Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

"ΠΑΛΗΑ" (ευρωπαϊκή) ΚΑΤΑ "ΝΕΑΣ" (αμερικανικής) ΕΥΡΩΠΗΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΝΤΑΞΗ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ

Το περίγραμμα μιας νέας ενδοευρωπαϊκής «πόλωσης» αρχίζει τώρα να αχνοφαίνεται, μιας «πόλωσης» ανάλογης, με κάποιες παραλλαγές, αυτής που σημειώθηκε εξαιτίας του πολέμου στο Ιράκ, το 2003, ανάμεσα σε οπαδούς της «παληάς», «ευρωπαϊκής» και οπαδούς της «νέας», «αμερικανικής» Ευρώπης. Αιτία, η αποκλίνουσα στάση έναντι της τουρκικής ένταξης, ενόψει της αξιολόγησης του Δεκέμβρη, που θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη για το μέλλον της υποψηφιότητας της ‘Αγκυρας και όπου κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κυπριακό.

Παραδόξως, δεν είναι Ελλάδα και Κύπρος που «πρωταγωνιστούν» στην ήδη εκκινήσασα στο παρασκήνιο διπλωματική μάχη, ως υποκείμενα τουλάχιστον και όχι αντικείμενα έξωθεν πιέσεων. Η Κυρία Μπακογιάννη και ο κ. Χριστόφιας προφήτεψαν μάλιστα εσχάτως «δύσκολες μέρες» μέχρι τον Δεκέμβρη, δεν εξήγησαν όμως γιατί θα έρθουν. Θεωρητικώς τουλάχιστον, και από όσα μας έχουν πει οι ίδιοι, η τουρκική ενταξιακή πορεία είναι η «χρυσή ευκαιρία» της Αθήνας και της Λευκωσίας να πιέσουν την ‘Αγκυρα για λύση των ζητημάτων τους, όχι να πιεσθούν οι ίδιες από την ‘Αγκυρα, όπως συμβαίνει ή φοβούνται ότι θα συμβεί!

Στη Γερμανία, η Καγκελλάριος Μέρκελ κατέστησε ήδη, στην καμπάνια για τις ευρωεκλογές, την αντίθεση στην τουρκική ένταξη, διακριτικά, αλλά με σαφήνεια, βασικό στοιχείο της πολιτικής πλατφόρμας της και λίγο απέχει πλέον από το να αναβαθμίσει την αντίθεση αυτή σε επίσημο προγραμματικό στοιχείο της γερμανικής δεξιάς. Το γερμανικό κατεστημένο, όλο και σαφέστερα, εκτιμά ότι δεν μπορεί να καταβάλει το κόστος μιας αέναα διευρυνόμενης Ευρώπης, ιδίως σε περίοδο οικονομικής κρίσης, διαπιστώνει την παράλυση της ΕΕ εξαιτίας της προηγούμενης διεύρυνσης και δεν επιθυμεί να γίνει η Τουρκία, λόγω του πληθυσμού της, το σημαντικότερο κράτος-μέλος της ‘Ενωσης. Αυτά ήταν προφανή και στο παρελθόν, όπως όμως έγραψε και ο ... Γερμανός Καρλ Μαρξ, μια ιδιότητα της συνείδησης είναι να καθυστερεί έναντι του είναι.

Στη γειτονική Γαλλία, ο Νικολά Σαρκοζί επιδίδεται και στο θέμα αυτό στον οπορτουνισμό που τόσο ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του. Τη μια κλείνει το μάτι στην Τουρκία, ακριβέστερα στις ΗΠΑ και το Ισραήλ που την υποστηρίζουν, την άλλη στους ψηφοφόρους του. Ο Φρανσουά Μιτεράν τους είπε ότι «η Γαλλία είναι η πατρίδα μας, η Ευρώπη το μέλλον μας», κι αυτοί δεν καταλαβαίνουν τώρα γιατί πρέπει, ήδη ταλαιπωρημένοι από το ισχυρό ευρώ και τους «Πολωνούς υδραυλικούς», να «παντρευτούν» με το ζόρι και τους Τούρκους – «μακριά κι αγαπημένοι» είναι η σταθερά κυρίαρχη άποψη ελίτ και κοινής γνώμης στη Γαλλία.

Ο κύριος άξονας βεβαίως της πολιτικής του Προέδρου Σαρκοζί είναι η ευθυγράμμιση της γαλλικής με την αμερικανική και ισραηλινή εξωτερική-αμυντική πολιτική, γεγονός που, σε συνδυασμό με τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα, τον υποχρεώνει να μετριάζει τον οίστρο του κατά της ένταξης, παρά και την «προσωπική παθιασμένη αντίθεσή του στην ιδέα», που διαπιστώνουν κατά καιρούς συνομιλητές του. ‘Ετσι, τη μια καταργεί το άρθρο του συντάγματος που επέβαλε δημοψήφισμα για την τουρκική ένταξη, την άλλη εκστρατεύει λάβρος εναντίον της. Πόσο μάλλον που η αντίθεσή του συνιστά και μείζον πολιτικό όπλο κατά της αριστεράς που, αναπτερωμένη από τη νίκη της «καλής Αμερικής» του Ομπάμα, εξακολουθεί να υποστηρίζει με φανατισμό (και εις βάρος της) τα «ιδεολογήματα» της «ευτυχούς παγκοσμιοποίησης» που βασίλευαν στη δεκαετία του 1990.

Γάλλοι και Γερμανοί έχουν επανειλημμένως βολιδοσκοπήσει την Αθήνα για μια συμμαχία μαζί τους, αλλά συνάντησαν τείχος φανατικής υποστήριξης προς την τουρκική ένταξη που τους εξέπληξε. «Δεν σας πιστεύουμε, δεν είσαστε ειλικρινείς ότι θέλετε την ένταξη της Τουρκίας, για άλλους λόγους το κάνετε», λένε κατά καιρούς στους ‘Ελληνες συνομιλητές τους. ‘Οσο για την Κύπρο, τα πράγματα μοιάζουν ακόμα χειρότερα, αφού οι σχέσεις του Παρισιού με τη Λευκωσία μόνο στο καλύτερο σημείο τους δεν βρίσκονται, παρόλο που η Κύπρος αν χρειαστεί τίποτα στο Συμβούλιο Ασφαλείας σε Μόσχα, Παρίσι και Πεκίνο θα τρέχει πάλι (Τα παράδοξα δεν σταματούν εδώ, γιατί την ίδια στιγμή η Κύπρος διαθέτει άριστες σχέσεις με το Λονδίνο, που οδηγούν όμως στο να πιέζεται έντονα σε όλα τα μέτωπα από τη Βρετανία! Ελλαδική και κυπριακή διπλωματία είναι καμμιά φορά τόσο περίπλοκες, που θα σάστιζαν και τον Μέτερνιχ ακόμα).

Θα περίμενε κανείς, αφού η Ελλάδα δεν συμμαχεί με τον ένα υπό διαμόρφωση πόλο, να ... «εξαργυρώσει» τουλάχιστον την υποστήριξή της στον άλλο. Ούτε αυτό γίνεται όμως, το αντίθετο! Οι «καρπαζιές» πέφτουν «σύννεφο» από αυτή τη μεριά. Ο Πρόεδρος Ομπάμα συνεχάρη τους Τούρκους, μιλώντας στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευσή τους, για τον θρίαμβό τους επί των Ελλήνων στη Μικρασία και η Υπουργός του των Εξωτερικών ζήτησε την άρση της «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων! Ο Καρλ Μπιλντ κατηγόρησε την Ελλάδα, στην οποία επεβλήθη δικτατορία από τις ΗΠΑ για να «λυθεί» το κυπριακό, ως υπεύθυνη της τουρκικής εισβολής του 1974, χωρίς μάλιστα να του απαντήσει ουσιαστικά κανείς! Ο κ. Χριστόφιας βλέπει ότι, παρά τις μείζονες παραχωρήσεις που ήδη έκανε στις διαπραγματεύσεις, του ζητάνε τώρα ακόμα μεγαλύτερες, θέτοντας εν αμφιβόλω το αν τελικά θα καταλήξουν σε κάποια μορφή βιώσιμου, ανεξάρτητου και δημοκρατικού κράτους. Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζουν εκφοβιστικές πτήσεις και διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Ανατ. Μεσόγειο. Και είναι βεβαίως εκτός των ειδικών «γκρουπ» που έχουν συσταθεί από τη Σουηδία, με βρετανική υποστήριξη και συμμετοχή σημαντικών κρατών της «Νέας Ευρώπης», για να προωθήσουν την τουρκική ένταξη και τη λύση του κυπριακού. Μάταια η ελληνίδα Υπουργός Εξωτερικών διαβεβαιώνει τη Χουριέτ για το πόσο ειλικρινής είναι η ελληνική υποστήριξη προς την τουρκική ένταξη. Ακταιωρούς στην Κάλυμνο και εικονικούς βομβαρδισμούς στο Φαρμακονήσι παίρνει ως απάντηση!

Και όμως, δεν θάπρεπε νάναι έτσι - και οι Τούρκοι το γνωρίζουν άριστα! Γνωρίζουν δηλαδή ότι η Κύπρος κατ’ αρχήν και η Ελλάδα επίσης έχουν στα χέρια τους το «κλειδί» για την πρόοδο της τουρκικής ένταξης, μόνο που αυτό το «κλειδί» μετετράπη κατά «μαγικό» τρόπο σε μοχλό πίεσης για να λύσουν τα προβλήματα κατά τρόπο συμβατό με τις τουρκικές επιδιώξεις. Στο τελευταίο discussion paper του τουρκικού Κέντρου Μελετών Οικονομικής και Εξωτερικής Πολιτικής (EDEM), o Καθηγητής Ατίλα Εράλπ, δεν καταφέρνει να αποκρύψει τη σημασία που έχει για την Τουρκία η επίλυση του κυπριακού και την ελπίδα του να κινητοποιηθούν υπέρ των τουρκικών θέσεων (όπως ήδη γίνεται) ΕΕ και κυβέρνηση Ομπάμα. Υπογραμμίζει τη σημασία να γίνει αυτό τώρα σε πνεύμα «αναλογικότητας και συμβιβασμού», ανάλογο των ιδεών του Σερ Χάνεϊ, εμπνευστή και αριχτέκτονα του Σχεδίου Ανάν. Ο Καθηγητής Εράλπ διαφημίζει μια τέτοια λύση ως τη μεγάλη «success story» που χρειάζεται η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αφήνοντας όμως καθαρά να διαφανεί ότι αυτή είναι η “success story” που χρειάζεται η ‘Αγκυρα. Παραδέχεται ότι ο χρόνος δεν είναι στην πλευρά των Τουρκοκυπρίων, ενώ ομολογεί τον μεγάλο φόβο της ‘Αγκυρας ότι η κυπριακή ηγεσία κι ο λαός μπορούν να σκεφτούν ότι ο χρόνος, αντίθετα, είναι με τη δική τους πλευρά και να μη βιαστούν να καταλήξουν σε λύση!

Η διπλωματία των Ερντογάν και Νταβούτογλου σηματοδοτεί τρόπον τινά την ενηλικίωση και σχετική αυτονόμηση έναντι των ΗΠΑ μιας Τουρκίας που έπαιζε, στις δεκαετίες του 1950 και 1960 τον ρόλο της στρατιωτικής αιχμής τους στη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα βρίσκεται μάλλον στην αντίστροφη πορεία...

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

"Απουσία" Αθήνας από το κυπριακό - και η σημασία του για την Ελλάδα

Ως «απούσα» από το κυπριακό ενεκάλεσε περίπου την Ελλάδα ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης, ενώ παράπονα «εγκατάλειψης» από τη «μητέρα-πατρίδα» είχε εκφράσει νωρίτερα και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος. Αμφότεροι βέβαια ήταν αρκετά ασαφείς στο τι ακριβώς εννούν ως ελλαδική ανάμειξη στην υπόθεση – και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι εννοούν το ίδιο!

Γεγονός όμως είναι και πρόκειται για γεγονός πρωτοφανές για την ελληνική διπλωματία και πολιτική μετά το 1950, ότι το κυπριακό μοιάζει να έχει «εξαφανισθεί» από τον «προβληματισμό» των ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Προφανώς απασχολεί τους κ.κ. Καραμανλή, Παπανδρέου και Μπακογιάννη, πως τους απασχολεί όμως και τι επιδιώκουν παραμένει επτασφράγιστο μυστικό. Οι επίσημες ή ημιεπίσημες τοποθετήσεις περιορίζονται σε άνευ περιεχομένου και νοήματος ευχολόγια του τύπου «υποστηρίζουμε τις συνομιλίες για επίλυση του κυπριακού». Τέτοιες δηλώσεις, με τις οποίες μπορούν άνετα να συμφωνήσουν όλοι οι πολιτικοί στον πλανήτη, του Ταγίπ Ερντογάν και του Βάσσου Λυσσαρίδη περιλαμβανομένων, είναι εν μέρει υπεύθυνες και για την «κόπωση» της ελληνικής κοινής γνώμης, που, πολύ φυσιολογικά βαριέται την απουσία νοήματος. Και δίνουν λαβή στους καχύποπτους να πιστεύουν ότι ορισμένοι πολιτικοί της Αθήνας έχουν αφήσει στον κ. Χριστόφια την αμφίβολη «τιμή» να επωμισθεί το βάρος ρυθμίσεων που μπορεί να αποδειχθούν επαχθείς...Ενώ άλλοι, προτιμούν να «οχυρώνονται» πίσω από το «δόγμα»: «Ξεπληρώσαμε το χρέος μας βάζοντας την Κύπρο στην ΕΕ, ας πορευθεί μόνη της πια».

Δεν γνωρίζουμε τίποτα για το τι είπε επί ώρες η Υπουργός Εξωτερικών με τον Σουηδό ομόλογό της, για τον οποίο το κυπριακό έχει γίνει περίπου έμμονη ιδέα (!), ούτε τι σκέπτεται να πράξει ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης εφόσον γίνει Πρωθυποιυργός. Μετά το «σοκ» του 2004, όταν οι Κύπριοι απέρριψαν ένα σχέδιο που είχαν διαπραγματευθεί οι ηγέτες Κύπρου και Ελλάδας και υποστηρίχθηκε από τη μεγάλη πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου των δύο κρατών, δεν διεξήχθη κανένας άξιος λόγου δημόσιος διάλογος για το κυπριακό. Ούτε ανιχνεύθηκαν οι αιτίες μιας τόσο κραυγαλέας απόστασης πολιτικής ελίτ και λαού, αυτόχρημα επικίνδυνης για τη χώρα, αλλά και υπονομευτικής της όποιας διπλωματικής αποτελεσματικότητας.

Επειδή το κυπριακό δεν συζητείται πλέον στην Ελλάδα, δεν έπαυσε βέβαια να αποτελεί την «καρδιά» της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, όπως δικαιολογημένα το χαρακτήρισε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, προσθέτοντας ότι «δεν μπορούμε να χωρίσουμε από την Κύπρο»! ‘Ολη η ελληνική πολιτική ιστορία είναι αδιάψευστος μάρτυς για την κρίσιμη σημασία του ζητήματος και για την εσωτερική πολιτική και για το μέλλον και θέση των ελληνικών πολιτικών παρατάξεων. Αν ο κυπριακός λαός και οι εκλεγμένοι ηγέτες του είναι οι κατεξοχήν αρμόδιοι για το αν και τι λύση θα υπάρξει, αυτό δεν σημαίνει ότι το θέμα μπορεί να αφήσει αδιάφορη την Ελλάδα, που δεν έχει μόνο ηθική και συμβατική υποχρέωση (λόγω των συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου) να εγγυηθεί την ανεξαρτησία και βιωσιμότητα του μέλλοντος κυπριακού κράτους. ‘Εχει επίσης ζωτικό θέμα δικής της ασφάλειας.

Κορυφαίος ‘Ελληνας διπλωμάτης σημειώνει επ’ αυτού: «Από ορισμένες απόψεις, οι ρυθμίσεις του κυπριακού μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια της Ελλάδας περισσότερο από ρυθμίσεις στο Αιγαίο. Αν η λύση είναι ικανοποιητική, θα δοθεί μεγάλη ώθηση στην επίλυση του όλου πλέγματος των ελληνοτουρκικών, παρόλο που, με τα σημερινά δεδομένα, αυτό μοιάζει μάλλον όνειρο θερινής νυκτός. Αν, αντίθετα, η υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία αντικατασθεί από sui generis, δαιδαλώδες και δυσλειτουργικό μόρφωμα, που δεν θα πληροί στοιχειώδεις αρχές κρατικής συγκρότησης που ισχύουν παγκόσμια, τότε η ίδια η Ελλάδα θα καταστεί όμηρος της καλής θέλησης ‘Αγκυρας/Αγγλοαμερικανών, για να μην κινδυνεύσουν οι Ελληνοκύπριοι. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορεί να ασκήσει ούτε εξωτερική πολιτική, ούτε, καλά-καλά, κυριαρχία σε Αιγαίο-Θράκη. ‘Οσο πιο πολύ οι ‘Ελληνες πολιτικοί προσπαθούν να αποφύγουν το κυπριακό, τόσο πιο άσχημα κινδυνεύουν να το βρουν τελικά μπροστά τους».

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΝΤΑΞΗΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΙ

Προβληματισμοί στην κυπριακή αριστερά

Μόνο το 22% των Ελληνοκυπρίων τάσσεται υπέρ της πλήρους εντάξεως της Τουρκίας στην ΕΕ, παρόλο που αυτή είναι η επίσημη πολιτική της κυπριακής κυβέρνησης. Το 67% τάσσεται υπέρ μιας ειδικής σχέσης της ‘Αγκυρας με την ‘Ενωση. Τα στοιχεία της δημοσκόπησης δημοσιεύτηκαν στον "Φιλελεύθερο". Αίσθηση προκάλεσε στους κόλπους της κυπριακής αριστεράς η τελευταία τοποθέτηση του Προέδρου της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Αλέκου Αλαβάνου που ζήτησε το πάγωμα της ενταξιακής πορείας όσο η Τουρκία κατέχει στρατιωτικά τμήμα της Κύπρου και απειλεί την Ελλάδα. Με άρθρο του στον «Φιλελεύθερο», ο αντιπρύτανης του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου Κώστας Γουλιάμος εκφράζεται με σκεπτικισμό για το αν πρέπει να προχωρήσει η πλήρης ένταξη. Γεγονός είναι πάντως ότι εγείρει ζήτημα η μεγάλη απόσταση κοινής γνώμης και επίσημης πολιτικής σε ένα τέτοιο θέμα.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

ΠΙΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΣΧΕΔΙΟΥ ΑΝΑΝ

Για επαναφορά του απορριφθέντος σχεδίου Ανάν κατηγόρησε τον κ. Χριστόφια ο αντιπρόεδρος του (συγκυβερνώντος) ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος. Κατά τον κ. Παπαδόπουλο, η επαναφορά αυτή παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας των τεσσάρων κομμάτων (ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ-ΕΔΕΚ-Οικολόγοι) που επέτρεψε την εκλογή του Κυπρίου Προέδρου το 2008.

Η δήλωση Παπαδόπουλου έγινε λίγο πριν την κρίσιμη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου (15.9). Κατά ορισμένους παρατηρητές, προαναγγέλει ενδεχόμενη αποχώρηση των συγκυβερνώντων ΔΗΚΟ και της σοσιαλιστικής ΕΔΕΚ από την κυβέρνηση. Οι σύμμαχοι του κ. Χριστόφια τον εγκαλούν για υποχωρητικότητα στο κυπριακό και διαχείριση των διαπραγματεύσεων εν αγνοία τους και του λαού.

Για πρώτη φορά όμως, ο κ. Χριστόφιας δέχεται τώρα πυρά για «υποχωρητικότητα» και από τον ΔΗΣΥ, που υποστήριξε το 2004 το σχέδιο Ανάν και που, αν και αντιπολίτευση, τον στήριζε μέχρι τώρα στο κυπριακό, εμμένοντας στην ανάγκη γρήγορης λύσης.

Οι κριτικές αντανακλούν την εξέλιξη της κοινής γνώμης. Σχεδόν τα δύο τρίτα των Ελληνοκυπρίων κρίνουν αρνητικά στις δημοσκοπήσεις του Ιουνίου τους χειρισμούς του Προέδρου στο κυπριακό, ενώ η σχέση ήταν περίπου αντίστροφη πριν ένα χρόνο. Στις πιο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, μια σαφής πλειοψηφία πολιτών διαφωνεί με τα κεντρικότερα σημεία των προτάσεων Χριστόφια στις διαπραγματεύσεις, όπως αίφνης η ελληνική πρόταση για εκ περιτροπής προεδρία από ‘Ελληνα και Τούρκο Πρόεδρο, που απορρίπτει το 56% των Ελληνοκυπρίων και εγκρίνει μόνο το 36%! Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ, μόνο το 44% την αποδέχεται.

Η στάση των πολιτών (και των εφημερίδων «Φιλελεύθερος» και «Σημερινή») ανησυχεί τον επονομάζόμενο «δυτικό παράγοντα», που εξήγησε απερίφραστα, δια στόματος του Βρετανού Αρμοστή Μίλετ, στους πολιτικούς της νήσου (την ανεξαρτησία της οποίας ουδέποτε απεδέχθη στην πραγματικότητα), ότι είναι δουλειά τους «να πουλήσουν τη λύση» στον κόσμο. Ενώ ο κ. Ταλάτ συνέστησε δημόσια στον Δημήτρη Χριστόφια να μη χρονοτριβεί και να αρχίσει την «προετοιμασία» των πολιτών για την έγκριση μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν!

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι ανθελληνικές δηλώσεις του προεδρεύοντος του Συμβουλίου της ΕΕ Καρλ Μπιλντ και του Γκίντερ Φερχόιγκεν, ενώ η Κυρία Κλίντον, ήδη από τις αρχές του χρόνου, έκανε λόγο για ανάγκη «άρσης της απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων». Ακριβώς για να ενθαρρύνουν το ασθενικό «momentum», οι Αγγλοαμερικανοί επιδιώκουν μια τριμερή συνάντηση Μπαν Κι Μουν, Χριστόφια, Ταλάτ, πιθανώς τον Οκτώβριο στη Λευκωσία. Και για όσους επιμένουν να μην ... καταλαβαίνουν τι τους λένε, ο (φιλο-ανανικός) «Πολίτης» της Λευκωσίας υιοθετεί πιο ... «τρομοκρατικές» αποχρώσεις στο πρωτοσέλιδό του ενόψει Δεκεμβρίου και τουρκικής αξιολόγησης: «Λύση ή κρίση!»

Η ρητορεία αυτή φαίνεται όμως μέχρι τώρα να έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, αν πιστέψουμε τα γκάλοπ. Το 70% των Ελληνοκυπρίων πιστεύει ότι η Κύπρος πρέπει να ανακόψει την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αν η ‘Αγκυρα δεν εκπληρώσει τις ανειλημμένες υποχρεώσεις της για άνοιγμα αεροδρομίων και λιμανιών. Και από αυτό το ποσοστό, το 63% πιστεύει ότι πρέπει να το κάνει ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν μείνει μόνη της, χωρίς ούτε καν την υποστήριξη της Αθήνας στην ΕΕ!

Το ΑΚΕΛ απαντά στις επικρίσεις υπογραμμίζοντας ότι θα ήταν «καταστροφή» τυχόν αποχώρηση από τις συνομιλίες (εκτίμηση που δεν κάνει μετριπαθέστερο τον Ταλάτ) και τονίζοντας ότι μη λύση του κυπριακού μπορεί να σημάνει διχοτόμηση του νησιού. Παρά την έντονη συναισθηματική-ιδεολογική φόρτιση αυτού του επιχειρήματος-ταμπού, η συχνή χρήση του μπορεί τελικά να οδηγήσει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Σημαντικός αριθμός Ελληνοκυπρίων πολιτικών κατ’ ιδίαν και ακόμα περισσότεροι πολίτες βλέπουν πια τη διχοτόμηση ως λύση, προκειμένου να μη χάσουν το κράτος που διαθέτουν και να μην μπλέξουν σε άγνωστης κατάληξης πείραμα. Παρά τις επίσημες διακηρύξεις, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μάλλον απομακρύνονται ψυχολογικά παρά πλησιάζουν. Και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλοιώς αν σκεφτεί κανείς τον απίθανο δικολαβισμό που χαρακτηρίζει τις συνομιλίες ακόμα και για ασήμαντα θέματα. Είναι μάλλον στη σφαίρα του γελοίου το γεγονός ότι οι δύο πλευρές κουβεντιάζουν σχεδόν δύο χρόνια για το άνοιγμα του οδοφράγματος Λημνίτη, πολύ περισσότερο δηλαδή από όσο χρειάστηκε για να λυθεί το ζήτημα της γερμανικής ενοποίησης. Πως θα συνεννοηθούν αύριο στη διαχείριση κοινών κρατικών υποθέσεων; διερωτώνται φυσιολογικά οι πολίτες!

Για την εκ περιτροπής προεδρία το ΑΚΕΛ υποστηρίζει ότι προτάθηκε στο παρελθόν από τον Τάσσο Παπαδόπουλο, αρνείται όμως να μπει στη συζήτηση του κατά πόσον η λύση συμβιβάζεται με τη βιωσιμότητα του κράτους – κατ΄ιδίαν στελέχη του υποστηρίζουν ότι οι πρεδρικές εξουσίες θα είναι πολύ μειωμένες. Οι επικριτές όμως υπενθυμίζουν ότι τέτοιες ρυθμίσεις δεν έχουν εφαρμοσθεί σε κανένα από τα 200 κράτη με μειονότητες (πόσο μάλλον όταν οι ‘Ελληνες είναι 82% του πληθυσμού!) και θέτουν το ερώτημα τι θα συνέβαινε αν ήταν Τούρκος ο Πρόεδρος της Κύπρου στις κρίσεις του 1963 ή 1974, αν δηλαδή θα τον ακολουθούσε η διεθνής αναγνώριση και νομιμότητα, με τον ίδιο τρόπο που ακολούθησε τον Μακάριο τότε. Η εκ περιτροπής προεδρία δεν είναι άλλωστε η μόνη «περίεργη» ρύθμιση – το νέο κράτος π.χ. θα είναι το μοναδικό στον κόσμο όπου οι ψήφοι των πολιτών θα μετράνε διαφοιρετικά ανάλογα με την εθνικότητά τους!!! Ειρήσθω εν παρόδω, ότι ο κυπριακός λαός δεν έχει ουδέποτε κληθεί να αποφασίσει τι είδους λύση επιθυμεί και αν συμφωνεί με όσα προτείνουν οι ηγέτες του.

Πηγές προσκείμενες στον κ. Χριστόφια, που έχουν γνώση των διαλαμβανόμενων στις συνομιλίες, εκφράζουν πάντως απαισιοδοξία εκτιμώντας ότι δεν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα κατάληξης. Πολιτικοί αναλυτές στη Λευκωσία υπενθυμίζουν όμως ότι οι ίδιες εκτιμήσεις γίνονταν και το 2004, ότι η Τουρκία δηλαδή θα πει όχι και διαψεύσθηκαν παταγωδώς. Εν πάσει περιπτώσει, η κυπριακή κυβέρνηση δεν φαίνεται να διαθέτει εναλλακτικό «σχέδιο Β’», γεγονός που κινδυνεύει να την εγκλωβίσει σε «μονόδρομο» οδηγώντας είτε σε αποδοχή απαράδεκτων ρυθμίσεων, είτε σε νέα διεθνή «ενοχοποίηση» της Λευκωσίας.

Προκειμένου «να μη διαταραχθεί» το κλίμα, η Κυπριακή Δημοκρατία αποφεύγει συστηματικά κάθε υπενθύμιση των τουρκικών ευθυνών για το κυπριακό, περιορίζει κατά το δυνατόν τις διεθνείς καταγγελίες των εγκλημάτων του τουρκικού στρατού και την εκμετάλλευση ευνοϊκών αποφάσεων όπως η πρόσφατη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για την υπόθεση ‘Οραμς. Η πολιτική αυτή όμως δεν βρίσκει ανταπόκριση στην άλλη πλευρά, που επιμένει να παρουσιάζει διεθνώς επιχειρήματα και κατηγορίες κατά των Ελληνοκυπρίων και της Ελλάδας, δημιουργώντας κλίμα που θα συντελέσει να ... καταδικασθεί η Κύπρος και όχι η Τουρκία τον Δεκέμβριο. Το μόνο που δεν έχουμε διαβάσει μέχρι τώρα στον ευρωπαϊκό τύπο ή δεν έχουμε ακούσει από Ευρωπαίους πολιτικούς είναι ότι η ... Κύπρος εισέβαλε στην Τουρκία. Ενώ ταυτόχρονα, η ‘Αγκυρα, ανεξαρτήτως τελικού αποτελέσματος, εγκολπώνεται τις παραχωρήσεις που κάνει τώρα η Λευκωσία και που θα είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί σε οποιαδήποτε μελλοντική διαπραγμάτευση.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

ΜΕ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΒΑΤΕΡΛΩ ΑΠΕΙΛΟΥΝΤΑΙ ΕΛΛΑΔΑ/ΚΥΠΡΟΣ

Ιστορικά πρωτοφανής η διεθνής απομόνωση Αθήνας και Λευκωσίας
Επίσκεψη Πούτιν στην 'Αγκυρα


Με «στρατηγικό Βατερλώ», πιθανώς εντός του έτους, απειλείται το δίδυμο «Ελλάδα-Κύπρος», όπως υπογράμμισε εύγλωττα η επίσκεψη, δηλώσεις και συμφωνίες του Βλαντιμίρ Πούτιν στην ‘Αγκυρα. Μόνο μια ταχεία, αποφασιστική αντίδραση της κυβέρνησης και του πολιτικού κόσμου θα μπορούσε ίσως να το αποτρέψει, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι η χώρα (ακόμα περισσότερο η Κύπρος) διαθέτει κράτος και πολιτικό προσωπικό που χρειάζεται για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.

Μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, η Ελλάδα εγκατέλειψε την «εθνοκεντρική» εξωτερική πολιτική της, που συχνά επεκρίθη ότι «απομόνωνε» τη χώρα από τους «πλούσιους και ισχυρούς». Υιοθέτησε, με λίγες εξαιρέσεις, την «ευρωατλαντική μονοκαλλιέργεια», εν ολίγοις έκανε αυτό που της έλεγαν Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες. Δεκατρία χρόνια αργότερα, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία, η Τουρκία, βασικός γεωπολιτικός αντίπαλος της Ελλάδας, για την αντιμετώπιση του οποίου διαθέτει τεράστιους πόρους, έχει καλύτερες σχέσεις με όλους σχεδόν τους διεθνείς παίκτες. Για να «αποφύγουμε την απομόνωση» βρεθήκαμε πιο απομονωμένοι από ποτέ!

Διεθνείς «παίκτες» που συναγωνίζονται για την εύνοια της ‘Αγκυρας (η Ουάσιγκτον και οι φίλοι της μάλιστα και για το ποιός θα δώσει τη πιο δυνατή «σφαλιάρα» στην Αθήνα!). Η ‘Αγκυρα «μετράει» σήμερα στο διεθνές σύστημα πολύ περισσότερο απότι στο παρελθόν συγκρινόμενη με την Ελλάδα. ‘Εχει καλύτερες σχέσεις και με το ατλαντικό μπλοκ και με τους αντιπάλους του, και με τις ΗΠΑ και με το Ιράν, και με το Ισραήλ και με τους ‘Αραβες, όπως τις περισσότερες βαλκανικές χώρες. Επιδιώκει να εκτοπίσει οριστικά Αθήνα και Λευκωσία από την προνομιακή σχέση που πήγαν να αποκτήσουν με τη Μόσχα και να εξομαλύνει τις σχέσεις με τους Κούρδους και τους Αρμένιους, κάποτε παραδοσιακούς φίλους-συμμάχους των Ελλήνων. Ισχυρές δυνάμεις στη Γαλλία και τη Γερμανία, που είναι εναντίον της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, δεν μπορούν να συμμαχήσουν με την Αθήνα λόγω της υποστήριξής της σε αυτή.

Κλείνοντας όσο μπορεί όλα τα «μέτωπά» της, και στερώντας, με την ενεργό, πολύπλευρη και πολυμερή πολιτική της, την Ελλάδα από τα περισσότερα παραδοσιακά της στηρίγματα, η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν ετοιμάζεται για την «τελική» και περισσότερο φιλόδοξη πολιτικο-διπλωματική «έφοδό» της, σε δύο κατευθύνσεις. Από τη μια, η πολιτική πρωτοβουλία για την επίλυση του «υπαρξιακού» της κουρδικού προβλήματος. Από την άλλη, σχεδιάζει ένα «διπλωματικό μπλιτζκριγκ», ελπίζοντας να καταγάγει μείζονα, στρατηγικής αξίας και σημασίας, διπλωματική νίκη στο «δυτικό μέτωπο».

Στο χειρότερο (για μας) σενάριο, οδηγώντας Κύπρο-Ελλάδα σε αποδοχή επαχθών ρυθμίσεων για Κυπριακό-Αιγαίο, που, επιπλέον, θα της προσφέρουν από τώρα, μέσω της συζητούμενης κυπριακής λύσης, πολλά από τα πλεονεκτήματα της τελικής ένταξης στην ΕΕ, καθιστώντας την εν πολλοίς αναπότρεπτη. Είτε (καλύτερο σενάριο) «ενοχοποιώντας» Κύπρο-Ελλάδα για τα προβλήματα στις σχέσεις και υποχρεώνοντάς τες να αποδεχθούν συνέχιση της ενταξιακής πορείας χωρίς να θέτουν όρους, αντίθετα, πιεζόμενες οι ίδιες να κάνουν «διευθετήσεις».

Η ρωσοτουρκική προσέγγιση

Μια εικοσάδα συμφωνιών (12 κρατικές, οκτώ ιδιωτικές) υπεγράφησαν κατά την επίσκεψη Πούτιν στην ‘Αγκυρα. Σε αυτές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

- η συμφωνία για την εκτέλεση σεισμικών και άλλων εργασιών στην τουρκική ΑΟΖ στη Μαύρη Θάλασσα για τη διέλευση του αγωγού South Stream, που η Μόσχα δεν ήθελε να περάσει από την Ουκρανία. Η συμφωνία δεν περιορίζει τη στρατηγική αξία του αγωγού για Ελλάδα και Ευρώπη, που συνίσταται στην παράκαμψη της Τουρκίας για τις εισαγωγές ρωσικού αερίου, αφού ο αγωγός δεν διέρχεται από τουρκικό έδαφος ή τουρκικά χωρικά ύδατα (η πληροφόρησή μας βασίζεται στις ελληνικές κυβερνητικές πηγές και τα τουρκικά ΜΜΕ, γιατί τα ρωσικά ΜΜΕ κάνουν λόγο για χωρικά ύδατα)

- συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας που μπορεί να οδηγήσει στην κατασκευή τεσσάρων αντιδραστήρων. Τόσο αυτά τα σχέδια, όσο και το σχέδιο για την κατασκευή αντιδραστήρα στο Μπέλενε της Βουλγαρίας συνιστούν σοβαρή (οικολογική και μακροχρόνια στρατιωτική) απειλή ασφάλειας για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση δεν κάνει απολύτως τίποτα για να την αντιμετωπίσει, ούτε προτίθεται να κάνει. Ενδεχόμενο πυρηνικό ατύχημα στο Μπέλενε θα οδηγήσει περισσότερο σε ελληνική παρά σε βουλγαρική καταστροφή, λόγω της φοράς των ανέμων το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Πυρηνικά εργοστάσια στην Τουρκία δημιουργούν μακροχρόνιο πρόβλημα ενδεχόμενης ανάπτυξης στρατιωτικού προγράμματος.

- συμφωνία (κατόπιν παρέμβασης Μπερλουσκόνι) για τη σύνταξη μελέτης σκοπιμότητας για τον πετρελαιαγωγό Σαμψούντα-Τζεϊχάν, που είναι ευθέως ανταγωνιστικός του Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Λέγεται μάλιστα ότι έχει ήδη βρεθεί πετρέλαιο από το κοίτασμα Κασαγκάν που εκμεταλλεύεται η ιταλική ΕΝΙ, ενώ στην κατασκευή θα συμμετάσχει και ο όμιλος Τσαλίκ, συμφερόντων οικογένειας Ερντογάν. Αντίθετα μέχρι τώρα δεν έχει διατεθεί παρά το ήμισυ των ποσοτήτων πετρελαίου που θα μεταφέρει ο «Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη». Αξίζει στο σημείο αυτό να υπογραμμίσουμε ότι ο «Μουργκάς-Αλεξανδρούπολη» δεν φαίνεται να έχει μεγάλη συμπάθεια μεταξύ ισχυρών πολιτικών που επηρεάζονται από το ισραηλινό λίομπυ στη Μόσχα, όπως ο κ. Γκρεφ. Μέγας φίλος του Ισραήλ είναι και ο Ιταλός Πρωθυπουργός

- συμφωνία κατασκευής υποθαλασσίου αγωγού αερίου Μπλου Στρημ 2 που θα συνδέει απευθείας Ρωσία και Τουρκία. Οι δύο πλευρές υποστηρίζουν ότι το αέριο θα διοχετευθεί στη συνέχεια στο Τζεϊχάν και, από κει, σε Κύπρο, Συρία και Ισραήλ, ενώ μεγαλεπήβολα σχέδια κάνουν λόγο για πενταπλό αγωγό (αέριο, πετρέλαιο, νερό, ηλεκτρικό, οπτικές ίνες) που θα φτάνει από το Τζεϊχάν στο Ισραήλ και από κει μέχρι την Ινδία (Τούρκος εθνικιστής σχολιαστής, από τους σοβαρότερους, κατηγόρησε τον Ερντογάν, ότι εξυπηρετεί εβραϊκά σχέδια με τον αγωγό αυτό.) Δεν γνωρίζουμε αν θα πραγματοποιηθούν όλα αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, που προϋποθέτουν περίπου την επαναχάραξη του πολιτικο-στρατιωτικού χάρτη της Μέσης Ανατολής. Ο Μπλου Στρημ 2 πάντως θα είναι σχετικά μικρής δυναμικότητας αγωγός, που, αν τελικά για κάποιο λόγο, δεν κατασκευασθεί ο Σάουθ Στρημ, μπορεί να προταθεί για τον εφοιδιασμό της Ελλάδας με ρωσικό αέριο (ενδεχόμενο που λόγοι ελληνικής εθνικής ασφαλείας καθιστούν ή πρέπει να καθιστούν καθόλου επιθυμητό για την Αθήνα).

- συμφωνία για την κατασκευή αποθηκευτικού χώρου αερίου κάτω από την Αλμυρή Λίμνη (αντίστοιχες προτάσεις προς την Ελλάδα για αέριο και πετρέλαιο «γειώθηκαν» πρακτικά από την ελληνική κυβέρνηση)

Οι δύο πλευρές υπέγραψαν μια σειρά οικονομικών συμφωνιών, με τον τζίρο διμερών ανταλλαγών να έχει εκτιναχθεί ήδη στα 30δις δολλάρια και ο κ.Ερντογάν να «προβλέπει» 100δις σε τέσσερα χρόνια.

Οι συμφωνίες αυτές δεν ανατρέπουν, απειλούν όμως να ανατρέψουν, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες αμερικανικές πιέσεις στη Σόφια και την Αθήνα, τα δύο μεγάλα ορόσημα της ελληνορωσικής συνεργασίας: τον αγωγό Σάουθ Στρημ και τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη. Οι αγωγοί δεν έχουν άλλωστε μόνο ή κυρίως ενεργειακή σημασία, έχουν πρωτίστως πολιτικο-στρατηγική – και οι δύο προέκυψαν από πρωτοβουλία και ιδέα της Αθήνας, πρωτοβουλία και ιδέα που δεν στήριξε όμως με την απαραίτητη συνέχεια και δεν έχτισε πάνω της η Ελλάδα. Είναι σήμερα θλιβερό να θεωρείται ο αγωγός Σάουθ Στρημ ρωσο-τουρκο-ιταλικό έργο.

Οι δύο πλευρές χαρακτήρισαν «στρατηγική» τη σχέση τους, το δε ημιεπίσημο ΡΙΑ-Νόβοστι συνέκρινε τη φιλία με την Τουρκία με τη φιλία με τη Γερμανία, κάνοντας λόγο για «Βόρεια φιλία» και «Οθωμανική φιλία». Ο Ταγίπ Ερντογάν έδωσε πανηγυρικό χαρακτήρα στην επίσκεψη Πούτιν, αν και οι συνομιλίες φάνηκαν μάλλον δύσκολες και ο Πούτιν εμφανίστηκε ασυνήθιστα κουρασμένος και όχι πολύ κεφάτος στην συνέντευξη τύπου που ακολούθησε. Οι απεσταλμένοι των ρωσικών ΜΜΕ δεν ενθουσιάστηκαν με τους Τούρκους και περιέγραψαν με ειρωνικό τρόπο το στρίμωγμα των αξιωματούχων τους για μια θέση περιοπής στη συνέντευξη τύπου.

Κάνοντας το χατήρι του φίλου Ταγίπ, αλλά στέλνοντας με την ευκαιρία και το δεύτερο, σαφές μήνυμά του προς τον Δημήτρη Χριστόφια, μετά την εκλογή του τελευταίου, ο Ρώσος Πρόεδρος είπε ότι υποστηρίζει τα σχέδια του ΟΗΕ για την Κύπρο, μεταξύ των οποίων το σχέδιο Ανάν και την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων με τις «δύο χώρες» στην Κύπρο, όπως είπε, για να διορθώσει ευθύς αμέσως, σε «δύο πλευρές». Η διόρθωση χρειάστηκε πέντε μέρες για να γίνει αντιληπτή από την υπηρεσία τύπου της προεδρίας.

Συνήθως και οπωσδήποτε στην περίπτωση αυτή, οι υπογραφείσες συμφωνίες δεν είναι παρά η «κορυφή του παγόβουνου». Θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για να σιγουρευτούμε για την έκταση και την ειλικρίνεια της ρωσο-τουρκικής «συνεννόησης». Με δεδομένο μάλιστα ότι οι «σφαίρες επιρροής» των δύο χωρών στην πρώην σοβιετική περιφέρεια τέμνονται – η γεωπολιτική σύγκρουση παραμένει το κατά βάση κυριαρχούν στοιχείο στις ρωσοτουρκικές σχέσεις των τελευταίων τριών αιώνων.


«Πλατωνικοί έρωτες» και «γάμοι συμφέροντος»

Ρωσικές διπλωματικές πηγές επιμένουν ότι οι συμφωνίες με την Τουρκία δεν αλλάζουν το σκηνικό στις ελληνορωσικές σχέσεις, ενώ και η (εξ απίνης καταληφθείσα) ελληνική πολιτική και διπλωματία εκτιμά ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Οι επόμενοι μήνες θα δείξουν ποιά είναι η έκταση της ρωσοτουρκικής συμφωνίας, ενώ οι πράξεις Αθήνας και Μόσχας θα καταδείξουν κατά πόσον έχει τελειώσει άδοξα η δεύτερη προσπάθεια προσέγγισης Ελλάδας-Ρωσίας την τελευταία εικοσαετία (η πρώτη απόπειρα, έγινε με τους ρωσικούς πυραύλους S-300 και κατέληξε σε αξιοθρήνητα αποτελέσματα μετά την άτακτη υποχώρηση της Αθήνας). Συνήθως, μεταξύ Αθήνας και Μόσχας έχουμε σφοδρούς «έρωτες» που παραμένουν τελικά «πλατωνικοί», ενώ μεταξύ ‘Αγκυρας και Μόσχας «γάμους συμφερόντων».

Διπλωματικοί παρατηρητές υποστηρίζουν ότι οι τελευταίες εξελίξεις αντανακλούν απλά το βάρος της γεωπολιτικής θέσης της Τουρκίας και των ρωσο-τουρκικών οπικονομικών σχέσεων. Στην πραγματικότητα όμως αντανακλούν ακόμα περισσότερο την ελληνική αδυναμία και αμφιθυμία. Αδυναμία, γιατί η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη ευρωπαίκή χώρα που δεν διαθέτει στρατηγική ανάλυση πίσω από τη διπλωματία της, ανεξάρτητα κέντρα στρατηγικών μελετών, ούτε καλά – καλά αρκετούς ανθρώπους στα Υπουργεία Εξωτερικών και ‘Αμυνας που να μιλάνε τούρκικα, ρώσικα κλπ. και να μελετούν την πραγματικότητα αυτών των χωρών. Η ελληνική υπηρεσία πληροφοριών είναι υποτυπώδης, δίκτυο Ελλήνων ανταποκριτών στο εξωτερικό ουσιαστικά δεν υπάρχει. ‘Οπως δεν υπάρχει ελληνικό κράτος στην εσωτερική, έτσι δεν υπάρχει και στη διεθνή διάστασή του, η προχειρότητα και ο αυτοσχεδιασμός βασιλεύουν. Καμμία, ακόμα και από τις μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν λειτουργεί έτσι. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι στη Μόσχα λειτουργεί ένα ισχυρό τουρκικό και ένα ακόμα ισχυρότερο ισραηλινό λόμπυ, ενώ μια ολόκληρη μερίδα της ρωσικής κυβέρνησης υπό τον αντιπρόεδρο κ. Ιβανώφ καλλιεργεί την ιδέα μιας «ευρασιατικής συμμαχίας» με την Τουρκία. Αντίθετα, δεν υπάρχει στη ρωσική πρωτεύουσα καμιά αξιόλογη ελληνική δραστηριότητα, ούτε μεταξύ των δύο χωρών κάποιας μορφής στρατηγικός διάλογος.

Η προσέγγιση Καραμανλή-Πούτιν βασίστηκε κυρίως στην προσωπική «χημεία» των δύο και των συνεργατών τους Κωνσταντίνου Μπίτσιου και Αντρέι Βντόβιν (αμφότεροι απομακρύνθηκαν έκτοτε). Η «δημοτικότητα» του κ. Καραμανλή στο Κρεμλίνο έφτασε το ζενίθ όταν έβαλε το βέτο στο Βουκουρέστι («είναι ένας πολύ θαρραλέος άνθρωπος», ήταν το σχόλιο Ρώσου αξιωματούχου). ‘Εκτοτε όμως ο ‘Ελληνας Πρωθυπουργός φάνηκε να υποχωρεί, δίνοντας την εντύπωση τρομαγμένου ανθρώπου και πιθανώς «χρεώνοντας» στη ρωσική πολιτική του αμερικανική εχθρότητα και αποκαλύψεις σκανδάλων. Αντί να αντιμετωπίσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς παραγωγής των σκανδάλων, προτίμησε την όπισθεν στην εξωτερική πολιτική, γεγονός που ενεθάρρυνε τους αντιπάλους του. Διάφοροι υπηρεσιακοί παράγοντες άρχισαν να ανακαλύπτουν απίθανα «προβλήματα» με τα ρωσικά θωρακισμένα. Σημαντικοί Υπουργοί της κυβέρνησης δεν απαντούσαν πλέον στα τηλέφωνα και τα αιτήματα συναντήσεων του Ρώσου Πρέσβη! Η Μόσχα εξακολουθούσε να στηρίζει την προσέγγιση, παρά τα προβλήματα που δημιουργούσε το ... ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, με τις θέσεις του στα αντιπυραυλικά, για τη Γεωργία κλπ., όταν ένοιωσε όμως και τον ίδιο τον Καραμανλή να κάνει πίσω, άρχισε να θέτει κι αυτή το κλασικό «ελληνικό ερώτημα»: «ποιός κυβερνά αυτόν τον τόπο». Το «δεντράκι» που «φύτεψαν» οι κ.κ. Καραμανλής και Πούτιν, με την ευλογία του Προέδρου της Δημοκρατίας, έπαυσε να ποτίζεται και άρχισε να «μαραίνεται».

‘Ισως βέβαια δεν έχουν ακόμα κριθεί όλα. Υπάρχει συμπληρωματικότητα αναγκών Αθήνας και Μόσχας, χρειάζεται όμως και η πολιτική βούληση και η συστηματική κρατική και διπλωματική υποστήριξη. Η ρωσική πλευρά δηλώνει πάντως ότι ενδιαφέρεται να συνεχίσει την προσέγγιση. Ενδιαφέρεται μάλιστα και για την θέση όλων των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων. Τοποθετηθείς προ αρκετών μηνών στην Αθήνα, ο νέος Ρώσος Πρέσβης συναντήθηκε ήδη με τον κ. Τσίπρα, που του δήλωσε ότι στηρίζει τους αγωγούς, αν και ξέχασε να το αναφέρει στην ανακοίνωσή του για τη συνάντηση ο Συνασπισμός. Ελπίζει να συναντηθεί σύντομα και να γνωρίσει και τον κ. Παπανδρέου.

Διπλωματικοί και στρατηγικοί αναλυτές υπογραμμίζουν ότι, όπως έχουν έλθει τα πράγματα, η σύσφιγξη των σχέσεων με τη Μόσχα, η περαιτέρω ανάπτυξη όχι μόνο των ενεργειακών, αλλά επίσης των αμυντικών και πολιτιστικών σχέσεων, αλλά και ενός σοβαρού «στρατηγικού διαλόγου» είναι «μονόδρομος» για τη χώρα, αν δεν θέλει, αργά ή γρήγορα, και μάλλον γρήγορα, να βρεθεί προ ιδιαίτερα δυσαρέστων εκπλήξεων στην εξωτερική πολιτική της.

"Κόσμος του Επενδυτή", 14-8-2009

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Πούτιν, Αραφάτ και Σχέδιο Ανάν

Σε εκ πρώτης όψεως αλλοπρόσαλλη (και απαράδεκτη) δήλωση προέβη ο Πρωθυπουργός Πούτιν στην ‘Αγκυρα, υποστηρίζοντας το σχέδιο Ανάν. Αλλοπρόσαλλη, γιατί το σχέδιο δεν υπάρχει επισήμως. Η Ρωσία έβαλε δύο βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας το 2004 για να μην υιοθετηθεί. Μερίδα τουλάχιστον Ρώσων στρατηγικών αναλυτών (όχι βεβαίως το ισραηλινό και τουρκικό λόμπυ στη Μόσχα) εκτιμά ότι το σχέδιο εξυπηρετούσε αγγλοαμερικανικά συμφέροντα. (Εκτός αν προεξοφλούν ότι θα γίνει αποδεκτό και δεν έχει νόημα η αντίθεση γιατί, όπως είπε κάποτε ο Γάλλος Πρέσβης στη Λευκωσία, «δεν μπορούμε να είμαστε πιο Κύπριοι από τους Κύπριους»)

Στη διάρκεια συνάντησής του ο κ. Πούτιν διηγήθηκε την εξής ιστορία σε συνομιλητή του, που μας τη μετέφερε: «Ερχόταν ο Αραφάτ για βοήθεια κάθε φορά που ζοριζόταν. Μια φορά τούπα. Γιασέρ, πας στους Αμερικανούς για πρωτοβουλίες και όλα τα άλλα, έρχεσαι σε μένα μόνο όταν στραβώσουν τα πράγματα».

Οι Ρώσοι εξεπλάγησαν όταν ο κ. Χριστόφιας φάνηκε να στηρίζεται κυρίως στη Βρετανία για το κυπριακό, υπογράφοντας μνημόνιο με τον Γκόρντον Μπράουν που εγγυάται τις βρετανικές βάσεις. ‘Οταν ο Χριστόφιας πήγε στη Μόσχα, ο Πούτιν δεν τον συνάντησε, επικαλούμενος ασήμαντους λόγους. Ρώσοι και Γάλλοι δεν το εκδηλώνουν δημόσια, αλλά αισθάνονται παραμερισμένοι στο κυπριακό, «καπελωμένοι» από το Λονδίνο.

Η δήλωση Πούτιν συνιστά πιθανώς «χάρη» προς τον Ερντογάν. Προηγήθηκε αντίστοιχη δήλωση του προεδρεύοντος του Συμβουλίου της ΕΕ, επικεφαλής του φιλοτουρκικού, ατλαντικού λόμπυ Καρλ Μπιλντ, που απέδωσε στους Ελληνοκύπριους την ευθύνη παραμονής του τουρκικού στρατού λόγω του 2004 (και στην Ελλάδα την ευθύνη της τουρκικής εισβολής το 1974!). Οι δηλώσεις αυτές αποκαλύπτουν ένα από τα επιχειρήματα που θα χρησιμοποιηθούν ίσως τον Δεκέμβριο στην αξιολόγηση της Τουρκίας. Φταίνε οι Ελληνοκύπριοι που απέρριψαν το σχέδιο, έστω και αν, θεωρητικά τουλάχιστον, στα δημοψηφίσματα ο λαός έχει δικαίωμα να ψηφίσει ότι νομίζει, αλλοιώς γιατί να γίνονται; Το ίδιο το σχέδιο Ανάν αναφέρει ρητά ότι θεωρείται άκυρο και μηδέτοποτε γενόμενο εφόσον καταψηφισθεί, δηλαδή δεν παράγει νομικές συνέπειες. Το πρόβλημα έγκειται στο ότι η κυβέρνηση και οι πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου δεν υπερασπίζονται πολιτικά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, που μπορεί να αρέσει ή όχι, πρέπει όμως να γίνεται ουσιαστικά σεβαστό στις δημοκρατίες. Ουδεμία απάντηση στον κ. Πούτιν, ψελίσματα για τον κ. Μπιλντ από Λευκωσία-Αθήνα, ενώ δεν υπάρχουν ούτε δύο σελίδες στα αγγλικά να εξηγούν με καταληπτό τρόπο τους λόγους απόρριψης του σχεδίου, όπως και τι συνέβη το 1974! ‘Ετσι οργανώνονται οι ήττες.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Διπλωμάτες και διεθνής παρουσία της Ελλάδας

Συνέντευξη του Γιώργου Αϋφαντή, εκπροσώπου της 'Ενωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων στον Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο. Δημοσιεύτηκε στις 14. 8.09 στον "Κόσμο του Επενδυτή".

Ερ. K. Αϋφαντή, όπως αντιλαμβάνομαι η Υπουργός Εξωτερικών ικανοποίησε ένα από τα αιτήματά σας. Έχουν εξομαλυνθεί οι σχέσεις σας;

Απ. Με διάταξη του Ν.3578/2009 που ψήφισε το Β΄ θερινό Τμήμα της Βουλής, καταργείται από 1/1/2010 για τους υπαλλήλους του ΥΠΕΞ η φορολόγηση της αποζημίωσης που λαμβάνουμε για να ανταποκριθούμε στα αυξημένα έξοδα διαβίωσής μας στο εξωτερικό. Υπήρχαν, άλλωστε, πάνω από 100 Αποφάσεις δικαστηρίων, του Σ.τ.Ε. συμπεριλαμβανομένου, που δικαίωναν προσφυγές συναδέλφων. Υπήρξε, λοιπόν προσαρμογή της Κυβέρνησης στην συνταγματική νομιμότητα, ύστερα από ένα 2ετή, σκληρό διεκδικητικό αγώνα, τον οποίο η ‘Ενωση Διπλωματικών Υπαλλήλων ξεκίνησε και διεξήγαγε μόνη της. Ακούσαμε πολλά «αποκλείεται!» αλλά τελικά κατίσχυσε η επιμονή μας και το δίκαιο του αιτήματος. Ωστόσο, οι μείζονες θεσμικές και οικονομικές μας διεκδικήσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί. Συνεχίζουμε τις προσπάθειές μας.


Ερ. Είναι αρκετά ασυνήθιστο για ένα συνδικάτο Διπλωματών να έρχεται σε τόσο ευθεία σύγκρουση με την Υπουργό Εξωτερικών, όπως εσείς με την υπόθεση Siemens. Μήπως ήταν υπερβολική η εμπλοκή σας στο θέμα; Είσαστε ικανοποιημένοι από την εξέλιξη της υπόθεσης;

Απ. Εξ ορισμού οι διπλωμάτες είναι επιτελικοί, στενοί συνεργάτες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΞ. Δεν επιδιώκουμε εμείς σύγκρουση αλλά συνεργασία. Όμως, δεν διστάσαμε να πούμε την άποψή μας όταν, ένα πρωί, μάθαμε ξαφνικά ότι η έλλειψη πολιτικής κρίσης, τα αργά ανακλαστικά και νωχέλεια που τάχα χαρακτηρίζουν τους Έλληνες διπλωμάτες επέτρεψαν στον φυγόδικο Καραβέλα να διαφύγει στο εξωτερικό. Υπερασπίσαμε, συνεπώς, την επαγγελματική μας υπόληψη αλλά και τους συναδέλφους που άδικα κατηγορήθηκαν για να καλυφθούν αλλότριες ευθύνες. Και το πράξαμε με τρόπο που θα πρέπει να έπεισε τους δύσπιστους ότι και πολιτική κρίση διαθέτουμε και ταχύτητα αντίδρασης και σθένος. Όσοι θεωρούσαν ότι οι Έλληνες διπλωμάτες παραδοσιακά εκφράζονται με πειθήνιες και βαθύτατες υποκλίσεις προς πάσα κατεύθυνση, είχαν μια ευκαιρία ν’ αναθεωρήσουν την άποψή τους.


Ερ. Ωστόσο κάποιοι ίσως έμειναν με την αίσθηση ότι έχετε υπεισέλθη σε μία σύγκρουση προσωπικού χαρακτήρα με την πολιτική ηγεσία. Υπάρχει και σε τι οφείλεται σύγκρουση μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και διπλωματών;

Απ. Δεν τίθεται ζήτημα σύγκρουσης και δη σε προσωπική βάση με την κα Υπουργό. Η αντίθεσή μας δεν αφορά πρόσωπα. Αφορά την ακολουθούμενη πολιτική, της οποίας παράπλευρη όσο και αναπόφευκτη συνέπεια είναι η περιθωριοποίηση της Διπλωματικής Υπηρεσίας. Και ακόμη περισσότερο, η υποκατάσταση της Διπλωματικής Υπηρεσίας από μια μικρή προσωποπαγή ομάδα υπηρεσιακών και εξω-υπηρεσιακών παραγόντων. Προς την κατεύθυνση αυτή λειτουργούν επίσης η συστηματική μισθολογική μας υποβάθμιση, όπως και η συνεχής μεταφορά πόρων από την άσκηση εξωτερικής πολιτικής στην προώθηση δημοσίων σχέσεων .
Οι Έλληνες διπλωμάτες δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίζονται από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες περίπου σαν οδηγοί αγοραίων οχημάτων, στους οποίους δεν πέφτει λόγος ούτε για τον προορισμό ούτε για την διαδρομή. Τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας έχουν ιστορικό βάθος και μόνο η Διπλωματική Υπηρεσία επιτρέπει τον χειρισμό τους στην βάση της ιστορίας τους, της πολυπλοκότητάς τους και της διαφύλαξης των διαχρονικών εθνικών συμφερόντων που διακυβεύονται σε κάθε πρόβλημα. Εν ολίγοις, ο χειρισμός των προβλημάτων αυτών στην βάση των εισηγήσεων αλλά και της υλοποίησης που εξασφαλίζουν οι δεξιότητες και η συλλογική εμπειρία της Διπλωματικής Υπηρεσίας είναι η μόνη ασφαλής και ενδεδειγμένη οδός.
Αντίθετα, ούτε στο Κυπριακό ούτε στα Ελληνο-Τουρκικά, ούτε στο Μεσανατολικό, ούτε πουθενά είναι χρήσιμοι ή απαραίτητοι οι διπλωμάτες, όταν τα ζητήματα αυτά προσεγγίζονται σε επικοινωνιακή βάση και με όρους δημοσίων σχέσεων. Με στόχο όχι την αντιμετώπιση και επίλυσή τους αλλά την προώθηση επί μέρους προσωπικών στοχεύσεων ή την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων της στιγμής. Τότε, βεβαίως θα υπάρχει αντίθεση των διπλωματών με την όποια πολιτική ηγεσία, ανεξαρτήτως προσώπων!


Ερ. Κύριε Αϋφαντή όποιος επισκεπτόταν Ελληνική Πρεσβεία ή Γραφείο Τύπου πριν από 20 χρόνια εύρισκε μία μπροσούρα που αντιμετώπιζε η Ελλάδα στο Αιγαίο, στο Κυπριακό κ.λ.π. Γιατί σήμερα απουσιάζουν όλα αυτά από τις Ελληνικές Αντιπροσωπείες; Γιατί αρκετοί συνάδελφοί σας εμφανίζουν πρακτικά την χώρα ως την καλύτερη φίλη της Τουρκίας; Είστε ικανοποιημένοι από το επίπεδο ενημέρωσης των ξένων Διπλωματικών Αρχών και της διεθνούς κοινής γνώμης για τα προβλήματα και τις απειλές που αντιμετωπίζει η Ελλάδα; Τι εισηγήσεις έχετε κάνει στο Υπουργείο σας και τι πρωτοβουλές σκέφτεσθε να λάβετε εσείς ως Ένωση για την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης;

Απ. Οι διπλωμάτες, και στην Ελλάδα και παντού, εργάζονται βάσει οδηγιών, ασχέτως αν τις θεωρούν σαφείς, επαρκείς, πλήρεις ή όχι. Έγκειται στην προσωπική ευαισθησία και, βέβαια, στην κατάρτιση κάθε Έλληνα διπλωμάτη με πόσο ζήλο και αποτελεσματικότητα θα ενημερώσει τους ομολόγους του και την διεθνή κοινή γνώμη, πως θα διεκδικήσει ένα αίτημα κ.ο.κ. Αλλά η διπλωματία, όπως και το ποδόσφαιρο, δεν είναι μοναχικό σπορ. Εκτός από παίκτες , πρέπει να υπάρχει και ομάδα, προπονητής, κατεύθυνση και στόχοι. Όταν από τα πιο έγκυρα χείλη οι χαμηλές υπερπτήσεις κατοικημένων Ελληνικών νησιών στο Αιγαίο χαρακτηρίζονται «άσκοπες», δεν μπορεί ο διπλωμάτης να κάνει ενημέρωση σε ομολόγους τους και να τις χαρακτηρίσει είτε «επικίνδυνες», είτε «εχθρικές ενέργειες». Ό,τι άλλωστε και να επιθυμούσε προσωπικά να πει, όλα τα ξένα Κράτη έχουν Πρεσβείες και διαβάζουν εφημερίδες. Συνεπώς το «άσκοπες» είναι αυτό που ισχύει, με ό,τι σηματοδοτεί (π.χ. ότι ο τερματισμός αυτής της «άσκοπης» δραστηριότητας μάλλον επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια των γειτόνων, παρά σε αντίδραση της Ελληνικής πλευράς). Οπότε, εκ των πραγμάτων, και οι διπλωμάτες κινούμεθα, εν προκειμένω, στο πλαίσιο της – διόλου άσκοπης – πολιτικής που έχει ερήμην μας χαραχθεί.