική της «υπερεπέκταση». Αναμφισβήτητα όμως, μετετράπη, χάρη στις ικανότητες, τον δυναμισμό και την ανεξαρτησία της ηγεσίας της σε σημαντικότατο διεθνή παίκτη.
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009
ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ: Τουρκία, Ευρώπη και Ελλάδα
Kράτος-ζουρλομανδύας στην Κύπρο
Ξανά στο επίκεντρο ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής, οι σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας συνιστούν ταυτόχρονα μεγάλη ευκαιρία και μεγάλο κίνδυνο για Ελλάδα-Κύπρο, με αφορμή και την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, όταν λήγει η τριετής παράταση που είχε δοθεί στην ‘Αγκυρα για το άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων σε κυπριακά σκάφη.
Μεγάλη ευκαιρία είτε για μια πραγματική λύση των σοβαρότατων προβλημάτων που Ελλάδα/Κύπρος έχουν με την γείτονα, είτε για σύμπηξη στρατηγικών συμμαχιών με την καρδιά της μητροπολιτικής Ευρώπης. Ισχυρές πολιτικές δυνάμεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, επιδιώκουν να αναστείλουν, επιβραδύνουν ή και ματαιώσουν οριστικά την τουρκική ένταξη. Πολύ εχθρική είναι και η στάση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών. Ο λόγος αυτός οδηγεί αυτές τις δυνάμεις στο να συμπαρασταθούν ενεργά, για πρώτη φορά, σε ελληνικά-κυπριακά αιτήματα, εάν και εφόσον διατυπωθούν τέτοια αιτήματα και συνδεθούν με την ενταξιακή πορεία (πόσο μάλλον που μπορούν να είναι αιτήματα αυτονόητα, από την άποψη διεθνούς δικαίου, ευρωπαϊκής τάξης και κοινής λογικής). Η ελληνική στάση τώρα μπορεί να καθορίσει αποφασιστικά τη διεθνή θέση της χώρας, αλλά και την πιθανότητα να δούμε μελλοντικά μια ευρωπαϊκή στρατηγική επέκταση στην Αν. Μεσόγειο. Που παραμένει, παρά την ένταξη Ελλάδας-Κύπρου στην ΕΕ, υπό ασφυκτική αγγλοαμερικανική «στρατηγική επίβλεψη».
Αν η συγκυρία συνιστά μεγάλη ευκαιρία, συνιστά και τεράστιο κίνδυνο. Το αμερικανικό ενδιαφέρον για την τουρκική ένταξη είναι τεράστιο. Η Ουάσιγκτον θεωρεί την ένταξη της Τουρκίας προνομιακό εργαλείο για την εξάρτηση εις το διηνεκές της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και την αποτροπή οποιασδήποτε δυνατότητας μελλοντικής προσέγγισής της με τη Ρωσία. ‘Οπως υπογραμμίζουν διπλωμάτες στην αμερικανική πρωτεύουσα, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η άσκηση ισχυρότατων πιέσεων σε Λευκωσία-Αθήνα, για να «παραμερίσουν» από τον δρόμο της ‘Αγκυρας, «βγάζοντας» από αυτόν κυπριακό και ελληνοτουρκικά. Αποδεχόμενες θολές, επικίνδυνες ρυθμίσεις, παραχωρώντας κυριαρχία, συνομολογώντας τη διάλυση του κυπριακού κράτους σε ιδιόμορφο μόρφωμα, μέσω μιας παραλλαγής του διαβόητου σχεδίου Ανάν. «Καρδιά» της ελληνοτουρκικής στρατηγικής αντιπαράθεσης, το κυπριακό δεν συνιστά το μόνο, συνιστά όμως το δυσκολότερο εμπόδιο για την τουρκική ένταξη.
Γι’ αυτό άλλωστε έχουν κινητοποιήσει όποιον Ευρωπαίο πολιτικό κατάφεραν να βρουν υπέρ της τουρκικής ένταξης, «νεκρανασταίνοντας» και διάφορους «απόστρατους», όπως ο Γάλλος Μισέλ Ροκάρ, στα πλαίσια της Επιτροπής Αχτισάαρι. Θέλουν να δημιουργήσουν πολιτικό αντίβαρο στον Νικολά Σαρκοζί και την ‘Αγκελα Μέρκελ. Σε επίπεδο κυβερνήσεων, ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τον ατλαντικό άξονα, όπως όμως συνέβη και στη διάσπαση της ΕΕ για το Ιράκ, το 2003, σε «Παλαιά» (κάπως ανεξάρτητη) και «Νέα» (ατλαντική) Ευρώπη, οι Σαρκοζί και Μέρκελ φέρουν αφενός το ιστορικό βάρος των δύο χωρών που ίδρυσαν την ‘Ενωση, αφετέρου εκφράζουν τη βούληση των ευρωπαϊκών λαών.
Ο Αχτισάαρι είναι «άνθρωπος ειδικών αποστολών». ‘Οταν το Συμβούλιο Ασφαλείας τον έστειλε να διερευνήσει την σφαγή των Παλαιστινίων στη Τζενίν, αυτός πήρε την εντολή, δεν πήγε όμως ποτέ να κάνει την έρευνα! ‘Ηταν επίσης ο άνθρωπος που μετέφερε στον Μιλόσεβιτς το τελεσίγραφο ότι θα του διαλύσουν τη χώρα από αέρος αν δεν συμφωνήσει στο Κόσοβο. Τώρα τριγυρνάει τον κόσμο, σε στενή συνεργασία με τον ανθέλληνα Σουηδό Υπουργό Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, εξηγώντας γιατί θα ζημιωθεί η Ευρώπη, αν δεν εντάξει την Τουρκία στους κόλπους της και πόσο χαρούμενος θα είναι αν μια μέρα προεδρεύει της ΕΕ ο κ. Γκιουλ. Ενθαρρύνοντας την τουρκική ηγεσία να κάνει όλο και πιο αμετροεπείς δηλώσεις, όπως η τελευταία του Αχμέτ Νταβούτογλου, σύμφωνα με τον οποίο «η ΕΕ έχει μέλλον μόνον καθιστάμενη δύναμη παγκόσμιου διαμετρήματος», κάτι που θα πετύχει μόνο εντάσσοντας την Τουρκία. ‘Η του Ταγίπ Ερντογάν που, όχι μόνο δεν σκέφτεται να κάνει οποιαδήποτε «παραχώρηση» στο κυπριακό, αλλά και επαίρεται δηλώνοντας:
«Καταφέραμε να αλλάξουμε τις ισορροπίες (στην Κύπρο), χωρίς να αποσύρουμε ούτε έναν Τούρκο στρατιώτη. Μας ζητούσαν να αποσυρθούν τα τουρκικά στρατεύματα, αλλά εμείς δεν αποσύραμε ούτε έναν».
Ο Νταβοιύτογλου είναι σαφέστερος, δηλώνοντας: «Θα συνεχίσουμε να πιέζουμε την Ελλάδα για να λυθεί το κυπριακό». Και ο Νταβούτογλου, και ο σημερινός Πρόεδρος Γκιουλ (με παλαιότερη δήλωσή του στον «Κ.τ.Ε.») θεωρούν ότι το κυπριακό είναι θέμα των «μητέρων-πατρίδων», που πρέπει να πιέσουν αποτελεσματικά τα «παιδιά» τους και αποβλέπουν σε πίεση Αθήνας στους Ελληνοκύπριους. Και επειδή, εκτός της Κύπρου, υπάρχει και το Αιγαίο, η Τουρκία δεν περίμενε ούτε 48 ώρες από τις εκλογές προτού παρενοχλήσει ένα σουηδικό αεροσκάφος της Frontex, που πετούσε πάνω από ελληνικό νησί.
Με δεδομένη την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, δηλαδή την αξιοσημείωτη σκλήρυνση της τουρκικής στάσης απέναντι σε Ελλάδα/Κύπρο, μετά την άρση του ελληνικού βέτο στην ένταξη, υψηλά ιστάμενα στελέχη του ελληνικού ΥΠΕΞ εκτιμούν (σχετικές εισηγήσεις είχαν γίνει και προς τον κ.Καραμανλή) ότι επιβάλλεται μια στρατηγική επανεξέταση και αναθεώρηση της ελληνικής στρατηγικής υποστήριξης της τουρκικής ένταξης. Μια τέτοια άποψη παραμένει όμως εξαιρετικά μειοψηφική στην ελληνική ελίτ (μόνον Σημίτης, Αλαβάνος και Βερέμης την υποστήριξαν δημόσια). Οπωσδήποτε δεν είναι η άποψη του νέου Πρωθυπουργού. Ο οποίος θα κληθεί επομένως να καθορίσει νέο, «επικαιροποιημένο», οδικό χάρτη «υποχρεώσεων» για την Τουρκία.
‘Εως τώρα, η Ελλάδα ζητούσε την παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή δεν είναι «πλήρης», γιατί μια τέτοια «παραπομπή», «συμπαρασύρει» αναπόφευκτα και το εύρος των χωρικών υδάτων και το ζήτημα των εδαφικών διεκδικήσεων της Τουρκίας στο Αρχιπέλαγος. Με δεδομένη την κατηγορηματική δήλωση του νέου Πρωθυπουργού ότι δεν τίθεται ζήτημα μεταβολής του στάτους κβο στο Αιγαίο και παραχωρήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων, δεν νοείται παραπομπή στη Χάγη χωρίς προηγούμενη άρση των τουρκικών διεκδικήσεων (μόνο άλλωστε έτσι έχει νόημα, όπως και με άρση του casus belli και του μέσου του, των αποβατικών δυνάμεων απέναντι από τα ελληνικά νησιά). Μέχρι τώρα, η ‘Αγκυρα όχι μόνο δεν φαίνεται διατεθειμένη να πράξει κάτι τέτοιο, αλλά και προσθέτει συστηματικά νέες διεκδικήσεις, που τις υποστηρίζει μάλιστα εμπράκτως με τη δράση της αεροπορίας και του ναυτικιού της.
Ακόμα πιο μπερδεμένα είναι τα πράγματα στην Κύπρο, όπου συνεχίζονται μεν οι διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ, σε περιβάλλον όμως μεγάλης σύγχυσης για το τι επιδιώκει η ελληνική πλευρά και αν οι επιδιώξεις της είναι συμβατές με τις παγκοσμίως καθιερωμένες αρχές κρατικής συγκρότησης. Πολλοί διερωτώνται αν από αυτές τις συνομιλίες θα προκύψει κάπως «φυσιολογικό» κράτος ή ένας «ζουρλομανδύας», συνταγή για να «ξανανοίξει» σύντομα με αιματηρή μορφή το κυπριακό, όπως συνέβη στο παρελθόν με τις συνθήκες του 1960. Υποχρεωτικές εκ περιτροπής προεδρίες (πότε ‘Ελληνας, πότε Τούρκος), στάθμιση ψήφων ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων (πρωτοφανής παγκοσμίως ρύθμιση), εναλασσόμενες πλειοψηφίες στα όργανα διαιτησίας, ξένοι δικαστές που παρεμβαίνουν στις εσωτερικές διαδικασίες του κράτους, κατάργηση του δικαιώματος αυτοάμυνας και του μέσου του (στρατός), είναι μερικές από τις συζητούμενες ρυθμίσεις, που μοιάζουν να περιγράφουν «δύο κράτη σε συσκευασία ενός». Σε αντίθεση με το 2004, όλα τα κόμματα της Ελλάδας έχουν προτιμήσει να μην τοποθετηθούν επί της ουσίας της συζητούμενης ρύθμισης. Αν όμως η Κύπρος μετατραπεί σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο, θα απειληθεί ζωτικά και η εθνική ασφάλεια, κυριαρχία και ακεραιότητα της μητροπολιτικής Ελλάδας. Δύσκολη και επείγουσα δουλειά περιμένει τον κ. Παπανδρέου, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά, ακόμα περισσότερο, στην εξωτερική πολιτική τις βδομάδες και τους μήνες που ακολουθούν.
«Κόσμος του Επενδυτή», 10-12-2009
Ξανά στο επίκεντρο ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής, οι σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας συνιστούν ταυτόχρονα μεγάλη ευκαιρία και μεγάλο κίνδυνο για Ελλάδα-Κύπρο, με αφορμή και την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, όταν λήγει η τριετής παράταση που είχε δοθεί στην ‘Αγκυρα για το άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων σε κυπριακά σκάφη.
Μεγάλη ευκαιρία είτε για μια πραγματική λύση των σοβαρότατων προβλημάτων που Ελλάδα/Κύπρος έχουν με την γείτονα, είτε για σύμπηξη στρατηγικών συμμαχιών με την καρδιά της μητροπολιτικής Ευρώπης. Ισχυρές πολιτικές δυνάμεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, επιδιώκουν να αναστείλουν, επιβραδύνουν ή και ματαιώσουν οριστικά την τουρκική ένταξη. Πολύ εχθρική είναι και η στάση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών. Ο λόγος αυτός οδηγεί αυτές τις δυνάμεις στο να συμπαρασταθούν ενεργά, για πρώτη φορά, σε ελληνικά-κυπριακά αιτήματα, εάν και εφόσον διατυπωθούν τέτοια αιτήματα και συνδεθούν με την ενταξιακή πορεία (πόσο μάλλον που μπορούν να είναι αιτήματα αυτονόητα, από την άποψη διεθνούς δικαίου, ευρωπαϊκής τάξης και κοινής λογικής). Η ελληνική στάση τώρα μπορεί να καθορίσει αποφασιστικά τη διεθνή θέση της χώρας, αλλά και την πιθανότητα να δούμε μελλοντικά μια ευρωπαϊκή στρατηγική επέκταση στην Αν. Μεσόγειο. Που παραμένει, παρά την ένταξη Ελλάδας-Κύπρου στην ΕΕ, υπό ασφυκτική αγγλοαμερικανική «στρατηγική επίβλεψη».
Αν η συγκυρία συνιστά μεγάλη ευκαιρία, συνιστά και τεράστιο κίνδυνο. Το αμερικανικό ενδιαφέρον για την τουρκική ένταξη είναι τεράστιο. Η Ουάσιγκτον θεωρεί την ένταξη της Τουρκίας προνομιακό εργαλείο για την εξάρτηση εις το διηνεκές της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και την αποτροπή οποιασδήποτε δυνατότητας μελλοντικής προσέγγισής της με τη Ρωσία. ‘Οπως υπογραμμίζουν διπλωμάτες στην αμερικανική πρωτεύουσα, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η άσκηση ισχυρότατων πιέσεων σε Λευκωσία-Αθήνα, για να «παραμερίσουν» από τον δρόμο της ‘Αγκυρας, «βγάζοντας» από αυτόν κυπριακό και ελληνοτουρκικά. Αποδεχόμενες θολές, επικίνδυνες ρυθμίσεις, παραχωρώντας κυριαρχία, συνομολογώντας τη διάλυση του κυπριακού κράτους σε ιδιόμορφο μόρφωμα, μέσω μιας παραλλαγής του διαβόητου σχεδίου Ανάν. «Καρδιά» της ελληνοτουρκικής στρατηγικής αντιπαράθεσης, το κυπριακό δεν συνιστά το μόνο, συνιστά όμως το δυσκολότερο εμπόδιο για την τουρκική ένταξη.
Γι’ αυτό άλλωστε έχουν κινητοποιήσει όποιον Ευρωπαίο πολιτικό κατάφεραν να βρουν υπέρ της τουρκικής ένταξης, «νεκρανασταίνοντας» και διάφορους «απόστρατους», όπως ο Γάλλος Μισέλ Ροκάρ, στα πλαίσια της Επιτροπής Αχτισάαρι. Θέλουν να δημιουργήσουν πολιτικό αντίβαρο στον Νικολά Σαρκοζί και την ‘Αγκελα Μέρκελ. Σε επίπεδο κυβερνήσεων, ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τον ατλαντικό άξονα, όπως όμως συνέβη και στη διάσπαση της ΕΕ για το Ιράκ, το 2003, σε «Παλαιά» (κάπως ανεξάρτητη) και «Νέα» (ατλαντική) Ευρώπη, οι Σαρκοζί και Μέρκελ φέρουν αφενός το ιστορικό βάρος των δύο χωρών που ίδρυσαν την ‘Ενωση, αφετέρου εκφράζουν τη βούληση των ευρωπαϊκών λαών.
Ο Αχτισάαρι είναι «άνθρωπος ειδικών αποστολών». ‘Οταν το Συμβούλιο Ασφαλείας τον έστειλε να διερευνήσει την σφαγή των Παλαιστινίων στη Τζενίν, αυτός πήρε την εντολή, δεν πήγε όμως ποτέ να κάνει την έρευνα! ‘Ηταν επίσης ο άνθρωπος που μετέφερε στον Μιλόσεβιτς το τελεσίγραφο ότι θα του διαλύσουν τη χώρα από αέρος αν δεν συμφωνήσει στο Κόσοβο. Τώρα τριγυρνάει τον κόσμο, σε στενή συνεργασία με τον ανθέλληνα Σουηδό Υπουργό Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, εξηγώντας γιατί θα ζημιωθεί η Ευρώπη, αν δεν εντάξει την Τουρκία στους κόλπους της και πόσο χαρούμενος θα είναι αν μια μέρα προεδρεύει της ΕΕ ο κ. Γκιουλ. Ενθαρρύνοντας την τουρκική ηγεσία να κάνει όλο και πιο αμετροεπείς δηλώσεις, όπως η τελευταία του Αχμέτ Νταβούτογλου, σύμφωνα με τον οποίο «η ΕΕ έχει μέλλον μόνον καθιστάμενη δύναμη παγκόσμιου διαμετρήματος», κάτι που θα πετύχει μόνο εντάσσοντας την Τουρκία. ‘Η του Ταγίπ Ερντογάν που, όχι μόνο δεν σκέφτεται να κάνει οποιαδήποτε «παραχώρηση» στο κυπριακό, αλλά και επαίρεται δηλώνοντας:
«Καταφέραμε να αλλάξουμε τις ισορροπίες (στην Κύπρο), χωρίς να αποσύρουμε ούτε έναν Τούρκο στρατιώτη. Μας ζητούσαν να αποσυρθούν τα τουρκικά στρατεύματα, αλλά εμείς δεν αποσύραμε ούτε έναν».
Ο Νταβοιύτογλου είναι σαφέστερος, δηλώνοντας: «Θα συνεχίσουμε να πιέζουμε την Ελλάδα για να λυθεί το κυπριακό». Και ο Νταβούτογλου, και ο σημερινός Πρόεδρος Γκιουλ (με παλαιότερη δήλωσή του στον «Κ.τ.Ε.») θεωρούν ότι το κυπριακό είναι θέμα των «μητέρων-πατρίδων», που πρέπει να πιέσουν αποτελεσματικά τα «παιδιά» τους και αποβλέπουν σε πίεση Αθήνας στους Ελληνοκύπριους. Και επειδή, εκτός της Κύπρου, υπάρχει και το Αιγαίο, η Τουρκία δεν περίμενε ούτε 48 ώρες από τις εκλογές προτού παρενοχλήσει ένα σουηδικό αεροσκάφος της Frontex, που πετούσε πάνω από ελληνικό νησί.
Με δεδομένη την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, δηλαδή την αξιοσημείωτη σκλήρυνση της τουρκικής στάσης απέναντι σε Ελλάδα/Κύπρο, μετά την άρση του ελληνικού βέτο στην ένταξη, υψηλά ιστάμενα στελέχη του ελληνικού ΥΠΕΞ εκτιμούν (σχετικές εισηγήσεις είχαν γίνει και προς τον κ.Καραμανλή) ότι επιβάλλεται μια στρατηγική επανεξέταση και αναθεώρηση της ελληνικής στρατηγικής υποστήριξης της τουρκικής ένταξης. Μια τέτοια άποψη παραμένει όμως εξαιρετικά μειοψηφική στην ελληνική ελίτ (μόνον Σημίτης, Αλαβάνος και Βερέμης την υποστήριξαν δημόσια). Οπωσδήποτε δεν είναι η άποψη του νέου Πρωθυπουργού. Ο οποίος θα κληθεί επομένως να καθορίσει νέο, «επικαιροποιημένο», οδικό χάρτη «υποχρεώσεων» για την Τουρκία.
‘Εως τώρα, η Ελλάδα ζητούσε την παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή δεν είναι «πλήρης», γιατί μια τέτοια «παραπομπή», «συμπαρασύρει» αναπόφευκτα και το εύρος των χωρικών υδάτων και το ζήτημα των εδαφικών διεκδικήσεων της Τουρκίας στο Αρχιπέλαγος. Με δεδομένη την κατηγορηματική δήλωση του νέου Πρωθυπουργού ότι δεν τίθεται ζήτημα μεταβολής του στάτους κβο στο Αιγαίο και παραχωρήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων, δεν νοείται παραπομπή στη Χάγη χωρίς προηγούμενη άρση των τουρκικών διεκδικήσεων (μόνο άλλωστε έτσι έχει νόημα, όπως και με άρση του casus belli και του μέσου του, των αποβατικών δυνάμεων απέναντι από τα ελληνικά νησιά). Μέχρι τώρα, η ‘Αγκυρα όχι μόνο δεν φαίνεται διατεθειμένη να πράξει κάτι τέτοιο, αλλά και προσθέτει συστηματικά νέες διεκδικήσεις, που τις υποστηρίζει μάλιστα εμπράκτως με τη δράση της αεροπορίας και του ναυτικιού της.
Ακόμα πιο μπερδεμένα είναι τα πράγματα στην Κύπρο, όπου συνεχίζονται μεν οι διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ, σε περιβάλλον όμως μεγάλης σύγχυσης για το τι επιδιώκει η ελληνική πλευρά και αν οι επιδιώξεις της είναι συμβατές με τις παγκοσμίως καθιερωμένες αρχές κρατικής συγκρότησης. Πολλοί διερωτώνται αν από αυτές τις συνομιλίες θα προκύψει κάπως «φυσιολογικό» κράτος ή ένας «ζουρλομανδύας», συνταγή για να «ξανανοίξει» σύντομα με αιματηρή μορφή το κυπριακό, όπως συνέβη στο παρελθόν με τις συνθήκες του 1960. Υποχρεωτικές εκ περιτροπής προεδρίες (πότε ‘Ελληνας, πότε Τούρκος), στάθμιση ψήφων ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων (πρωτοφανής παγκοσμίως ρύθμιση), εναλασσόμενες πλειοψηφίες στα όργανα διαιτησίας, ξένοι δικαστές που παρεμβαίνουν στις εσωτερικές διαδικασίες του κράτους, κατάργηση του δικαιώματος αυτοάμυνας και του μέσου του (στρατός), είναι μερικές από τις συζητούμενες ρυθμίσεις, που μοιάζουν να περιγράφουν «δύο κράτη σε συσκευασία ενός». Σε αντίθεση με το 2004, όλα τα κόμματα της Ελλάδας έχουν προτιμήσει να μην τοποθετηθούν επί της ουσίας της συζητούμενης ρύθμισης. Αν όμως η Κύπρος μετατραπεί σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο, θα απειληθεί ζωτικά και η εθνική ασφάλεια, κυριαρχία και ακεραιότητα της μητροπολιτικής Ελλάδας. Δύσκολη και επείγουσα δουλειά περιμένει τον κ. Παπανδρέου, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά, ακόμα περισσότερο, στην εξωτερική πολιτική τις βδομάδες και τους μήνες που ακολουθούν.
«Κόσμος του Επενδυτή», 10-12-2009
Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2009
Τουρκική ένταξη στην ΕΕ: η "χαριστική βολή" στην ευρωπαϊκή ιδέα
Η τουρκική ένταξη στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση είναι μια ιδέα που ξεκίνησε και προωθείται κυρίως από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον, εδώ και δεκαετίες, παρά τις σοβαρές και σταθερές αντιρρήσεις των ευρωπαϊκών λαών, αλλά και σημαντικών Ευρωπαίων πολιτικών της δεξιάς, αλλά και της αριστεράς (Χέλμουτ Κολ, Χέλμουτ Σμιτ, Οσκαρ Λαφονταίν, Βαλερί Ζισκάρ Ντ’Εσταίν, Λωράν Φαμπιούς κλπ.). Είναι μια πολιτική εναντίον της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας από τις ΗΠΑ, πολιτική φιλελεύθερη, αντιδημοκρατική, ατλαντική και διαλυτική του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Την πολιτική αυτή έχει αποδεχθεί και η Αθήνα μετά το 1999, ισχυριζόμενη ότι εξυπηρετεί το ελληνικό εθνικό συμφέρον και ότι οδηγεί στη λύση του κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διαφορών, στην πραγματικότητα όμως προσαρμοζόμενη σε μεγάλο βαθμό στη θέληση του αμερικανοβρετανού «ηγεμόνα» και αναπτύσσοντας διάφορα επιχειρήματα – δικαιολογίες για να το κάνει (1).
Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα μπορούσε όντως να χρησιμοποιηθεί για την επίλυση των ελληνικών προβλημάτων με την Τουρκία, για να γίνει αυτό θάπρεπε Αθήνα και Λευκωσία να θέσουν σοβαρούς όρους για τη συγκατάθεσή τους στην ενταξιακή πορεία. ‘Οχι μόνο δεν έθεσαν τέτοιους όρους, αντίθετα εμφανίστηκαν διατεθειμένες, στην καλύτερη παράδοση ελληνικής υποτέλειας στους Αγγλοαμερικανούς, να αποδεχθούν εξωφρενικές ρυθμίσεις, όπως την αυτοδιάλυση του κυπριακού κράτους με το σχέδιο Ανάν, προκειμένου να διευκολύνουν την ένταξη της Τουρκίας! Σήμερα, η τουρκική ένταξη δεν είναι μοχλός πίεσης στα χέρια Ελλάδας και Κύπρου, αλλά μοχλός πίεσης επί της Ελλάδας και της Κύπρου, από τις οποίες οι Αγγλοαμερικανοί ζητούν να κάνουν μείζονες, καταστροφικές παραχωρήσεις κυριαρχίας, προκειμένου να διευκολύνουν την πρόοδο της Τουρκίας. Αυτή, η εξυπηρέτηση δηλαδή των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων, εις βάρος αυτού που συνηθίζουμε μέχρι τώρα να αποκαλούμε εθνικό συμφέρον, είναι και η «φιλοδοξία» μεγάλου μέρους της ελληνικής και κυπριακής πολιτικής ελίτ.
Η διεύρυνση της ΕΕ ως διάλυσή της
‘Οσο περισσότερο μεγαλώνει το ζώο που λέγεται Ευρώπη, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το μυαλό του. Αυτό το μότο χρησιμοποίησε προ ετών το γαλλικό περιοδικό Geopolitique, θέλοντας να καταδείξει τα διαλυτικά αποτελέσματα της διεύρυνσης, ειδικά και πολύ περισσότερο της διεύρυνσης στην Τουρκία, επί της συνοιχής, λειτουργίας και ρόλου της ΕΕ. Η διαρκής προσθήκη νέων κρατών στην ‘Ενωση παρέλυσε ήδη σε μεγάλοι βαθμό την πολιτική λειτουργία της, παρόξυνε τα θεσμικά της προβλήματα και κατέστησε έτι δυσχερέστερη τη ριζική μεταρρύθμισή της, που έθεσε, ήδη από το 2005, στην ημερήσια διάταξη η ψήφος του γαλλικού και του ολλανδικού λαού εναντίον της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης. Μια μεταρρύθιμιση που επιβάλει επίσης η προφανής αδυναμία της ΕΕ να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, ή να παίξει οποιονδήποτε αξιοσημείωτο διεθνή ρόλο. Πόσο μάλλον συμβαίνουν αυτά, στο μέτρο που τα νέα μέλη διαφέρουν όλο και περισσότερο από τα παληά, από την άποψη του οικονομικού επιπέδου, της πολιτικής κουλτούρας τους και του τρόπου που αντιλαμβάνονται την Ευρώπη και τον ρόλο της στον κόσμο. ‘Ηδη το 2003, τα περισσότερα από τα κράτη της «νέας Ευρώπης» ετάχθησαν υπέρ των ΗΠΑ, στηρίζοντας την εισβολή στο Ιράκ, εναντίον της θαραλλέας αντίθεσης του ευρωπαϊκού πυρήνα (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο). Χρειαζόταν όλο το (ομολογουμένως τεράστιο) απόθεμα (ιστορικά εξηγήσιμης) γερμανικής ιδίως «στρατηγικής ηλιθιότητας», για να γίνουν δεκτά, ένα χρόνο αργότερα, τα αμερικανικά «νεοπροτεκτοράτα» της Αν. Ευρώπης στους κόλπους της ‘Ενωσης!
Είναι προφανές ότι η διαρκής διεύρυνση αποσυνθέτει κάθε έννοια συλλογικότητας στην Ευρώπη και, επιπλέον, εμπεδώνει την απουσία δημοκρατίας στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Τι κοινό μπορεί να έχει ένας χρηματιστής στο Σίτυ, ένας ολλανδός ομοφυλόφιλος που θέλει να υιοθετεί παιδιά και μια Κούρδισσα αγρότισσα του Ντιαρμπακίρ που υποφέρει από το τουρκικό κράτος, τον πατριάρχη άντρα της και την υπανάπτυξη; Προφανώς κανένα. Μόνο ένα πολιτικό και τεχνοκρατικό προσωπικό που ζει στον «κόσμο του Νταβός», μετακινείται διαρκώς από το ένα διεθνές ξενοδοχείο στο άλλο και συμμετέχει ακατάπαυστα σε «συσκέψεις χωρίς σκέψεις», μπορεί να πιστέψει στα αλήθεια σε ένα τέτοιο «όραμα». Η «ελίτ» αυτή είναι αποκομμένη από τους ευρωπαϊκούς λαούς, όσο και η Μαρία Αντουανέττα από τον δικό της (2)
Επειδή οι ευρωπαϊκές συνθήκες απαγορεύουν ρητά οποιαδήποτε εναρμόνιση των κοινωνικών και φορολογικών στάνταρτς και θέτουν ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος τον «ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό», η διεύρυνση σε πολύ φτωχότερες χώρες, λειτουργεί πρακτικά ευνοώντας την εξίσωση των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς προς τα κάτω, χρησιμοποιείται δηλ. ως όπλο για την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους της Δυτ. Ευρώπης, που είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πόσο μάλλον που δεν συνοδεύεται από χρηματοδοτικές ροές, έστω και από μακριά αντίστοιχες αυτών που πήγαν στις (πολύ πλουσιώτερες της Αν. Ευρώπης και, ακόμα περισσότερο, της Τουρκίας) Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλλία, για να βοηθήσουν (χωρίς πάντα να το καταφέρουν) την ένταξή τους σε πιο ανεπτυγμένο περιβάλλον.
Διεύρυνση: εργαλείο μετατροπής της ΕΕ σε ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών υποτελή του ΝΑΤΟ
Με δύο λόγια, η διεύρυνση έχει ως συνέπεια τη μετατροπή της Ευρώπης σε αυτό που πάντα επεδίωκε η Βρετανία, μια μεγάλη ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών, στην εμπέδωση του μονεταριστικού, νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος του Μάαστριχτ και στην υποταγή της Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, δηλαδή στις ΗΠΑ. Δύο δηλώσεις του απερίγραπτου Μπαρόζο, που ανταμείφθηκε για την υποστήριξή του στην εισβολή του Ιράκ, τοποθετούμενος επικεφαλής της ΕΕ, αντιπροσωπευτικότατο σύμβολο της ευρωπαϊκής υποτέλειας και παρακμής, είναι απολύτως χαρακτηριστικές. «Όλοι ξέρουμε ότι οι επόμενες γενηές θα ζήσουν χειρότερα» ήταν η μία, «χρειαζόμαστε μια αυτοκρατορία» ήταν η άλλη. Η ΕΕ είναι η οικονομική, πολιτική και ιδεολογική κάλυψη της αυτοκρατορίας. Μόνο που αυτή η «αυτοκρατορία» δεν είναι καν ευρωπαϊκή, ο πυρήνας της εξουσίας της, οι πράγματι αποφασίζοντες είναι εκατό ευρωατλαντικές τράπεζες και επιχειρήσεις, που ελέγχουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Κομισιόν, όπως επίσης, για θέματα στρατηγικής, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Μια διεύρυνση υπέρ της Ευρώπης δεν θα ήταν αδύνατη, μια τέτοια διεύρυνση όμως θα προϋπέθετε ριζική αλλαγή του οικονομικού και πολιτικού μοντέλου, αποσαφήνιση του πολιτικού σχεδίου πίσω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ανεξαρτοποίηση από τις ΗΠΑ, μεγάλες χρηματοδοτικές ροές, είδει σχεδίου Μάρσαλ, προς τις νέες χώρες και μια μορφή λελογισμένου προστατευτισμού, μερική τουλάχιστον αναθεώρηση της πλήρους ελευθερίας διεθνών ανταλλαγών που επέβαλαν τρεις δεκαετίες συνεπούς διεθνούς νεοφριλελευθερισμού. Τίποτα από αυτά δεν είναι στη σημερινή τουλάχιστο ημερήσια διάταξη της Ευρώπης. Επιπλέον, η διεύρυνση δεν έχει τέλος. Μετά την Τουρκία γίνεται λόγος για το Ισραήλ, το Μαγκρέμπ, την Ουκρανία, την Υπερκαυκασία. Αυτό δεν είναι Ευρώπη. Είναι η παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Βρετανίας, με μέσο και εργαλείο τα σχεδόν κατηργημένα ευρωπαϊκά κράτη και την Ευρώπη σε μια θέση υποτελούς, που θυμίζει, επί της ουσίας, τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας υπό τον Φίλιππο της Μακεδονίας ή τους Ρωμαίους.
Ακόμα όμως κι αν όσα υποστηρίξαμε πιο πάνω είναι όλα λάθος, παραμένει γεγονός η κατηγορηματική και σταθερή αντίθεση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών στην τουρκική ένταξη. Δεν είναι όμως δυνατόν να συνεχισθεί η «ευρωπαϊκή οικοδόμηση» ερήμην τους. ‘Οπως πραγματοποιείται, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όχι μόνο δεν είναι «ευρωπαϊκή», αλλά εξελίσσεται όλο και περισσότερο στην κατάργηση της δημοκρατίας στην ήπειρο, στην εισαγωγή ενός μεταμοντένρου ολοκληρωτισμού που μπορεί, κάποια στιγμή, να μετατραπεί σε κανονικό ολοκληρωτισμό, περισσότερο ταιριαστό με την Αυτοκρατορία. Η όποια δυνατότητα δημοκρατικού ελέγχου της εξουσίας εξαφανίζεται από το επίπεδο του έθνους-κράτους, εν ονόματι της υπερεθνικής ολοκλήρωσης, δεν επανεμφανίζεται όμως σε δημοκρατικά πλαίσια, αλλά συνήθως ως στοιχείο ισχύος αντιδημοκρατικών ευρωπαϊκών θεσμών.
Τουρκικός «εκδημοκρατισμός», «εξευρωπαϊσμός» και επεκτατισμός
Το επιχείρημα των ελληνικών ελίτ την τελευταία δεκαετία είναι ότι, δια της εντάξεως, η Τουρκία θα «εξευρωπαϊσθεί» και θα «εκδημοκρατισθεί», ο στρατός της θα περιθωριοποιηθεί και, ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, θα παύσει να είναι επεκτατική. Θα ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μόνο που είναι τελείως συζητήσιμη η εκδοχή ότι μια χώρα που εντάσσεται στην ΕΕ δημοκρατικοποιείται, πέραν του ότι αυτός ο υπολογισμός αντιστρέφει στην πραγματικότητα τα «κριτήρια της Κοπεγχάγης», σύμφωνα με τα οποία η δημοκρατία είναι προϋπόθεση για να μπει μια χώρα σε ενταξιακή διαπραγμάτευση. Αν η δημοκρατία εξηρτάτο από την απερίγραπτη ευρωπαϊκή Κομισιόν, πιθανώς δεν θα διέφερε και πολύ από το καθεστώς του Λουδοβίκου ΙΔ’. Η δημοκρατία υπήρξε, ιστορικά, προϊόν συνέργειας πληβειακών μαζών και ριζοσπαστών διανοουμένων, δεν συνοψίζεται στον τύπο της, ούτε είναι ένα τραμ που παίρνεις για να πας στον προορισμό σου, όπως την περιέγραψε, στις αρχές της δεκαετίας, ο ηγέτης των Τούρκων ισλαμιστών Ταγίπ Ερντογάν. Βλέποντας κανείς το φοβισμένο βλέμμα του μέσου Τούρκου πολίτη στους δρόμους της χώρας του, αναλογιζόμενος το απολυταρχικό παρελθόν της Τουρκίας, το ότι είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που δεν γνώρισαν επανάσταση στην ιστορία τους και σκεπτόμενος το μεγάλο ποσοστό της κουρδικής μειονότητας, συνειδητοποιεί τα προβλήματα της τουρκικής δημοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει αναθέσει στο «κόμμα της μαντήλας» τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, την ίδια ώρα που απαγορεύει στα δικά της σχολεία (ανοήτως και απαραδέκτως κατά τη γνώμη μας) τη «μαντήλα» (Γαλλία), δείχνει το μέγεθος των εκρηκτικών αντιφάσεων και του υφέρποντος παραλογισμού της τουρκικής ενταξιακής πορείας. Το ίδιο δείχνει και η επιλογή των ισλαμιστών να εντάξουν την Τουρκία όχι σε μια μεσανατολική ή ισλαμική, αλλά στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση!
Εν πάσει περιπτώσει το βέβαιο είναι ότι η δημοκρατία, και αν ακόμα προκύψει, δεν οδηγεί αναγκαστικά στη διεθνή ειρήνη. Το γνωρίζουμε από την εποχή της Αρχαίας Αθήνας έως τις σύγχρονες εισβολές των Αγγλοαμερικανών και τη ρατσιστική αποικιοκρατία του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τα μεγάλα προβλήματα σημειώθηκαν με ισχυρές πολιτικές κυβερνήσεις (Μεντερές, Ετσεβίτ, Οζάλ, Τσιλέρ), όχι όταν κυριαρχούσαν οι κεμαλιστές στρατιωτικοί. Το μόνο που δείχνει η συχνή επίκληση διαφόρων υποτίθεται αυτονόητων επιχειρημάτων, που όχι αυτονόητα, αλλά ούτε καν σωστά δεν είναι, από τους ‘Ελληνες πολιτικούς, «αναλυτές», «διανοούμενους» και πανεπιστημιακούς, είναι το πολύ χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο και ο «ετερόφωτος», υποτελής χαρακτήρας της σκέψης τους.
Μια καταστροφή για το ελληνικό εθνικό συμφέρον
Μπορεί κάποτε στο μέλλον να μην υπάρχει τουρκική απειλή και επεκτατισμός σε Κύπρο, Αιγαίο και Θράκη. Μέχρι νάρθει όμως αυτός ο όμορφος, καλός κόσμος, καλό θάταν να προσέχει αυτή η χώρα μην πάθει καμιά καταστροφή.
‘Οπως σημειώνει ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε ένα σημείωμα που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στα αρχεία του (αλλά και σύμφωνα με πληθώρα άλλων μαρτυριών) ο βασικός λόγος για τον οποίο θέλησε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ήταν γιατί μια τέτοια ένταξη θα μετέτρεπε μια επίθεση κατά της Ελλάδας επίθεση κατά της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, γιατί μετατρέπει το ελληνοτουρκικό σε ευρωτουρκικό σύνορο. Σήμερα, οι ελληνοκτουρκικές διαφορές είναι διαφορές μιας τρίτης χώρας και ενός μέλους της ΕΕ. Αύριο θα είναι διαφορές δύο μελών της ΕΕ – με την Τουρκία μάλιστα να παίζει, λόγω πληθυσμού αν μη τι άλλο, πολύ σπουδαιότερο ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα. ‘Οπως άλλωστε γνωρίζουμε, η συμμετοχή των δύο κρατών σε έναν διεθνή οργανισμό όπως το ΝΑΤΟ, δεν απέτρεψε τη μεταξύ τους σύγκρουση για το κυπριακό.
Υποστηρίζοντας την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, η Αθήνα χάνει το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της ‘Αγκυρας, ότι δηλαδή ανήκει σε μια ισχυρή ‘Ενωση στην οποία δεν ανήκει η Τουρκία. Και επιπλέον, συμβάλει στην καταστροφή αυτής της περιφερειακής ‘Ενωσης στην οποία αποβλέπει για μια πληθώρα λόγων! Επιπλέον, η ένταξη της Τουρκίας θα σημάνει αργά ή γρήγορα την ελεύθερη διακίνηση Τούρκων πολιτών στην Κύπρο, τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη. Επιθυμούμε μια τέτοια ελεύθερη διακίνηση;
Μέχρι τώρα άλλωστε, η εμπειρία, τελικός κριτής κάθε «θεωρίας», είναι σαφής. Από το 1999, όταν η Ελλάδα άρχισε να υποστηρίζει την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, δεν υπήρξε καμμιά βελτίωση στις διμερείς σχέσεις, το αντίθετο, εκτός αν θεωρηθεί επιτυχία αυτής της πολιτικής η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Μόνο που η ΕΕ δεν μπορούσε να αποφύγει την ένταξη της Κύπρου γιατί α) δεν θα βρισκόταν εύκολα ελληνική βουλή που να εγκρίνει τη μεγάλη διεύρυνση αποκλείοντας την Κύπρο και β) γιατί χωρίς ένταξη της Κύπρου δεν θα μπορούσε να γίνει συζήτηση για ένταξη της Τουρκίας. ‘Αλλωστε είναι ούτως ή άλλως προς ώφελος της ΕΕ η ένταξη της Κύπρου. Είναι μάλλον αναξιοπρεπές το γεγονός ότι οι ‘Ελληνες και Κύπριοι πολιτικοί, εμφορούμενοι συχνά από νοοτροπία αναξιοπρεπών ζητιάνων, δεν το επισημαίνουν καν αυτό.
Εν πάσει περιπτώσει, αν η Αθήνα πίστευε αυτά που έλεγε, πίστευε δηλαδή ότι η ευρωτουρκική συνεννόηση θα ήταν προς ώφελος της επίλυσης των διαφορών, όφειλε να θέσει ως προϋπόθεση την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον τερματισμό της στρατιωτικής κατοχής της, την άρση του casus belli και τη διάλυση των μέσων της απειλής, την άρση των διεκδικήσεων στο Αιγαίο και μέτρα αμοιβαίου ελέγχου των εξοπλισμών, προτού αρχίσουν οι συνομιλίες ένταξης. ‘Οχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά ενοχλήθηκε όταν ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ντομινίκ Ντε Βιλπέν και η μετέπειτα Καγκελλάριος της Γερμανίας ‘Αγκελα Μέρκελ έθεσαν ως προϋπόθεση έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων την αναγνώριση της Κύπρου. Λυπάται κανείς να κάνει τέτοιες διαπιστώσεις, αν θέλει όμως να είναι ειλικρινής είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι, τόσο η Ελληνική, όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία ακολουθούν δυστυχώς, εν έτει 2009, και σε συνθήκες σοβαρής κρίσεως της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ μια διπλωματία «καραγκιόζη» και μια πολιτική υποτέλειας στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο (και εμμέσως το Ισραήλ) που κινδυνεύουν, όπως και στο παρελθόν, να πληρώσουν πολύ ακριβά.
Αύγουστος 2009
Το άρθρο αυτό θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος της ελληνικής έκδοσης της επιθεώρησης Monthly Review, στα πλαίσια αφιερώματος στις ευρωτουρκικές σχέσεις
Σημειώσεις
(1) Είναι πιθανό ότι υπάρχουν λίγοι ‘Ελληνες πολιτικοί που πιστεύουν ειλικρινά αυτά που λένε για την ευεργετική επίδραση της τουρκικής ενταξιακής πορείας για τα ελληνοτουρκικά (π.χ. Γιώργος Παπανδρέου). Είναι προφανές όμως ότι οι περισσότεροι μας κοροϊδεύουν σε αυτό, όπως και στα περισσότερα άλλα θέματα. Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά. Μια ματιά στο ‘Ιντερνετ να ρίξει θα βρει πολλές και σοβαρές μελέτες για τις επιπτώσεις της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Οι μόνες χώρες όπου το θέμα δεν έχει μελετηθεί (απλώς η χώρα εφαρμόζει όσα της υπαγορεύει η Ουάσιγκτων) είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, οι δύο χώρες δηλαδή που θα επηρεασθούν περισσότερο από την ένταξη της Τουρκίας. Την καλύτερη απόδειξη ότι πρόκειται για άσκηση υποτέλειας και όχι αυτόνομη εθνική πολιτική την προσέφερε ο ίδιος ο εμπνευστής της πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης. Επί των ημερών της κυβέρνησής του και με Υπουργό Εξωτερικών τον Γιώργο Παπανδρέου εγκαινιάστηκε αυτή η πολιτική και αναπτύχθηκε η «ιδεολογία» που τη στηρίζει, ότι δηλ. οδηγεί στον εκδημοκρατισμό και «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας, άρα στην παραίτηση από τον επεκτατισμό της, άρα στη διαρκή ειρήνη. Προ δύο ετών όμως, ο ίδιος ο κ. Σημίτης αποφάσισε να ταχθεί υπέρ της «ειδικής σχέσης» και εναντίον της «ένταξης», χωρίς να μπει στοιν στοιχειώδη κόπο να εξηγήσει σε μας, τους φτωχούς υπηκόους του, που ενδέχεται να είχαμε πεισθεί από τα δικά του επιχειρήματα, γιατί τώρα του φαίνονται λάθος. Στην πραγματικότητα, μοιάζει πιθανότερο ότι ο κ. Σημίτης συμφώνησε και εν συνεχεία διαφώνησε με την ένταξη, ανεξαρτήτως της αξίας των επιχειρημάτων του, προσαρμοζόμενος απλώς στη μεταβαλλόμενη πολιτική βούληση του γερμανικού κατεστημένου, με το οποίο συνδέεται περισσότερο απότι οι περισσότεροι άλλοι ‘Ελληνες πολιτικοί, που προτιμάνε Ουάσιγκτον. Και η Ουάσιγκτον, πριν από οτιδήποτε άλλο, απαιτεί από οποιονδήποτε ‘Ελληνα πολιτικό, «δήλωση υποστήριξης της τουρκικής ένταξης», είτε πιστεύει, είτε δεν πιστεύει σε αυτή την πολιτική. Ακόμα κι ο Αντώνης Σαμαράς, που επιχειρεί να εκφράσει την πιο «εθνική» πτέρυγα της ΝΔ, υιοθέτησε το σύνθημα «πλήρης ένταξη, πλήρης συμμόρφωση», στην «προγραμματική» ομιλία του στο ‘Ιδρυμα Καραμανλή. Η «πλήρης συμμόρφωση» απευθύνεται στους πολίτες, η «πλήρης ένταξη» στις ΗΠΑ.
(2) Φίλοι που εργάζονταν στην έδρα του ΟΟΣΑ στο Παρίσι και στην Κομισιόν στις Βρυξέλλες, μου εξηγούσαν ότι δεν υπήρχε ούτε ένας (αρ. 1) μεταξύ χιλιάδων γαλλικής καταγωγής υπάλληλος ή αξιωματούχος που να ψήφισε όχι στο δημοψήφισμα του 2005. ‘Οταν έγινε γνωστόι το αποτέλεσμα μάλιστα, οι Γάλλοι κυκλοφορούσαν με έντονα αισθήματα ντροπής για τη χώρα τους!
Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα μπορούσε όντως να χρησιμοποιηθεί για την επίλυση των ελληνικών προβλημάτων με την Τουρκία, για να γίνει αυτό θάπρεπε Αθήνα και Λευκωσία να θέσουν σοβαρούς όρους για τη συγκατάθεσή τους στην ενταξιακή πορεία. ‘Οχι μόνο δεν έθεσαν τέτοιους όρους, αντίθετα εμφανίστηκαν διατεθειμένες, στην καλύτερη παράδοση ελληνικής υποτέλειας στους Αγγλοαμερικανούς, να αποδεχθούν εξωφρενικές ρυθμίσεις, όπως την αυτοδιάλυση του κυπριακού κράτους με το σχέδιο Ανάν, προκειμένου να διευκολύνουν την ένταξη της Τουρκίας! Σήμερα, η τουρκική ένταξη δεν είναι μοχλός πίεσης στα χέρια Ελλάδας και Κύπρου, αλλά μοχλός πίεσης επί της Ελλάδας και της Κύπρου, από τις οποίες οι Αγγλοαμερικανοί ζητούν να κάνουν μείζονες, καταστροφικές παραχωρήσεις κυριαρχίας, προκειμένου να διευκολύνουν την πρόοδο της Τουρκίας. Αυτή, η εξυπηρέτηση δηλαδή των αγγλοαμερικανικών επιδιώξεων, εις βάρος αυτού που συνηθίζουμε μέχρι τώρα να αποκαλούμε εθνικό συμφέρον, είναι και η «φιλοδοξία» μεγάλου μέρους της ελληνικής και κυπριακής πολιτικής ελίτ.
Η διεύρυνση της ΕΕ ως διάλυσή της
‘Οσο περισσότερο μεγαλώνει το ζώο που λέγεται Ευρώπη, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το μυαλό του. Αυτό το μότο χρησιμοποίησε προ ετών το γαλλικό περιοδικό Geopolitique, θέλοντας να καταδείξει τα διαλυτικά αποτελέσματα της διεύρυνσης, ειδικά και πολύ περισσότερο της διεύρυνσης στην Τουρκία, επί της συνοιχής, λειτουργίας και ρόλου της ΕΕ. Η διαρκής προσθήκη νέων κρατών στην ‘Ενωση παρέλυσε ήδη σε μεγάλοι βαθμό την πολιτική λειτουργία της, παρόξυνε τα θεσμικά της προβλήματα και κατέστησε έτι δυσχερέστερη τη ριζική μεταρρύθμισή της, που έθεσε, ήδη από το 2005, στην ημερήσια διάταξη η ψήφος του γαλλικού και του ολλανδικού λαού εναντίον της ευρωπαϊκής συνταγματικής συνθήκης. Μια μεταρρύθιμιση που επιβάλει επίσης η προφανής αδυναμία της ΕΕ να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, ή να παίξει οποιονδήποτε αξιοσημείωτο διεθνή ρόλο. Πόσο μάλλον συμβαίνουν αυτά, στο μέτρο που τα νέα μέλη διαφέρουν όλο και περισσότερο από τα παληά, από την άποψη του οικονομικού επιπέδου, της πολιτικής κουλτούρας τους και του τρόπου που αντιλαμβάνονται την Ευρώπη και τον ρόλο της στον κόσμο. ‘Ηδη το 2003, τα περισσότερα από τα κράτη της «νέας Ευρώπης» ετάχθησαν υπέρ των ΗΠΑ, στηρίζοντας την εισβολή στο Ιράκ, εναντίον της θαραλλέας αντίθεσης του ευρωπαϊκού πυρήνα (Γερμανία, Γαλλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο). Χρειαζόταν όλο το (ομολογουμένως τεράστιο) απόθεμα (ιστορικά εξηγήσιμης) γερμανικής ιδίως «στρατηγικής ηλιθιότητας», για να γίνουν δεκτά, ένα χρόνο αργότερα, τα αμερικανικά «νεοπροτεκτοράτα» της Αν. Ευρώπης στους κόλπους της ‘Ενωσης!
Είναι προφανές ότι η διαρκής διεύρυνση αποσυνθέτει κάθε έννοια συλλογικότητας στην Ευρώπη και, επιπλέον, εμπεδώνει την απουσία δημοκρατίας στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Τι κοινό μπορεί να έχει ένας χρηματιστής στο Σίτυ, ένας ολλανδός ομοφυλόφιλος που θέλει να υιοθετεί παιδιά και μια Κούρδισσα αγρότισσα του Ντιαρμπακίρ που υποφέρει από το τουρκικό κράτος, τον πατριάρχη άντρα της και την υπανάπτυξη; Προφανώς κανένα. Μόνο ένα πολιτικό και τεχνοκρατικό προσωπικό που ζει στον «κόσμο του Νταβός», μετακινείται διαρκώς από το ένα διεθνές ξενοδοχείο στο άλλο και συμμετέχει ακατάπαυστα σε «συσκέψεις χωρίς σκέψεις», μπορεί να πιστέψει στα αλήθεια σε ένα τέτοιο «όραμα». Η «ελίτ» αυτή είναι αποκομμένη από τους ευρωπαϊκούς λαούς, όσο και η Μαρία Αντουανέττα από τον δικό της (2)
Επειδή οι ευρωπαϊκές συνθήκες απαγορεύουν ρητά οποιαδήποτε εναρμόνιση των κοινωνικών και φορολογικών στάνταρτς και θέτουν ως θεμέλιο του ευρωπαϊκού εγχειρήματος τον «ελεύθερο και ανόθευτο ανταγωνισμό», η διεύρυνση σε πολύ φτωχότερες χώρες, λειτουργεί πρακτικά ευνοώντας την εξίσωση των κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών στάνταρτς προς τα κάτω, χρησιμοποιείται δηλ. ως όπλο για την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους της Δυτ. Ευρώπης, που είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Πόσο μάλλον που δεν συνοδεύεται από χρηματοδοτικές ροές, έστω και από μακριά αντίστοιχες αυτών που πήγαν στις (πολύ πλουσιώτερες της Αν. Ευρώπης και, ακόμα περισσότερο, της Τουρκίας) Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλλία, για να βοηθήσουν (χωρίς πάντα να το καταφέρουν) την ένταξή τους σε πιο ανεπτυγμένο περιβάλλον.
Διεύρυνση: εργαλείο μετατροπής της ΕΕ σε ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών υποτελή του ΝΑΤΟ
Με δύο λόγια, η διεύρυνση έχει ως συνέπεια τη μετατροπή της Ευρώπης σε αυτό που πάντα επεδίωκε η Βρετανία, μια μεγάλη ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών, στην εμπέδωση του μονεταριστικού, νεοφιλελεύθερου οικοδομήματος του Μάαστριχτ και στην υποταγή της Ευρώπης στο ΝΑΤΟ, δηλαδή στις ΗΠΑ. Δύο δηλώσεις του απερίγραπτου Μπαρόζο, που ανταμείφθηκε για την υποστήριξή του στην εισβολή του Ιράκ, τοποθετούμενος επικεφαλής της ΕΕ, αντιπροσωπευτικότατο σύμβολο της ευρωπαϊκής υποτέλειας και παρακμής, είναι απολύτως χαρακτηριστικές. «Όλοι ξέρουμε ότι οι επόμενες γενηές θα ζήσουν χειρότερα» ήταν η μία, «χρειαζόμαστε μια αυτοκρατορία» ήταν η άλλη. Η ΕΕ είναι η οικονομική, πολιτική και ιδεολογική κάλυψη της αυτοκρατορίας. Μόνο που αυτή η «αυτοκρατορία» δεν είναι καν ευρωπαϊκή, ο πυρήνας της εξουσίας της, οι πράγματι αποφασίζοντες είναι εκατό ευρωατλαντικές τράπεζες και επιχειρήσεις, που ελέγχουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Κομισιόν, όπως επίσης, για θέματα στρατηγικής, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ.
Μια διεύρυνση υπέρ της Ευρώπης δεν θα ήταν αδύνατη, μια τέτοια διεύρυνση όμως θα προϋπέθετε ριζική αλλαγή του οικονομικού και πολιτικού μοντέλου, αποσαφήνιση του πολιτικού σχεδίου πίσω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ανεξαρτοποίηση από τις ΗΠΑ, μεγάλες χρηματοδοτικές ροές, είδει σχεδίου Μάρσαλ, προς τις νέες χώρες και μια μορφή λελογισμένου προστατευτισμού, μερική τουλάχιστον αναθεώρηση της πλήρους ελευθερίας διεθνών ανταλλαγών που επέβαλαν τρεις δεκαετίες συνεπούς διεθνούς νεοφριλελευθερισμού. Τίποτα από αυτά δεν είναι στη σημερινή τουλάχιστο ημερήσια διάταξη της Ευρώπης. Επιπλέον, η διεύρυνση δεν έχει τέλος. Μετά την Τουρκία γίνεται λόγος για το Ισραήλ, το Μαγκρέμπ, την Ουκρανία, την Υπερκαυκασία. Αυτό δεν είναι Ευρώπη. Είναι η παγκόσμια αυτοκρατορία των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Βρετανίας, με μέσο και εργαλείο τα σχεδόν κατηργημένα ευρωπαϊκά κράτη και την Ευρώπη σε μια θέση υποτελούς, που θυμίζει, επί της ουσίας, τις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας υπό τον Φίλιππο της Μακεδονίας ή τους Ρωμαίους.
Ακόμα όμως κι αν όσα υποστηρίξαμε πιο πάνω είναι όλα λάθος, παραμένει γεγονός η κατηγορηματική και σταθερή αντίθεση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών στην τουρκική ένταξη. Δεν είναι όμως δυνατόν να συνεχισθεί η «ευρωπαϊκή οικοδόμηση» ερήμην τους. ‘Οπως πραγματοποιείται, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όχι μόνο δεν είναι «ευρωπαϊκή», αλλά εξελίσσεται όλο και περισσότερο στην κατάργηση της δημοκρατίας στην ήπειρο, στην εισαγωγή ενός μεταμοντένρου ολοκληρωτισμού που μπορεί, κάποια στιγμή, να μετατραπεί σε κανονικό ολοκληρωτισμό, περισσότερο ταιριαστό με την Αυτοκρατορία. Η όποια δυνατότητα δημοκρατικού ελέγχου της εξουσίας εξαφανίζεται από το επίπεδο του έθνους-κράτους, εν ονόματι της υπερεθνικής ολοκλήρωσης, δεν επανεμφανίζεται όμως σε δημοκρατικά πλαίσια, αλλά συνήθως ως στοιχείο ισχύος αντιδημοκρατικών ευρωπαϊκών θεσμών.
Τουρκικός «εκδημοκρατισμός», «εξευρωπαϊσμός» και επεκτατισμός
Το επιχείρημα των ελληνικών ελίτ την τελευταία δεκαετία είναι ότι, δια της εντάξεως, η Τουρκία θα «εξευρωπαϊσθεί» και θα «εκδημοκρατισθεί», ο στρατός της θα περιθωριοποιηθεί και, ως αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών, θα παύσει να είναι επεκτατική. Θα ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Μόνο που είναι τελείως συζητήσιμη η εκδοχή ότι μια χώρα που εντάσσεται στην ΕΕ δημοκρατικοποιείται, πέραν του ότι αυτός ο υπολογισμός αντιστρέφει στην πραγματικότητα τα «κριτήρια της Κοπεγχάγης», σύμφωνα με τα οποία η δημοκρατία είναι προϋπόθεση για να μπει μια χώρα σε ενταξιακή διαπραγμάτευση. Αν η δημοκρατία εξηρτάτο από την απερίγραπτη ευρωπαϊκή Κομισιόν, πιθανώς δεν θα διέφερε και πολύ από το καθεστώς του Λουδοβίκου ΙΔ’. Η δημοκρατία υπήρξε, ιστορικά, προϊόν συνέργειας πληβειακών μαζών και ριζοσπαστών διανοουμένων, δεν συνοψίζεται στον τύπο της, ούτε είναι ένα τραμ που παίρνεις για να πας στον προορισμό σου, όπως την περιέγραψε, στις αρχές της δεκαετίας, ο ηγέτης των Τούρκων ισλαμιστών Ταγίπ Ερντογάν. Βλέποντας κανείς το φοβισμένο βλέμμα του μέσου Τούρκου πολίτη στους δρόμους της χώρας του, αναλογιζόμενος το απολυταρχικό παρελθόν της Τουρκίας, το ότι είναι μια από τις ελάχιστες χώρες που δεν γνώρισαν επανάσταση στην ιστορία τους και σκεπτόμενος το μεγάλο ποσοστό της κουρδικής μειονότητας, συνειδητοποιεί τα προβλήματα της τουρκικής δημοκρατίας. Και μόνο το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει αναθέσει στο «κόμμα της μαντήλας» τον εκδημοκρατισμό της Τουρκίας, την ίδια ώρα που απαγορεύει στα δικά της σχολεία (ανοήτως και απαραδέκτως κατά τη γνώμη μας) τη «μαντήλα» (Γαλλία), δείχνει το μέγεθος των εκρηκτικών αντιφάσεων και του υφέρποντος παραλογισμού της τουρκικής ενταξιακής πορείας. Το ίδιο δείχνει και η επιλογή των ισλαμιστών να εντάξουν την Τουρκία όχι σε μια μεσανατολική ή ισλαμική, αλλά στην Ευρωπαϊκή ‘Ενωση!
Εν πάσει περιπτώσει το βέβαιο είναι ότι η δημοκρατία, και αν ακόμα προκύψει, δεν οδηγεί αναγκαστικά στη διεθνή ειρήνη. Το γνωρίζουμε από την εποχή της Αρχαίας Αθήνας έως τις σύγχρονες εισβολές των Αγγλοαμερικανών και τη ρατσιστική αποικιοκρατία του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τα μεγάλα προβλήματα σημειώθηκαν με ισχυρές πολιτικές κυβερνήσεις (Μεντερές, Ετσεβίτ, Οζάλ, Τσιλέρ), όχι όταν κυριαρχούσαν οι κεμαλιστές στρατιωτικοί. Το μόνο που δείχνει η συχνή επίκληση διαφόρων υποτίθεται αυτονόητων επιχειρημάτων, που όχι αυτονόητα, αλλά ούτε καν σωστά δεν είναι, από τους ‘Ελληνες πολιτικούς, «αναλυτές», «διανοούμενους» και πανεπιστημιακούς, είναι το πολύ χαμηλό μορφωτικό τους επίπεδο και ο «ετερόφωτος», υποτελής χαρακτήρας της σκέψης τους.
Μια καταστροφή για το ελληνικό εθνικό συμφέρον
Μπορεί κάποτε στο μέλλον να μην υπάρχει τουρκική απειλή και επεκτατισμός σε Κύπρο, Αιγαίο και Θράκη. Μέχρι νάρθει όμως αυτός ο όμορφος, καλός κόσμος, καλό θάταν να προσέχει αυτή η χώρα μην πάθει καμιά καταστροφή.
‘Οπως σημειώνει ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε ένα σημείωμα που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του στα αρχεία του (αλλά και σύμφωνα με πληθώρα άλλων μαρτυριών) ο βασικός λόγος για τον οποίο θέλησε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ήταν γιατί μια τέτοια ένταξη θα μετέτρεπε μια επίθεση κατά της Ελλάδας επίθεση κατά της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, γιατί μετατρέπει το ελληνοτουρκικό σε ευρωτουρκικό σύνορο. Σήμερα, οι ελληνοκτουρκικές διαφορές είναι διαφορές μιας τρίτης χώρας και ενός μέλους της ΕΕ. Αύριο θα είναι διαφορές δύο μελών της ΕΕ – με την Τουρκία μάλιστα να παίζει, λόγω πληθυσμού αν μη τι άλλο, πολύ σπουδαιότερο ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα. ‘Οπως άλλωστε γνωρίζουμε, η συμμετοχή των δύο κρατών σε έναν διεθνή οργανισμό όπως το ΝΑΤΟ, δεν απέτρεψε τη μεταξύ τους σύγκρουση για το κυπριακό.
Υποστηρίζοντας την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, η Αθήνα χάνει το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι της ‘Αγκυρας, ότι δηλαδή ανήκει σε μια ισχυρή ‘Ενωση στην οποία δεν ανήκει η Τουρκία. Και επιπλέον, συμβάλει στην καταστροφή αυτής της περιφερειακής ‘Ενωσης στην οποία αποβλέπει για μια πληθώρα λόγων! Επιπλέον, η ένταξη της Τουρκίας θα σημάνει αργά ή γρήγορα την ελεύθερη διακίνηση Τούρκων πολιτών στην Κύπρο, τα νησιά του Αιγαίου και τη Θράκη. Επιθυμούμε μια τέτοια ελεύθερη διακίνηση;
Μέχρι τώρα άλλωστε, η εμπειρία, τελικός κριτής κάθε «θεωρίας», είναι σαφής. Από το 1999, όταν η Ελλάδα άρχισε να υποστηρίζει την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, δεν υπήρξε καμμιά βελτίωση στις διμερείς σχέσεις, το αντίθετο, εκτός αν θεωρηθεί επιτυχία αυτής της πολιτικής η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Μόνο που η ΕΕ δεν μπορούσε να αποφύγει την ένταξη της Κύπρου γιατί α) δεν θα βρισκόταν εύκολα ελληνική βουλή που να εγκρίνει τη μεγάλη διεύρυνση αποκλείοντας την Κύπρο και β) γιατί χωρίς ένταξη της Κύπρου δεν θα μπορούσε να γίνει συζήτηση για ένταξη της Τουρκίας. ‘Αλλωστε είναι ούτως ή άλλως προς ώφελος της ΕΕ η ένταξη της Κύπρου. Είναι μάλλον αναξιοπρεπές το γεγονός ότι οι ‘Ελληνες και Κύπριοι πολιτικοί, εμφορούμενοι συχνά από νοοτροπία αναξιοπρεπών ζητιάνων, δεν το επισημαίνουν καν αυτό.
Εν πάσει περιπτώσει, αν η Αθήνα πίστευε αυτά που έλεγε, πίστευε δηλαδή ότι η ευρωτουρκική συνεννόηση θα ήταν προς ώφελος της επίλυσης των διαφορών, όφειλε να θέσει ως προϋπόθεση την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον τερματισμό της στρατιωτικής κατοχής της, την άρση του casus belli και τη διάλυση των μέσων της απειλής, την άρση των διεκδικήσεων στο Αιγαίο και μέτρα αμοιβαίου ελέγχου των εξοπλισμών, προτού αρχίσουν οι συνομιλίες ένταξης. ‘Οχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά ενοχλήθηκε όταν ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ντομινίκ Ντε Βιλπέν και η μετέπειτα Καγκελλάριος της Γερμανίας ‘Αγκελα Μέρκελ έθεσαν ως προϋπόθεση έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων την αναγνώριση της Κύπρου. Λυπάται κανείς να κάνει τέτοιες διαπιστώσεις, αν θέλει όμως να είναι ειλικρινής είναι υποχρεωμένος να διαπιστώσει ότι, τόσο η Ελληνική, όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία ακολουθούν δυστυχώς, εν έτει 2009, και σε συνθήκες σοβαρής κρίσεως της παγκόσμιας ηγεμονίας των ΗΠΑ μια διπλωματία «καραγκιόζη» και μια πολιτική υποτέλειας στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο (και εμμέσως το Ισραήλ) που κινδυνεύουν, όπως και στο παρελθόν, να πληρώσουν πολύ ακριβά.
Αύγουστος 2009
Το άρθρο αυτό θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος της ελληνικής έκδοσης της επιθεώρησης Monthly Review, στα πλαίσια αφιερώματος στις ευρωτουρκικές σχέσεις
Σημειώσεις
(1) Είναι πιθανό ότι υπάρχουν λίγοι ‘Ελληνες πολιτικοί που πιστεύουν ειλικρινά αυτά που λένε για την ευεργετική επίδραση της τουρκικής ενταξιακής πορείας για τα ελληνοτουρκικά (π.χ. Γιώργος Παπανδρέου). Είναι προφανές όμως ότι οι περισσότεροι μας κοροϊδεύουν σε αυτό, όπως και στα περισσότερα άλλα θέματα. Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά. Μια ματιά στο ‘Ιντερνετ να ρίξει θα βρει πολλές και σοβαρές μελέτες για τις επιπτώσεις της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Οι μόνες χώρες όπου το θέμα δεν έχει μελετηθεί (απλώς η χώρα εφαρμόζει όσα της υπαγορεύει η Ουάσιγκτων) είναι η Ελλάδα και η Κύπρος, οι δύο χώρες δηλαδή που θα επηρεασθούν περισσότερο από την ένταξη της Τουρκίας. Την καλύτερη απόδειξη ότι πρόκειται για άσκηση υποτέλειας και όχι αυτόνομη εθνική πολιτική την προσέφερε ο ίδιος ο εμπνευστής της πρώην Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης. Επί των ημερών της κυβέρνησής του και με Υπουργό Εξωτερικών τον Γιώργο Παπανδρέου εγκαινιάστηκε αυτή η πολιτική και αναπτύχθηκε η «ιδεολογία» που τη στηρίζει, ότι δηλ. οδηγεί στον εκδημοκρατισμό και «εξευρωπαϊσμό» της Τουρκίας, άρα στην παραίτηση από τον επεκτατισμό της, άρα στη διαρκή ειρήνη. Προ δύο ετών όμως, ο ίδιος ο κ. Σημίτης αποφάσισε να ταχθεί υπέρ της «ειδικής σχέσης» και εναντίον της «ένταξης», χωρίς να μπει στοιν στοιχειώδη κόπο να εξηγήσει σε μας, τους φτωχούς υπηκόους του, που ενδέχεται να είχαμε πεισθεί από τα δικά του επιχειρήματα, γιατί τώρα του φαίνονται λάθος. Στην πραγματικότητα, μοιάζει πιθανότερο ότι ο κ. Σημίτης συμφώνησε και εν συνεχεία διαφώνησε με την ένταξη, ανεξαρτήτως της αξίας των επιχειρημάτων του, προσαρμοζόμενος απλώς στη μεταβαλλόμενη πολιτική βούληση του γερμανικού κατεστημένου, με το οποίο συνδέεται περισσότερο απότι οι περισσότεροι άλλοι ‘Ελληνες πολιτικοί, που προτιμάνε Ουάσιγκτον. Και η Ουάσιγκτον, πριν από οτιδήποτε άλλο, απαιτεί από οποιονδήποτε ‘Ελληνα πολιτικό, «δήλωση υποστήριξης της τουρκικής ένταξης», είτε πιστεύει, είτε δεν πιστεύει σε αυτή την πολιτική. Ακόμα κι ο Αντώνης Σαμαράς, που επιχειρεί να εκφράσει την πιο «εθνική» πτέρυγα της ΝΔ, υιοθέτησε το σύνθημα «πλήρης ένταξη, πλήρης συμμόρφωση», στην «προγραμματική» ομιλία του στο ‘Ιδρυμα Καραμανλή. Η «πλήρης συμμόρφωση» απευθύνεται στους πολίτες, η «πλήρης ένταξη» στις ΗΠΑ.
(2) Φίλοι που εργάζονταν στην έδρα του ΟΟΣΑ στο Παρίσι και στην Κομισιόν στις Βρυξέλλες, μου εξηγούσαν ότι δεν υπήρχε ούτε ένας (αρ. 1) μεταξύ χιλιάδων γαλλικής καταγωγής υπάλληλος ή αξιωματούχος που να ψήφισε όχι στο δημοψήφισμα του 2005. ‘Οταν έγινε γνωστόι το αποτέλεσμα μάλιστα, οι Γάλλοι κυκλοφορούσαν με έντονα αισθήματα ντροπής για τη χώρα τους!
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009
ΤΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΩΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
Εκλογές και εξωτερική πολιτική
Του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου
Συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν γίνεται ως γνωστόν στην πολιτική σκηνή. Κυβερνηση και κόμματα αποφεύγουν τη δατυπωση καθαρών θέσεων αλλά και την ενεργή παρακολούθηση τρεχουσών εξελίξεων,που ζητούν άμεσες "απαντήσεις",όταν αυτές οι εξελίξεις ειναι δυσάρεστες για την ελληνική πλευρα, ειδικότερα δε στο μετωπο προς Τουρκία και στον τομέα τωνελληνο-αμερικανικών σχέσεων. Δεν πρέπει λοιπόν να κάνει εντύπωση το γεγονός, οτι και σε τουτη την προεκλογική αναμέτρηση, συζήτηση σοβαρή για τις εξωτερικές υποθέσεις της χωρας δεν γίνεται από τα ελληνικά κόμματα. Τα ζητήματα αυτά ειναι κατα παράδοση πλεόν,"καταραμένα" για το νωθρό πολιτικό προσωπικό εξουσίας στην Ελλάδα. Ομως μια ιστοσσελίδα όπως αυτή του Δ. Κωνσταντακοπουλου δινει ευκαιρίες για την έκθεση προβληματισμών γύρω από αυτό τον "καταραμένο" τομέα πολιτικής που τόσες ανατριχίλες προκαλεί στους πολιτικούς "αστέρες" μας.
Τι θα έπρεπε να συζητείται στην πολιτική σκηνή σήμερα,πέραν του οικονομικού ζητήματος,όταν μάλιστα οι ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ καλούν τους πολίτες να κανουν τις "μεγάλες επιλογές" τους ενωπιον της καλπης του Οκτωβρίου, διότι τώρα "κρίνεται το μέλλον της χώρας"; Θα έπρεπε να περιλαμβάνονται,τουλάχιστον στη ρητορική των πολιτικων ηγεσιών , έστω και με αδρές γραμμές, σοβαρά ζητήματα όπως :
- Η οργάνωση των πολιτικών σχεσεων της Αθήνας με την Ευρωπαϊκή Ενωση καιτα κέντρα της Κομισιόν. Η κατάσταση και εξέλιξη αυτών των σχέσεων έχει νακάνει με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος όπως ειναι το (ακόμη εκκρεμές)"Μακεδονικό",η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, οι υποχρεώσεις της εναντι της Κύπρου, οι πολιτικές της Αγκυρας προς την Ελλάδα και βεβαίως ο βαθμός πολιτικής παρεμβασης της ΕΕ στο Κυπριακό
- Οι θέσεις των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων για τις πολιτικές συμμαχίες που θα έπρεπε(ή δεν χρειαζόταν ) να επιδιώκει η Ελλάδα στην ΕΕ και ειδικότερα με τη Γαλλία και τη Γερμανία σ ένα πεδίο οπου διαμορφώνονται"ισορροπίες" στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου ερυρω-ατλάντικου ανταγωνισμού σε πολλά επίπεδα
- Η αιτιολόγηση της σταθερής,δεκαετούς, θέσης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ,θέσης που τα δυό κόμματα θεωρούν ότι μπορεί ακόμη και σήμερα να "καλύπτει" την απροκάλυπτα επιθετική πολιτική της Αγκυρας, δεδομέμου ότι αυτη η πολιτική ασκείται ξεκάθαρα από την Τουρκία χωρίς υπολογισμό της "ευρωπαϊκής πορείας" της
- Οι θεσεις που θα αναγκαστεί να εμφανίσει και να υπερασπιστεί η Αθήνα προσεχώς, στην ΕΕ σχετικά με την αξιολόγηση της ενταξιακής πορείας τηςΤουρκίας
- Οι τρόποι με τους οποίους θα πρέπει να αντιμετωπίσει ενδεχομένωςμέσα στο φθινόπωρο η ελληνική ηγεσία την Τουρκία στο σοβαρό ζητημα τωνπετρελαιϊκων ερευνών( από αμερικανική εταιρία για λογαριασμό τηςΛευκωσίας)στην κυπριακή ΑΟΖ- ένα ζητημα που έχει φέρει το προσκήνιο τηντουρκική θέση περί της ανυπαρξίας υφαλοκρηπίδας του Καστελόριζου
- Η γενικότερη βαλκανική πολιτική της Αθήνας- σε σχέση και με τηενεργειακή πολιτική της-με δεδομένο και ,ότι σήμερα η Τουρκία επιχειρεί μεμία εντονη διπλωματική δραστηριότητα να οικοδομήσει ιδιαίτερες σχέσεις μετην Σερβία,τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία(τι απέγιναν άραγε τα περίφημα"συγκριτικά πλεονεκτήματα" της Ελλάδας έναντι των άλλων βαλκανικωνχωρών;...)
- Οι "στρατηγικές" σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ υπό τα νεα δεδομένα τα οποία τίθενται από την ομαδα Ομπάμα,που έχει προχωρήσει ως γνωστόν σε νέες αξιολογήσεις καταστάσεων στο διεθνές περιβάλλον μας
Ολα τούτα,βρίσκονται για μια ακόμη φορά εκτός πολιτικήςσυζήτησης ,πράγμα ενδεικτικό του τι μπορεί να περιμένουν οι Ελληνες πολίτεςγια το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής,δηλαδη για την ασφάλειακαι τη θεση της χωρας στο διεθνες περιβάλλον της . Κ.Ι.ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ kagel1@otenet.gr
Του Κωνσταντίνου Αγγελόπουλου
Συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική δεν γίνεται ως γνωστόν στην πολιτική σκηνή. Κυβερνηση και κόμματα αποφεύγουν τη δατυπωση καθαρών θέσεων αλλά και την ενεργή παρακολούθηση τρεχουσών εξελίξεων,που ζητούν άμεσες "απαντήσεις",όταν αυτές οι εξελίξεις ειναι δυσάρεστες για την ελληνική πλευρα, ειδικότερα δε στο μετωπο προς Τουρκία και στον τομέα τωνελληνο-αμερικανικών σχέσεων. Δεν πρέπει λοιπόν να κάνει εντύπωση το γεγονός, οτι και σε τουτη την προεκλογική αναμέτρηση, συζήτηση σοβαρή για τις εξωτερικές υποθέσεις της χωρας δεν γίνεται από τα ελληνικά κόμματα. Τα ζητήματα αυτά ειναι κατα παράδοση πλεόν,"καταραμένα" για το νωθρό πολιτικό προσωπικό εξουσίας στην Ελλάδα. Ομως μια ιστοσσελίδα όπως αυτή του Δ. Κωνσταντακοπουλου δινει ευκαιρίες για την έκθεση προβληματισμών γύρω από αυτό τον "καταραμένο" τομέα πολιτικής που τόσες ανατριχίλες προκαλεί στους πολιτικούς "αστέρες" μας.
Τι θα έπρεπε να συζητείται στην πολιτική σκηνή σήμερα,πέραν του οικονομικού ζητήματος,όταν μάλιστα οι ηγεσίες της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ καλούν τους πολίτες να κανουν τις "μεγάλες επιλογές" τους ενωπιον της καλπης του Οκτωβρίου, διότι τώρα "κρίνεται το μέλλον της χώρας"; Θα έπρεπε να περιλαμβάνονται,τουλάχιστον στη ρητορική των πολιτικων ηγεσιών , έστω και με αδρές γραμμές, σοβαρά ζητήματα όπως :
- Η οργάνωση των πολιτικών σχεσεων της Αθήνας με την Ευρωπαϊκή Ενωση καιτα κέντρα της Κομισιόν. Η κατάσταση και εξέλιξη αυτών των σχέσεων έχει νακάνει με θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος όπως ειναι το (ακόμη εκκρεμές)"Μακεδονικό",η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, οι υποχρεώσεις της εναντι της Κύπρου, οι πολιτικές της Αγκυρας προς την Ελλάδα και βεβαίως ο βαθμός πολιτικής παρεμβασης της ΕΕ στο Κυπριακό
- Οι θέσεις των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων για τις πολιτικές συμμαχίες που θα έπρεπε(ή δεν χρειαζόταν ) να επιδιώκει η Ελλάδα στην ΕΕ και ειδικότερα με τη Γαλλία και τη Γερμανία σ ένα πεδίο οπου διαμορφώνονται"ισορροπίες" στο πλαίσιο ενός εντεινόμενου ερυρω-ατλάντικου ανταγωνισμού σε πολλά επίπεδα
- Η αιτιολόγηση της σταθερής,δεκαετούς, θέσης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ υπέρ της εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ,θέσης που τα δυό κόμματα θεωρούν ότι μπορεί ακόμη και σήμερα να "καλύπτει" την απροκάλυπτα επιθετική πολιτική της Αγκυρας, δεδομέμου ότι αυτη η πολιτική ασκείται ξεκάθαρα από την Τουρκία χωρίς υπολογισμό της "ευρωπαϊκής πορείας" της
- Οι θεσεις που θα αναγκαστεί να εμφανίσει και να υπερασπιστεί η Αθήνα προσεχώς, στην ΕΕ σχετικά με την αξιολόγηση της ενταξιακής πορείας τηςΤουρκίας
- Οι τρόποι με τους οποίους θα πρέπει να αντιμετωπίσει ενδεχομένωςμέσα στο φθινόπωρο η ελληνική ηγεσία την Τουρκία στο σοβαρό ζητημα τωνπετρελαιϊκων ερευνών( από αμερικανική εταιρία για λογαριασμό τηςΛευκωσίας)στην κυπριακή ΑΟΖ- ένα ζητημα που έχει φέρει το προσκήνιο τηντουρκική θέση περί της ανυπαρξίας υφαλοκρηπίδας του Καστελόριζου
- Η γενικότερη βαλκανική πολιτική της Αθήνας- σε σχέση και με τηενεργειακή πολιτική της-με δεδομένο και ,ότι σήμερα η Τουρκία επιχειρεί μεμία εντονη διπλωματική δραστηριότητα να οικοδομήσει ιδιαίτερες σχέσεις μετην Σερβία,τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία(τι απέγιναν άραγε τα περίφημα"συγκριτικά πλεονεκτήματα" της Ελλάδας έναντι των άλλων βαλκανικωνχωρών;...)
- Οι "στρατηγικές" σχέσεις Ελλάδας-ΗΠΑ υπό τα νεα δεδομένα τα οποία τίθενται από την ομαδα Ομπάμα,που έχει προχωρήσει ως γνωστόν σε νέες αξιολογήσεις καταστάσεων στο διεθνές περιβάλλον μας
Ολα τούτα,βρίσκονται για μια ακόμη φορά εκτός πολιτικήςσυζήτησης ,πράγμα ενδεικτικό του τι μπορεί να περιμένουν οι Ελληνες πολίτεςγια το μέλλον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής,δηλαδη για την ασφάλειακαι τη θεση της χωρας στο διεθνες περιβάλλον της . Κ.Ι.ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ kagel1@otenet.gr
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009
ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
Μέρος του προβλήματος ή μέρος της λύσης η «ριζοσπαστική αριστερά»;
Σημ. Το κείμενο που ακολουθεί είναι τμήμα άρθρου που θα δημοσιευθεί ολόκληρο στο επόμενο τεύχος (αρ.34) του περιοδικού Hellenic Nexus. Το άρθρο γράφτηκε πριν από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών, πρώτο ... θύμα των οποίων μοιάζει ο ...ΣΥΡΙΖΑ! Για τις εξελίξεις μετά την προκήρυξη των εκλογών, μας φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η προκήρυξη των "οικοσοσιαλιστών", συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, που αναδημοσιεύουμε στο τέλος του παρόντος κειμένου.
Ο ελληνικός κοινωνικός-κρατικός σχηματισμός αντιμετωπίζει σήμερα μια από τις σοβαρότερες, ίσως τη σοβαρότερη μεταπολεμική κρίση του, αδυνατεί να «αναπαραχθεί» χωρίς μείζονες καταστροφές (όπως αυτή που προκάλεσε στην Αττική η «Ελλάδα των εργολάβων»), αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «κρίση των κρίσεων» (εκτίναξη κάθε μορφής χρέους), δυσκολεύεται να διατηρήσει την εθνική κυριαρχία στα (αλληλένδετα, «σιαμαία») κράτη Ελλάδας- Κύπρου (το 2004 η πολιτική ελίτ Ελλάδας-Κύπρου παρουσίασε ένα σχέδιο αυτοκατάλυσης του κυπριακού κράτους ως λύση του κυπριακού και σήμερα το επαναφέρει!). Μια οικολογική καταστροφή μεγάλης κλίμακας ενεγράφη στην ημερήσια διάταξη επίσης λόγω φαινομένου θερμοκηπίου, δεν γνωρίζουμε όμως τη χρονικότητά της (οι «μεγαφωτιές» της Ηλείας ενδέχεται να την ανήγγειλαν).
Ο «κρατικο-διαπλεκόμενος και κλεπτοκρατικός» τρόπος συσσώρευσης του κεφαλαίου, που στηρίζεται όλο και περισσότερο σε χρέωση από το τέλος της δεκαετίας του 1970, τρόπος ύπαρξης του ελληνικού καπιταλισμού και η ιδεολογία που τον συνοδεύει εξαντλείται, προκαλώντας στην καλύτερη περίπτωση βαθειά παρακμή, στη χειρότερη καταστροφικές κρίσεις. Τα δύο «κόμματα εξουσίας», απονομιμοποιημένα όσο ποτέ άλλοτε μετά τη μεταπολίτευση, γίνονται αντιληπτά από τους πολίτες σε μεγάλο βαθμό ως «κόμματα Μαυρογιαλούρων», με τον πολίτη να καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει ποιός θα τον ... καταστρέψει λιγότερο. Ακόμη και οι κάπως έντιμοι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι, αν μη τι άλλο, να κλείνουν τα μάτια απέναντι σε όσα βλέπουν δίπλα τους. Ο εκάστοτε κ. Χριστοφοράκος και οι εγχώριοι «βαρώνοι» έχουν περισσότερη δύναμη στη χώρα απότι ο διοικητής της ... Βέρμαχτ στην κατοχή: εκείνος τουλάχιστο είχε 100.000 Ελασίτες να αντιμετωπίσει.
Η διαιώνιση του «λαμογιστάν», τρόπου μη παραγωγής, ληστρικής διανομής της «υπεραξίας» και αναπαραγωγής της υποτέλειας, απειλεί τώρα βιοτικό επίπεδο, δημοκρατικές κατακτήσεις και τον σημερινό βαθμό εθνικής ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Πιθανή, τυχόν εμβάθυνση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κρίσης της ΕΕ θα συμπαρασύρει και την Ελλάδα, καθιστώντας πιθανότερες μεγάλες καταστροφές. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η σοβαρή κοινωνικο-οικονομική και πολιτική κρίση συνδυάζεται με την «ωρίμανση» μειζόνων γεωπολιτικών στρατηγικών που μας αφορούν. ΗΠΑ-Βρετανία επιδιώκουν άμεσα επίλυση του κυπριακού με μετατροπή της Κύπρου σε προτεκτοράτο, «επίλυση» ελληνοτουρκικών, επιτάχυνση τουρκικής ενταξιακής πορείας και αποκοπή Ελλάδας και Ρωσίας.
Το βάθος της απειλής για την Ελλάδα το αντιλαμβάνονται ενστικτωδώς πολύ καλύτερα οι λαϊκές τάξεις και μερίδα της νεολαίας. Αυτή η αίσθηση εξηγεί την εμφάνιση και σταθερή άνοδο του ΛΑΟΣ, την εκτόξευση και κατακρήμνιση του ΣΥΡΙΖΑ, την εξωφρενική (δεδομένης της κρίσης της ΝΔ) αδυναμία του ΠΑΣΟΚ, τη φοβερή εξέγερση του Δεκέμβρη, την μαζική αποχή και την ψυχολογία κατάθλιψης, νευρικής κρίσης, εντονότατης απαισιοδοξίας που χαρακτηρίζει τον πληθυσμό της χώρας, την αγανάκτηση και την αποστροφή απέναντι στο σάπιο πολιτικό προσωπικό και τους διεφθαρμένους αξιωματούχους. Αυτοί που δεν αντιλαμβάνονται το βάθος της κρίσης είναι οι κάθε είδους «βολεμένοι» - δεν έχουν ούτε εργαλεία, ούτε συμφέρον. Οι «ελίτ» πάσχουν από «σύνδρομο Μαρίας Αντουανέττας», δεν αντιλαμβάνονται την κρίση, ή επενδύουν στα ιδιαίτερα πολιτικο-επιχειρηματικά τους σχέδια, πως να επιβιώσουν εν μέσω καταστροφής.
Οι περισσότεροι «διανοούμενοι» της χώρας αντήλλαξαν προ πολλού την όποια κριτική διάθεση με μια όμορφη καριέρα ως θεραπαινίδες της εξουσίας στα ιδρύματα της μετριότητας. Ορισμένοι κερδίζουν, ως γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, πάσης φύσεως σύμβουλοι έναν «Αγλέορα». Δεν βλέπουν κρίση ή την αντιμετωπίζουν ως ακαδημαϊκή ενασχόληση, αφήστε που, αν τη δουν, πρέπει να τη σχετίσουν με το «πάρτυ στην τσέπη τους». Βέβαια δεν είναι όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιστήμονες έτσι – αλλά οι περισσότεροι φιλοδοξούν να γίνουν, αυτό είναι το κυρίαρχο μοντέλο.
Πριν από τριάντα χρόνια, η συζήτηση π.χ. για το φακελάκι στα νοσοκομεία έδινε και έπαιρνε – σήμερα κανείς δεν θίγει τις εξωφρενικές αμοιβές της ιδιωτικής, όλο και χειρότερης ιατρικής. Πριν τριάντα χρόνια οι γιατροί σέβονταν τον συνάδελφό τους που «δεν τάπιανε», σήμερα τον λένε «μαλάκα», ενώ ο Δήμαρχος Μαραθώνα ξιφουλκεί υπέρ της αποζημίωσης των ιδιοκτητών αυθαιρέτων (πάλι καλά που δεν ζητά να αμοιφθούν και οι ... εμπρηστές για την αναντικατάστατη συμβολή τους στην επέκταση της πόλης). Η κυβέρνηση πολλαπλασιάζει, εν μέσω σοβαρότατης οικονομικής, δημοσιονομικής, οικολογικής κρίσης, παραχωρήσεις σε εργολάβους και εισαγωγείς πολυτελών και μη αυτοκινήτων, σχεδιάζοντας με το χωροταξικό μια Αθήνα, χαβούζα οκτώ εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα καλοβολεμένα παράσιτα που δίνουν τον τόνο στη δημόσια ζωή, ούτε δυνατότητα, ούτε συμφέρον έχουν να κάνουν σωστή διάγνωση της κατάστασης.
Κράτος, παιδεία, πολιτικά κόμματα, κοινωνικοί και κρατικοί θεσμοί της χώρας, προβληματικοί ακόμα και σε καλές συνθήκες, γνωρίζουν σχεδόν πλήρη απονομιμοποίηση, πλήρη αδυναμία λειτουργίας. Διαπαιδαγωγημένο με παραστάσεις και βιώματα από μια περίοδο εξαιρετικής σταθερότητας, της Ελλάδας μετά το 1974, το πολιτικό προσωπικό δεν έχει δυνατότητα να αντιμετωπίσει κρισιακά φαινόμενα.
Από ορισμένες απόψεις η σημερινή κρίση είναι σοβαρότερη εκείνης του 1974, όταν κατέρρευσε το καθεστώς της χούντας και, ευρύτερα, η όποια ηγεμονία της «εθνικόφρονος» δεξιάς παράταξης, στα ερείπια της Κύπρου, αποτέλεσμα ιδίως της υποτέλειας και εξάρτησης από τις ΗΠΑ που χαρακτήρισε την Ελλάδα μετά το 1947, υποτέλειας και εξάρτησης που συνδέεται βαθιά, οργανικά με τον μεταπρατικό και ιδίως «κλεπτοκρατικό» χαρακτήρα της οικονομίας. Το 1974 η μισή Ελλάδα, στην οποία συγκαταλέγονταν η πλειοψηφία και πάντως οι καλύτεροι από τους διανοούμενους και επιστήμονες της χώρας, ήταν καταδιωκόμενη, εκτός «συστήματος» επί δεκαετίες. Παρά το τεράστιο κόστος που πληρώθηκε για τον αποκλεισμό αυτό, η μισή αυτή Ελλάδα, ούσα περιθωριοποιημένη, εκτός συμφερόντων, μπόρεσε να λειτουργήσει ως «συνείδηση» και «στρατηγική εφεδρεία» της χώρας (όπως λειτούργησε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος του 1909). Σήμερα, το πολιτικό «σύστημα» έχει «ολοκληρωθεί» σε βαθμό που δεν επιτρέπει στον εαυτό του αυτοδιόρθωση.
Το 1974, η απάντηση της Ελλάδας στην κρίση ήταν εξωτερικά η ένταξη στην ΕΟΚ, εσωτερικά η δημιουργία ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού κινήματος, του ΠΑΣΟΚ. Σήμερα όμως, δεν υπάρχει εσωτερική «εφεδρεία» τέτοιου τύπου, ενώ το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο βαθμό οικονομικής-γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ ως αντανάκλαση της κρίσης
Αν η ανάλυση αυτή είναι σωστή, προσφέρει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την προ διετίας εκτόξευση της υποστήριξης προς τον ΣΥΡΙΖΑ (που φάνηκε να το οδηγεί πάνω από το ΠΑΣΟΚ), για το είδος πολιτικής ζήτησης που του απευθύνθηκε και για την εν συνεχεία κατακρήμνισή του. Δημοσκοπικά μεν, τα ευρήματα αυτά έχουν πάντως τεράστια σημασία γιατί είναι πολύ ισχυροί στην Ελλάδα οι δεσμοί ψηφοφόρων-κομμάτων. Οι εκλογές «παίζονται» συνήθως σε λίγες μονάδες μετατόπισης από το ένα κόμμα στο άλλο. Μια αριστερά που εγγίζει στο σύνολό της το 30%, έστω και δημοσκοπικά, είναι κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα μετά το 1958, όταν η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση.
Η δημοσκοπική εκτόξευση τρόμαξε το ελληνικό κατεστημένο και ... κυρίως, την ηγεσία της αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ), που αντέδρασε πανικόβλητη, φοβούμενη την ανεπάρκειά της απέναντι στις ξαφνικές νέες προκλήσεις – πολλοί μάλιστα μίλησαν για «συγκυριακές διακυμάνσεις», αν όχι περίπου «λάθος» των δημοσκοπήσεων! Μη μπορώντας να ερμηνεύσει την άνοδο, η Αριστερά δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει και την πτώση της.
Οι δημοσκοπήσεις δεν λάθεψαν. Απογοητευμένο από την κυβέρνηση, αντιμέτωπο με τραγική αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εμφανίσει αξιόπιστη εναλλακτική, επιφυλακτικό απέναντι στην «άκρα», «ριζοσπαστική» δεξιά και εκτιμώντας ως μη πολιτική την ψήφο στο σταλινικό ΚΚΕ, μέρος των πολιτών αναζήτησε μαζικά, πολύ φυσιολογικά λύση στον ΣΥΡΙΖΑ. Αναζήτησε όμως λύση για τα προβλήματα της χώρας κι όχι συμπαθείς πολιτικούς να τους ενισχύσει στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία αντιλήφθηκε τα προβλήματα πολύ καλύτερα και οξύτερα από το συντηρητικής ψυχολογίας στελεχιακό δυναμικό της αριστεράς.
Οι πολίτες είδαν στον Αλέκο Αλαβάνο έναν πολιτικό που, αν μη τι άλλο, μιλάει μόνος του και δείχνει να σκέφτεται και να πάσχει σε κάποιο μέτρο για τα κοινά – όλο και περισσότεροι από τους διαθέσιμους πολιτικούς μας μοιάζουν με ρομπότ που δεν έχουν επαφή με τον ελληνικό λαό, απαγγέλλουν, όπως κάναμε στο σχολείο, «ποιήματα» γραμμένα από άλλους, ενδιαφέρονται κυρίως για τα δικά τους πολιτικά-ιδιωτικά συμφέροντα. Μόνο ηλίθιοι μπορούν να πιστέψουν τον απίστευτο αριθμό από ψέμματα και γελοιότητες που μας αραδιάζουν.
Η υποψηφιότητα Τσίπρα ως Δημάρχου Αθηναίων, πολύ περισσότερο η εκλογή ενός νέου και «άφθαρτου» προσώπου στην προεδρία του ΣΥΝ, έμοιασε να σπάει τη μονοτονία των διεφθαρμένων, αναποτελεσματικών προσώπων που ανακυκλώνονται διαρκώς στην πασαρέλα της δυναστικής «δημοκρατίας» μας. Από την άλλη, το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των «συνιστωσών» του. Φάνηκε να υλοποιεί τον «προαιώνιο πόθο» των αριστερών για την ενότητά τους, μια αριστερά που «να κάνει κάτι» για τις ιδέες της και όχι για τους πάσης φύσεως μηχανισμούς της, τα διάφορα ισόβια «στελέχη» και «παράγοντες», ισόβια από συνήθεια συχνά παρά γιατί κάποιιος θυμάται πια τι έκαναν που να άξιζε κάποτε την εκλογή τους, που διαχειρίζονται ενίοτε με πολύ μικρό τρόπο μια πολύ μεγάλη υπόθεση, χωρίς τουλάχιστο νάχουν το θάρρος να παραδεχθούν την αδυναμία τους. Σηματοδότησε μια αριστερά που σταματούσε άνευ νοήματος, δήθεν ιδεολογικούς «καυγάδες», γύρω από τις διαφορές Στάλιν-Τρότσκι, Χρουστσώφ-Μάο, ευρωκομμουνιστών-σοβιετόφιλων, διαμάχες που, χωρίς να στερούνται σημασίας, δεν αποτελούν το κλειδί της απάντησης στα σημερινά προβλήματα.
Ούτε ο Συνασπισμός, ούτε οι μικρότερες συνιστώσες ήταν έτοιμες να εγκαταλείψουν το παρελθόν τους, δεν μπορούσαν να το δουν κριτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ τους προσέφερε όμως ένα πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσαν να «παραμερίσουν» χωρίς να αποδοκιμάσουν έναν εαυτό, μια παράδοση, ένα παρελθόν που διαισθάνονταν και οι ίδιοι ανεπίκαιρα, επενδύοντας σε κάτι μεγαλύτερο από τις μικροομάδες τους και διευρύνοντας το κοινό ενός κόμματος (ΣΥΝ), που επιχειρούσε μέχρι τότε να επιβιώσει στις παρυφές του ορίου κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης 3% (κάτι που κάνουν ότι λησμονούν σήμερα οι εκπρόσωποι της «ανανεωτικής πτέρυγας»). Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ ενθουσίασε και ως ιδέα και με τη δημοσκοπική του απήχηση, χιλιάδες αδρανοποιημένους (για σωστούς συχνά λόγους και συχνά «υγιέστερους» από τα επαγγελματικά του στελέχη) αριστερούς που, ιδίως στην επαρχία, έσπευσαν στις τάξεις του, ζήτησαν να οργανωθούν κλπ.
Που απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ
Οι παράγοντες που αναφέραμε τράβηξαν τους ψηφοφόρους, φέρνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο κέντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος το συμπέρασμα της «εξέτασης» δεν κρίθηκε ικανοποιητικό.
Η εμφάνιση Τσίπρα ήταν δυνατό «μέσο», το «μήνυμα» όμως ήταν δυσδιάκριτο πίσω από το «μέσο». Η Αθήνα π.χ. είναι ίσως το μεγαλύτερο οικολογικό σκάνδαλο της Ευρώπης. Χρειάζεται βαθύτατες τομές στη λειτουργία της, μερική ή πλήρη απαγόρευση ΙΧ, προγράμματα μαζικής αποκέντρωσης, αν όχι μεταφοράς της πρωτεύουσας, απαγόρευσης περαιτέρω οικοδόμησης. Χρειάζεται πόλεμος σε αυτοκίνητο και εργολάβους. Χωρίς μέτωπο σε «εργολαβιστάν» (και «ρουσφετιστάν» και διαφθορά) η ελληνική Οικολογία κινείται μεταξύ γραφικότητας και απάτης. Ούτε η Αριστερά, ούτε οι Οικολόγοι βιάζονται όμως να κηρύξουν τέτοιους πολέμους. Οι πολίτες χρειάζονται λύσεις στα οικολογικά, οικονομικά, εθνικά κλπ. προβλήματα – το αν θα είναι νέοι, γέροι ή μεσήλικες, άνδρες ή γυναίκες αυτοί που θα τις δώσουν ενδιαφέρει ιδιαίτερα μόνο όσους έχουν λύσει τα βασικά προβλήματά τους, όχι όσους γονατίζουν από αυτά. Ορθώς η αριστερά ανακάλυψε, με τρεις δεκαετίες καθυστέρηση, ότι το «μήνυμα», η «επικοινωνία» έχουν μεγάλη σημασία – δεν κατάλαβε όμως γιατί έχουν. Δεν κατάλαβε δηλαδή ότι έχουν γιατί υποδεικνύουν στους πολίτες καταλληλότητα επίλυσης προβλημάτων.
Από την άποψη αυτή, η ανάδειξη Τσίπρα στην Προεδρία του ΣΥΝ θα μπορούσε να είναι πολύ σημαντικό βήμα, εφόσον ο νέος Πρόεδρος κατάφερνε να ξεπεράσει τους περιορισμούς του κοινωνικού στρώματος και της εποχής από τα οποία ανεδείχθη, ειδικά μάλιστα τώρα, καθώς η χώρα εισέρχεται πλήρης σε κρισιακή εποχή. Αν είναι σωστή η ανάλυσή μας, η Ελλάδα χρειαζόταν απελπιστικά πολιτική, η Αριστερά της πρόσφερε επικοινωνία και έχασε.
Ο Αλαβάνος ορθώς διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να βρει έναν τρόπο να δραπετεύσει από τον «σοβαροφανή», «σοσιαλιστικό πουριτανισμό» της «σχολής» του ΚΚΕ, να ανοιχτεί στην κοινωνία. Μόνο που η αριστερά δεν μπορεί απλώς να επηρεάζεται, πρέπει και να επηρεάζει την κοινωνία. Και μπορεί να το πράξει, στις σημερινές ελληνικές συνθήκες, μόνο αναπτύσσοντας, σε αλληλεπίδραση ασφαλώς με την κοινωνία, ένα σχέδιο «ριζοσπαστικού ρεφορμισμού», «αριστερής διεξόδου», υποτάσσοντας τις πρωτοβουλίες της σε αυτό, αποφεύγοντας να προσαρμοστεί απλά στην κοινωνική ζήτηση, όπως και να της αντιτάξει μια «χιλιαστικού» τύπου θεωρητική κατασκευή. Ειρήσθω εν παρόδω, μόνο ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση, σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ – γιατί θα υπέτασσε την όποια τακτική συνεργασιών, σε στρατηγικές ανάγκες που θα είχε εγκολπωθεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αντί να αμύνεται πολιτικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, θα χρειαζόταν να αμυνθεί το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην Αριστερά. (Προς το παρόν βέβαια, η Αριστερά μοιάζει τελούσα εν πλήρει και καταστροφική αμηχανία απέναντι στο ενδεχόμενο αυτό).
Η πολιτική γίνεται στις μέρες μας με ηγετικές τηλεοπτικές παρεμβάσεις. Για ένα κόμμα της αριστεράς όμως έχει σημασία και η διατύπωση ενός συνεκτικού μεταβατικού προγράμματος, προορισμένου να «γεφυρώσει» την απόσταση ανάμεσα στη συνείδηση του πιο προχωρημένου κομματιού της κοινωνίας και τις μακροχρόνιες στρατηγικές επιδιώξεις του, μεταφράζοντάς το σε μια σειρά συνθημάτων-συμπυκνώσεων των αναγκών. Δυστυχώς, η Επιτροπή Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά δεν λειτούργησε κι όσο λειτούργησε τόκανε με σαφή πρόθεση να αποφύγει κι όχι να λύσει το πρόβλημα. Δεν αντιμετώπισε κανένα από τα προβλήματα που απορρέουν από το ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε τον ίδιο καπιταλισμό πούχουμε στη Γερμανία, αλλά το «εργολαβιστάν-λαμογιστάν-ρουσφετιστάν». Δεν θέλησε να αναγνωρίσει τις πραγματικές διαδρομές της «υπεραξίας», της «εξουσίας» και της «εκμετάλλευσης» στη σημερινή Ελλάδα, και ως αποτέλεσμα παρήγαγε ένα κλασικό «πρόγραμμα-ευχολόγιο», που ουδείς μπαίνει στον κόπο να διαβάσει και όλοι γνωρίζουν ότι δεν θα εφαρμοσθεί. (3) Ειδικά στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, υπήρξε μια συμπαιγνία της μεγάλης πλειοψηφίας των συνιστωσών να μην συζητηθούν, με το επιχείρημα ότι «αν συζητηθούν θα σκοτωθούμε». Μετά, όσοι διατυπώνουν τέτοιες απόψεις, καθιστώντας αρετή την κραυγαλέα πολιτική τους ανεπάρκεια, παραπονούνται και κατηγορούν τους συντρόφους και όχι τους εαυτούς τους, γιατί οι ψηφοφόροι τους στέλνουν στο διάβολο.
Η πολιτικο-ιδεολογική αφωνία είχε το ισοδύναμό της και στα οργανωτικά. Ο ΣΥΝ και η πλειοψηφία των συνιστωσών αρνήθηκαν πεισματικά να μετατρέψουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε Μέτωπο, Κίνημα, Κόμμα, οργανωτικό σχήμα δηλαδή που θα του επέτρεπε να υποδεχθεί στις τάξεις του τις χιλιάδες αριστερούς που ενδιαφέρθηκαν να επαναδραστηριοποιηθούν, αλλά χρειάζονται οργανώσεις για να το κάνουν. Καταλήξαμε έτσι ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΛΑΟΣ να δίνουν, τουλάχιστο στα χαρτιά, περισσότερα δικαιώματα στους πολίτες που θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις τάξεις τους από την «ανανεωτική», «δημοκρατική», «αντισταλινική» ή «ριζοσπαστική» αριστερά! Υποθέτουμε, γιατί πειστική απάντηση άλλη δεν ακούσαμε, ότι πρυτάνευσε ο «φόβος του άγνωστου» και η ανασφάλεια μηχανισμών που επιδιώκουν κυρίως την αναπαραγωγή τους. Μόνο που έτσι στέρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει χιλιάδες ενδιαφερόμενα στελέχη, να επωφεληθεί της πείρας και των βιωμάτων τους (οι τοποθετήσεις των λαϊκότερων και επαρχιακών στελεχών στις πανελλαδικές συσκέψεις ήταν απείρως πιο ενδιαφέρουσες από τις τοποθετήσεις των «Λένιν» της Αθήνας, κι αν θα άξιζε να υπάρξει κάποια ποσόστωση στα όργανα θάπρεπε να επιβάλλει αυξημένη παρουσία λαϊκών στελεχών, μη ελεύθερων επαγγελματιών και επαρχιακών), αλλά και να διαθέτει σήμερα ένα δημοκρατικό πλαίσιο απόφασης, για να αντιμετωπίζει κρίσεις όπως αυτή που προέκυψε με την σύγκρουση Αλαβάνου-Τσίπρα.
Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί θα βρουν εξαιρετικά σκληρή την κριτική του γράφοντος στον ΣΥΡΙΖΑ. Στο κάτω-κάτω, είναι καλύτερα τα άλλα κόμματα της χώρας, περισσεύουν στους άλλους χώρους οι ιδέες για τη χώρα; Η όντως σκληρή κριτική στην οποία υποβάλαμε το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, έχει να κάνει με το ότι τον παίρνουμε στα σοβαρά. Δεν θα δαπανούσαμε ούτε δύο λεπτά για να συζητήσουμε αίφνης τα προγράμματα του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ – όλοι ξέρουμε ότι δεν θα εφαρμοσθούν. Είναι το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησαν τη χώρα τα δύο μεγάλα κόμματα και η ασκούσα την πραγματική εξουσία διαπλεκόμενη και υποτελής στο εξωτερικό ολιγαρχία, που μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για τις εναλλακτικές. Αν το πρόβλημα της χώρας ήταν μικρότερο, τότε και οι απαιτήσεις από την αριστερά θα ήταν μικρότερες. ‘Οπως ξαναέδειξαν τα τελευταία γεγονότα, μια αριστερά που περιορίζεται να ζητά εξονόματος μιας απαθούς κοινωνίας τον «ουρανό με τα άστρα» από ένα χρεωκοπημένο και διεθθαρμένο κράτος δεν έχει κανένα μέλλον. Από την κουλτούρα που κυριαρχεί μετά το 1974, χρειαζόμαστε όλο τον ριζοσπαστισμό του Ανδρέα Παπανδρέου (και του ΚΚΕ και των αριστεριστών που τον μιμήθηκαν), ούτε στάλα όμως από τη δημαγωγία του. ‘Οσο κι αν φαίνεται πολύ δύσκολο, η Ελλάδα πρέπει πια να μάθει να λέει, να σκέφτεται και να ενεργεί με τον ίδιο τρόπο.
Μπορεί να αντιτάξετε στον γράφοντα τα χιλιάδες επενδεδυμένα συμφέροντα στην παραοικονομία, στη φοροδιαφυγή, στη διαφθορά, τη δυσκολία να βρεθεί κοινωνικό υποκείμενο που να στηρίξει μια απόπειρα αναμόρφωσης της χώρας. ‘Ομως, όλο και μεγαλύτερα κοινωνικά στρώματα θα αρχίσουν, εκ των πραγμάτων, να ζουν επίσης το όλο και πιο δυσανάλογο κόστος της καθολικής διάλυσης της χώρας – τι να το κάνεις το αυθαίρετο στην έρημο μέσα; Αν υπάρξει ηγέτης και ηγεσία μπορούν να γίνουν θαύματα, όπως έδειξε η δημοσκοπική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2007, όπως έδειξε η απόρριψη της ευρωσυνθήκης στη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ιρλανδία, όπως έδειξαν τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα του 2005-06 στη Γαλλία, οι επιτυχίες της γερμανικής αριστεράς και του ‘Οσκαρ Λαφονταίν πρόσφατα. Χρειάζεται όμως ηγεσία και σοβαρότητα – και δυστυχώς όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες, καθώς γράφεται αυτό το άρθρο, μόνο σοβαρότητα δεν δείχνουν. Αντίθετα, υπογραμμίζουν τον κίνδυνο μιας ιστορικής ήττας του εγχειρήματος δημιουργίας μιας δημοκρατικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, που έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα. Είναι κρίμα για τους χιλιάδες ανιδιοτελείς αγωνιστές της αριστεράς, κληρονόμους μιας τόσο ηρωϊκής παράδοσης, να βλέπουν το θέαμα που παρουσιάζουν σήμερα οι ηγέτες, ακυρώνοντας με τη συμπεριφορά τους το πολιτικό τους διάβημα. Και θα ήταν πολύ περισσότερο κρίμα, αν η κρίση της ελληνικής αριστεράς (και κεντροαριστεράς) σε όλες τις εκδοπχές της, άνοιγε τον δρόμο, ιδίως αν συνοδευθεί με επαχθείς εθνικές ρυθμίσεις σε Κύπρο και σε Αιγαίο, σε μια νέα μορφή ελληνικού νεοφασισμού.
Για λόγους χώρου είναι αδύνατο, στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, να αναφερθούμε σε δύο επίσης κρίσιμους παράγοντες που προσδιόρισαν τα τελευταία χρόνια την αριστερά, δηλαδή τη στάση της απέναντι στο μεταναστευτικό φαινόμενο και στην εξωτερική πολιτική. ‘Ισως σε μια επόμενη ευκαιρία να αναφερθούμε σε αυτά, όπως και στους ευρωπαίκούς και διεθνείς παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την ελληνική αριστερά. Σημειώνουμε πάντως την πολύ σημαντική, κατά την εκτίμησή μας, πρόσφατη δήλωση του Αλέκου Αλαβάνου, που ζήτησε πάγωμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, όσο καιρό η ‘Αγκυρα εξακολουθεί τη στρατιωτική κατοχή τμήματος της Κύπρου και την ακραία προκλητική πολιτική της έναντι της Ελλάδας.
Το ζήτημα της κυβερνητικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ
Η προσπάθεια να συγκροτηθεί μια αριστερά που να «ξεπερνάει» το ΚΚΕ, να παραμένει ριζοσπαστική, αξιόπιστη και δημοκρατική, χωρίς να λειτουργεί ως «αιμοδότης» και «τσόντα» του ΠΑΣΟΚ είναι ασφαλώς εξαιρετικά δυσχερές εγχείρημα. Η εμπειρία των τελευταίων ετών, αλλά και η παρούσα κρίση Αλαβάνου-Τσίπρα, θα οδηγούσαν φυσιολοιγικά στο συμπέρασμα ότι το στοίχημα, τουλάχιστον υπό τη μορφή ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ χάθηκε, ότι το ΚΚΕ έμεινε χωρίς σοβαρό ανταγωνιστή στον χώρο της αριστεράς και το ΛΑΟΣ στον χώρο του «ριζοσπαστισμού».
Δεν αποκλείεται το συμπέρασμα να είναι ορθό. Δεν είναι όμως βέβαιο. Αν η ανάλυσή μας είναι σωστή, η Ελλάδα θα περάσει από πολύ μεγάλες κρίσεις και οι κρίσεις είναι εξίσου ευκαιρίες και κίνδυνοι για τη ριζοσπαστική αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πιεσθεί πολύ έντονα πολιτικά από το ΠΑΣΟΚ αν το τελευταίο δεν κερδίσει αυτοδυναμία (ενώ αν κερδίσει θα γνωρίσει πιθανότατα σοβαρότατη κρίση και δυσκολία έως αδυναμία διακυβέρνησης). Στο άμεσο μέλλον θα κριθούν επίσης πολύ μεγάλα οικονομικά ζητήματα, όπως και μείζονα στρατηγικά ζητήματα σε Κύπρο και Αιγαίο.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποκτήσει, γιατί δεν έχει, πολιτική επ’αυτών, τότε μπορεί να μετατρέψει το πρόβλημα σε ευκαιρία. Σε ότι αφορά τη διακυβέρνηση δεν μπορεί να αποφεύγει το πρόβλημα, ούτε να λέει, όπως έγραφαν το 2007 «Αυγή» και «Εποχή», γελοιότητες τοιυ τύπου «η ακυβερνησία είναι ευλογία»! Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε αίφνης να προτείνει στο ΠΑΣΟΚ, στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας, να στηρίξει μειοψηφικά και για τακτό χρονικό διάστημα μια κυβέρνηση χωρίς να συμμετάσχει και με συγκεκριμένους, σαφείς όρους, η παραβίαση των οποίων θα οδηγούσε σε άρση της εμπιστοσύνης. Τέτοιοι μίνιμουμ όροι θα μπορούσαν π.χ. να περιλάβουν παντελή απαγόρευση του ρουσφετιού, δραστικές απαγορεύσεις αυτοκινήτων και οικοδόμησης στην Αθήνα, πρόγραμμα δράσης κατά της παραοικονομίας, της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής με μετρήσιμους στόχους, σκληρή φορολόγηση μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αυτοκινήτων και πολυτελούς κατανάλωσης, μεγάλες αυξήσεις των κατώτερων συντάξεων, επανεθνικοποιήσεις ορισμένων κρίσιμων τμημάτων της οικονομίας, αυστηρή συσχέτιση της περαιτέρω ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την πολιτική της, διεύρυνση των σχέσεων με τη Ρωσία κλπ. Πρόκειται ασφαλώς για ριζικές αλλαγές που θα προσκρούσουν σε σοβαρά εμπόδια, δεν βλέπουμε όμως άλλο τρόπο ανάταξης της χώρας. Πρόκειται ασφαλώς για ενδεικτικό κατάλογο, με αξία παραδείγματος, δεν είναι δουλειά του γράφοντος η σύνταξη ενός τέτιου μίνιμουμ πλαισίου. Το κριτήριο είναι να πρόκειται για μέτρα ώριμα στην κοινωνική συνείδηση, που να απειλούν, αν διαφωνήσει το ΠΑΣΟΚ, τους δεσμούς του με τη βάση του, να αποδεικνύουν ταυτόχρονα την ωφελιμότητα της αριστεράς για τα λαϊκά στρώματα και να οξύνουν τη συνείδηση της κοινωνίας για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και την προθυμία της να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικές λύσεις. Οι άλλες δύο λύσεις που υπάρχουν είναι είτε μια συμμαχία χωρίς αρχές με το ΠΑΣΟΚ, είτε η ηρωϊκή απομόνωση με ορίζοντα πενήντα χρόνια ή το άπειρο! Η φύση όμως απεχθάνεται το κενό. Τα προβλήματα με τα οποία θα αρνηθεί να καταπιαστεί η αριστερά, θα καλέσουν άλλους να τα αντιμετωπίσουν – και λόγω ακριβώς του βάθους της κρίσης, η άκρα δεξιά και ο νεοφασισμός θα είναι μεταξύ των υποψηφίων.
Αύγουστος 2009
Σημείωση: Η Αριστερά, αν όντως θέλει να ανταποκριθεί στο χαρακτηρισμό «ριζοσπαστική» που αποδίδει η ίδια στον εαυτό της, πρέπει να ανιχνεύσει, όσο οδυνηρό και πολιτικά επικίνδυνο και αν είναι, τις διαδρομές της εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Τον 19ο αιώνα ήταν επαναστατική η ανακάλυψη από τον Καρλ Μαρξ της κλοπής της υπεραξίας των εργατών από τους καπιταλιστές. Στην Ελλάδα όμως του 21ου αιώνα μπορεί να με κλέβει περισσότερο ο γιατρός που μου παίρνει 100 ή 150 ευρώ για μια εξέταση μιας ώρας και δεν μου δίνει απόδειξη. ‘Η μπορεί να με στείλει κυριολεκτικά στο διάολο ο διευθυντής του τάδε μεγάλου νοσοκομείου που το έχει διαλύσει, ώστε οι πελάτες να πηγαίνουν στο διαγνωστικό απέναντι. Μπορεί να ψηφίζεις αριστερά, αλλά να χρεώνεις τη φτωχή αγρότισσα 400 ευρώ τη γέννα, μπορεί να σταδιοδρομείς ως στέλεχος της αριστεράς, κατακρίνοντας τον δικομματισμό, γράφοντας περισπούδαστα άρθρα στην κυριακάτικη Αυγή, να τρέχεις όμως στον χ διεφθαρμένο πρώην και μέλλοντα Υπουργό του ΠΑΣΟΚ για να μη σου γκρεμίσουν το αυθαίρετο! Δεν είναι ριζοσπαστισμός τα 1300 ευρώ κατώτερος μισθός, 30% πάνω από τη Γαλλία, γιατί δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα, αν τα κατοχύρωνες θα οδηγούσες σε έκρηξη μαύρης εργασίας και γιατί δεν υπάρχει λόγος να εντείνεις το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης και τις εισαγωγές αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών – θάταν καλύτερα να αύξαινες τον «κοινωνικό Μισθό». Ούτε συνιστά λύση η πρόσληψη 100.000 υπαλλήλων στο δημόσιο που ζητούσε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά, και που θα τοιυς προσλάβει ως ρουσφέτια η ΝΔ - ποιός διασφαλίζει επιπλέον ότι αυτοί οι υπάλληλοι θα εργάζονται και δεν θα χτυπάνε κάρτα για να φύγουν, όπως πράττουν οι σαράντα πέντε (45!) ηλεκτρολόγοι κεντρικού νοσοκομείου. Τι έχει να πει για το κράτος, τι παρεμβάσεις έκανε η «ριζοσπαστική αριστερά»;
Θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε επ’ άπειρον τα παραδείγματα. Από δεκαενιά μέτρα για την κρίση που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Γενάρη, τα δεκαεπτά ήταν αναδιανεμητικής υφής. Αν πραγματοποιούνταν δεν θα υπήρχε μεγάλη ανάγκη να συνεχισθεί ο αγώνας για τον σοσιαλισμό...Δεν υπήρχε ούτε ένα που να οδηγεί σε διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας, ούτε ένα που να κάνει λόγο για συγκεκριμένη αναδιανομή, να ονοματίζει τα στρώματα που θα πληρώσουν δηλαδή...
Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγει το σύνηθες δημαγωγικό ευχολόγιο που χαρακτηρίζει τα προγράμματα της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του 1970. Αν όμως από κάτι έχει ανάγκη η Αριστερά και η χώρα δεν είναι ένας κατάλογος ευχών, είναι ένα σοβαρό σχέδιο εξόδου της χώρας από την κρίση, βασισμένο στην αναγνώριση και την ανάλυση των πραγματικών σχέσεων εξουσίας, παραγωγής και διανομής. Γιατί η Αριστερά δεν παίρνει ούτε μία πρωτοβουλία δημιουργίας καταναλωτικών και παραγωγικών συνεταιρισμών, γιατί δεν ζητάει την αληθινή κοινωνικοποίηση του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου, που θα μπορούσε να απαντήσει και στο ασφαλιστικό και στο τραπεζικό πρόβλημα της χώρας, γιατί ενώ είναι άφθαστη στην υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των πανεπιστημίων, είναι τόσο συντηρητική στη διατύπωση προτάσεων που θα βοηθούσαν να πάψουμε να έχουμε πανεπιστήμια (και εν γένει δημόσιο τομέα) μπάχαλο;
ΥΓ Δεν θελήσαμε να σχολιάσουμε τη σύγκρουση Αλαβάνου-Τσίπρα. Φαίνεται ότι στην αριστερά πολλοί εκτιμούν και ότι τους περισσεύουν τα στελέχη εθνικής εμβέλειας. Δυστυχώς οι μηχανισμοί της αριστεράς διακρίνονται ενίοτε προς ενστικτώδη απέχθεια προς όσους ξεχωρίζουν. Συχνά επίσης η γραφειοκρατική ικανότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη της πολιτικής ικανότητας. Απορεί κανείς με πολλά και διάφορα που συμβαίνουν τελευταίως στον χώρο της αριστεράς, όπως π.χ. τη στάση μιας ανανεωτικής πτέρυγας που, ενώ αποστρέφεται τον Αλέξη Τσίπρα και ότι εκπροσωπεί, πρωταγωνιστεί τώρα στην υποστήριξη προς το πρόσωπό του, προκειμένου να φύγει ο Αλαβάνος! Πέραν πάντως του πολιτικού, υπάρχει μια ηθική πτυχή στον τρόπο που ορισμένα στελέχη της Αριστεράς διαχειρίζονται την υπόθεσή της. Οι ιδέες της δεν είναι ιδιοκτησία του ενός ή του άλλου ηγέτη, του ενός ή του άλλου μηχανισμού. Αλλά στην περίπτωση της Αριστεράς, το ηθικά απαράδεκτο θα γίνει μετά βεβαιότητος, αργά ή γρήγορα, και πολιτικά καταστροφικό!
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΕΚΚΛΗΣΗ
Οι «Οικοσοσιαλιστές Ελλάδας» μετά τη συνεδρίαση της Κεντρικής Γραμματείας, απευθύνουν σε όλο τον κόσμο της Αριστεράς το ακόλουθο κάλεσμα:
Εκατοντάδες χιλιάδες οπαδοί και αγωνιστές της Αριστεράς παρακολουθούν με θλίψη, οργή και αγανάκτηση τη συμπεριφορά των ηγετικών τους στελεχών, που θέτει σε κίνδυνο την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αν όχι το ιστορικό κύρος και την πολιτική επιβίωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Ηγετικά στελέχη που πρωταγωνιστούν στην απαράδεκτη αυτή, άνευ αρχών, άνευ κατανοητού πολιτικού διακυβεύματος, φραξιονιστική σύγκρουση για την εξουσία και τους μηχανισμούς, αναλαμβάνουν ιστορική ευθύνη απέναντι στον κόσμο της Αριστεράς, απέναντι στους εργαζόμενους και τους νέους που την έχουν ανάγκη, απέναντι στους αγωνιστές της και απέναντι στην κληρονομιά μιας από τις ηρωϊκότερες παραδόσεις του ελληνικού λαού. Ούτε η Ιστορία, ούτε οι Αριστεροί, ούτε η κοινωνία θα είναι επιεικείς απέναντι σε μικρά πρόσωπα που θα αναλάβουν την ευθιύνη να «τελειώσουν» το εγχείρημα μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς, που τόσο έχει ανάγκη η Ελλάδα κι ο Λαός της.
Σεβόμαστε όλες τις τάσεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι όταν διαφωνούμε μαζί τους. Αλλά τι το πολιτικό (και τι το «ανανεωτικό») έχουν αίφνης οι συνεχείς εκκλήσεις επιφανών στελεχών της «ανανεωτικής πτέρυγας» προς τον Αλέξη Τσίπρα (με τον οποίο βρίσκονται κατά τα άλλα σε πλήρη πολιτική διαφωνία) να «πάρει όλη την εξουσία», διαλύοντας εν ανάγκη και τον ΣΥΡΙΖΑ, ή τουλάχιστο μεταβάλλοντάς τον σε δορυφόρο της Κουμουνδούρου, όπως κάποτε το ΚΚΕ «κατασκεύαζε» Αγροτικά και Σοσιαλιστικά Κόμματα; Ποιός υπαγορεύει και ποιόν εξυπηρετούν οι σχεδόν καθημερινές δημόσιες προσβολές του Νίκου Κωνσταντόπουλου προς τον Αλέκο Αλαβάνο και οι δηλητηριώδεις «προτροπές» του να αποχωρήσει;
Ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει σοβαρότατη, οξύτατη κρίση, οικονομική, κοινωνική, αξιών. Η χώρα μας καλείται ήδη για το επόμενο τετράμηνο, να «προσαρμοσθεί» στις απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κύπρο, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια, τις ελληνορωσικές σχέσεις. Η διαπλεκόμενη και ατλαντική ελληνική ολιγαρχία, οι υπηρέτες του Χριστοφοράκου, οι ΗΠΑ, το διευθυντήριο της Ε.Ε.οι φίλοι και το λόμπυ τους, έχουν ασφαλώς τεράστιο συμφέρον να βγάλουν τώρα από τη μέση την Αριστερά, να ξαναστήσουν στα πόδια του, τουλάχιστο κατά το ένα σκέλος του, τον παραπαίοντα δικομματισμό και να ευνοήσουν την κυριαρχία των ατλαντιστών στον άλλο. Εμείς, οι Αριστεροί, θέλουμε να είμαστε απόντες από τη χάραξη των δραματικών εξελίξεων που έρχονται με μαθηματική βεβαιότητα, μα 100% παρόντες στις μάχες για την ανατροπή τους.
Καλούμε όλα τα στελέχη της αριστεράς να συνέλθουν προτού καταστρέψουν το εχγείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο αναγκαίο και ελπιδοφόρο, που σε μια στιγμή συγκέντρωσε τις προτιμήσεις του 20% του ελληνικού λαού – έστω κι αν αποδειχθήκαμε τραγικά ανέτοιμοι να ανταποκριθούμε.
Υπάρχει χώρος και για τον Αλέξη Τσίπρα και για τον Αλέκο Αλαβάνο και για όσους έχουν κάτι να προσφέρουν κι όχι μόνο κάτι να πάρουν από την αριστερά. Ζητάμε να σταματήσουν τα τελεσίγραφα και να συγκληθεί σε κοινή συνεδρίαση η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝ. Απευθύνουμε έκκληση προς την ηγεσία του ΣΥΝ να διακόψει άμεσα την (εν ονόματι της ανανέωσης της Αριστεράς μάλιστα!) σταλινική πολιτική τελεσιγράφων και δορυφοροποίησης των συνεργαζομένων, που πάντα προκάλεσε καταστροφές στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς. Απευθύνουμε έκκληση και στην ηγεσία του ΣΥΝ και σε όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, να αναζητήσουν μια συμβιβαστική λύση, που να επιτρέψει την ομαλή κάθοδό μας στις εκλογές. Οι ευθύνες όλων μας είναι ιστορικές.
Η Κεντρική Γραμματεία των «Οικοσοσιαλιστών Ελλάδας»
5-9-2009
Σημ. Το κείμενο που ακολουθεί είναι τμήμα άρθρου που θα δημοσιευθεί ολόκληρο στο επόμενο τεύχος (αρ.34) του περιοδικού Hellenic Nexus. Το άρθρο γράφτηκε πριν από την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών, πρώτο ... θύμα των οποίων μοιάζει ο ...ΣΥΡΙΖΑ! Για τις εξελίξεις μετά την προκήρυξη των εκλογών, μας φάνηκε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η προκήρυξη των "οικοσοσιαλιστών", συνιστώσας του ΣΥΡΙΖΑ, που αναδημοσιεύουμε στο τέλος του παρόντος κειμένου.
Ο ελληνικός κοινωνικός-κρατικός σχηματισμός αντιμετωπίζει σήμερα μια από τις σοβαρότερες, ίσως τη σοβαρότερη μεταπολεμική κρίση του, αδυνατεί να «αναπαραχθεί» χωρίς μείζονες καταστροφές (όπως αυτή που προκάλεσε στην Αττική η «Ελλάδα των εργολάβων»), αδυνατεί να αντιμετωπίσει την «κρίση των κρίσεων» (εκτίναξη κάθε μορφής χρέους), δυσκολεύεται να διατηρήσει την εθνική κυριαρχία στα (αλληλένδετα, «σιαμαία») κράτη Ελλάδας- Κύπρου (το 2004 η πολιτική ελίτ Ελλάδας-Κύπρου παρουσίασε ένα σχέδιο αυτοκατάλυσης του κυπριακού κράτους ως λύση του κυπριακού και σήμερα το επαναφέρει!). Μια οικολογική καταστροφή μεγάλης κλίμακας ενεγράφη στην ημερήσια διάταξη επίσης λόγω φαινομένου θερμοκηπίου, δεν γνωρίζουμε όμως τη χρονικότητά της (οι «μεγαφωτιές» της Ηλείας ενδέχεται να την ανήγγειλαν).
Ο «κρατικο-διαπλεκόμενος και κλεπτοκρατικός» τρόπος συσσώρευσης του κεφαλαίου, που στηρίζεται όλο και περισσότερο σε χρέωση από το τέλος της δεκαετίας του 1970, τρόπος ύπαρξης του ελληνικού καπιταλισμού και η ιδεολογία που τον συνοδεύει εξαντλείται, προκαλώντας στην καλύτερη περίπτωση βαθειά παρακμή, στη χειρότερη καταστροφικές κρίσεις. Τα δύο «κόμματα εξουσίας», απονομιμοποιημένα όσο ποτέ άλλοτε μετά τη μεταπολίτευση, γίνονται αντιληπτά από τους πολίτες σε μεγάλο βαθμό ως «κόμματα Μαυρογιαλούρων», με τον πολίτη να καλείται ουσιαστικά να αποφασίσει ποιός θα τον ... καταστρέψει λιγότερο. Ακόμη και οι κάπως έντιμοι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι, αν μη τι άλλο, να κλείνουν τα μάτια απέναντι σε όσα βλέπουν δίπλα τους. Ο εκάστοτε κ. Χριστοφοράκος και οι εγχώριοι «βαρώνοι» έχουν περισσότερη δύναμη στη χώρα απότι ο διοικητής της ... Βέρμαχτ στην κατοχή: εκείνος τουλάχιστο είχε 100.000 Ελασίτες να αντιμετωπίσει.
Η διαιώνιση του «λαμογιστάν», τρόπου μη παραγωγής, ληστρικής διανομής της «υπεραξίας» και αναπαραγωγής της υποτέλειας, απειλεί τώρα βιοτικό επίπεδο, δημοκρατικές κατακτήσεις και τον σημερινό βαθμό εθνικής ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Πιθανή, τυχόν εμβάθυνση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κρίσης της ΕΕ θα συμπαρασύρει και την Ελλάδα, καθιστώντας πιθανότερες μεγάλες καταστροφές. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η σοβαρή κοινωνικο-οικονομική και πολιτική κρίση συνδυάζεται με την «ωρίμανση» μειζόνων γεωπολιτικών στρατηγικών που μας αφορούν. ΗΠΑ-Βρετανία επιδιώκουν άμεσα επίλυση του κυπριακού με μετατροπή της Κύπρου σε προτεκτοράτο, «επίλυση» ελληνοτουρκικών, επιτάχυνση τουρκικής ενταξιακής πορείας και αποκοπή Ελλάδας και Ρωσίας.
Το βάθος της απειλής για την Ελλάδα το αντιλαμβάνονται ενστικτωδώς πολύ καλύτερα οι λαϊκές τάξεις και μερίδα της νεολαίας. Αυτή η αίσθηση εξηγεί την εμφάνιση και σταθερή άνοδο του ΛΑΟΣ, την εκτόξευση και κατακρήμνιση του ΣΥΡΙΖΑ, την εξωφρενική (δεδομένης της κρίσης της ΝΔ) αδυναμία του ΠΑΣΟΚ, τη φοβερή εξέγερση του Δεκέμβρη, την μαζική αποχή και την ψυχολογία κατάθλιψης, νευρικής κρίσης, εντονότατης απαισιοδοξίας που χαρακτηρίζει τον πληθυσμό της χώρας, την αγανάκτηση και την αποστροφή απέναντι στο σάπιο πολιτικό προσωπικό και τους διεφθαρμένους αξιωματούχους. Αυτοί που δεν αντιλαμβάνονται το βάθος της κρίσης είναι οι κάθε είδους «βολεμένοι» - δεν έχουν ούτε εργαλεία, ούτε συμφέρον. Οι «ελίτ» πάσχουν από «σύνδρομο Μαρίας Αντουανέττας», δεν αντιλαμβάνονται την κρίση, ή επενδύουν στα ιδιαίτερα πολιτικο-επιχειρηματικά τους σχέδια, πως να επιβιώσουν εν μέσω καταστροφής.
Οι περισσότεροι «διανοούμενοι» της χώρας αντήλλαξαν προ πολλού την όποια κριτική διάθεση με μια όμορφη καριέρα ως θεραπαινίδες της εξουσίας στα ιδρύματα της μετριότητας. Ορισμένοι κερδίζουν, ως γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι, πάσης φύσεως σύμβουλοι έναν «Αγλέορα». Δεν βλέπουν κρίση ή την αντιμετωπίζουν ως ακαδημαϊκή ενασχόληση, αφήστε που, αν τη δουν, πρέπει να τη σχετίσουν με το «πάρτυ στην τσέπη τους». Βέβαια δεν είναι όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι επιστήμονες έτσι – αλλά οι περισσότεροι φιλοδοξούν να γίνουν, αυτό είναι το κυρίαρχο μοντέλο.
Πριν από τριάντα χρόνια, η συζήτηση π.χ. για το φακελάκι στα νοσοκομεία έδινε και έπαιρνε – σήμερα κανείς δεν θίγει τις εξωφρενικές αμοιβές της ιδιωτικής, όλο και χειρότερης ιατρικής. Πριν τριάντα χρόνια οι γιατροί σέβονταν τον συνάδελφό τους που «δεν τάπιανε», σήμερα τον λένε «μαλάκα», ενώ ο Δήμαρχος Μαραθώνα ξιφουλκεί υπέρ της αποζημίωσης των ιδιοκτητών αυθαιρέτων (πάλι καλά που δεν ζητά να αμοιφθούν και οι ... εμπρηστές για την αναντικατάστατη συμβολή τους στην επέκταση της πόλης). Η κυβέρνηση πολλαπλασιάζει, εν μέσω σοβαρότατης οικονομικής, δημοσιονομικής, οικολογικής κρίσης, παραχωρήσεις σε εργολάβους και εισαγωγείς πολυτελών και μη αυτοκινήτων, σχεδιάζοντας με το χωροταξικό μια Αθήνα, χαβούζα οκτώ εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα καλοβολεμένα παράσιτα που δίνουν τον τόνο στη δημόσια ζωή, ούτε δυνατότητα, ούτε συμφέρον έχουν να κάνουν σωστή διάγνωση της κατάστασης.
Κράτος, παιδεία, πολιτικά κόμματα, κοινωνικοί και κρατικοί θεσμοί της χώρας, προβληματικοί ακόμα και σε καλές συνθήκες, γνωρίζουν σχεδόν πλήρη απονομιμοποίηση, πλήρη αδυναμία λειτουργίας. Διαπαιδαγωγημένο με παραστάσεις και βιώματα από μια περίοδο εξαιρετικής σταθερότητας, της Ελλάδας μετά το 1974, το πολιτικό προσωπικό δεν έχει δυνατότητα να αντιμετωπίσει κρισιακά φαινόμενα.
Από ορισμένες απόψεις η σημερινή κρίση είναι σοβαρότερη εκείνης του 1974, όταν κατέρρευσε το καθεστώς της χούντας και, ευρύτερα, η όποια ηγεμονία της «εθνικόφρονος» δεξιάς παράταξης, στα ερείπια της Κύπρου, αποτέλεσμα ιδίως της υποτέλειας και εξάρτησης από τις ΗΠΑ που χαρακτήρισε την Ελλάδα μετά το 1947, υποτέλειας και εξάρτησης που συνδέεται βαθιά, οργανικά με τον μεταπρατικό και ιδίως «κλεπτοκρατικό» χαρακτήρα της οικονομίας. Το 1974 η μισή Ελλάδα, στην οποία συγκαταλέγονταν η πλειοψηφία και πάντως οι καλύτεροι από τους διανοούμενους και επιστήμονες της χώρας, ήταν καταδιωκόμενη, εκτός «συστήματος» επί δεκαετίες. Παρά το τεράστιο κόστος που πληρώθηκε για τον αποκλεισμό αυτό, η μισή αυτή Ελλάδα, ούσα περιθωριοποιημένη, εκτός συμφερόντων, μπόρεσε να λειτουργήσει ως «συνείδηση» και «στρατηγική εφεδρεία» της χώρας (όπως λειτούργησε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος του 1909). Σήμερα, το πολιτικό «σύστημα» έχει «ολοκληρωθεί» σε βαθμό που δεν επιτρέπει στον εαυτό του αυτοδιόρθωση.
Το 1974, η απάντηση της Ελλάδας στην κρίση ήταν εξωτερικά η ένταξη στην ΕΟΚ, εσωτερικά η δημιουργία ενός μεγάλου μεταρρυθμιστικού κινήματος, του ΠΑΣΟΚ. Σήμερα όμως, δεν υπάρχει εσωτερική «εφεδρεία» τέτοιου τύπου, ενώ το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από πολύ μεγάλο βαθμό οικονομικής-γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ ως αντανάκλαση της κρίσης
Αν η ανάλυση αυτή είναι σωστή, προσφέρει ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την προ διετίας εκτόξευση της υποστήριξης προς τον ΣΥΡΙΖΑ (που φάνηκε να το οδηγεί πάνω από το ΠΑΣΟΚ), για το είδος πολιτικής ζήτησης που του απευθύνθηκε και για την εν συνεχεία κατακρήμνισή του. Δημοσκοπικά μεν, τα ευρήματα αυτά έχουν πάντως τεράστια σημασία γιατί είναι πολύ ισχυροί στην Ελλάδα οι δεσμοί ψηφοφόρων-κομμάτων. Οι εκλογές «παίζονται» συνήθως σε λίγες μονάδες μετατόπισης από το ένα κόμμα στο άλλο. Μια αριστερά που εγγίζει στο σύνολό της το 30%, έστω και δημοσκοπικά, είναι κάτι πρωτοφανές για τα δεδομένα μετά το 1958, όταν η ΕΔΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση.
Η δημοσκοπική εκτόξευση τρόμαξε το ελληνικό κατεστημένο και ... κυρίως, την ηγεσία της αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ), που αντέδρασε πανικόβλητη, φοβούμενη την ανεπάρκειά της απέναντι στις ξαφνικές νέες προκλήσεις – πολλοί μάλιστα μίλησαν για «συγκυριακές διακυμάνσεις», αν όχι περίπου «λάθος» των δημοσκοπήσεων! Μη μπορώντας να ερμηνεύσει την άνοδο, η Αριστερά δεν μπόρεσε να ερμηνεύσει και την πτώση της.
Οι δημοσκοπήσεις δεν λάθεψαν. Απογοητευμένο από την κυβέρνηση, αντιμέτωπο με τραγική αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να εμφανίσει αξιόπιστη εναλλακτική, επιφυλακτικό απέναντι στην «άκρα», «ριζοσπαστική» δεξιά και εκτιμώντας ως μη πολιτική την ψήφο στο σταλινικό ΚΚΕ, μέρος των πολιτών αναζήτησε μαζικά, πολύ φυσιολογικά λύση στον ΣΥΡΙΖΑ. Αναζήτησε όμως λύση για τα προβλήματα της χώρας κι όχι συμπαθείς πολιτικούς να τους ενισχύσει στις παρυφές του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία αντιλήφθηκε τα προβλήματα πολύ καλύτερα και οξύτερα από το συντηρητικής ψυχολογίας στελεχιακό δυναμικό της αριστεράς.
Οι πολίτες είδαν στον Αλέκο Αλαβάνο έναν πολιτικό που, αν μη τι άλλο, μιλάει μόνος του και δείχνει να σκέφτεται και να πάσχει σε κάποιο μέτρο για τα κοινά – όλο και περισσότεροι από τους διαθέσιμους πολιτικούς μας μοιάζουν με ρομπότ που δεν έχουν επαφή με τον ελληνικό λαό, απαγγέλλουν, όπως κάναμε στο σχολείο, «ποιήματα» γραμμένα από άλλους, ενδιαφέρονται κυρίως για τα δικά τους πολιτικά-ιδιωτικά συμφέροντα. Μόνο ηλίθιοι μπορούν να πιστέψουν τον απίστευτο αριθμό από ψέμματα και γελοιότητες που μας αραδιάζουν.
Η υποψηφιότητα Τσίπρα ως Δημάρχου Αθηναίων, πολύ περισσότερο η εκλογή ενός νέου και «άφθαρτου» προσώπου στην προεδρία του ΣΥΝ, έμοιασε να σπάει τη μονοτονία των διεφθαρμένων, αναποτελεσματικών προσώπων που ανακυκλώνονται διαρκώς στην πασαρέλα της δυναστικής «δημοκρατίας» μας. Από την άλλη, το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ απετέλεσε κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των «συνιστωσών» του. Φάνηκε να υλοποιεί τον «προαιώνιο πόθο» των αριστερών για την ενότητά τους, μια αριστερά που «να κάνει κάτι» για τις ιδέες της και όχι για τους πάσης φύσεως μηχανισμούς της, τα διάφορα ισόβια «στελέχη» και «παράγοντες», ισόβια από συνήθεια συχνά παρά γιατί κάποιιος θυμάται πια τι έκαναν που να άξιζε κάποτε την εκλογή τους, που διαχειρίζονται ενίοτε με πολύ μικρό τρόπο μια πολύ μεγάλη υπόθεση, χωρίς τουλάχιστο νάχουν το θάρρος να παραδεχθούν την αδυναμία τους. Σηματοδότησε μια αριστερά που σταματούσε άνευ νοήματος, δήθεν ιδεολογικούς «καυγάδες», γύρω από τις διαφορές Στάλιν-Τρότσκι, Χρουστσώφ-Μάο, ευρωκομμουνιστών-σοβιετόφιλων, διαμάχες που, χωρίς να στερούνται σημασίας, δεν αποτελούν το κλειδί της απάντησης στα σημερινά προβλήματα.
Ούτε ο Συνασπισμός, ούτε οι μικρότερες συνιστώσες ήταν έτοιμες να εγκαταλείψουν το παρελθόν τους, δεν μπορούσαν να το δουν κριτικά, ο ΣΥΡΙΖΑ τους προσέφερε όμως ένα πλαίσιο στο οποίο θα μπορούσαν να «παραμερίσουν» χωρίς να αποδοκιμάσουν έναν εαυτό, μια παράδοση, ένα παρελθόν που διαισθάνονταν και οι ίδιοι ανεπίκαιρα, επενδύοντας σε κάτι μεγαλύτερο από τις μικροομάδες τους και διευρύνοντας το κοινό ενός κόμματος (ΣΥΝ), που επιχειρούσε μέχρι τότε να επιβιώσει στις παρυφές του ορίου κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης 3% (κάτι που κάνουν ότι λησμονούν σήμερα οι εκπρόσωποι της «ανανεωτικής πτέρυγας»). Γι’ αυτό και ο ΣΥΡΙΖΑ ενθουσίασε και ως ιδέα και με τη δημοσκοπική του απήχηση, χιλιάδες αδρανοποιημένους (για σωστούς συχνά λόγους και συχνά «υγιέστερους» από τα επαγγελματικά του στελέχη) αριστερούς που, ιδίως στην επαρχία, έσπευσαν στις τάξεις του, ζήτησαν να οργανωθούν κλπ.
Που απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ
Οι παράγοντες που αναφέραμε τράβηξαν τους ψηφοφόρους, φέρνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ στο κέντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος. Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος το συμπέρασμα της «εξέτασης» δεν κρίθηκε ικανοποιητικό.
Η εμφάνιση Τσίπρα ήταν δυνατό «μέσο», το «μήνυμα» όμως ήταν δυσδιάκριτο πίσω από το «μέσο». Η Αθήνα π.χ. είναι ίσως το μεγαλύτερο οικολογικό σκάνδαλο της Ευρώπης. Χρειάζεται βαθύτατες τομές στη λειτουργία της, μερική ή πλήρη απαγόρευση ΙΧ, προγράμματα μαζικής αποκέντρωσης, αν όχι μεταφοράς της πρωτεύουσας, απαγόρευσης περαιτέρω οικοδόμησης. Χρειάζεται πόλεμος σε αυτοκίνητο και εργολάβους. Χωρίς μέτωπο σε «εργολαβιστάν» (και «ρουσφετιστάν» και διαφθορά) η ελληνική Οικολογία κινείται μεταξύ γραφικότητας και απάτης. Ούτε η Αριστερά, ούτε οι Οικολόγοι βιάζονται όμως να κηρύξουν τέτοιους πολέμους. Οι πολίτες χρειάζονται λύσεις στα οικολογικά, οικονομικά, εθνικά κλπ. προβλήματα – το αν θα είναι νέοι, γέροι ή μεσήλικες, άνδρες ή γυναίκες αυτοί που θα τις δώσουν ενδιαφέρει ιδιαίτερα μόνο όσους έχουν λύσει τα βασικά προβλήματά τους, όχι όσους γονατίζουν από αυτά. Ορθώς η αριστερά ανακάλυψε, με τρεις δεκαετίες καθυστέρηση, ότι το «μήνυμα», η «επικοινωνία» έχουν μεγάλη σημασία – δεν κατάλαβε όμως γιατί έχουν. Δεν κατάλαβε δηλαδή ότι έχουν γιατί υποδεικνύουν στους πολίτες καταλληλότητα επίλυσης προβλημάτων.
Από την άποψη αυτή, η ανάδειξη Τσίπρα στην Προεδρία του ΣΥΝ θα μπορούσε να είναι πολύ σημαντικό βήμα, εφόσον ο νέος Πρόεδρος κατάφερνε να ξεπεράσει τους περιορισμούς του κοινωνικού στρώματος και της εποχής από τα οποία ανεδείχθη, ειδικά μάλιστα τώρα, καθώς η χώρα εισέρχεται πλήρης σε κρισιακή εποχή. Αν είναι σωστή η ανάλυσή μας, η Ελλάδα χρειαζόταν απελπιστικά πολιτική, η Αριστερά της πρόσφερε επικοινωνία και έχασε.
Ο Αλαβάνος ορθώς διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να βρει έναν τρόπο να δραπετεύσει από τον «σοβαροφανή», «σοσιαλιστικό πουριτανισμό» της «σχολής» του ΚΚΕ, να ανοιχτεί στην κοινωνία. Μόνο που η αριστερά δεν μπορεί απλώς να επηρεάζεται, πρέπει και να επηρεάζει την κοινωνία. Και μπορεί να το πράξει, στις σημερινές ελληνικές συνθήκες, μόνο αναπτύσσοντας, σε αλληλεπίδραση ασφαλώς με την κοινωνία, ένα σχέδιο «ριζοσπαστικού ρεφορμισμού», «αριστερής διεξόδου», υποτάσσοντας τις πρωτοβουλίες της σε αυτό, αποφεύγοντας να προσαρμοστεί απλά στην κοινωνική ζήτηση, όπως και να της αντιτάξει μια «χιλιαστικού» τύπου θεωρητική κατασκευή. Ειρήσθω εν παρόδω, μόνο ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να τη βγάλει από τη δύσκολη θέση, σε περίπτωση μη αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ – γιατί θα υπέτασσε την όποια τακτική συνεργασιών, σε στρατηγικές ανάγκες που θα είχε εγκολπωθεί μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αντί να αμύνεται πολιτικά απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, θα χρειαζόταν να αμυνθεί το ΠΑΣΟΚ απέναντι στην Αριστερά. (Προς το παρόν βέβαια, η Αριστερά μοιάζει τελούσα εν πλήρει και καταστροφική αμηχανία απέναντι στο ενδεχόμενο αυτό).
Η πολιτική γίνεται στις μέρες μας με ηγετικές τηλεοπτικές παρεμβάσεις. Για ένα κόμμα της αριστεράς όμως έχει σημασία και η διατύπωση ενός συνεκτικού μεταβατικού προγράμματος, προορισμένου να «γεφυρώσει» την απόσταση ανάμεσα στη συνείδηση του πιο προχωρημένου κομματιού της κοινωνίας και τις μακροχρόνιες στρατηγικές επιδιώξεις του, μεταφράζοντάς το σε μια σειρά συνθημάτων-συμπυκνώσεων των αναγκών. Δυστυχώς, η Επιτροπή Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά δεν λειτούργησε κι όσο λειτούργησε τόκανε με σαφή πρόθεση να αποφύγει κι όχι να λύσει το πρόβλημα. Δεν αντιμετώπισε κανένα από τα προβλήματα που απορρέουν από το ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε τον ίδιο καπιταλισμό πούχουμε στη Γερμανία, αλλά το «εργολαβιστάν-λαμογιστάν-ρουσφετιστάν». Δεν θέλησε να αναγνωρίσει τις πραγματικές διαδρομές της «υπεραξίας», της «εξουσίας» και της «εκμετάλλευσης» στη σημερινή Ελλάδα, και ως αποτέλεσμα παρήγαγε ένα κλασικό «πρόγραμμα-ευχολόγιο», που ουδείς μπαίνει στον κόπο να διαβάσει και όλοι γνωρίζουν ότι δεν θα εφαρμοσθεί. (3) Ειδικά στα θέματα εξωτερικής πολιτικής, υπήρξε μια συμπαιγνία της μεγάλης πλειοψηφίας των συνιστωσών να μην συζητηθούν, με το επιχείρημα ότι «αν συζητηθούν θα σκοτωθούμε». Μετά, όσοι διατυπώνουν τέτοιες απόψεις, καθιστώντας αρετή την κραυγαλέα πολιτική τους ανεπάρκεια, παραπονούνται και κατηγορούν τους συντρόφους και όχι τους εαυτούς τους, γιατί οι ψηφοφόροι τους στέλνουν στο διάβολο.
Η πολιτικο-ιδεολογική αφωνία είχε το ισοδύναμό της και στα οργανωτικά. Ο ΣΥΝ και η πλειοψηφία των συνιστωσών αρνήθηκαν πεισματικά να μετατρέψουν τον ΣΥΡΙΖΑ σε Μέτωπο, Κίνημα, Κόμμα, οργανωτικό σχήμα δηλαδή που θα του επέτρεπε να υποδεχθεί στις τάξεις του τις χιλιάδες αριστερούς που ενδιαφέρθηκαν να επαναδραστηριοποιηθούν, αλλά χρειάζονται οργανώσεις για να το κάνουν. Καταλήξαμε έτσι ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ και ΛΑΟΣ να δίνουν, τουλάχιστο στα χαρτιά, περισσότερα δικαιώματα στους πολίτες που θέλουν να δραστηριοποιηθούν στις τάξεις τους από την «ανανεωτική», «δημοκρατική», «αντισταλινική» ή «ριζοσπαστική» αριστερά! Υποθέτουμε, γιατί πειστική απάντηση άλλη δεν ακούσαμε, ότι πρυτάνευσε ο «φόβος του άγνωστου» και η ανασφάλεια μηχανισμών που επιδιώκουν κυρίως την αναπαραγωγή τους. Μόνο που έτσι στέρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει χιλιάδες ενδιαφερόμενα στελέχη, να επωφεληθεί της πείρας και των βιωμάτων τους (οι τοποθετήσεις των λαϊκότερων και επαρχιακών στελεχών στις πανελλαδικές συσκέψεις ήταν απείρως πιο ενδιαφέρουσες από τις τοποθετήσεις των «Λένιν» της Αθήνας, κι αν θα άξιζε να υπάρξει κάποια ποσόστωση στα όργανα θάπρεπε να επιβάλλει αυξημένη παρουσία λαϊκών στελεχών, μη ελεύθερων επαγγελματιών και επαρχιακών), αλλά και να διαθέτει σήμερα ένα δημοκρατικό πλαίσιο απόφασης, για να αντιμετωπίζει κρίσεις όπως αυτή που προέκυψε με την σύγκρουση Αλαβάνου-Τσίπρα.
Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί θα βρουν εξαιρετικά σκληρή την κριτική του γράφοντος στον ΣΥΡΙΖΑ. Στο κάτω-κάτω, είναι καλύτερα τα άλλα κόμματα της χώρας, περισσεύουν στους άλλους χώρους οι ιδέες για τη χώρα; Η όντως σκληρή κριτική στην οποία υποβάλαμε το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, έχει να κάνει με το ότι τον παίρνουμε στα σοβαρά. Δεν θα δαπανούσαμε ούτε δύο λεπτά για να συζητήσουμε αίφνης τα προγράμματα του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ – όλοι ξέρουμε ότι δεν θα εφαρμοσθούν. Είναι το αδιέξοδο στο οποίο οδήγησαν τη χώρα τα δύο μεγάλα κόμματα και η ασκούσα την πραγματική εξουσία διαπλεκόμενη και υποτελής στο εξωτερικό ολιγαρχία, που μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για τις εναλλακτικές. Αν το πρόβλημα της χώρας ήταν μικρότερο, τότε και οι απαιτήσεις από την αριστερά θα ήταν μικρότερες. ‘Οπως ξαναέδειξαν τα τελευταία γεγονότα, μια αριστερά που περιορίζεται να ζητά εξονόματος μιας απαθούς κοινωνίας τον «ουρανό με τα άστρα» από ένα χρεωκοπημένο και διεθθαρμένο κράτος δεν έχει κανένα μέλλον. Από την κουλτούρα που κυριαρχεί μετά το 1974, χρειαζόμαστε όλο τον ριζοσπαστισμό του Ανδρέα Παπανδρέου (και του ΚΚΕ και των αριστεριστών που τον μιμήθηκαν), ούτε στάλα όμως από τη δημαγωγία του. ‘Οσο κι αν φαίνεται πολύ δύσκολο, η Ελλάδα πρέπει πια να μάθει να λέει, να σκέφτεται και να ενεργεί με τον ίδιο τρόπο.
Μπορεί να αντιτάξετε στον γράφοντα τα χιλιάδες επενδεδυμένα συμφέροντα στην παραοικονομία, στη φοροδιαφυγή, στη διαφθορά, τη δυσκολία να βρεθεί κοινωνικό υποκείμενο που να στηρίξει μια απόπειρα αναμόρφωσης της χώρας. ‘Ομως, όλο και μεγαλύτερα κοινωνικά στρώματα θα αρχίσουν, εκ των πραγμάτων, να ζουν επίσης το όλο και πιο δυσανάλογο κόστος της καθολικής διάλυσης της χώρας – τι να το κάνεις το αυθαίρετο στην έρημο μέσα; Αν υπάρξει ηγέτης και ηγεσία μπορούν να γίνουν θαύματα, όπως έδειξε η δημοσκοπική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ το 2007, όπως έδειξε η απόρριψη της ευρωσυνθήκης στη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ιρλανδία, όπως έδειξαν τα μεγάλα κοινωνικά κινήματα του 2005-06 στη Γαλλία, οι επιτυχίες της γερμανικής αριστεράς και του ‘Οσκαρ Λαφονταίν πρόσφατα. Χρειάζεται όμως ηγεσία και σοβαρότητα – και δυστυχώς όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες, καθώς γράφεται αυτό το άρθρο, μόνο σοβαρότητα δεν δείχνουν. Αντίθετα, υπογραμμίζουν τον κίνδυνο μιας ιστορικής ήττας του εγχειρήματος δημιουργίας μιας δημοκρατικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, που έχει απόλυτη ανάγκη η χώρα. Είναι κρίμα για τους χιλιάδες ανιδιοτελείς αγωνιστές της αριστεράς, κληρονόμους μιας τόσο ηρωϊκής παράδοσης, να βλέπουν το θέαμα που παρουσιάζουν σήμερα οι ηγέτες, ακυρώνοντας με τη συμπεριφορά τους το πολιτικό τους διάβημα. Και θα ήταν πολύ περισσότερο κρίμα, αν η κρίση της ελληνικής αριστεράς (και κεντροαριστεράς) σε όλες τις εκδοπχές της, άνοιγε τον δρόμο, ιδίως αν συνοδευθεί με επαχθείς εθνικές ρυθμίσεις σε Κύπρο και σε Αιγαίο, σε μια νέα μορφή ελληνικού νεοφασισμού.
Για λόγους χώρου είναι αδύνατο, στο πλαίσιο αυτού του άρθρου, να αναφερθούμε σε δύο επίσης κρίσιμους παράγοντες που προσδιόρισαν τα τελευταία χρόνια την αριστερά, δηλαδή τη στάση της απέναντι στο μεταναστευτικό φαινόμενο και στην εξωτερική πολιτική. ‘Ισως σε μια επόμενη ευκαιρία να αναφερθούμε σε αυτά, όπως και στους ευρωπαίκούς και διεθνείς παράγοντες που επηρεάζουν σημαντικά την ελληνική αριστερά. Σημειώνουμε πάντως την πολύ σημαντική, κατά την εκτίμησή μας, πρόσφατη δήλωση του Αλέκου Αλαβάνου, που ζήτησε πάγωμα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, όσο καιρό η ‘Αγκυρα εξακολουθεί τη στρατιωτική κατοχή τμήματος της Κύπρου και την ακραία προκλητική πολιτική της έναντι της Ελλάδας.
Το ζήτημα της κυβερνητικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ
Η προσπάθεια να συγκροτηθεί μια αριστερά που να «ξεπερνάει» το ΚΚΕ, να παραμένει ριζοσπαστική, αξιόπιστη και δημοκρατική, χωρίς να λειτουργεί ως «αιμοδότης» και «τσόντα» του ΠΑΣΟΚ είναι ασφαλώς εξαιρετικά δυσχερές εγχείρημα. Η εμπειρία των τελευταίων ετών, αλλά και η παρούσα κρίση Αλαβάνου-Τσίπρα, θα οδηγούσαν φυσιολοιγικά στο συμπέρασμα ότι το στοίχημα, τουλάχιστον υπό τη μορφή ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ χάθηκε, ότι το ΚΚΕ έμεινε χωρίς σοβαρό ανταγωνιστή στον χώρο της αριστεράς και το ΛΑΟΣ στον χώρο του «ριζοσπαστισμού».
Δεν αποκλείεται το συμπέρασμα να είναι ορθό. Δεν είναι όμως βέβαιο. Αν η ανάλυσή μας είναι σωστή, η Ελλάδα θα περάσει από πολύ μεγάλες κρίσεις και οι κρίσεις είναι εξίσου ευκαιρίες και κίνδυνοι για τη ριζοσπαστική αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πιεσθεί πολύ έντονα πολιτικά από το ΠΑΣΟΚ αν το τελευταίο δεν κερδίσει αυτοδυναμία (ενώ αν κερδίσει θα γνωρίσει πιθανότατα σοβαρότατη κρίση και δυσκολία έως αδυναμία διακυβέρνησης). Στο άμεσο μέλλον θα κριθούν επίσης πολύ μεγάλα οικονομικά ζητήματα, όπως και μείζονα στρατηγικά ζητήματα σε Κύπρο και Αιγαίο.
Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποκτήσει, γιατί δεν έχει, πολιτική επ’αυτών, τότε μπορεί να μετατρέψει το πρόβλημα σε ευκαιρία. Σε ότι αφορά τη διακυβέρνηση δεν μπορεί να αποφεύγει το πρόβλημα, ούτε να λέει, όπως έγραφαν το 2007 «Αυγή» και «Εποχή», γελοιότητες τοιυ τύπου «η ακυβερνησία είναι ευλογία»! Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε αίφνης να προτείνει στο ΠΑΣΟΚ, στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας, να στηρίξει μειοψηφικά και για τακτό χρονικό διάστημα μια κυβέρνηση χωρίς να συμμετάσχει και με συγκεκριμένους, σαφείς όρους, η παραβίαση των οποίων θα οδηγούσε σε άρση της εμπιστοσύνης. Τέτοιοι μίνιμουμ όροι θα μπορούσαν π.χ. να περιλάβουν παντελή απαγόρευση του ρουσφετιού, δραστικές απαγορεύσεις αυτοκινήτων και οικοδόμησης στην Αθήνα, πρόγραμμα δράσης κατά της παραοικονομίας, της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής με μετρήσιμους στόχους, σκληρή φορολόγηση μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αυτοκινήτων και πολυτελούς κατανάλωσης, μεγάλες αυξήσεις των κατώτερων συντάξεων, επανεθνικοποιήσεις ορισμένων κρίσιμων τμημάτων της οικονομίας, αυστηρή συσχέτιση της περαιτέρω ενταξιακής πορείας της Τουρκίας με την πολιτική της, διεύρυνση των σχέσεων με τη Ρωσία κλπ. Πρόκειται ασφαλώς για ριζικές αλλαγές που θα προσκρούσουν σε σοβαρά εμπόδια, δεν βλέπουμε όμως άλλο τρόπο ανάταξης της χώρας. Πρόκειται ασφαλώς για ενδεικτικό κατάλογο, με αξία παραδείγματος, δεν είναι δουλειά του γράφοντος η σύνταξη ενός τέτιου μίνιμουμ πλαισίου. Το κριτήριο είναι να πρόκειται για μέτρα ώριμα στην κοινωνική συνείδηση, που να απειλούν, αν διαφωνήσει το ΠΑΣΟΚ, τους δεσμούς του με τη βάση του, να αποδεικνύουν ταυτόχρονα την ωφελιμότητα της αριστεράς για τα λαϊκά στρώματα και να οξύνουν τη συνείδηση της κοινωνίας για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και την προθυμία της να ακολουθήσει πιο ριζοσπαστικές λύσεις. Οι άλλες δύο λύσεις που υπάρχουν είναι είτε μια συμμαχία χωρίς αρχές με το ΠΑΣΟΚ, είτε η ηρωϊκή απομόνωση με ορίζοντα πενήντα χρόνια ή το άπειρο! Η φύση όμως απεχθάνεται το κενό. Τα προβλήματα με τα οποία θα αρνηθεί να καταπιαστεί η αριστερά, θα καλέσουν άλλους να τα αντιμετωπίσουν – και λόγω ακριβώς του βάθους της κρίσης, η άκρα δεξιά και ο νεοφασισμός θα είναι μεταξύ των υποψηφίων.
Αύγουστος 2009
Σημείωση: Η Αριστερά, αν όντως θέλει να ανταποκριθεί στο χαρακτηρισμό «ριζοσπαστική» που αποδίδει η ίδια στον εαυτό της, πρέπει να ανιχνεύσει, όσο οδυνηρό και πολιτικά επικίνδυνο και αν είναι, τις διαδρομές της εκμετάλλευσης στην Ελλάδα. Τον 19ο αιώνα ήταν επαναστατική η ανακάλυψη από τον Καρλ Μαρξ της κλοπής της υπεραξίας των εργατών από τους καπιταλιστές. Στην Ελλάδα όμως του 21ου αιώνα μπορεί να με κλέβει περισσότερο ο γιατρός που μου παίρνει 100 ή 150 ευρώ για μια εξέταση μιας ώρας και δεν μου δίνει απόδειξη. ‘Η μπορεί να με στείλει κυριολεκτικά στο διάολο ο διευθυντής του τάδε μεγάλου νοσοκομείου που το έχει διαλύσει, ώστε οι πελάτες να πηγαίνουν στο διαγνωστικό απέναντι. Μπορεί να ψηφίζεις αριστερά, αλλά να χρεώνεις τη φτωχή αγρότισσα 400 ευρώ τη γέννα, μπορεί να σταδιοδρομείς ως στέλεχος της αριστεράς, κατακρίνοντας τον δικομματισμό, γράφοντας περισπούδαστα άρθρα στην κυριακάτικη Αυγή, να τρέχεις όμως στον χ διεφθαρμένο πρώην και μέλλοντα Υπουργό του ΠΑΣΟΚ για να μη σου γκρεμίσουν το αυθαίρετο! Δεν είναι ριζοσπαστισμός τα 1300 ευρώ κατώτερος μισθός, 30% πάνω από τη Γαλλία, γιατί δεν υπάρχουν αυτά τα χρήματα, αν τα κατοχύρωνες θα οδηγούσες σε έκρηξη μαύρης εργασίας και γιατί δεν υπάρχει λόγος να εντείνεις το κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης και τις εισαγωγές αυτοκινήτων και ηλεκτρονικών – θάταν καλύτερα να αύξαινες τον «κοινωνικό Μισθό». Ούτε συνιστά λύση η πρόσληψη 100.000 υπαλλήλων στο δημόσιο που ζητούσε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά, και που θα τοιυς προσλάβει ως ρουσφέτια η ΝΔ - ποιός διασφαλίζει επιπλέον ότι αυτοί οι υπάλληλοι θα εργάζονται και δεν θα χτυπάνε κάρτα για να φύγουν, όπως πράττουν οι σαράντα πέντε (45!) ηλεκτρολόγοι κεντρικού νοσοκομείου. Τι έχει να πει για το κράτος, τι παρεμβάσεις έκανε η «ριζοσπαστική αριστερά»;
Θα μπορούσαμε να πολλαπλασιάσουμε επ’ άπειρον τα παραδείγματα. Από δεκαενιά μέτρα για την κρίση που ανακοίνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ τον περασμένο Γενάρη, τα δεκαεπτά ήταν αναδιανεμητικής υφής. Αν πραγματοποιούνταν δεν θα υπήρχε μεγάλη ανάγκη να συνεχισθεί ο αγώνας για τον σοσιαλισμό...Δεν υπήρχε ούτε ένα που να οδηγεί σε διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας, ούτε ένα που να κάνει λόγο για συγκεκριμένη αναδιανομή, να ονοματίζει τα στρώματα που θα πληρώσουν δηλαδή...
Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αναπαράγει το σύνηθες δημαγωγικό ευχολόγιο που χαρακτηρίζει τα προγράμματα της Αριστεράς και του ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του 1970. Αν όμως από κάτι έχει ανάγκη η Αριστερά και η χώρα δεν είναι ένας κατάλογος ευχών, είναι ένα σοβαρό σχέδιο εξόδου της χώρας από την κρίση, βασισμένο στην αναγνώριση και την ανάλυση των πραγματικών σχέσεων εξουσίας, παραγωγής και διανομής. Γιατί η Αριστερά δεν παίρνει ούτε μία πρωτοβουλία δημιουργίας καταναλωτικών και παραγωγικών συνεταιρισμών, γιατί δεν ζητάει την αληθινή κοινωνικοποίηση του Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου, που θα μπορούσε να απαντήσει και στο ασφαλιστικό και στο τραπεζικό πρόβλημα της χώρας, γιατί ενώ είναι άφθαστη στην υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των πανεπιστημίων, είναι τόσο συντηρητική στη διατύπωση προτάσεων που θα βοηθούσαν να πάψουμε να έχουμε πανεπιστήμια (και εν γένει δημόσιο τομέα) μπάχαλο;
ΥΓ Δεν θελήσαμε να σχολιάσουμε τη σύγκρουση Αλαβάνου-Τσίπρα. Φαίνεται ότι στην αριστερά πολλοί εκτιμούν και ότι τους περισσεύουν τα στελέχη εθνικής εμβέλειας. Δυστυχώς οι μηχανισμοί της αριστεράς διακρίνονται ενίοτε προς ενστικτώδη απέχθεια προς όσους ξεχωρίζουν. Συχνά επίσης η γραφειοκρατική ικανότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη της πολιτικής ικανότητας. Απορεί κανείς με πολλά και διάφορα που συμβαίνουν τελευταίως στον χώρο της αριστεράς, όπως π.χ. τη στάση μιας ανανεωτικής πτέρυγας που, ενώ αποστρέφεται τον Αλέξη Τσίπρα και ότι εκπροσωπεί, πρωταγωνιστεί τώρα στην υποστήριξη προς το πρόσωπό του, προκειμένου να φύγει ο Αλαβάνος! Πέραν πάντως του πολιτικού, υπάρχει μια ηθική πτυχή στον τρόπο που ορισμένα στελέχη της Αριστεράς διαχειρίζονται την υπόθεσή της. Οι ιδέες της δεν είναι ιδιοκτησία του ενός ή του άλλου ηγέτη, του ενός ή του άλλου μηχανισμού. Αλλά στην περίπτωση της Αριστεράς, το ηθικά απαράδεκτο θα γίνει μετά βεβαιότητος, αργά ή γρήγορα, και πολιτικά καταστροφικό!
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ-ΕΚΚΛΗΣΗ
Οι «Οικοσοσιαλιστές Ελλάδας» μετά τη συνεδρίαση της Κεντρικής Γραμματείας, απευθύνουν σε όλο τον κόσμο της Αριστεράς το ακόλουθο κάλεσμα:
Εκατοντάδες χιλιάδες οπαδοί και αγωνιστές της Αριστεράς παρακολουθούν με θλίψη, οργή και αγανάκτηση τη συμπεριφορά των ηγετικών τους στελεχών, που θέτει σε κίνδυνο την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, αν όχι το ιστορικό κύρος και την πολιτική επιβίωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Ηγετικά στελέχη που πρωταγωνιστούν στην απαράδεκτη αυτή, άνευ αρχών, άνευ κατανοητού πολιτικού διακυβεύματος, φραξιονιστική σύγκρουση για την εξουσία και τους μηχανισμούς, αναλαμβάνουν ιστορική ευθύνη απέναντι στον κόσμο της Αριστεράς, απέναντι στους εργαζόμενους και τους νέους που την έχουν ανάγκη, απέναντι στους αγωνιστές της και απέναντι στην κληρονομιά μιας από τις ηρωϊκότερες παραδόσεις του ελληνικού λαού. Ούτε η Ιστορία, ούτε οι Αριστεροί, ούτε η κοινωνία θα είναι επιεικείς απέναντι σε μικρά πρόσωπα που θα αναλάβουν την ευθιύνη να «τελειώσουν» το εγχείρημα μιας ριζοσπαστικής Αριστεράς, που τόσο έχει ανάγκη η Ελλάδα κι ο Λαός της.
Σεβόμαστε όλες τις τάσεις του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα κι όταν διαφωνούμε μαζί τους. Αλλά τι το πολιτικό (και τι το «ανανεωτικό») έχουν αίφνης οι συνεχείς εκκλήσεις επιφανών στελεχών της «ανανεωτικής πτέρυγας» προς τον Αλέξη Τσίπρα (με τον οποίο βρίσκονται κατά τα άλλα σε πλήρη πολιτική διαφωνία) να «πάρει όλη την εξουσία», διαλύοντας εν ανάγκη και τον ΣΥΡΙΖΑ, ή τουλάχιστο μεταβάλλοντάς τον σε δορυφόρο της Κουμουνδούρου, όπως κάποτε το ΚΚΕ «κατασκεύαζε» Αγροτικά και Σοσιαλιστικά Κόμματα; Ποιός υπαγορεύει και ποιόν εξυπηρετούν οι σχεδόν καθημερινές δημόσιες προσβολές του Νίκου Κωνσταντόπουλου προς τον Αλέκο Αλαβάνο και οι δηλητηριώδεις «προτροπές» του να αποχωρήσει;
Ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει σοβαρότατη, οξύτατη κρίση, οικονομική, κοινωνική, αξιών. Η χώρα μας καλείται ήδη για το επόμενο τετράμηνο, να «προσαρμοσθεί» στις απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κύπρο, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια, τις ελληνορωσικές σχέσεις. Η διαπλεκόμενη και ατλαντική ελληνική ολιγαρχία, οι υπηρέτες του Χριστοφοράκου, οι ΗΠΑ, το διευθυντήριο της Ε.Ε.οι φίλοι και το λόμπυ τους, έχουν ασφαλώς τεράστιο συμφέρον να βγάλουν τώρα από τη μέση την Αριστερά, να ξαναστήσουν στα πόδια του, τουλάχιστο κατά το ένα σκέλος του, τον παραπαίοντα δικομματισμό και να ευνοήσουν την κυριαρχία των ατλαντιστών στον άλλο. Εμείς, οι Αριστεροί, θέλουμε να είμαστε απόντες από τη χάραξη των δραματικών εξελίξεων που έρχονται με μαθηματική βεβαιότητα, μα 100% παρόντες στις μάχες για την ανατροπή τους.
Καλούμε όλα τα στελέχη της αριστεράς να συνέλθουν προτού καταστρέψουν το εχγείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο αναγκαίο και ελπιδοφόρο, που σε μια στιγμή συγκέντρωσε τις προτιμήσεις του 20% του ελληνικού λαού – έστω κι αν αποδειχθήκαμε τραγικά ανέτοιμοι να ανταποκριθούμε.
Υπάρχει χώρος και για τον Αλέξη Τσίπρα και για τον Αλέκο Αλαβάνο και για όσους έχουν κάτι να προσφέρουν κι όχι μόνο κάτι να πάρουν από την αριστερά. Ζητάμε να σταματήσουν τα τελεσίγραφα και να συγκληθεί σε κοινή συνεδρίαση η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΣΥΝ. Απευθύνουμε έκκληση προς την ηγεσία του ΣΥΝ να διακόψει άμεσα την (εν ονόματι της ανανέωσης της Αριστεράς μάλιστα!) σταλινική πολιτική τελεσιγράφων και δορυφοροποίησης των συνεργαζομένων, που πάντα προκάλεσε καταστροφές στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς. Απευθύνουμε έκκληση και στην ηγεσία του ΣΥΝ και σε όλες ανεξαιρέτως τις συνιστώσες και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, να αναζητήσουν μια συμβιβαστική λύση, που να επιτρέψει την ομαλή κάθοδό μας στις εκλογές. Οι ευθύνες όλων μας είναι ιστορικές.
Η Κεντρική Γραμματεία των «Οικοσοσιαλιστών Ελλάδας»
5-9-2009
Σάββατο 29 Αυγούστου 2009
"ΠΑΛΗΑ" (ευρωπαϊκή) ΚΑΤΑ "ΝΕΑΣ" (αμερικανικής) ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Το περίγραμμα μιας νέας ενδοευρωπαϊκής «πόλωσης» αρχίζει τώρα να αχνοφαίνεται, μιας «πόλωσης» ανάλογης, με κάποιες παραλλαγές, αυτής που σημειώθηκε εξαιτίας του πολέμου στο Ιράκ, το 2003, ανάμεσα σε οπαδούς της «παληάς», «ευρωπαϊκής» και οπαδούς της «νέας», «αμερικανικής» Ευρώπης. Αιτία, η αποκλίνουσα στάση έναντι της τουρκικής ένταξης, ενόψει της αξιολόγησης του Δεκέμβρη, που θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη για το μέλλον της υποψηφιότητας της ‘Αγκυρας και όπου κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κυπριακό.
Παραδόξως, δεν είναι Ελλάδα και Κύπρος που «πρωταγωνιστούν» στην ήδη εκκινήσασα στο παρασκήνιο διπλωματική μάχη, ως υποκείμενα τουλάχιστον και όχι αντικείμενα έξωθεν πιέσεων. Η Κυρία Μπακογιάννη και ο κ. Χριστόφιας προφήτεψαν μάλιστα εσχάτως «δύσκολες μέρες» μέχρι τον Δεκέμβρη, δεν εξήγησαν όμως γιατί θα έρθουν. Θεωρητικώς τουλάχιστον, και από όσα μας έχουν πει οι ίδιοι, η τουρκική ενταξιακή πορεία είναι η «χρυσή ευκαιρία» της Αθήνας και της Λευκωσίας να πιέσουν την ‘Αγκυρα για λύση των ζητημάτων τους, όχι να πιεσθούν οι ίδιες από την ‘Αγκυρα, όπως συμβαίνει ή φοβούνται ότι θα συμβεί!
Στη Γερμανία, η Καγκελλάριος Μέρκελ κατέστησε ήδη, στην καμπάνια για τις ευρωεκλογές, την αντίθεση στην τουρκική ένταξη, διακριτικά, αλλά με σαφήνεια, βασικό στοιχείο της πολιτικής πλατφόρμας της και λίγο απέχει πλέον από το να αναβαθμίσει την αντίθεση αυτή σε επίσημο προγραμματικό στοιχείο της γερμανικής δεξιάς. Το γερμανικό κατεστημένο, όλο και σαφέστερα, εκτιμά ότι δεν μπορεί να καταβάλει το κόστος μιας αέναα διευρυνόμενης Ευρώπης, ιδίως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, διαπιστώνει την παράλυση της ΕΕ εξαιτίας της προηγούμενης διεύρυνσης και δεν επιθυμεί να γίνει η Τουρκία, λόγω του πληθυσμού της, το σημαντικότερο κράτος-μέλος της ‘Ενωσης. Αυτά ήταν προφανή και στο παρελθόν, όπως όμως έγραψε και ο ... Γερμανός Καρλ Μαρξ, μια ιδιότητα της συνείδησης είναι να καθυστερεί έναντι του είναι.
Στη γειτονική Γαλλία, ο Νικολά Σαρκοζί επιδίδεται και στο θέμα αυτό στον οπορτουνισμό που τόσο ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του. Τη μια κλείνει το μάτι στην Τουρκία, ακριβέστερα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ που την υποστηρίζουν, την άλλη στους ψηφοφόρους του. Ο Φρανσουά Μιτεράν τους είπε ότι «η Γαλλία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας», κι αυτοί δεν καταλαβαίνουν τώρα γιατί πρέπει, ήδη ταλαιπωρημένοι από το ισχυρό ευρώ και τους «Πολωνούς υδραυλικούς», να «παντρευτούν» με το ζόρι και τους Τούρκους – «μακριά κι αγαπημένοι» είναι η σταθερά κυρίαρχη άποψη ελίτ και κοινής γνώμης στη Γαλλία.
Ο κύριος άξονας βεβαίως της πολιτικής του Προέδρου Σαρκοζί είναι η ευθυγράμμιση της γαλλικής με την αμερικανική και ισραηλινή εξωτερική-αμυντική πολιτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα, τον υποχρεώνει να μετριάζει τον οίστρο του κατά της ένταξης, παρά και την «προσωπική παθιασμένη αντίθεσή του στην ιδέα», που διαπιστώνουν κατά καιρούς συνομιλητές του. ‘Ετσι, τη μια καταργεί το άρθρο του συντάγματος που επέβαλε δημοψήφισμα για την τουρκική ένταξη, την άλλη εκστρατεύει λάβρος εναντίον της. Πόσο μάλλον που η αντίθεσή του συνιστά και μείζον πολιτικό όπλο κατά της αριστεράς που, αναπτερωμένη από τη νίκη της «καλής Αμερικής» του Ομπάμα, εξακολουθεί να υποστηρίζει με φανατισμό (και εις βάρος της) τα «ιδεολογήματα» της «ευτυχούς παγκοσμιοποίησης» που βασίλευαν στη δεκαετία του 1990.
Γάλλοι και Γερμανοί έχουν επανειλημμένως βολιδοσκοπήσει την Αθήνα για μια συμμαχία μαζί τους, αλλά συνάντησαν τείχος φανατικής υποστήριξης προς την τουρκική ένταξη που τους εξέπληξε. «Δεν σας πιστεύουμε, δεν είσαστε ειλικρινείς ότι θέλετε την ένταξη της Τουρκίας, για άλλους λόγους το κάνετε», λένε κατά καιρούς στους ‘Ελληνες συνομιλητές τους. ‘Οσο για την Κύπρο, τα πράγματα μοιάζουν ακόμα χειρότερα, αφού οι σχέσεις του Παρισιού με τη Λευκωσία μόνο στο καλύτερο σημείο τους δεν βρίσκονται, παρόλο που η Κύπρος αν χρειαστεί τίποτα στο Συμβούλιο Ασφαλείας σε Μόσχα, Παρίσι και Πεκίνο θα τρέχει πάλι (Τα παράδοξα δεν σταματούν εδώ, γιατί την ίδια στιγμή η Κύπρος διαθέτει άριστες σχέσεις με το Λονδίνο, που οδηγούν όμως στο να πιέζεται έντονα σε όλα τα μέτωπα από τη Βρετανία! Ελλαδική και κυπριακή διπλωματία είναι καμμιά φορά τόσο περίπλοκες, που θα σάστιζαν και τον Μέτερνιχ ακόμα).
Θα περίμενε κανείς, αφού η Ελλάδα δεν συμμαχεί με τον ένα υπό διαμόρφωση πόλο, να ... «εξαργυρώσει» τουλάχιστον την υποστήριξή της στον άλλο. Ούτε αυτό γίνεται όμως, το αντίθετο! Οι «καρπαζιές» πέφτουν «σύννεφο» από αυτή τη μεριά. Ο Πρόεδρος Ομπάμα συνεχάρη τους Τούρκους, μιλώντας στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευσή τους, για τον θρίαμβό τους επί των Ελλήνων στη Μικρασία και η Υπουργός του των Εξωτερικών ζήτησε την άρση της «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων! Ο Καρλ Μπιλντ κατηγόρησε την Ελλάδα, στην οποία επεβλήθη δικτατορία από τις ΗΠΑ για να «λυθεί» το κυπριακό, ως υπεύθυνη της τουρκικής εισβολής του 1974, χωρίς μάλιστα να του απαντήσει ουσιαστικά κανείς! Ο κ. Χριστόφιας βλέπει ότι, παρά τις μείζονες παραχωρήσεις που ήδη έκανε στις διαπραγματεύσεις, του ζητάνε τώρα ακόμα μεγαλύτερες, θέτοντας εν αμφιβόλω το αν τελικά θα καταλήξουν σε κάποια μορφή βιώσιμου, ανεξάρτητου και δημοκρατικού κράτους. Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζουν εκφοβιστικές πτήσεις και διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατ. Μεσόγειο. Και είναι βεβαίως εκτός των ειδικών «γκρουπ» που έχουν συσταθεί από τη Σουηδία, με βρετανική υποστήριξη και συμμετοχή σημαντικών κρατών της «Νέας Ευρώπης», για να προωθήσουν την τουρκική ένταξη και τη λύση του κυπριακού. Μάταια η ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών διαβεβαιώνει τη Χουριέτ για το πόσο ειλικρινής είναι η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη. Ακταιωρούς στην Κάλυμνο και εικονικούς βομβαρδισμούς στο Φαρμακονήσι παίρνει ως απάντηση!
Και όμως, δεν θάπρεπε νάναι έτσι - και οι Τούρκοι το γνωρίζουν άριστα! Γνωρίζουν δηλαδή ότι η Κύπρος κατ’ αρχήν και η Ελλάδα επίσης έχουν στα χέρια τους το «κλειδί» για την πρόοδο της τουρκικής ένταξης, μόνο που αυτό το «κλειδί» μετετράπη κατά «μαγικό» τρόπο σε μοχλό πίεσης για να λύσουν τα προβλήματα κατά τρόπο συμβατό με τις τουρκικές επιδιώξεις. Στο τελευταίο discussion paper του τουρκικού Κέντρου Μελετών Οικονομικής και Εξωτερικής Πολιτικής (EDEM), o Καθηγητής Ατίλα Εράλπ, δεν καταφέρνει να αποκρύψει τη σημασία που έχει για την Τουρκία η επίλυση του κυπριακού και την ελπίδα του να κινητοποιηθούν υπέρ των τουρκικών θέσεων (όπως ήδη γίνεται) ΕΕ και κυβέρνηση Ομπάμα. Υπογραμμίζει τη σημασία να γίνει αυτό τώρα σε πνεύμα «αναλογικότητας και συμβιβασμού», ανάλογο των ιδεών του Σερ Χάνεϊ, εμπνευστή και αριχτέκτονα του Σχεδίου Ανάν. Ο Καθηγητής Εράλπ διαφημίζει μια τέτοια λύση ως τη μεγάλη «success story» που χρειάζεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφήνοντας όμως καθαρά να διαφανεί ότι αυτή είναι η “success story” που χρειάζεται η ‘Αγκυρα. Παραδέχεται ότι ο χρόνος δεν είναι στην πλευρά των Τουρκοκυπρίων, ενώ ομολογεί τον μεγάλο φόβο της ‘Αγκυρας ότι η κυπριακή ηγεσία κι ο λαός μπορούν να σκεφτούν ότι ο χρόνος, αντίθετα, είναι με τη δική τους πλευρά και να μη βιαστούν να καταλήξουν σε λύση!
Η διπλωματία των Ερντογάν και Νταβούτογλου σηματοδοτεί τρόπον τινά την ενηλικίωση και σχετική αυτονόμηση έναντι των ΗΠΑ μιας Τουρκίας που έπαιζε, στις δεκαετίες του 1950 και 1960 τον ρόλο της στρατιωτικής αιχμής τους στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα βρίσκεται μάλλον στην αντίστροφη πορεία...
Παραδόξως, δεν είναι Ελλάδα και Κύπρος που «πρωταγωνιστούν» στην ήδη εκκινήσασα στο παρασκήνιο διπλωματική μάχη, ως υποκείμενα τουλάχιστον και όχι αντικείμενα έξωθεν πιέσεων. Η Κυρία Μπακογιάννη και ο κ. Χριστόφιας προφήτεψαν μάλιστα εσχάτως «δύσκολες μέρες» μέχρι τον Δεκέμβρη, δεν εξήγησαν όμως γιατί θα έρθουν. Θεωρητικώς τουλάχιστον, και από όσα μας έχουν πει οι ίδιοι, η τουρκική ενταξιακή πορεία είναι η «χρυσή ευκαιρία» της Αθήνας και της Λευκωσίας να πιέσουν την ‘Αγκυρα για λύση των ζητημάτων τους, όχι να πιεσθούν οι ίδιες από την ‘Αγκυρα, όπως συμβαίνει ή φοβούνται ότι θα συμβεί!
Στη Γερμανία, η Καγκελλάριος Μέρκελ κατέστησε ήδη, στην καμπάνια για τις ευρωεκλογές, την αντίθεση στην τουρκική ένταξη, διακριτικά, αλλά με σαφήνεια, βασικό στοιχείο της πολιτικής πλατφόρμας της και λίγο απέχει πλέον από το να αναβαθμίσει την αντίθεση αυτή σε επίσημο προγραμματικό στοιχείο της γερμανικής δεξιάς. Το γερμανικό κατεστημένο, όλο και σαφέστερα, εκτιμά ότι δεν μπορεί να καταβάλει το κόστος μιας αέναα διευρυνόμενης Ευρώπης, ιδίως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, διαπιστώνει την παράλυση της ΕΕ εξαιτίας της προηγούμενης διεύρυνσης και δεν επιθυμεί να γίνει η Τουρκία, λόγω του πληθυσμού της, το σημαντικότερο κράτος-μέλος της ‘Ενωσης. Αυτά ήταν προφανή και στο παρελθόν, όπως όμως έγραψε και ο ... Γερμανός Καρλ Μαρξ, μια ιδιότητα της συνείδησης είναι να καθυστερεί έναντι του είναι.
Στη γειτονική Γαλλία, ο Νικολά Σαρκοζί επιδίδεται και στο θέμα αυτό στον οπορτουνισμό που τόσο ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του. Τη μια κλείνει το μάτι στην Τουρκία, ακριβέστερα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ που την υποστηρίζουν, την άλλη στους ψηφοφόρους του. Ο Φρανσουά Μιτεράν τους είπε ότι «η Γαλλία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας», κι αυτοί δεν καταλαβαίνουν τώρα γιατί πρέπει, ήδη ταλαιπωρημένοι από το ισχυρό ευρώ και τους «Πολωνούς υδραυλικούς», να «παντρευτούν» με το ζόρι και τους Τούρκους – «μακριά κι αγαπημένοι» είναι η σταθερά κυρίαρχη άποψη ελίτ και κοινής γνώμης στη Γαλλία.
Ο κύριος άξονας βεβαίως της πολιτικής του Προέδρου Σαρκοζί είναι η ευθυγράμμιση της γαλλικής με την αμερικανική και ισραηλινή εξωτερική-αμυντική πολιτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα, τον υποχρεώνει να μετριάζει τον οίστρο του κατά της ένταξης, παρά και την «προσωπική παθιασμένη αντίθεσή του στην ιδέα», που διαπιστώνουν κατά καιρούς συνομιλητές του. ‘Ετσι, τη μια καταργεί το άρθρο του συντάγματος που επέβαλε δημοψήφισμα για την τουρκική ένταξη, την άλλη εκστρατεύει λάβρος εναντίον της. Πόσο μάλλον που η αντίθεσή του συνιστά και μείζον πολιτικό όπλο κατά της αριστεράς που, αναπτερωμένη από τη νίκη της «καλής Αμερικής» του Ομπάμα, εξακολουθεί να υποστηρίζει με φανατισμό (και εις βάρος της) τα «ιδεολογήματα» της «ευτυχούς παγκοσμιοποίησης» που βασίλευαν στη δεκαετία του 1990.
Γάλλοι και Γερμανοί έχουν επανειλημμένως βολιδοσκοπήσει την Αθήνα για μια συμμαχία μαζί τους, αλλά συνάντησαν τείχος φανατικής υποστήριξης προς την τουρκική ένταξη που τους εξέπληξε. «Δεν σας πιστεύουμε, δεν είσαστε ειλικρινείς ότι θέλετε την ένταξη της Τουρκίας, για άλλους λόγους το κάνετε», λένε κατά καιρούς στους ‘Ελληνες συνομιλητές τους. ‘Οσο για την Κύπρο, τα πράγματα μοιάζουν ακόμα χειρότερα, αφού οι σχέσεις του Παρισιού με τη Λευκωσία μόνο στο καλύτερο σημείο τους δεν βρίσκονται, παρόλο που η Κύπρος αν χρειαστεί τίποτα στο Συμβούλιο Ασφαλείας σε Μόσχα, Παρίσι και Πεκίνο θα τρέχει πάλι (Τα παράδοξα δεν σταματούν εδώ, γιατί την ίδια στιγμή η Κύπρος διαθέτει άριστες σχέσεις με το Λονδίνο, που οδηγούν όμως στο να πιέζεται έντονα σε όλα τα μέτωπα από τη Βρετανία! Ελλαδική και κυπριακή διπλωματία είναι καμμιά φορά τόσο περίπλοκες, που θα σάστιζαν και τον Μέτερνιχ ακόμα).
Θα περίμενε κανείς, αφού η Ελλάδα δεν συμμαχεί με τον ένα υπό διαμόρφωση πόλο, να ... «εξαργυρώσει» τουλάχιστον την υποστήριξή της στον άλλο. Ούτε αυτό γίνεται όμως, το αντίθετο! Οι «καρπαζιές» πέφτουν «σύννεφο» από αυτή τη μεριά. Ο Πρόεδρος Ομπάμα συνεχάρη τους Τούρκους, μιλώντας στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευσή τους, για τον θρίαμβό τους επί των Ελλήνων στη Μικρασία και η Υπουργός του των Εξωτερικών ζήτησε την άρση της «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων! Ο Καρλ Μπιλντ κατηγόρησε την Ελλάδα, στην οποία επεβλήθη δικτατορία από τις ΗΠΑ για να «λυθεί» το κυπριακό, ως υπεύθυνη της τουρκικής εισβολής του 1974, χωρίς μάλιστα να του απαντήσει ουσιαστικά κανείς! Ο κ. Χριστόφιας βλέπει ότι, παρά τις μείζονες παραχωρήσεις που ήδη έκανε στις διαπραγματεύσεις, του ζητάνε τώρα ακόμα μεγαλύτερες, θέτοντας εν αμφιβόλω το αν τελικά θα καταλήξουν σε κάποια μορφή βιώσιμου, ανεξάρτητου και δημοκρατικού κράτους. Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζουν εκφοβιστικές πτήσεις και διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατ. Μεσόγειο. Και είναι βεβαίως εκτός των ειδικών «γκρουπ» που έχουν συσταθεί από τη Σουηδία, με βρετανική υποστήριξη και συμμετοχή σημαντικών κρατών της «Νέας Ευρώπης», για να προωθήσουν την τουρκική ένταξη και τη λύση του κυπριακού. Μάταια η ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών διαβεβαιώνει τη Χουριέτ για το πόσο ειλικρινής είναι η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη. Ακταιωρούς στην Κάλυμνο και εικονικούς βομβαρδισμούς στο Φαρμακονήσι παίρνει ως απάντηση!
Και όμως, δεν θάπρεπε νάναι έτσι - και οι Τούρκοι το γνωρίζουν άριστα! Γνωρίζουν δηλαδή ότι η Κύπρος κατ’ αρχήν και η Ελλάδα επίσης έχουν στα χέρια τους το «κλειδί» για την πρόοδο της τουρκικής ένταξης, μόνο που αυτό το «κλειδί» μετετράπη κατά «μαγικό» τρόπο σε μοχλό πίεσης για να λύσουν τα προβλήματα κατά τρόπο συμβατό με τις τουρκικές επιδιώξεις. Στο τελευταίο discussion paper του τουρκικού Κέντρου Μελετών Οικονομικής και Εξωτερικής Πολιτικής (EDEM), o Καθηγητής Ατίλα Εράλπ, δεν καταφέρνει να αποκρύψει τη σημασία που έχει για την Τουρκία η επίλυση του κυπριακού και την ελπίδα του να κινητοποιηθούν υπέρ των τουρκικών θέσεων (όπως ήδη γίνεται) ΕΕ και κυβέρνηση Ομπάμα. Υπογραμμίζει τη σημασία να γίνει αυτό τώρα σε πνεύμα «αναλογικότητας και συμβιβασμού», ανάλογο των ιδεών του Σερ Χάνεϊ, εμπνευστή και αριχτέκτονα του Σχεδίου Ανάν. Ο Καθηγητής Εράλπ διαφημίζει μια τέτοια λύση ως τη μεγάλη «success story» που χρειάζεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφήνοντας όμως καθαρά να διαφανεί ότι αυτή είναι η “success story” που χρειάζεται η ‘Αγκυρα. Παραδέχεται ότι ο χρόνος δεν είναι στην πλευρά των Τουρκοκυπρίων, ενώ ομολογεί τον μεγάλο φόβο της ‘Αγκυρας ότι η κυπριακή ηγεσία κι ο λαός μπορούν να σκεφτούν ότι ο χρόνος, αντίθετα, είναι με τη δική τους πλευρά και να μη βιαστούν να καταλήξουν σε λύση!
Η διπλωματία των Ερντογάν και Νταβούτογλου σηματοδοτεί τρόπον τινά την ενηλικίωση και σχετική αυτονόμηση έναντι των ΗΠΑ μιας Τουρκίας που έπαιζε, στις δεκαετίες του 1950 και 1960 τον ρόλο της στρατιωτικής αιχμής τους στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα βρίσκεται μάλλον στην αντίστροφη πορεία...
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)