ΜΕΣΑ ΜΑΙΟΥ ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ SOUTHSTREAM
Πως οι ΗΠΑ υπονομεύουν, με τα ερείσματά τους σε Αθήνα-Σόφια, τον αγωγό SouthStream
Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
konstantakopoulos.blogspot.com
Στα μέσα Μαίου θα υπογραφεί η συμφωνία για τον αγωγό φυσικού αερίου Southstream μεταξύ της ρωσικής ΓΚΑΖΠΡΟΜ και της ελληνικής ΔΕΣΦΑ. Την απόφασή τους αυτή οριστικοποίησαν οι Πρωθυπουργοί Καραμανλής και Πούτιν κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις αρχές της εβδομάδας με πρωτοβουλία του δεύτερου. Περίπου ή και ταυτόχρονα θα υπογραφεί και η αντίστοιχη ρωσοβουλγαρική συμφωνία, μετά την επιτυχή τελική κατάληξη των (αρχικά πολύ δύσκολων και έντονων) συνομιλιών του Πρωθυπουργού Βούγαρου Πρωθυπουργού Στάνισεφ στη Μόσχα, κατάληξη που έκανε δυνατή η αποδοχή πολλών από τις απαιτήσεις της Σόφιας. (Δυστυχέστατα, ένα από τα ρωσοβουλγαρικά σχέδια αφορά την κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρα στο Μπέλενε. Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί με χαρακτηριστική απάθεια την «περικύκλωση» της χώρας από επικίνδυνες, οικολογικά και εθνικά, πυρηνικές εγκαταστάσεις, χωρίς καμία πολιτική για το ζήτημα).
Η συνεννόηση Καραμανλή-Πούτιν και Στάνισεφ-Πούτιν ήρθε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που είχαν προ στιγμήν δημιουργηθεί, ότι ο αγωγός μισο-«εγκαταλείπεται», κατόπιν των ασφυκτικών αμερικανικών πιέσεων, πιέσεων που βρίσκουν ευήκοον ους σε σημαντικά τμήματα του ελληνικού και βουλγαρικού κυβερνητικού μηχανισμού και πολιτικού κατεστημένου. Αν και βεβαίως απομένει ακόμη μεγάλο διάστημα μέχρι να ρεύσει το αέριο και ασφαλώς δεν πρέπει να αναμένεται ότι η Ουάσιγκτον θα καθήσει ακριβώς με «σταυρωμένα τα χέρια», περιμένοντας απαθής την ολοκλήρωση ενός σχεδίου προς το οποίο ουδέποτε έκρυψε την εχθρότητά της.
Ο αγωγός Southstream θα μεταφέρει κάθε χρόνο 30 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα αέριο υποθαλασσίως από τη Ρωσία στη Βουλγαρία. Εκείθεν, 20 δις θα διοχετεύονται μέσω Σερβίας, Σλοβενίας και Ουγγαρίας προς Αυστρία και 10 νοτίως προς Ελλάδα- Ιταλία. Η ΓΚΑΖΠΡΟΜ υπολογίζει ότι το δυναμικό του αγωγού μπορεί να φθάσει τα 45-46 δις κυβ. μέτρα, αν εξασφαλίσει αντίστοιχες ποσότητες από το Αζερμπαϊτζάν και την Κεντρική Ασία. Η συμφωνία που θα υπογραφεί στα μέσα Μαίου θα προβλέπει τη σύσταση μεικτής εταιρείας που θα πραγματοποιήσει την τεχνικοοικονομική μελέτη για τον αγωγό μέχρι το τέλος του 2010. Ο αγωγός είναι μεγάλης στρατηγικής σημασίας για τον ασφαλή ενεργειακό εφοδιασμό Ελλάδας και Ευρώπης και για τα ρωσικά συμφέροντα, γιατί απεξαρτά τις εξαγωγές αερίου από Ουκρανία και την Τουρκία, τις δύο άλλες «πύλες» του ρωσικού αερίου προς Νότια και Κεντρική Ευρώπη. Η Ουκρανία είναι βυθισμένη σε μια όλο και πιο εκρηκτική εσωτερική κρίση, αδήλου καταλήξεως, στο μέτρο μάλιστα που η Ουάσιγκτον τη θέλει «σφήνα» μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας, στα πλαίσια της κατά Ράμσφελντ «Νέας Ευρώπης». ‘Οσο για την Τουρκία, είναι απλά παράλογο να εξάγεται το ρωσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω μιας … ασιατικής χώρας! Πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για την Ελλάδα που, εν αναμονή καλύτερων … ουρανών πάνω από το Αγαθονήσι και την Κύπρο, εξοπλίζεται σαν αστακός για να την αντιμετωπίσει!
Την πολιτική διαφοροποίησης των αγωγών και παράκαμψης των αμερικανικών «νεοπροτεκτοράτων» της Νέας Ευρώπης υποστηρίζει παρασκηνιακά η Γερμανία, που αποφάσισε την κατασκευή (υποθαλάσσιου) Νορντστρημ, για να εισάγει απευθείας το αέριό της. Δεν την υποστηρίζει όμως η Ευρωπαϊκή Κομισιόν, ο ενεργειακός σχεδιασμός της οποίας υπαγορεύεται καθαρά από την Ουάσιγκτον και της οποίας προίσταται ο κ. Μπαρόζο, αρχιτέκτων στις Αζόρες της ευρωπαϊκής πρόσδεσης στο αμερικανικό άρμα.
Ενθαρρυντικές είναι και οι ενδείξεις για την κατασκευή του πετρελαιαγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη, που αναμένεται να αρχίσει στο άμεσο μέλλον, ενώ δεν προχωρά αντίθετα πολύ ικανοποιητικά η υπόθεση της παραγγελίας θωρακισμένων, που έχει τώρα εμπλακεί σε διαφωνίες ως προς το ποιό μέρος τους θα κατασκευάζεται και από ποιόν στην Ελλάδα.
Το «ξεμπλοκάρισμα» ιδίως με την Βουλγαρία, αλλά και το τηλέφωνο Πούτιν στον Καραμανλή αντανακλά, υποστηρίζουν καλά πληροφορημένες πηγές, την αύξουσα συνειδητοποίηση από τη Μόσχα των ποικίλων δυνάμεων που έχουν κινητοποιηθεί για να τορπιλίσουν το ελληνο-βουλγαρο-ρωσικό σχέδιο, αλλά και των ερεισμάτων που διαθέτουν οι αντίπαλοί του αγωγού στο πολιτικό σύστημα Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η ρωσική διπλωματία έγινε έξαλλη όταν αντιλήφθηκε ότι η ενεργειακή σύνοδος της Σόφιας μετεξιλισσόταν σε αμερικανική φιέστα υπέρ του αγωγού Ναμπούκο, ενώ απόρησε με την παρουσία εκεί του ‘Ελληνα Πρωθυπουργού, ο οποίος αρχικά είχε αποφασίσει να πάει μόνο αν πήγαινε ο Πούτιν. Μεγάλες απορίες στο Κρεμλίνο έχουν προκαλέσει και τα αντιφατικά «σήματα» που δέχεται από διάφορους τομείς της ελληνικής κυβέρνησης, με άλλους να δείχνουν υποστηρικτές και άλλους αντίπαλους του … επίσημου ελληνορωσικού σχεδίου, δημιουργώντας ερωτήματα για το ποιος εν τέλει αποφασίζει στην Αθήνα, ενώ υφίσταται και ένας ορισμένος προβληματισμός για το αν και πώς θα επηρεάσει η ελληνική πολιτική αστάθεια τις διμερείς σχέσεις. Από την πλευρά του και ο κ. Καραμανλής αντιλαμβάνεται, λένε στελέχη της κυβέρνησης, ότι, αν από τη μια ήθελε να καθησυχάσει την Ουάσιγκτον, από την άλλη κινδυνεύει, παραιτούμενος της «ρωσικής» πολιτικής του, να χάσει ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα πολιτικά «χαρτιά» του στο εσωτερικό της χώρας.
Ρωσικές διπλωματικές πηγές υποστηρίζουν ότι η επιτυχής ενεργειακή συνεργασία μπορεί να αποτελέσει και τον καταλύτη ευρύτερης διμερούς οικονομικής συνεργασίας, ενώ υπογραμμίζουν την αύξηση των ελληνικών εξαγωγών κατά 50%, ιδίως σε αγροτικά προϊόντα, την τελευταία χρονιά. Ρωσικές εταιρείες ενδιαφέρονται να μπουν στον ελληνικό τομέα διύλισης και εμπορίας πετρελαίου, συναντούν όμως μεγάλες δυσκολίες, ενώ η Μόσχα έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για τη συμμετοχή ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στα έργα των Χειμερινών Ολυμπιακών του Σότσι. Μια έξυπνη ελληνική διπλωματία, θα μπορούσε άλλωστε να εκμεταλλευθεί την κατά τα άλλα δυσάρεστη και αντιφατική κατάσταση που έχει προκαλέσει με την «αμφιθυμία» της, προκειμένου να επιτύχει επωφελείς για τη χώρα
συμφωνίες.
Κόσμος του Επενδυτή, 2.5.2009
Δευτέρα 4 Μαΐου 2009
Τρίτη 28 Απριλίου 2009
ΠΟΥΤΙΝ, ΝΑΜΠΟΥΚΟ ΚΑΙ Η "ΕΚΤΕΛΕΣΗ" ΕΝΟΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ
Οι Αμερικανοί ξανάρχονται, καταλαμβάνουν κυβέρνηση και τορπιλίζουν τον αγωγό.
"Μακαρθικές" τεχνικές στο Υπουργείο Εξωτερικών
Πριν τρία χρόνια, ο Πρόεδρος της ΓΚΑΖΠΡΟΜ Αλεξέι Μίλeρ ήρθε στην Αθήνα για να μας πει ότι, όταν τελειώσει η τωρινή σύμβαση για το αέριο, θα προμηθεύονται όλες τις ποσότητες μέσω Τουρκίας. Ο Μεσούτ Γιλμάζ, σε συμμαχία με την ιταλική ΕΝΙ, είχε φροντίσει να κατεβάσει έναν υποθαλάσσιο αγωγό μέσω Μαύρης Θάλασσας, ανακουφίζοντας τους Ρώσους από το ουκρανικό made in USA εμπόδιο. O Γιλμάζ πλήρωσε την «αποκοτιά» του, η Τουρκία όμως απέκτησε τον αγωγό. Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις, και με τους ισλαμιστές και με τους κεμαλιστές, έπιαναν ιστορικό ζενίθ.
Μερικούς μήνες αργότερα, η Ντόρα Μπακογιάννη κουβέντιαζε με την παρέα της στο ξενοδοχείο Μεζντουναρόντναγια της Μόσχας. Κάποιος, γνώστης των συνομιλιών Μίλερ, τη ρώτησε: «Γιατί δεν φτιάχνετε έναν αγωγό αερίου παράλληλο του Μπουργκάς/Αλεξανδρούπολη?». Η Υπουργός έδειχνε τότε να ενδιαφέρεται κυρίως για το θαλασσίως μεταφερόμενο υγροποιημένο και πεπιεσμένο αέριο.
Η ιδέα όμως τράβηξε την προσοχή του Κώστα Καραμανλή και του Κάρολου Παπούλια. Το ίδιο και του δραστήριου Ρώσου Πρέσβη Αντρέι Βντόβιν, που αναζητούσε εκείνη την εποχή «υλικό» περιεχόμενο για τον τόσο παθιασμένο, πλην «πλατωνικό» έρωτα της Ελλάδας με τη Ρωσία, έψαχνε να μετασχηματίσει την ιδεολογική σε στρατηγική σχέση. Από όλα αυτά γεννήθηκε η ιδέα του αγωγού Σάουθστρημ, ενός από τους στρατηγικότερους στον κόσμο. Παρακάμπτει και την Ουκρανία και την Τουρκία, επιτρέποντας τον απευθείας εφοδιασμό της Ευρώπης με ρωσικό αέριο. Και φυσικά παρακάμπτει και τον υπόγειο αμερικανικό πόλεμο, δια του «τηλεχειρισμού» της Νέας Ευρώπης…
Εκτός του Σάουθστρημ, μπήκε στα σκαριά και ένα πρόγραμμα εξοπλιστικής συνεργασίας.
‘Όταν έμαθαν τα νέα, στην Ουάσιγκτον χτύπησε συναγερμός σε Πεντάγωνο, Στέητ Ντηπάρτμεντ, CIA και NSC. Ο αμερικανός Πρέσβης στην Αθήνα Τσαρλς Ρις ήταν ο πρώτος που την πλήρωσε: Μετατέθηκε δυσμενώς στη Βαγδάτη, σε θέση αναντίστοιχη με τον βαθμό του. Στη συνέχεια άρχισε η κάθε είδους και μορφής επίθεση εναντίον των προσώπων-φορέων και οπαδών της ελληνορωσικής προσέγγισης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (Σόρος, Μπρεζίνσκι κλπ.) χαραλκτήρισαν την Ελλάδα και τον Παπαδόπουλο στην Κύπρο «Δούρειους ‘Ιππους» της Ρωσίας. Την ίδια ώρα ο Πούτιν παρασημοφορούσε τον ‘Ελληνα Υπουργό Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα και τον Πρέσβη του στην Αθήνα, σε μια σαφή εκδήλωση της μεγάλης σημασίας που απέδωσε στον Σάουθστρημ και στην όλη συνεργασία με την Ελλάδα.
Αν για την Αθήνα, η ελληνορωσική προσέγγιση είναι η μόνη σήμερα διαθέσιμη σοβαρή εναλλακτική πολιτική απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις και την υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς την ‘Αγκυρα, αν είναι ζήτημα στοιχειώδους εθνικής ασφάλειας να μην εισάγει όλο το αέριό της από έναν δυνητικό έστω αντίπαλο, όπως η Τουρκία, και να διαφοροποιήσει κάπως τους στρατιωτικούθς εξοπλισμούς της, για την Αμερική τα πολλά «πάρε-δώσε» με τη Μόσχα είναι casus belli. Τη διαχρονική «στρατηγική εξίσωσή» μας την διατύπωσε από το 1844 ο Βρετανός Πρέσβης Σερ Λάιονς, σε ένα υπόμνημα: «Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα θα είναι είτε ρωσική, είτε αγγλική. Κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αγγλική». Το ενδεχόμενο να υπάρξει μια στενότερη ελληνορωσική σχέση προκαλεί πάντα σχεδόν υστερία σε Αμερικανούς, που συχνά μας κατατάσσουν σε έναν όχι φιλικό «ορθόδοξο» κόσμο!
Ο Καραμανλής είχε δίκηο στη ρώσικη πολιτική του – πολιτική σχεδόν φορσέ για τη χώρα. Αλλά το παιχνίδι είναι «χοντρό» και πρέπει να μπορείς να το παίξεις. Αν μη τι άλλο, πρέπει τουλάχιστο να συμφωνεί το … Υπουργείο Εξωτερικών σου! Η Κυρία Μπακογιάννη δεν ήταν αυτής της σχολής, όπως φάνηκε καθαρά στην περίπτωση της αντιβαλλιστικής άμυνας (και, λένε οι κακές γλώσσες, με τα τωρινά μπλεξίματα με Γεωργιανούς και Ρώσους στον ΟΑΣΕ). Η ελληνική κυβέρνηση ανοίχτηκε σε μια τολμηρή πολιτική, χωρίς καν την αναγκαία εσωτερική ενότητα και χωρίς ίσως να έχει ακριβώς προβλέψει τις συνέπειες.
Αντιμέτωπος με πίεση, ο Πρωθυπουργός έκανε δύο λάθη στο σκάκι, υποστηρίζουν συνεργάτες του: ξόδεψε το πολυτιμότερο μέρος του ηθικο-πολιτικού κεφαλαίου του, υπερασπιζόμενος μη υπερασπίσιμους “αξιωματικούς” (Βουλγαράκη και Ρουσόπουλο), ενώ δεν υπερασπίστηκε αυτούς που υλοποιούσαν τις πολιτικές του, εκτιμώντας, εσφαλμένα, ότι η «θυσία» τους θα κατεύναζε το «θηρίο». Από τον Νοέμβριο, φάνηκε να αποδέχεται την εισήγηση του ΥΠΕΞ ότι έχει σημασία να τα φτιάξουμε με τον Ομπάμα και ας πάνε πίσω τα ρωσικά. Μάταια ο Ρώσος Πρέσβης ολόκληρο το φθινόπωρο, αναζητούσε απάντηση στο γιατί δεν προχωράνε οι εξοπλιστικές συμφωνίες. Οι αρμόδιοι δεν τούβγαιναν στο τηλέφωνο!!!… Κάμποσοι «αναλυτές» των media, που υμνούσαν την ελληνορωσική προσέγγιση, ανακάλυψαν ξαφνικά τη σημασία της «διαφοροποίησης» των πηγών ενεργειακής προμήθειας.
Μετά, άρχισαν οι αλλαγές στα πρόσωπα. Ο κ. Φώλιας, που, λένε οι κακές γλώσσες, δεν αντιλήφθηκε ακριβώς τι του είπε ο Πρέσβης Σπέκχαρτ «ανασχηματίστηκε» και στη θέση του μπήκε ο νεοφιλελεύθερος φίλος της Υπουργού Εξωτερικών κ. Χατζηγάκης, οπαδός των εναλλακτικών προς τον Σάουθστρημ αγωγών. Θεωρούμενος από πολλούς ως αρχιτέκτων της ελληνορωσικής σχέσης και από τους σοβαρότερους διπλωμάτες μας, ο Κωνσταντίνος Μπίτσιος πήρε μετάθεση δια προαγωγής από το διπλωματικό γραφείο του Πρωθυπουργού. Ο Πρέσβης στη Μόσχα κ. ΚΛης, συνταξιοδοτήθηκε.
Στη Μόσχα υπήρχε ακόμα ένας διπλωμάτης στον οποίο είχε ανατεθεί η στενή παρακολούθηση των ενεργειακών θεμάτων και έγραφε κάθε τόσο υπομνήματα για ενημέρωση της Αθήνας. Επρόκειτο μάλλον περί παράφρονος, αφού έκανε συστηματικά τη δουλειά του, την οποία φαινόταν και να αγαπάει, ενημερωνόταν για τη βιβλιογραφία και είχε και το θάρρος της άποψής του! Οι συνάδελφοί του είχαν εντυπωσιασθεί από την αναλυτικότητα των δεδομένων που παρέθετε στις εκθέσεις του και από την ποιότητα και διάρθρωση των επιχειρημάτων του, που, ως γνωστόν, δεν είναι το δυνατό σημείο ούτε του κράτους μας, ούτε καν των πανεπιστημίων μας. Κείμενά του δημοσίευσε επανειλημμένα το ΚΑΣ του ΥΠΕΞ στο δελτίο του, ενώ μια εξαιρετική εργασία του δημοσιεύτηκε επίσης στο περιοδικό «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» (τεύχος 10, Απρίλιος – Ιούνιος 2008). ‘Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο είναι μία από τις ελάχιστες, καλύτερες και πιο τεκμηριωμένες εργασίες στα ελληνικά για ενεργειακά θέματα άμεσου, ζωτικού ελληνικού ενδιαφέροντος. Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε να συμφωνήσει κανείς με τα συμπεράσματα του συγγραφέα, ούτε να τα ενστερνισθεί η πολιτική ηγεσία. Θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορούμεθα με εξίσου αναλυτικό τρόπο και τα επιχειρήματα των αντιπάλων της ελληνορωσικής προσέγγισης, που ελπίζουμε να μην εξαντλούνται στο «προσκύνα τους δυνατούς»! Μια αληθινή, δι’ επιχειρημάτων συζήτηση θα ήταν πολύ ωφέλιμη για την ελληνική εξωτερική και όχι μόνο πολιτική, μόνο που δεν συνηθίζεται! Τα σοβαρά κράτη όχι μόνο την ανέχονται, την επιδιώκουν και την προκαλούν.
Δεν είναι η ελληνική μέθοδος αυτή. Ο Πρέσβης στην Ουκρανία κ. Δημητρίου, ένας από τους αποδέκτες του τελευταίου αναλυτικού σημειώματος από τη Μόσχα, αποφάσισε ξαφνικά να του απαντήσει. ‘Όχι, όπως φαίνεται, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματα του συναδέλφου του, αλλά με πρωτοφανή υπονοούμενα, ότι δηλαδή ο συντάκτης γράφει πιο φιλορωσικά και από Ρώσο υπάλληλο! Ο συντάκτης του υπομνήματος του απάντησε με προσωπική επιστολή επιχειρηματολογώντας και υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, την οποία κοινοποίησε στους υπόλοιπους αποδέκτες. Το αποτέλεσμα ήταν, κατά τρόπο υπηρεσιακά πρωτοφανή, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου να τον καλέσει σε απολογία, με την κατηγορία της έλλειψης του προσήκοντος σε ανωτέρους σεβασμού, κατηγορίας που είναι περίπου είδος «ιδιώνυμου» για διπλωμάτη και μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην καριέρα του. Αντιθέτως, ουδείς ενόχλησε τον Πρέσβη κ. Δημητρίου, για τους τόσο ανοίκειους χαρακτηρισμούς του. Πέραν όμως της όποιας προσωπικής διαμάχης, η σημασία της υπόθεσης είναι άλλη: η κλήση σε απολογία του κύριου έλληνα διπλωμάτη που παρακολουθεί από κοντά τα ενεργειακά θέματα και υποστηρίζει με επιχειρήματα το επίσημο ελληνο-ρωσικό σχέδιο, στέλνει και ένα προφανές μήνυμα σε όλη τη διπλωματική υπηρεσία («ο ΣάουθΣτρημ είναι σε δυσμένεια και μην παραασχολείστε με αυτόν). ‘Οσο για τα επιχειρήματα περί Ρώσων πρακτόρων στο ελληνικό κράτος, τι να πει κανείς? Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί! Συνεργάτες της Κυρίας Μπακογιάννη επιμένουν ότι η Υπουργός δεν είχε ιδέα για την υπόθεση και καμμία ανάμειξη. Είμαστε υποχρεωμένοι να το δεχθούμε, αλλά κι έτσι αν είναι, καλό θα ήταν οι ανώτεροι υπηρεσιακοί παράγοντες και το περιβάλλον της Υπουργού να την προστατεύουν από ενέργειες που, έστω κακοβούλως, θα μπορούσαν να αποδοθούν σε χρήση αθέμιτων μέσων για να υπονομευθεί μια πολιτική.
Λέγεται ότι ο Πρωθυπουργός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα. Αλλά παραμένει ασαφές το τι επιδιώκει τελικά ο κ.Καραμανλής με το «ένα βήμα μπρος, δύο πίσω» στα ελληνορωσικά. Μετά από μια περίοδο ταλάντευσης, αποφάσισε προχθές το μεσημέρι να πάει τελικά στην ενεργειακή διάσκεψη της Σόφιας, παρά την ματαίωση της παρουσίας εκεί του Βλαντιμίρ Πούτιν. Καλά πληροφοημένες πηγές σε Αθήνα και Μόσχα, υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν δεν πάει γιατί η διάσκεψη κινδυνεύει να γίνει αμερικανική «φιέστα», υπό την κάλυψη της ατλαντικής πτέρυγας της Κομισιόν, υπέρ του αγωγού Ναμπούκο, ευθέως ανταγωνιστικού, όχι μόνο του ΣάουθΣτρημ, αλλά ακόμα και αυτού του Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία. Στη Σόφια θα μεταβεί ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος, δεν θα εκπροσωπηθούν όμως σε πολιτικό επίπεδο, Γερμανοί, Ιταλοί και Γάλλοι. Η Γκαζπρόμ άρχισε στο μεταξύ λόμπυ διαμαρτυρόμενη γιατί η ΕΕ δεν χαρακτηρίζει προτεραιότητα τον ελληνο-βουλγαρο-ρωσικό αγωγό.
Ο αγωγός «Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία» είναι ανταγωνιστικός του Σάουθστρημ. Αλλά ο αγωγός Ναμπούκο, πέραν του παντελώς αντιοικονομικού του χαρακτήρα, είναι επόισης αγωγός που παρακάμπτει την Ελλάδα και αναβαθνμίζει κολοσσιαία την Τουρκία. Αναδεικνύει έντονα τον ενεργειακό ρόλο της (αμερικανικής) Νέας Ευρώπης, εις βάρος της «Παλαιάς» και της Ρωσίας, διαιωνίζοντας την αμερικανική και εξωευρωπαϊκή εξάρτηση της Νέας. Οι αγωγοί χρησιμοποιούνται υπονομεύοντας κάθε δυνατότητα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας και ευρωρωσικής συνεργασίας! ‘Εχουμε εθνικό συμφέρον, για να μην κακοκαρδίσουμε την Ουάσιγκτον, να υποστηρίξουμε εμμέσως τέτοια σχέδια? Γιατί αυτά που μπορεί να κάνει το τουρκικό κράτος με τους Ρώσους, τους ‘Αραβες ή τους Ιρανούς, δεν επιτρέπεται να τα κάνει η Ελλάδα?
"Κόσμος του Επενδυτή", 25-4-2009
"Μακαρθικές" τεχνικές στο Υπουργείο Εξωτερικών
Πριν τρία χρόνια, ο Πρόεδρος της ΓΚΑΖΠΡΟΜ Αλεξέι Μίλeρ ήρθε στην Αθήνα για να μας πει ότι, όταν τελειώσει η τωρινή σύμβαση για το αέριο, θα προμηθεύονται όλες τις ποσότητες μέσω Τουρκίας. Ο Μεσούτ Γιλμάζ, σε συμμαχία με την ιταλική ΕΝΙ, είχε φροντίσει να κατεβάσει έναν υποθαλάσσιο αγωγό μέσω Μαύρης Θάλασσας, ανακουφίζοντας τους Ρώσους από το ουκρανικό made in USA εμπόδιο. O Γιλμάζ πλήρωσε την «αποκοτιά» του, η Τουρκία όμως απέκτησε τον αγωγό. Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις, και με τους ισλαμιστές και με τους κεμαλιστές, έπιαναν ιστορικό ζενίθ.
Μερικούς μήνες αργότερα, η Ντόρα Μπακογιάννη κουβέντιαζε με την παρέα της στο ξενοδοχείο Μεζντουναρόντναγια της Μόσχας. Κάποιος, γνώστης των συνομιλιών Μίλερ, τη ρώτησε: «Γιατί δεν φτιάχνετε έναν αγωγό αερίου παράλληλο του Μπουργκάς/Αλεξανδρούπολη?». Η Υπουργός έδειχνε τότε να ενδιαφέρεται κυρίως για το θαλασσίως μεταφερόμενο υγροποιημένο και πεπιεσμένο αέριο.
Η ιδέα όμως τράβηξε την προσοχή του Κώστα Καραμανλή και του Κάρολου Παπούλια. Το ίδιο και του δραστήριου Ρώσου Πρέσβη Αντρέι Βντόβιν, που αναζητούσε εκείνη την εποχή «υλικό» περιεχόμενο για τον τόσο παθιασμένο, πλην «πλατωνικό» έρωτα της Ελλάδας με τη Ρωσία, έψαχνε να μετασχηματίσει την ιδεολογική σε στρατηγική σχέση. Από όλα αυτά γεννήθηκε η ιδέα του αγωγού Σάουθστρημ, ενός από τους στρατηγικότερους στον κόσμο. Παρακάμπτει και την Ουκρανία και την Τουρκία, επιτρέποντας τον απευθείας εφοδιασμό της Ευρώπης με ρωσικό αέριο. Και φυσικά παρακάμπτει και τον υπόγειο αμερικανικό πόλεμο, δια του «τηλεχειρισμού» της Νέας Ευρώπης…
Εκτός του Σάουθστρημ, μπήκε στα σκαριά και ένα πρόγραμμα εξοπλιστικής συνεργασίας.
‘Όταν έμαθαν τα νέα, στην Ουάσιγκτον χτύπησε συναγερμός σε Πεντάγωνο, Στέητ Ντηπάρτμεντ, CIA και NSC. Ο αμερικανός Πρέσβης στην Αθήνα Τσαρλς Ρις ήταν ο πρώτος που την πλήρωσε: Μετατέθηκε δυσμενώς στη Βαγδάτη, σε θέση αναντίστοιχη με τον βαθμό του. Στη συνέχεια άρχισε η κάθε είδους και μορφής επίθεση εναντίον των προσώπων-φορέων και οπαδών της ελληνορωσικής προσέγγισης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (Σόρος, Μπρεζίνσκι κλπ.) χαραλκτήρισαν την Ελλάδα και τον Παπαδόπουλο στην Κύπρο «Δούρειους ‘Ιππους» της Ρωσίας. Την ίδια ώρα ο Πούτιν παρασημοφορούσε τον ‘Ελληνα Υπουργό Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα και τον Πρέσβη του στην Αθήνα, σε μια σαφή εκδήλωση της μεγάλης σημασίας που απέδωσε στον Σάουθστρημ και στην όλη συνεργασία με την Ελλάδα.
Αν για την Αθήνα, η ελληνορωσική προσέγγιση είναι η μόνη σήμερα διαθέσιμη σοβαρή εναλλακτική πολιτική απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις και την υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς την ‘Αγκυρα, αν είναι ζήτημα στοιχειώδους εθνικής ασφάλειας να μην εισάγει όλο το αέριό της από έναν δυνητικό έστω αντίπαλο, όπως η Τουρκία, και να διαφοροποιήσει κάπως τους στρατιωτικούθς εξοπλισμούς της, για την Αμερική τα πολλά «πάρε-δώσε» με τη Μόσχα είναι casus belli. Τη διαχρονική «στρατηγική εξίσωσή» μας την διατύπωσε από το 1844 ο Βρετανός Πρέσβης Σερ Λάιονς, σε ένα υπόμνημα: «Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα θα είναι είτε ρωσική, είτε αγγλική. Κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αγγλική». Το ενδεχόμενο να υπάρξει μια στενότερη ελληνορωσική σχέση προκαλεί πάντα σχεδόν υστερία σε Αμερικανούς, που συχνά μας κατατάσσουν σε έναν όχι φιλικό «ορθόδοξο» κόσμο!
Ο Καραμανλής είχε δίκηο στη ρώσικη πολιτική του – πολιτική σχεδόν φορσέ για τη χώρα. Αλλά το παιχνίδι είναι «χοντρό» και πρέπει να μπορείς να το παίξεις. Αν μη τι άλλο, πρέπει τουλάχιστο να συμφωνεί το … Υπουργείο Εξωτερικών σου! Η Κυρία Μπακογιάννη δεν ήταν αυτής της σχολής, όπως φάνηκε καθαρά στην περίπτωση της αντιβαλλιστικής άμυνας (και, λένε οι κακές γλώσσες, με τα τωρινά μπλεξίματα με Γεωργιανούς και Ρώσους στον ΟΑΣΕ). Η ελληνική κυβέρνηση ανοίχτηκε σε μια τολμηρή πολιτική, χωρίς καν την αναγκαία εσωτερική ενότητα και χωρίς ίσως να έχει ακριβώς προβλέψει τις συνέπειες.
Αντιμέτωπος με πίεση, ο Πρωθυπουργός έκανε δύο λάθη στο σκάκι, υποστηρίζουν συνεργάτες του: ξόδεψε το πολυτιμότερο μέρος του ηθικο-πολιτικού κεφαλαίου του, υπερασπιζόμενος μη υπερασπίσιμους “αξιωματικούς” (Βουλγαράκη και Ρουσόπουλο), ενώ δεν υπερασπίστηκε αυτούς που υλοποιούσαν τις πολιτικές του, εκτιμώντας, εσφαλμένα, ότι η «θυσία» τους θα κατεύναζε το «θηρίο». Από τον Νοέμβριο, φάνηκε να αποδέχεται την εισήγηση του ΥΠΕΞ ότι έχει σημασία να τα φτιάξουμε με τον Ομπάμα και ας πάνε πίσω τα ρωσικά. Μάταια ο Ρώσος Πρέσβης ολόκληρο το φθινόπωρο, αναζητούσε απάντηση στο γιατί δεν προχωράνε οι εξοπλιστικές συμφωνίες. Οι αρμόδιοι δεν τούβγαιναν στο τηλέφωνο!!!… Κάμποσοι «αναλυτές» των media, που υμνούσαν την ελληνορωσική προσέγγιση, ανακάλυψαν ξαφνικά τη σημασία της «διαφοροποίησης» των πηγών ενεργειακής προμήθειας.
Μετά, άρχισαν οι αλλαγές στα πρόσωπα. Ο κ. Φώλιας, που, λένε οι κακές γλώσσες, δεν αντιλήφθηκε ακριβώς τι του είπε ο Πρέσβης Σπέκχαρτ «ανασχηματίστηκε» και στη θέση του μπήκε ο νεοφιλελεύθερος φίλος της Υπουργού Εξωτερικών κ. Χατζηγάκης, οπαδός των εναλλακτικών προς τον Σάουθστρημ αγωγών. Θεωρούμενος από πολλούς ως αρχιτέκτων της ελληνορωσικής σχέσης και από τους σοβαρότερους διπλωμάτες μας, ο Κωνσταντίνος Μπίτσιος πήρε μετάθεση δια προαγωγής από το διπλωματικό γραφείο του Πρωθυπουργού. Ο Πρέσβης στη Μόσχα κ. ΚΛης, συνταξιοδοτήθηκε.
Στη Μόσχα υπήρχε ακόμα ένας διπλωμάτης στον οποίο είχε ανατεθεί η στενή παρακολούθηση των ενεργειακών θεμάτων και έγραφε κάθε τόσο υπομνήματα για ενημέρωση της Αθήνας. Επρόκειτο μάλλον περί παράφρονος, αφού έκανε συστηματικά τη δουλειά του, την οποία φαινόταν και να αγαπάει, ενημερωνόταν για τη βιβλιογραφία και είχε και το θάρρος της άποψής του! Οι συνάδελφοί του είχαν εντυπωσιασθεί από την αναλυτικότητα των δεδομένων που παρέθετε στις εκθέσεις του και από την ποιότητα και διάρθρωση των επιχειρημάτων του, που, ως γνωστόν, δεν είναι το δυνατό σημείο ούτε του κράτους μας, ούτε καν των πανεπιστημίων μας. Κείμενά του δημοσίευσε επανειλημμένα το ΚΑΣ του ΥΠΕΞ στο δελτίο του, ενώ μια εξαιρετική εργασία του δημοσιεύτηκε επίσης στο περιοδικό «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» (τεύχος 10, Απρίλιος – Ιούνιος 2008). ‘Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο είναι μία από τις ελάχιστες, καλύτερες και πιο τεκμηριωμένες εργασίες στα ελληνικά για ενεργειακά θέματα άμεσου, ζωτικού ελληνικού ενδιαφέροντος. Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε να συμφωνήσει κανείς με τα συμπεράσματα του συγγραφέα, ούτε να τα ενστερνισθεί η πολιτική ηγεσία. Θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορούμεθα με εξίσου αναλυτικό τρόπο και τα επιχειρήματα των αντιπάλων της ελληνορωσικής προσέγγισης, που ελπίζουμε να μην εξαντλούνται στο «προσκύνα τους δυνατούς»! Μια αληθινή, δι’ επιχειρημάτων συζήτηση θα ήταν πολύ ωφέλιμη για την ελληνική εξωτερική και όχι μόνο πολιτική, μόνο που δεν συνηθίζεται! Τα σοβαρά κράτη όχι μόνο την ανέχονται, την επιδιώκουν και την προκαλούν.
Δεν είναι η ελληνική μέθοδος αυτή. Ο Πρέσβης στην Ουκρανία κ. Δημητρίου, ένας από τους αποδέκτες του τελευταίου αναλυτικού σημειώματος από τη Μόσχα, αποφάσισε ξαφνικά να του απαντήσει. ‘Όχι, όπως φαίνεται, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματα του συναδέλφου του, αλλά με πρωτοφανή υπονοούμενα, ότι δηλαδή ο συντάκτης γράφει πιο φιλορωσικά και από Ρώσο υπάλληλο! Ο συντάκτης του υπομνήματος του απάντησε με προσωπική επιστολή επιχειρηματολογώντας και υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, την οποία κοινοποίησε στους υπόλοιπους αποδέκτες. Το αποτέλεσμα ήταν, κατά τρόπο υπηρεσιακά πρωτοφανή, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου να τον καλέσει σε απολογία, με την κατηγορία της έλλειψης του προσήκοντος σε ανωτέρους σεβασμού, κατηγορίας που είναι περίπου είδος «ιδιώνυμου» για διπλωμάτη και μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην καριέρα του. Αντιθέτως, ουδείς ενόχλησε τον Πρέσβη κ. Δημητρίου, για τους τόσο ανοίκειους χαρακτηρισμούς του. Πέραν όμως της όποιας προσωπικής διαμάχης, η σημασία της υπόθεσης είναι άλλη: η κλήση σε απολογία του κύριου έλληνα διπλωμάτη που παρακολουθεί από κοντά τα ενεργειακά θέματα και υποστηρίζει με επιχειρήματα το επίσημο ελληνο-ρωσικό σχέδιο, στέλνει και ένα προφανές μήνυμα σε όλη τη διπλωματική υπηρεσία («ο ΣάουθΣτρημ είναι σε δυσμένεια και μην παραασχολείστε με αυτόν). ‘Οσο για τα επιχειρήματα περί Ρώσων πρακτόρων στο ελληνικό κράτος, τι να πει κανείς? Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί! Συνεργάτες της Κυρίας Μπακογιάννη επιμένουν ότι η Υπουργός δεν είχε ιδέα για την υπόθεση και καμμία ανάμειξη. Είμαστε υποχρεωμένοι να το δεχθούμε, αλλά κι έτσι αν είναι, καλό θα ήταν οι ανώτεροι υπηρεσιακοί παράγοντες και το περιβάλλον της Υπουργού να την προστατεύουν από ενέργειες που, έστω κακοβούλως, θα μπορούσαν να αποδοθούν σε χρήση αθέμιτων μέσων για να υπονομευθεί μια πολιτική.
Λέγεται ότι ο Πρωθυπουργός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα. Αλλά παραμένει ασαφές το τι επιδιώκει τελικά ο κ.Καραμανλής με το «ένα βήμα μπρος, δύο πίσω» στα ελληνορωσικά. Μετά από μια περίοδο ταλάντευσης, αποφάσισε προχθές το μεσημέρι να πάει τελικά στην ενεργειακή διάσκεψη της Σόφιας, παρά την ματαίωση της παρουσίας εκεί του Βλαντιμίρ Πούτιν. Καλά πληροφοημένες πηγές σε Αθήνα και Μόσχα, υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν δεν πάει γιατί η διάσκεψη κινδυνεύει να γίνει αμερικανική «φιέστα», υπό την κάλυψη της ατλαντικής πτέρυγας της Κομισιόν, υπέρ του αγωγού Ναμπούκο, ευθέως ανταγωνιστικού, όχι μόνο του ΣάουθΣτρημ, αλλά ακόμα και αυτού του Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία. Στη Σόφια θα μεταβεί ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος, δεν θα εκπροσωπηθούν όμως σε πολιτικό επίπεδο, Γερμανοί, Ιταλοί και Γάλλοι. Η Γκαζπρόμ άρχισε στο μεταξύ λόμπυ διαμαρτυρόμενη γιατί η ΕΕ δεν χαρακτηρίζει προτεραιότητα τον ελληνο-βουλγαρο-ρωσικό αγωγό.
Ο αγωγός «Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία» είναι ανταγωνιστικός του Σάουθστρημ. Αλλά ο αγωγός Ναμπούκο, πέραν του παντελώς αντιοικονομικού του χαρακτήρα, είναι επόισης αγωγός που παρακάμπτει την Ελλάδα και αναβαθνμίζει κολοσσιαία την Τουρκία. Αναδεικνύει έντονα τον ενεργειακό ρόλο της (αμερικανικής) Νέας Ευρώπης, εις βάρος της «Παλαιάς» και της Ρωσίας, διαιωνίζοντας την αμερικανική και εξωευρωπαϊκή εξάρτηση της Νέας. Οι αγωγοί χρησιμοποιούνται υπονομεύοντας κάθε δυνατότητα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας και ευρωρωσικής συνεργασίας! ‘Εχουμε εθνικό συμφέρον, για να μην κακοκαρδίσουμε την Ουάσιγκτον, να υποστηρίξουμε εμμέσως τέτοια σχέδια? Γιατί αυτά που μπορεί να κάνει το τουρκικό κράτος με τους Ρώσους, τους ‘Αραβες ή τους Ιρανούς, δεν επιτρέπεται να τα κάνει η Ελλάδα?
"Κόσμος του Επενδυτή", 25-4-2009
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ: Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Ο Καραμανλής στη Λευκωσία
ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Στη ζωή έρχεται μια ώρα να αποφασίσεις με ποιόν θα πας και ποιόν θα αφήσεις. Τριάντα πέντε χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, η στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα, ήρθε. Και για την Κυπριακή Δημοκρατία, που δεν μπορεί ούτε πέντε λεπτά να υπάρξει χωρίς την Ελλάδα και για την Ελλάδα. Γιατί, όπως είπε σε μια ιστορική ομιλία του ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, “αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί”. Δύσκολα θα επιβιώσει δεύτερης κυπριακής καταστροφής ή νέου γύρου ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, υπό πολύ δυσμενέστερους όρους.
Φταίνε λένε οι έποικοι, 100.000 στους 16 0.000 ψηφοφόρους του ψευδοκράτους που έβγαλαν τον ¨Ερογλου. Μα οι ίδιοι εξέλεξαν τον Ταλάτ! Στ’ αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι θα αποφασίσει Ταλάτ ή ‘Ερογλου πως θα λυθεί το κυπριακό; ‘Αν κάτι αποδεικνύει η εκλογή είναι ότι η ελληνική πολιτική, φτιαγμένη από πολύ καρότο και καθόλου μπαστούνι, προκαλεί το μόνο λογικά αναμενόμενο αποτέλεσμα: σκληραίνει την άλλη πλευρά. Πολύ θα θέλαμε να διαβάσουμε τις επ’ αυτού αναλύσεις του ‘Ελληνα Πρέσβη στη Λευκωσία που εστάλη, δέκα χρόνια αφότου επέβλεψε την παράδοση Οτσαλάν στην Τουρκία, να παρακολουθήσει από κοντά το κλείσιμο του κυπριακού, στη συμβολικά και ουσιαστικά σημαντικότερη θέση της ελληνικής διπλωματίας!
Η τακτική έχει σημασία υπαρχούσης στρατηγικής. Πίσω από τις δύο δειλές μας χώρες και την ακατάσχετη λοδογιάρροια που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί μας, συνήθως για να μας εξαπατήσουν, δεν κρύβεται παρά η απροθυμία Λευκωσίας και Αθήνας, είτε να αγωνιστούν όντως εναντίον της «εισβολής και κατοχής», είτε να περιγράψουν έναν οδυνηρό, αλλά τουλάχιστο μη καταστροφικό «ιστορικό συμβιβασμό».
Τώρα όμως, Λονδίνο, Ουάσιγκτον και ‘Άγκυρα είναι αποφασισμένοι να αποκαλύψουν την ελληνική μπλόφα, να αναγκάσουν την πλευρά μας να υπογράψει τη συμφωνία που ετοιμάζουν δεκαετίες με τις φόρμουλες που πλασάρουν. Πείτε μου, εσείς, νοήμονες αναγνώστες, πίσω από τον επίσημο λόγο Ελλάδας και Κύπρου, κάποια καταληπτή απάντηση για το ποιος θα κυβερνά αυτό το μοναδικό στα διεθνή χρονικά «κράτος-εύρημα» που συζητάνε τώρα στη Λευκωσία. Ποιος θα κάνει κουμάντο, το 80% των Ελληνοκυπρίων, το 20% των Τουρκοκυπρίων, μαζί με τους εποίκους, ή ξένοι στρατοί και δικαστές; Με ποια αστυνομία, με ποιόν στρατό θα ασκείται η κυριαρχία και θα αμύνεται το “κράτος”; Ποιος θάχει δικαίωμα πάνω του; ‘Εχουν εφαρμοσθεί αυτά πουθενά αλλού στον πλανήτη;
Λόγια, λόγια, λόγια από πολιτικούς δεξιάς και αριστεράς, που, αν αποκτήσουν όντως αντίκρισμα, ξαναγράφοντας συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, εγκυμονούν τον κίνδυνο νέας τραγωδίας. Οι καλοί λογαριασμοί δεν κάνουν απαραίτητα καλούς φίλους, χωρίς σαφήνεια όμως στο συμβόλαιο ο καυγάς είναι συνήθως σίγουρος και μεταξύ φίλων!
Κι ύστερα, είναι η περίφημη τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Για την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών συνιστά – τουλάχιστο σήμερα – χαριστική βολή στην Ευρώπη, όπου μας ενέταξε ο Καραμανλής ώστε, με τα δικά του λόγια, μια επίθεση της Τουρκίας εναντίον μας να θεωρηθεί επίθεση κατ’ αυτής. Παρήλθε ο κίνδυνος; Γιατί υποστηρίζοντας την τουρκική ένταξη και παύοντας και να διαμαρτυρόμαστε ακόμα για την τουρκική πολιτική εις βάρος μας, αποθρασύναμε την ‘Αγκυρα και φτιάξαμε τις … σχέσεις της με την Ουάσιγκτον; Μπορεί η καινούρια πολιτική νάναι σωστή, δεν θάπρεπε όμως να συζητηθεί στη χώρα, δεν θάπρεπε να διαβάσουμε μια-δύο μελέτες που να την εξηγούν βρε αδελφέ, να πεισθεί κι ο ελληνικός λαός, αντί νάχει την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ακόμη φρούτο εισαγωγής, προϊόν προσαρμογής στα ατλαντικά κελεύσματα; Πως και γιατί ο πρωτεργάτης αυτής της επιλογής Κώστας Σημίτης, εμφανίστηκε προ διετίας, όσο ξαφνικά την υιοθέτησε, το ίδιο ξαφνικά να την αποκηρύσσει; (και προτού συζητήσουμε για την ένταξη της Τουρκίας, μήπως θάπρεπε κάποιος να κάνει απολογισμό της προηγούμενης μεγάλης διεύρυνσης και των καταστροφικών αποτελεσμάτων για την ΕΕ;)
Τα ψέμματα τελειώσαν. Η παρούσα γενιά Ελλήνων πολιτικών καλείται να λάβει ιστορικές αποφάσεις. Η Ιστορία δεν θα τη ρωτήσει αν έχει τα φόντα και τη σπονδυλική στήλη. Αν κάνει λάθος, θα συντρίψει και πολιτικούς και παρατάξεις. Κινδυνεύει όμως να συντρίψει και τον ελληνικό λαό.
ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ
Στη ζωή έρχεται μια ώρα να αποφασίσεις με ποιόν θα πας και ποιόν θα αφήσεις. Τριάντα πέντε χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, η στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα, ήρθε. Και για την Κυπριακή Δημοκρατία, που δεν μπορεί ούτε πέντε λεπτά να υπάρξει χωρίς την Ελλάδα και για την Ελλάδα. Γιατί, όπως είπε σε μια ιστορική ομιλία του ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, “αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί”. Δύσκολα θα επιβιώσει δεύτερης κυπριακής καταστροφής ή νέου γύρου ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, υπό πολύ δυσμενέστερους όρους.
Φταίνε λένε οι έποικοι, 100.000 στους 16 0.000 ψηφοφόρους του ψευδοκράτους που έβγαλαν τον ¨Ερογλου. Μα οι ίδιοι εξέλεξαν τον Ταλάτ! Στ’ αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι θα αποφασίσει Ταλάτ ή ‘Ερογλου πως θα λυθεί το κυπριακό; ‘Αν κάτι αποδεικνύει η εκλογή είναι ότι η ελληνική πολιτική, φτιαγμένη από πολύ καρότο και καθόλου μπαστούνι, προκαλεί το μόνο λογικά αναμενόμενο αποτέλεσμα: σκληραίνει την άλλη πλευρά. Πολύ θα θέλαμε να διαβάσουμε τις επ’ αυτού αναλύσεις του ‘Ελληνα Πρέσβη στη Λευκωσία που εστάλη, δέκα χρόνια αφότου επέβλεψε την παράδοση Οτσαλάν στην Τουρκία, να παρακολουθήσει από κοντά το κλείσιμο του κυπριακού, στη συμβολικά και ουσιαστικά σημαντικότερη θέση της ελληνικής διπλωματίας!
Η τακτική έχει σημασία υπαρχούσης στρατηγικής. Πίσω από τις δύο δειλές μας χώρες και την ακατάσχετη λοδογιάρροια που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί μας, συνήθως για να μας εξαπατήσουν, δεν κρύβεται παρά η απροθυμία Λευκωσίας και Αθήνας, είτε να αγωνιστούν όντως εναντίον της «εισβολής και κατοχής», είτε να περιγράψουν έναν οδυνηρό, αλλά τουλάχιστο μη καταστροφικό «ιστορικό συμβιβασμό».
Τώρα όμως, Λονδίνο, Ουάσιγκτον και ‘Άγκυρα είναι αποφασισμένοι να αποκαλύψουν την ελληνική μπλόφα, να αναγκάσουν την πλευρά μας να υπογράψει τη συμφωνία που ετοιμάζουν δεκαετίες με τις φόρμουλες που πλασάρουν. Πείτε μου, εσείς, νοήμονες αναγνώστες, πίσω από τον επίσημο λόγο Ελλάδας και Κύπρου, κάποια καταληπτή απάντηση για το ποιος θα κυβερνά αυτό το μοναδικό στα διεθνή χρονικά «κράτος-εύρημα» που συζητάνε τώρα στη Λευκωσία. Ποιος θα κάνει κουμάντο, το 80% των Ελληνοκυπρίων, το 20% των Τουρκοκυπρίων, μαζί με τους εποίκους, ή ξένοι στρατοί και δικαστές; Με ποια αστυνομία, με ποιόν στρατό θα ασκείται η κυριαρχία και θα αμύνεται το “κράτος”; Ποιος θάχει δικαίωμα πάνω του; ‘Εχουν εφαρμοσθεί αυτά πουθενά αλλού στον πλανήτη;
Λόγια, λόγια, λόγια από πολιτικούς δεξιάς και αριστεράς, που, αν αποκτήσουν όντως αντίκρισμα, ξαναγράφοντας συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, εγκυμονούν τον κίνδυνο νέας τραγωδίας. Οι καλοί λογαριασμοί δεν κάνουν απαραίτητα καλούς φίλους, χωρίς σαφήνεια όμως στο συμβόλαιο ο καυγάς είναι συνήθως σίγουρος και μεταξύ φίλων!
Κι ύστερα, είναι η περίφημη τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Για την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών συνιστά – τουλάχιστο σήμερα – χαριστική βολή στην Ευρώπη, όπου μας ενέταξε ο Καραμανλής ώστε, με τα δικά του λόγια, μια επίθεση της Τουρκίας εναντίον μας να θεωρηθεί επίθεση κατ’ αυτής. Παρήλθε ο κίνδυνος; Γιατί υποστηρίζοντας την τουρκική ένταξη και παύοντας και να διαμαρτυρόμαστε ακόμα για την τουρκική πολιτική εις βάρος μας, αποθρασύναμε την ‘Αγκυρα και φτιάξαμε τις … σχέσεις της με την Ουάσιγκτον; Μπορεί η καινούρια πολιτική νάναι σωστή, δεν θάπρεπε όμως να συζητηθεί στη χώρα, δεν θάπρεπε να διαβάσουμε μια-δύο μελέτες που να την εξηγούν βρε αδελφέ, να πεισθεί κι ο ελληνικός λαός, αντί νάχει την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ακόμη φρούτο εισαγωγής, προϊόν προσαρμογής στα ατλαντικά κελεύσματα; Πως και γιατί ο πρωτεργάτης αυτής της επιλογής Κώστας Σημίτης, εμφανίστηκε προ διετίας, όσο ξαφνικά την υιοθέτησε, το ίδιο ξαφνικά να την αποκηρύσσει; (και προτού συζητήσουμε για την ένταξη της Τουρκίας, μήπως θάπρεπε κάποιος να κάνει απολογισμό της προηγούμενης μεγάλης διεύρυνσης και των καταστροφικών αποτελεσμάτων για την ΕΕ;)
Τα ψέμματα τελειώσαν. Η παρούσα γενιά Ελλήνων πολιτικών καλείται να λάβει ιστορικές αποφάσεις. Η Ιστορία δεν θα τη ρωτήσει αν έχει τα φόντα και τη σπονδυλική στήλη. Αν κάνει λάθος, θα συντρίψει και πολιτικούς και παρατάξεις. Κινδυνεύει όμως να συντρίψει και τον ελληνικό λαό.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2009
"Λύση" κυπριακού εδώ και τώρα θέλουν οι ΗΠΑ
Με τον εκπρόσωπο του κατοχικού καθεστώτος στην Κύπρο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ επρόκειτο να συναντηθεί χθες η Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλλαρυ Κλίντον, στην τελευταία από τις αναρίθμητες πλέον «σφαλιάρες» που έρχονται απανωτές - χωρίς αντίδραση - σε Λευκωσία και Αθήνα. Από μία Ουάσιγκτον που προφανώς εκτιμά ότι όσες περισσότερες τέτοιες «σφαλιάρες» δίνει, τόσο πιο δεδομένες κάνει Λευκωσία και Αθήνα. ‘Ισως, ο κ. Ομπάμα, να πιστεύει ότι το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, τουλάχιστο στη δική μας περίπτωση…
Ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ (ΗΠΑ) στην Κύπρο Αλεξάντρ Ντάουνερ υποστήριξε ότι οι άμεσες ξένες παρεμβάσεις δεν θα είναι αποτελεσματικές για την «επίλυση του κυπριακού», αφήνοντας όμως να αναρωτιόμαστε τι γίνεται με τις έμμεσες. Γιατί το «Λύστε το κυπριακό και λύστε το τώρα», είναι ο άξονας της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή μας, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές στην Ουάσιγκτον, αλλά και μια πληθώρα εκθέσεων των σημαντικότερων αμερικανικών και διεθνών think tanks, που, αυτοί τουλάχιστον, όταν λένε λύση εννοούν λύση παραπλήσια της απορριφθείσης το 2004. Γιατί, λένε, πρέπει να «ξεμπλοκάρει» ο δρόμος της Τουρκίας προς την ΕΕ, αλλά και γιατί η ‘Αγκυρα, θα αποκτήσει, ήδη από τώρα, μέσω ρυθμίσεων παραπλήσιων του σχεδίου Ανάν, θεσμική και πολιτική επιρροή στο εσωτερικό της ‘Ενωσης. Και για να «ελεγχθεί», ει δυνατόν, ο ελληνικός χώρος στο σύνολό του, αφού, όπως σημείωνε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων προ διετίας, Ελλάδα και Κύπρος είναι οι «Δούρειοι ‘Ιπποι» της Μόσχας στην ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό επ’ αυτού και δημοσίευμα του βρετανικού Observer σύμφωνα με τον οποίο, η Ουάσιγκτον υποσχέθηκε στην Τουρκία να συνηγορήσει για την ενσωμάτωσή της, ήδη από τώρα, στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία, αμυντικό βραχίονα της ΕΕ, παρόλο που δεν είναι μέλος της ‘Ενωσης. Αν όμως η διεύρυνση ενταφίασε μάλλον το όνειρο μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας, η τουρκική εμπλοκή κινδυνεύει να αποδειχθεί η χαριστική βολή, φοβούνται τώρα σε Παρίσι, Βιέννη και Βερολίνο (όχι όμως στην Αθήνα).
Αν στο κυπριακό η αμερικανική διπλωματία τείνει να «εξισώσει» το ψευδοκράτος με την Κυπριακή Δημοκρατία (αρνούμενη μάλιστα ότι υπάρχει στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο), στο ζήτημα της Θράκης «εξισώνει», για πρώτη φορά, τα αιτήματα για επαναλειτουργία της Χάλκης, με τις τουρκικές απαιτήσεις σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα. Μετά την κ. Χίλλαρυ και ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος φέρεται ότι τα μετέφερε στον Πατριάρχη, κατά την «ντροπαλή» συνάντησή τους στην Κωνσταντινούπολη προ ημερών, συνδέοντας μάλιστα δύο απολύτως άσχετα ζητήματα. Αν η Ουάσιγκτον αποδέχεται τη σύνδεσή τους, ουδείς ‘Ελληνας διπλωμάτης ή πολιτικός υπενθυμίζει, κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, ότι η μεν μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα ευημέρησε, ενώ η ελληνική στην Τουρκία εξεδιώχθη βιαίως και απαλλοτριώθηκε η περιουσία της. Η τύχη των Ελλήνων στην Τουρκία, η κατοχή στην Κύπρο και το casus belli στο Αιγαίο, με ευθύνη της ελληνικής διπλωματίας και πολιτικής ηγεσίας, απουσιάζουν και από την ευρωπαϊκή διπλωματία και από την ευρωπαϊκή πολιτική.
Στην ίδια την Κύπρο στο μεταξύ, ο νεοεκλεγείς (μετά τις έμμεσες κατηγορίες Χριστόφια κατά του ανθυποψηφίου του) Γραμματέας του ΑΚΕΛ ‘Αντρος Κυπριανού, εκπρόσωπος της «ρεαλιστικής» σχολής («δεν μπορεί να λυθεί το κυπριακό χωρίς τον διεθνή παράγοντα»), συναντήθηκε με τον Νίκο Αναστασιάδη του ΔΗΣΥ, επικεφαλής αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων. Η πρώτη αυτή επίσκεψη του ΑΚΕΛ στα γραφεία του ΔΗΣΥ μετά το 1976, θύμισε σε ορισμένους παρατηρητές μια «κυπριακή εκδοχή» του «ιστορικού συμβιβασμού» που επεχείρησε προ δεκαετιών το Ιταλικό ΚΚ του Μπερλίνγκουερ. Τη συνάντηση φέρεται να υπαγόρευσε η ανάγκη «ενότητας» για τη λύση του κυπριακού, αν όμως ο κ. Χριστόφιας υπεσχέθη προεκλογικά μη επαναφορά του σχεδίου Ανάν, ο κ. Αναστασιάδης ήταν ο φανατικότερος θιασώτης και υπερασπιστής του.
Αν το ΑΚΕΛ πλησιάζει τον ΔΗΣΥ, πυκνώνουν εντός των συμμάχων του οι τριβές για το αν πρέπει να συνεχισθεί η κυβερνητική συνεργασία με το ΑΚΕΛ. Το θέμα έθεσε ο αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, γιος του πρώην Προέδρου και ανερχόμενο «αστέρι» της κυπριακής πολιτικής και θα συζητηθεί στη Κεντρική Επιτροπή μετά το Πάσχα. Κατά τον κ. Παπαδόπουλο, ο Πρόεδρος διαπραγματεύεται σε βάση που δεν έχει συμφωνηθεί με τους συμμάχους του, με αποτέλεσμα να φεύγουν ανικανοποίητοι οι ψηφοφόροι του ΔΗΚΟ προς άλλες κατευθύνσεις. Ο κ. Παπαδόπουλος διαφωνεί με την εκ περιτροπής προεδρία του νέου κράτους και άλλες προτάσεις της ελληνικής πλευράς. Αλλά και από τους σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ ακούγονται διαμαρτυρίες γιατί ο κ. Χριστόφιας ενημερώνει τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου, περιλαμβανομένων των συμμάχων του, κατόπιν εορτής, αφού δηλαδή έχουν υποβληθεί και έχουν τρόπον τινά δεσμεύσει την ελληνική πλευρά οι προτάσεις του. Ο κ. Ομήρου απέκλεισε πάντως, επί του παρόντος, αποχώρηση από την κυβέρνηση.
Να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις στο κυπριακό και γενικότερα στα ελληνοτουρκικά και ελληνοαμερικανικά ανησύχησαν και τους ομοϊδεάτες του κ. Χριστόφια στην Αθήνα. Προ ημερών, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης προειδοποίησε με άρθρο του ότι ο ελληνισμός αντιμετωπίζει το φάσμα μιας εθνικής κρίσης ακόμα χειρότερης από την οικονομική και κοινωνική που βιώνουμε, ενώ εξέφρασε τον φόβο του ότι στην Κύπρο συζητείται μια λύση «χειρότερη από το σχέδιο Ανάν». Την αντίθεσή του στο σχέδιο αυτό υπενθύμισε πρόσφατα και ο ίδιος ο Αλέκος Αλαβάνος. Και στην Κουμουνδούρου και στον Περισσό, ελπίζουν ότι δεν θα βρεθούν ποτέ ενώπιον ενός σχεδίου που θα τους θέσει οδυνηρά διλήμματα, προκαλώντας ενδεχομένως και στην ελληνική αριστερά εσωτερικές διαφωνίες. Το φάντασμα άλλωστε της Ζυρίχης και του Λονδίνου, όσο κι αν απωθείται, παραμένει πάντα ενεργό στο «πίσω μέρος» του μυαλού των πολιτικών μας, στοιχειώνει τρόπον τινά όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτικής…
Τον δυνάμει εκρηκτικό χαρακτήρα της κατάστασης στην Κύπρο, ήρθε εξάλλου να υπογραμμίζει η ενέργεια Κυπρίου Εθνοφρουρού που πέρασε σε μη επανδρωμένο τουρκικό φυλάκιο και απέσπασε τουρκική σημαία. Το περιστατικό καταδικάστηκε από τα πολιτικά κόμματα και θεωρείται μεμονωμένο, αλλά δείχνει πόσο εύκολο είναι, αν οι πολιτικές συνθήκες στο νησί το επιτρέψουν, να πραγματοποιηθούν διάφορα «γεγονότα» που θα εκτρέψουν την πολιτική διαδικασία, από την αναγκαία νηφάλια συζήτηση μεταξύ των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας για το είδος του κράτους στο οποίο θέλουν να ζουν. ‘Αλλωστε, στην κυπριακή ιστορία αυτός υπήρξε ο προνομιακός τρόπος δράσης των ξένων μυστικών υπηρεσιών, είτε μέσω της ΤΜΤ, είτε μέσω της ΕΟΚΑ Β’.
Η πολιτική κουλτούρα του νησιού συνοψίζεται συχνά στο «άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε», με αποτέλεσμα το 80% των πολιτών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να μην καταλαβαίνει τι είναι η «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» στην οποία θα κληθεί να ζήσει! Από τον καιρό της εισέτι ανερμήνευτης αποδοχής από τον Μακάριο της ανεξαρτησίας, μέσω μιας συνέντευξης σε μια Βρετανή δημοσιογράφο, μέχρι τα ‘Όχι που σημαίνουν Ναι και τα Ναι που σημαίνουν ‘Όχι, πολλοί Κύπριοι πολιτικοί έχουν τη συνήθεια, αντί να αναλαμβάνουν το κόστος της ευθείας πολιτικής διεκδίκησης ενός κάπως κανονικού κράτους, να στήνουν υποτιθέμενες «παγίδες» στις οποίες τελικά πέφτουν μόνο οι ίδιοι.
Το 2004 απεδείχθη ότι το 76% των Ελληνοκυπρίων ετάσσοντο κατά μιας λύσης την οποία όμως απεδέχετο η πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας. Κάποια στιγμή πρέπει όμως να ευθυγραμμισθούν λόγια και πράξεις, διπλωματία και εσωτερικός πολιτικός λόγος, ηγεσία και «ελίτ», μέσω μιας σαφήνειας που ταιριάζει περισσότερο στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της τελευταίας και λιγότερο στα κατάλοιπα της τουρκοκρατίας ή της αποικιοκρατίας, λέει καλός γνώστης της κυπριακής ιστορίας. ‘Αλλωστε δεν μιλάμε ακριβώς για την τιμή της βενζίνης ή τα ραπανάκια, αλλά για το αν θα υπάρχει και τι είδους κράτος στην Κύπρο, θέμα αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον Κύπρου και Ελλάδας, που έκρινε μάλιστα την ελληνική πολιτική ιστορία στον 20ό αιώνα. ‘Ισως, λέει μέλος του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου στον «Κ.τ.Ε», «θάταν καλύτερα να κάναμε τώρα ένα δημοψήφισμα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων για το τι επιτέλους θέλουμε και τι στο καλό εννοούμε ως λύση του κυπριακού»
Ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ (ΗΠΑ) στην Κύπρο Αλεξάντρ Ντάουνερ υποστήριξε ότι οι άμεσες ξένες παρεμβάσεις δεν θα είναι αποτελεσματικές για την «επίλυση του κυπριακού», αφήνοντας όμως να αναρωτιόμαστε τι γίνεται με τις έμμεσες. Γιατί το «Λύστε το κυπριακό και λύστε το τώρα», είναι ο άξονας της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή μας, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές στην Ουάσιγκτον, αλλά και μια πληθώρα εκθέσεων των σημαντικότερων αμερικανικών και διεθνών think tanks, που, αυτοί τουλάχιστον, όταν λένε λύση εννοούν λύση παραπλήσια της απορριφθείσης το 2004. Γιατί, λένε, πρέπει να «ξεμπλοκάρει» ο δρόμος της Τουρκίας προς την ΕΕ, αλλά και γιατί η ‘Αγκυρα, θα αποκτήσει, ήδη από τώρα, μέσω ρυθμίσεων παραπλήσιων του σχεδίου Ανάν, θεσμική και πολιτική επιρροή στο εσωτερικό της ‘Ενωσης. Και για να «ελεγχθεί», ει δυνατόν, ο ελληνικός χώρος στο σύνολό του, αφού, όπως σημείωνε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων προ διετίας, Ελλάδα και Κύπρος είναι οι «Δούρειοι ‘Ιπποι» της Μόσχας στην ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό επ’ αυτού και δημοσίευμα του βρετανικού Observer σύμφωνα με τον οποίο, η Ουάσιγκτον υποσχέθηκε στην Τουρκία να συνηγορήσει για την ενσωμάτωσή της, ήδη από τώρα, στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία, αμυντικό βραχίονα της ΕΕ, παρόλο που δεν είναι μέλος της ‘Ενωσης. Αν όμως η διεύρυνση ενταφίασε μάλλον το όνειρο μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας, η τουρκική εμπλοκή κινδυνεύει να αποδειχθεί η χαριστική βολή, φοβούνται τώρα σε Παρίσι, Βιέννη και Βερολίνο (όχι όμως στην Αθήνα).
Αν στο κυπριακό η αμερικανική διπλωματία τείνει να «εξισώσει» το ψευδοκράτος με την Κυπριακή Δημοκρατία (αρνούμενη μάλιστα ότι υπάρχει στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο), στο ζήτημα της Θράκης «εξισώνει», για πρώτη φορά, τα αιτήματα για επαναλειτουργία της Χάλκης, με τις τουρκικές απαιτήσεις σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα. Μετά την κ. Χίλλαρυ και ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος φέρεται ότι τα μετέφερε στον Πατριάρχη, κατά την «ντροπαλή» συνάντησή τους στην Κωνσταντινούπολη προ ημερών, συνδέοντας μάλιστα δύο απολύτως άσχετα ζητήματα. Αν η Ουάσιγκτον αποδέχεται τη σύνδεσή τους, ουδείς ‘Ελληνας διπλωμάτης ή πολιτικός υπενθυμίζει, κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, ότι η μεν μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα ευημέρησε, ενώ η ελληνική στην Τουρκία εξεδιώχθη βιαίως και απαλλοτριώθηκε η περιουσία της. Η τύχη των Ελλήνων στην Τουρκία, η κατοχή στην Κύπρο και το casus belli στο Αιγαίο, με ευθύνη της ελληνικής διπλωματίας και πολιτικής ηγεσίας, απουσιάζουν και από την ευρωπαϊκή διπλωματία και από την ευρωπαϊκή πολιτική.
Στην ίδια την Κύπρο στο μεταξύ, ο νεοεκλεγείς (μετά τις έμμεσες κατηγορίες Χριστόφια κατά του ανθυποψηφίου του) Γραμματέας του ΑΚΕΛ ‘Αντρος Κυπριανού, εκπρόσωπος της «ρεαλιστικής» σχολής («δεν μπορεί να λυθεί το κυπριακό χωρίς τον διεθνή παράγοντα»), συναντήθηκε με τον Νίκο Αναστασιάδη του ΔΗΣΥ, επικεφαλής αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων. Η πρώτη αυτή επίσκεψη του ΑΚΕΛ στα γραφεία του ΔΗΣΥ μετά το 1976, θύμισε σε ορισμένους παρατηρητές μια «κυπριακή εκδοχή» του «ιστορικού συμβιβασμού» που επεχείρησε προ δεκαετιών το Ιταλικό ΚΚ του Μπερλίνγκουερ. Τη συνάντηση φέρεται να υπαγόρευσε η ανάγκη «ενότητας» για τη λύση του κυπριακού, αν όμως ο κ. Χριστόφιας υπεσχέθη προεκλογικά μη επαναφορά του σχεδίου Ανάν, ο κ. Αναστασιάδης ήταν ο φανατικότερος θιασώτης και υπερασπιστής του.
Αν το ΑΚΕΛ πλησιάζει τον ΔΗΣΥ, πυκνώνουν εντός των συμμάχων του οι τριβές για το αν πρέπει να συνεχισθεί η κυβερνητική συνεργασία με το ΑΚΕΛ. Το θέμα έθεσε ο αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, γιος του πρώην Προέδρου και ανερχόμενο «αστέρι» της κυπριακής πολιτικής και θα συζητηθεί στη Κεντρική Επιτροπή μετά το Πάσχα. Κατά τον κ. Παπαδόπουλο, ο Πρόεδρος διαπραγματεύεται σε βάση που δεν έχει συμφωνηθεί με τους συμμάχους του, με αποτέλεσμα να φεύγουν ανικανοποίητοι οι ψηφοφόροι του ΔΗΚΟ προς άλλες κατευθύνσεις. Ο κ. Παπαδόπουλος διαφωνεί με την εκ περιτροπής προεδρία του νέου κράτους και άλλες προτάσεις της ελληνικής πλευράς. Αλλά και από τους σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ ακούγονται διαμαρτυρίες γιατί ο κ. Χριστόφιας ενημερώνει τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου, περιλαμβανομένων των συμμάχων του, κατόπιν εορτής, αφού δηλαδή έχουν υποβληθεί και έχουν τρόπον τινά δεσμεύσει την ελληνική πλευρά οι προτάσεις του. Ο κ. Ομήρου απέκλεισε πάντως, επί του παρόντος, αποχώρηση από την κυβέρνηση.
Να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις στο κυπριακό και γενικότερα στα ελληνοτουρκικά και ελληνοαμερικανικά ανησύχησαν και τους ομοϊδεάτες του κ. Χριστόφια στην Αθήνα. Προ ημερών, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης προειδοποίησε με άρθρο του ότι ο ελληνισμός αντιμετωπίζει το φάσμα μιας εθνικής κρίσης ακόμα χειρότερης από την οικονομική και κοινωνική που βιώνουμε, ενώ εξέφρασε τον φόβο του ότι στην Κύπρο συζητείται μια λύση «χειρότερη από το σχέδιο Ανάν». Την αντίθεσή του στο σχέδιο αυτό υπενθύμισε πρόσφατα και ο ίδιος ο Αλέκος Αλαβάνος. Και στην Κουμουνδούρου και στον Περισσό, ελπίζουν ότι δεν θα βρεθούν ποτέ ενώπιον ενός σχεδίου που θα τους θέσει οδυνηρά διλήμματα, προκαλώντας ενδεχομένως και στην ελληνική αριστερά εσωτερικές διαφωνίες. Το φάντασμα άλλωστε της Ζυρίχης και του Λονδίνου, όσο κι αν απωθείται, παραμένει πάντα ενεργό στο «πίσω μέρος» του μυαλού των πολιτικών μας, στοιχειώνει τρόπον τινά όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτικής…
Τον δυνάμει εκρηκτικό χαρακτήρα της κατάστασης στην Κύπρο, ήρθε εξάλλου να υπογραμμίζει η ενέργεια Κυπρίου Εθνοφρουρού που πέρασε σε μη επανδρωμένο τουρκικό φυλάκιο και απέσπασε τουρκική σημαία. Το περιστατικό καταδικάστηκε από τα πολιτικά κόμματα και θεωρείται μεμονωμένο, αλλά δείχνει πόσο εύκολο είναι, αν οι πολιτικές συνθήκες στο νησί το επιτρέψουν, να πραγματοποιηθούν διάφορα «γεγονότα» που θα εκτρέψουν την πολιτική διαδικασία, από την αναγκαία νηφάλια συζήτηση μεταξύ των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας για το είδος του κράτους στο οποίο θέλουν να ζουν. ‘Αλλωστε, στην κυπριακή ιστορία αυτός υπήρξε ο προνομιακός τρόπος δράσης των ξένων μυστικών υπηρεσιών, είτε μέσω της ΤΜΤ, είτε μέσω της ΕΟΚΑ Β’.
Η πολιτική κουλτούρα του νησιού συνοψίζεται συχνά στο «άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε», με αποτέλεσμα το 80% των πολιτών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να μην καταλαβαίνει τι είναι η «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» στην οποία θα κληθεί να ζήσει! Από τον καιρό της εισέτι ανερμήνευτης αποδοχής από τον Μακάριο της ανεξαρτησίας, μέσω μιας συνέντευξης σε μια Βρετανή δημοσιογράφο, μέχρι τα ‘Όχι που σημαίνουν Ναι και τα Ναι που σημαίνουν ‘Όχι, πολλοί Κύπριοι πολιτικοί έχουν τη συνήθεια, αντί να αναλαμβάνουν το κόστος της ευθείας πολιτικής διεκδίκησης ενός κάπως κανονικού κράτους, να στήνουν υποτιθέμενες «παγίδες» στις οποίες τελικά πέφτουν μόνο οι ίδιοι.
Το 2004 απεδείχθη ότι το 76% των Ελληνοκυπρίων ετάσσοντο κατά μιας λύσης την οποία όμως απεδέχετο η πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας. Κάποια στιγμή πρέπει όμως να ευθυγραμμισθούν λόγια και πράξεις, διπλωματία και εσωτερικός πολιτικός λόγος, ηγεσία και «ελίτ», μέσω μιας σαφήνειας που ταιριάζει περισσότερο στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της τελευταίας και λιγότερο στα κατάλοιπα της τουρκοκρατίας ή της αποικιοκρατίας, λέει καλός γνώστης της κυπριακής ιστορίας. ‘Αλλωστε δεν μιλάμε ακριβώς για την τιμή της βενζίνης ή τα ραπανάκια, αλλά για το αν θα υπάρχει και τι είδους κράτος στην Κύπρο, θέμα αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον Κύπρου και Ελλάδας, που έκρινε μάλιστα την ελληνική πολιτική ιστορία στον 20ό αιώνα. ‘Ισως, λέει μέλος του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου στον «Κ.τ.Ε», «θάταν καλύτερα να κάναμε τώρα ένα δημοψήφισμα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων για το τι επιτέλους θέλουμε και τι στο καλό εννοούμε ως λύση του κυπριακού»
Σάββατο 4 Απριλίου 2009
"Πίεσε Λευκωσία, στήριξε 'Αγκυρα" - εισηγήσεις Μπρζεζίνσκι-Κίσσινγκερ στον Ομπάμα
Παραμονές της επίσκεψης Ομπάμα στην Τουρκία, το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών των ΗΠΑ (CSIS) ολοκλήρωσε την πολύμηνη σύνταξη έκθεσης για την ΅Εξελισσόμενη Δυναμική της Τουρκίας΅ και τις ΅Στρατηγικές Επιλογές για τις σχέσεις ΗΠΑ_Τουρκίας”, που αποσκοπεί εμφανώς στον προσανατολισμό της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.
Η έκθεση του CSIS (στη διεύθυνση του συμμετέχει ο αρχιτέκτων του 1974 Κίσσινγκερ) υπογραμμίζει τον ρόλο της Τουρκίας και τη στήριξη που πρέπει να της προσφερθεί σε μια σειρά ζητήματα, και ζητήματα ζωτικού ελληνικού συμφέροντος. Αποδίδει κεντρικότατη
σημασία στο κυπριακό, ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την τουρκική ενταξιακή πορεία που θα κριθεί εν πολλοίς φέτος. Συνιστά απερίφραστα άσκηση «σθεναρών πιέσεων» στη Λευκωσία. Εξισώνει την Κυπριακή Δημοκρατία με το ψευδοκράτος. Θεωρεί ότι η εκλογή Χριστόφια και η παρουσία Ταλάτ προσφέρουν την καλύτερη ευκαιρία για επίτευξη λύσης, «πιθανώς μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν με άλλο όνομα», αλλά εκφράζει ανησυχία για το τι θα γίνει αν καθυστερήσει η λύση και αλλάξει το κλίμα.
Η έκθεση στηρίζει τη σημασία της Τουρκίας ως ενεργειακής γέφυρας και των αντίστοιχων σχεδίων (ανταγωνιστικων των ελληνορωσικών Σάουθστρημ και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) Zητά να μη ψηφισθεί το νομοσχέδιο για την αρμενική γενοκτονία.
Η έκθεση, πολλές από τις συστάσεις της οποίας εφαρμόζονται ήδη, αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η στον τουρκικό ρόλο, αλλά και την πολυετή, πολυδάπανη και αποτελεσματικότατη τουρκική δραστηριότητα σε διπλωματικό και ΅λομπίστικο΅ επίπεδο. Αυτά συμβαίνουν παρόλα τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί κατά καιρούς η ¨Αγκυρα στην Ουάσιγκτον (ή μήπως εξαιτίας αυτών?).
Μόνο θλίψη προκαλεί στον ¨Ελληνα αναγνώστη η πλήρης απουσία, κυριολεκτικά, της Ελλάδας και της Κύπρου, ως παραγόντων των οποίων τα εθνικά συμφέροντα και η ασφάλεια κάπως πρέπει να ληφθούν υπόψιν! Είναι σαν να μην υπάρχουμε ως κράτη. Μια απουσία που αντανακλά πολυετή “παράλυση” της ελληνικής διπλωματικής και “λομπικής” δράσης, εκτίμησης ότι Αθήνα-Λευκωσία είναι ΅πιέσιμες΅, ακόμη και σε ζωτικά θέματα, απουσίας εν τέλει ευκρινών στρατηγικών στόχων μιας ελληνικής διπλωματίας που έχει εξελιχθεί κυρίως σε συνήγορο της τουρκικής ένταξης! Είναι προφανές στον αναγνώστη, ότι δεν υφίσταται κανενός είδους και επιπέδου στρατηγικός διάλογος Αθήνας-Ουάσιγκτον, ανάλογος του αμερικανοτουρκικού.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ CSIS
Το CSIS έχει ιδρυθεί από τον Μπρζεζίνσκι και είναι ένα από τα σοβαρότερα συντηρητικά θινκ τανκ της Ουάσιγκτον με μεγάλη επιρροή στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το διευθύνει ο Σαν Ναν, μια μεγάλη μορφή της αμερικανικής στρατηγικής και διπλωματίας, ενώ στο συμβούλιό του συμμετέχουν σημαίνοντες παράγοντες, που έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αμερικανική στρατηγική τον τελευταίο μισό αιώνα, όπως ο Κίσσινγκερ, ο επίτιμος Πρόεδρος της Μέριλ Λιντς, ο Πρόεδρος της Κόκα’Κόλα, οι Σλέσινγκερ, Νάι, Κοέν, Καρλούτσι, Χαλιλζάντ και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και ο Τζωρτζ Αργυρός. Τη σύνταξη της έκθεσης επέβλεψε ομάδα υπό τον Μπρζεζίνσκι, από τους κύριους διαμορφωτές της αμερικανικής στρατηγικής και σύμβουλος του Ομπάμα και τον πτέραρχο Σκώουκροφτ, Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του πατρός Μπους. Στην ομάδα συμμετείχαν οι Πρέσβεις Αμπράμοβιτς και Χολμς (που είναι και Πρόεδρος του Αμερικανο’τουρκικού Συμβουλίου), ο πρώην υποδιοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, πτέραρχος Τζέιμερσον και ο Τζων Λόγκλιν του Πωλ Νίτσε Σκούλ στο Πανεμιστήμιο Τζων Χόπκινς. Μεταξύ των συγγραφέων της έκθεσης είναι ο Μπουλέντ Αλιριζά, συγγενής του Ντενκτάς. Συντάκτης του τμήματος της έκθεσης που αοφρά την Κύπρο είναι ο Ϊαν Λέσσερ, συνεργάτης της Ραντ Κορπορέισιον, στον οποίο το ΕΛΙΑΜΕΠ είχε ΅συναναθέσει΅ στο παρελθόν τη σύνταξη ενός εγχειριδίου για την ελληνική εξωτερική πολιτική! Τον συντονισμό της σύνταξης είχε η Κάλεϊ Λέβιτ, ειδική βοηθός της έδρας Κίσσινγκερ στο CSIS, πρώην μαθητευόμενη του Νιού ‘Ισραελ Φαντ.
Κυπριακό και ΕΕ
Η έκθεση δίνει μεγάλο βάρος στο κυπριακό, λόγω της ανάγκης προώθησης της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, που η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στηρίζει πάση θυσία, παρά τις προφανείς δυσκολίες, αλλά και της όλης σχέσης Τουρκίας-Δύσης. Η Κύπρος έπαυσε πλέον να είναι κεντρική στην αμερικανοτουρκική σχέση (λόγω της ελληνοτουρκικής ύφεσης), επηρρεάζει πολύ όμως την ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, υπογραμμίζει η έκθεση, προσθέτοντας ότι ”ο ερχομός της κυβέρνησης Χριστόφια, με τον Ταλάτ στην εξουσία της ΤΔΒΚ, συνιστά την καλύτερη προοπτική για λύση του κυπριακού μετά την αποτυχία του σχεδίου Αννάν΅, μια λύση που «θα είναι πιθανώς μια εκδοχή του σχεδίου Ανάν υπό άλλη ονομασία». Ακόμη και αυτό θα είναι πρόβλημα, αφού οι συντάκτες εκτιμούν ότι ο τουρκικός στρατός δύσκολα θα ξανααποδεχθεί το σχέδιο Ανάν χωρίς ΅σοβαρά ανταλλάγματα΅ σε κάποιον άλλο τομέα και δεν θα του αρέσει η ιδέα μιας σύντομης αποχώρησης από την Κύπρο. Επιπλέον η «απέλαση των εποίκων από την Ανατολία θα προκαλέσει ισχυρή αντίδραση από την Τουρκία», όπως και οποιαδήποτε ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου (στρατιωτικές στο κείμενο, λες και είναι πιθανή κυπριακή εισβολή στην Τουρκία!)
Η έκθεση εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς ανησυχία για την ΅εμπλοκή (involvement) της ρωσικής κυβέρνησης με ελληνοκυπριακά κυβερνητικά, εμπορικά και εγκληματικά στοιχεία” (!), για την “παραδοσιακή συμπάθεια της Ρωσίας για τα ελληνικά συμφέροντα”, ενώ καταγράφει τις ανησυχίες των Τούρκων σχεδιαστών για τον εξοπλισμό της Κύπρου με ρωσικά όπλα και την εν γένει ρωσική παρουσία στο νησί, σημειώνοντας ότι ΅αν η επικρατούσα ύφεση της Τουρκίας με την Ελλάδα διαλυθεί, υπάρχει κάποια δυνατότητα για την Κύπρο να επανεμφανισθεί ως στοιχείο της περιφερειακής στρατιωτικής ισορροπίας με την Αθήνα, ως πλεονέκτημα για την προβολή τουρκικής ισχύος στο Αιγαίο ή ως μειονέκτημα σε μια μελλοντική διένεξη΅.
Με βάση αυτά προτείνει
1. “ήσυχη αλλά επίμονη αμερικανική διπλωματία με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ως τον αποτελεσματικότερο τρόπο υποστήριξης των ενταξιακών συζητήσεων της Τουρκία”,
2. ως το ΅πιο αποτελεσματικό βραχυπρόθεσμο μέτρο“ για να βοηθηθεί η ένταξη της Τουρκίας να προσφερθούν (“αμερικανικά) διπλωματικά μέσα και επιρροή για να επιτευχθεί λύση΅, περιλαμβανομένου διορισμού ανώτερου επίσημου για να δουλέψει με τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ.
3. “Η διπλωματία της Ουάσιγκτον προς την Τουρκία πρέπει να συνδυασθεί με σθεναρή (firm) πίεση στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση να έρθει σε συνεννόηση με την εκλεγμένη κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) και στην ΕΕ να τερματίσει την οικονομική απομόνωση της ΤΔΒΚ και στην τουρκική κυβέρνηση να κάνει ανταποδοτικές χειρονομίες, συνεπείς προς τις δεσμεύσεις της προς την ΕΕ για ομαλοποίηση των σχέσεων με τη Λευκωσία” (οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Ο σχολιασμός ιδίως της τρίτης από τις προτάσεις περιττεύει. Τριάντα πέντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχει πλέον από τη μια ΅ελληνοκυπριακή κυβέρνηση΅, επί της οποίας πρέπει να ασκηθούν πιέσεις, παρόλο που προχώρησε ήδη σε πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις και η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει την προθυμία της για λύση και από την άλλη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, άνευ λοιπόν εισαγωγικών. Και προφανώς οι συντάκτες δεν θα χρησιμοποιούσαν αυτή τη γλώσσα σε ένα δημόσιο κείμενο, αν εκτιμούσαν ότι θα κινδύνευε να είναι «αντιπαραγωγική». Για κάποιο λόγο, υποθέτουν ότι θα είναι αποτελεσματικότερη η πίεση από τον κίνδυνο να προκαλέσουν αντίδραση.
Κυπριακό και ελληνοτουρκικά
Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης με ελάχιστα συγκαλυμμένη ικανοποίηση τις προόδους της «αποσύζευξης» (decoupling) Ελλάδας και Ελληνοκυπρίων και την σημασία της «ελληνοτουρκικής ύφεσης που μετασχημάτισε το στρατηγικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο», με αποτέλεσμα να παύσει η Κύπρος να είναι «σημαντικό σημείο για τις διμερείς σχέσεις». Η έκθεση υπογραμμίζει την υποστήριξη της Αθήνας στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας και την απογοήτευσή της από την απόρριψη του σχεδίου Ανάν και εκτιμά ότι το κυπριακό θα εξαρτηθεί κυρίως από τις εσωτερικές δυναμικές στο νησί και ότι «είτε μια κυβέρνηση ΝΔ, είτε μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ» θα αποδεχθούν οποιοδήποτε αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης.
Γιατί πρέπει να γίνουν αυτά όλα_ Γιατί, κατά τους συντάκτες τρης έκθεσης,μια αποτυχία να κρατηθούν ζωντανές οι διαπραγματεύσεις και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση στην Κύπρο, θα είχε μείζονες συνέπειες για το μέλλον της Τουρκίας στην ΕΕ και, ως αποτέλεσμα, για την σχέση της Τουρκίας με τη Δύση ευρύτερα»
Προνομιακή Σχέση Τουρκίας
Παρά την εντονότατη υποστήριξή της προς την ενταξιακή προοπτική της ¨Αγκυρας, η έκθεση αναγνωρίζει τα τεράστια εμπόδια. Υποστηρίζει ότι η ιδέα μιας ΅ειδικής σχέσης΅ παραμένει ασαφής και μη αποδεκτή από την ¨Αγκυρα. Τονίζει τη μεγάλη σημασία να συνεχίσουν οι ΗΠΑ να βοηθούν, αν όχι να καθοδηγούν το όλο σχέδιο, με πολύ ΅ντελικάτες΅, διακριτικές μεθόδους. Αν παρόλα αυτά αποπτύχει, ελπίζουν ότι μια ενδεχόμενη μετεξέλιξη της ΕΕ σε ΅πολλών ταχυτήτων΅ θα επιτρέψει μια κάπως ομαλή προσγείωση.
Τουρκία’Ρωσία’ενέργεια
Η έκθεση σημειώνει, όχι χωρίς κάποια απόχρωση ανησυχίας, ως ιστορική εξέλιξη τη ρωσοτουρκική προσέγγιση του τελευταίου εξαμήνου (που συμπίπτει με την περίοδο σχετικού ΅παγώματος΅ της ελληνορωσικής προσέγγισης) και τους αυξανόμενους εμπορικούς, επενδυτικούς και ενεργειακούς δεσμούς, όπως και την προσωπική σχέση Ερντογάν-Πούτιν. Καταγράφουν τις τουρκικές διαβεβαιώσεις για πλήρη ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο, δεν επαρκούν όμως αυτές για να εξαφανίσουν κάθε ανησυχία για το θέμα.
Οι συντάκτες δείχνουν κατανόηση στην τουρκική απροθυμία για περισσότερες δυνάμεις στο Αφγανιστάν, στηρίζουν τον ενεργό ρόλο της ¨Αγκυρας στον Καύκασο και τον ναυτικό ρόλο της, με Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουκρανία στη Μαύρη Θάλασσα, ως αντιστάθμισμα της ρωσικής παρουσίας. Τονίζουν με μεγάλη έμφαση την ανάγκη να στηριχθεί περαιτέρω ο ρόλος της Τουρκίας και του νότιου διαδρόμου ως ενεργειακής γέφυρας, κι αυτό παρόλο που αναγνωρίζουν τις τεράστιες αντικειμενικές και πολιτικές δυσκολίες (ο νότιος διάδρομος είναι ευθέως ανταγωνιστικός προς τα ελληνορωσικά σχέδια). Στα πλαίσια αυτά υπογραμμίζεται η σημασία του αγωγού Τουρκίας’Ιταλίας Ελλάδας και εκφράζεται σκεπτικισμός για την πιθανότητα κατασκευής σύντομα του Μπουργκάς’Αλεξανδρούπολη.
Η έκθεση του CSIS (στη διεύθυνση του συμμετέχει ο αρχιτέκτων του 1974 Κίσσινγκερ) υπογραμμίζει τον ρόλο της Τουρκίας και τη στήριξη που πρέπει να της προσφερθεί σε μια σειρά ζητήματα, και ζητήματα ζωτικού ελληνικού συμφέροντος. Αποδίδει κεντρικότατη
σημασία στο κυπριακό, ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την τουρκική ενταξιακή πορεία που θα κριθεί εν πολλοίς φέτος. Συνιστά απερίφραστα άσκηση «σθεναρών πιέσεων» στη Λευκωσία. Εξισώνει την Κυπριακή Δημοκρατία με το ψευδοκράτος. Θεωρεί ότι η εκλογή Χριστόφια και η παρουσία Ταλάτ προσφέρουν την καλύτερη ευκαιρία για επίτευξη λύσης, «πιθανώς μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν με άλλο όνομα», αλλά εκφράζει ανησυχία για το τι θα γίνει αν καθυστερήσει η λύση και αλλάξει το κλίμα.
Η έκθεση στηρίζει τη σημασία της Τουρκίας ως ενεργειακής γέφυρας και των αντίστοιχων σχεδίων (ανταγωνιστικων των ελληνορωσικών Σάουθστρημ και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) Zητά να μη ψηφισθεί το νομοσχέδιο για την αρμενική γενοκτονία.
Η έκθεση, πολλές από τις συστάσεις της οποίας εφαρμόζονται ήδη, αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η στον τουρκικό ρόλο, αλλά και την πολυετή, πολυδάπανη και αποτελεσματικότατη τουρκική δραστηριότητα σε διπλωματικό και ΅λομπίστικο΅ επίπεδο. Αυτά συμβαίνουν παρόλα τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί κατά καιρούς η ¨Αγκυρα στην Ουάσιγκτον (ή μήπως εξαιτίας αυτών?).
Μόνο θλίψη προκαλεί στον ¨Ελληνα αναγνώστη η πλήρης απουσία, κυριολεκτικά, της Ελλάδας και της Κύπρου, ως παραγόντων των οποίων τα εθνικά συμφέροντα και η ασφάλεια κάπως πρέπει να ληφθούν υπόψιν! Είναι σαν να μην υπάρχουμε ως κράτη. Μια απουσία που αντανακλά πολυετή “παράλυση” της ελληνικής διπλωματικής και “λομπικής” δράσης, εκτίμησης ότι Αθήνα-Λευκωσία είναι ΅πιέσιμες΅, ακόμη και σε ζωτικά θέματα, απουσίας εν τέλει ευκρινών στρατηγικών στόχων μιας ελληνικής διπλωματίας που έχει εξελιχθεί κυρίως σε συνήγορο της τουρκικής ένταξης! Είναι προφανές στον αναγνώστη, ότι δεν υφίσταται κανενός είδους και επιπέδου στρατηγικός διάλογος Αθήνας-Ουάσιγκτον, ανάλογος του αμερικανοτουρκικού.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ CSIS
Το CSIS έχει ιδρυθεί από τον Μπρζεζίνσκι και είναι ένα από τα σοβαρότερα συντηρητικά θινκ τανκ της Ουάσιγκτον με μεγάλη επιρροή στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το διευθύνει ο Σαν Ναν, μια μεγάλη μορφή της αμερικανικής στρατηγικής και διπλωματίας, ενώ στο συμβούλιό του συμμετέχουν σημαίνοντες παράγοντες, που έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αμερικανική στρατηγική τον τελευταίο μισό αιώνα, όπως ο Κίσσινγκερ, ο επίτιμος Πρόεδρος της Μέριλ Λιντς, ο Πρόεδρος της Κόκα’Κόλα, οι Σλέσινγκερ, Νάι, Κοέν, Καρλούτσι, Χαλιλζάντ και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και ο Τζωρτζ Αργυρός. Τη σύνταξη της έκθεσης επέβλεψε ομάδα υπό τον Μπρζεζίνσκι, από τους κύριους διαμορφωτές της αμερικανικής στρατηγικής και σύμβουλος του Ομπάμα και τον πτέραρχο Σκώουκροφτ, Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του πατρός Μπους. Στην ομάδα συμμετείχαν οι Πρέσβεις Αμπράμοβιτς και Χολμς (που είναι και Πρόεδρος του Αμερικανο’τουρκικού Συμβουλίου), ο πρώην υποδιοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, πτέραρχος Τζέιμερσον και ο Τζων Λόγκλιν του Πωλ Νίτσε Σκούλ στο Πανεμιστήμιο Τζων Χόπκινς. Μεταξύ των συγγραφέων της έκθεσης είναι ο Μπουλέντ Αλιριζά, συγγενής του Ντενκτάς. Συντάκτης του τμήματος της έκθεσης που αοφρά την Κύπρο είναι ο Ϊαν Λέσσερ, συνεργάτης της Ραντ Κορπορέισιον, στον οποίο το ΕΛΙΑΜΕΠ είχε ΅συναναθέσει΅ στο παρελθόν τη σύνταξη ενός εγχειριδίου για την ελληνική εξωτερική πολιτική! Τον συντονισμό της σύνταξης είχε η Κάλεϊ Λέβιτ, ειδική βοηθός της έδρας Κίσσινγκερ στο CSIS, πρώην μαθητευόμενη του Νιού ‘Ισραελ Φαντ.
Κυπριακό και ΕΕ
Η έκθεση δίνει μεγάλο βάρος στο κυπριακό, λόγω της ανάγκης προώθησης της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, που η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στηρίζει πάση θυσία, παρά τις προφανείς δυσκολίες, αλλά και της όλης σχέσης Τουρκίας-Δύσης. Η Κύπρος έπαυσε πλέον να είναι κεντρική στην αμερικανοτουρκική σχέση (λόγω της ελληνοτουρκικής ύφεσης), επηρρεάζει πολύ όμως την ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, υπογραμμίζει η έκθεση, προσθέτοντας ότι ”ο ερχομός της κυβέρνησης Χριστόφια, με τον Ταλάτ στην εξουσία της ΤΔΒΚ, συνιστά την καλύτερη προοπτική για λύση του κυπριακού μετά την αποτυχία του σχεδίου Αννάν΅, μια λύση που «θα είναι πιθανώς μια εκδοχή του σχεδίου Ανάν υπό άλλη ονομασία». Ακόμη και αυτό θα είναι πρόβλημα, αφού οι συντάκτες εκτιμούν ότι ο τουρκικός στρατός δύσκολα θα ξανααποδεχθεί το σχέδιο Ανάν χωρίς ΅σοβαρά ανταλλάγματα΅ σε κάποιον άλλο τομέα και δεν θα του αρέσει η ιδέα μιας σύντομης αποχώρησης από την Κύπρο. Επιπλέον η «απέλαση των εποίκων από την Ανατολία θα προκαλέσει ισχυρή αντίδραση από την Τουρκία», όπως και οποιαδήποτε ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου (στρατιωτικές στο κείμενο, λες και είναι πιθανή κυπριακή εισβολή στην Τουρκία!)
Η έκθεση εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς ανησυχία για την ΅εμπλοκή (involvement) της ρωσικής κυβέρνησης με ελληνοκυπριακά κυβερνητικά, εμπορικά και εγκληματικά στοιχεία” (!), για την “παραδοσιακή συμπάθεια της Ρωσίας για τα ελληνικά συμφέροντα”, ενώ καταγράφει τις ανησυχίες των Τούρκων σχεδιαστών για τον εξοπλισμό της Κύπρου με ρωσικά όπλα και την εν γένει ρωσική παρουσία στο νησί, σημειώνοντας ότι ΅αν η επικρατούσα ύφεση της Τουρκίας με την Ελλάδα διαλυθεί, υπάρχει κάποια δυνατότητα για την Κύπρο να επανεμφανισθεί ως στοιχείο της περιφερειακής στρατιωτικής ισορροπίας με την Αθήνα, ως πλεονέκτημα για την προβολή τουρκικής ισχύος στο Αιγαίο ή ως μειονέκτημα σε μια μελλοντική διένεξη΅.
Με βάση αυτά προτείνει
1. “ήσυχη αλλά επίμονη αμερικανική διπλωματία με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ως τον αποτελεσματικότερο τρόπο υποστήριξης των ενταξιακών συζητήσεων της Τουρκία”,
2. ως το ΅πιο αποτελεσματικό βραχυπρόθεσμο μέτρο“ για να βοηθηθεί η ένταξη της Τουρκίας να προσφερθούν (“αμερικανικά) διπλωματικά μέσα και επιρροή για να επιτευχθεί λύση΅, περιλαμβανομένου διορισμού ανώτερου επίσημου για να δουλέψει με τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ.
3. “Η διπλωματία της Ουάσιγκτον προς την Τουρκία πρέπει να συνδυασθεί με σθεναρή (firm) πίεση στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση να έρθει σε συνεννόηση με την εκλεγμένη κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) και στην ΕΕ να τερματίσει την οικονομική απομόνωση της ΤΔΒΚ και στην τουρκική κυβέρνηση να κάνει ανταποδοτικές χειρονομίες, συνεπείς προς τις δεσμεύσεις της προς την ΕΕ για ομαλοποίηση των σχέσεων με τη Λευκωσία” (οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Ο σχολιασμός ιδίως της τρίτης από τις προτάσεις περιττεύει. Τριάντα πέντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχει πλέον από τη μια ΅ελληνοκυπριακή κυβέρνηση΅, επί της οποίας πρέπει να ασκηθούν πιέσεις, παρόλο που προχώρησε ήδη σε πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις και η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει την προθυμία της για λύση και από την άλλη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, άνευ λοιπόν εισαγωγικών. Και προφανώς οι συντάκτες δεν θα χρησιμοποιούσαν αυτή τη γλώσσα σε ένα δημόσιο κείμενο, αν εκτιμούσαν ότι θα κινδύνευε να είναι «αντιπαραγωγική». Για κάποιο λόγο, υποθέτουν ότι θα είναι αποτελεσματικότερη η πίεση από τον κίνδυνο να προκαλέσουν αντίδραση.
Κυπριακό και ελληνοτουρκικά
Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης με ελάχιστα συγκαλυμμένη ικανοποίηση τις προόδους της «αποσύζευξης» (decoupling) Ελλάδας και Ελληνοκυπρίων και την σημασία της «ελληνοτουρκικής ύφεσης που μετασχημάτισε το στρατηγικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο», με αποτέλεσμα να παύσει η Κύπρος να είναι «σημαντικό σημείο για τις διμερείς σχέσεις». Η έκθεση υπογραμμίζει την υποστήριξη της Αθήνας στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας και την απογοήτευσή της από την απόρριψη του σχεδίου Ανάν και εκτιμά ότι το κυπριακό θα εξαρτηθεί κυρίως από τις εσωτερικές δυναμικές στο νησί και ότι «είτε μια κυβέρνηση ΝΔ, είτε μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ» θα αποδεχθούν οποιοδήποτε αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης.
Γιατί πρέπει να γίνουν αυτά όλα_ Γιατί, κατά τους συντάκτες τρης έκθεσης,μια αποτυχία να κρατηθούν ζωντανές οι διαπραγματεύσεις και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση στην Κύπρο, θα είχε μείζονες συνέπειες για το μέλλον της Τουρκίας στην ΕΕ και, ως αποτέλεσμα, για την σχέση της Τουρκίας με τη Δύση ευρύτερα»
Προνομιακή Σχέση Τουρκίας
Παρά την εντονότατη υποστήριξή της προς την ενταξιακή προοπτική της ¨Αγκυρας, η έκθεση αναγνωρίζει τα τεράστια εμπόδια. Υποστηρίζει ότι η ιδέα μιας ΅ειδικής σχέσης΅ παραμένει ασαφής και μη αποδεκτή από την ¨Αγκυρα. Τονίζει τη μεγάλη σημασία να συνεχίσουν οι ΗΠΑ να βοηθούν, αν όχι να καθοδηγούν το όλο σχέδιο, με πολύ ΅ντελικάτες΅, διακριτικές μεθόδους. Αν παρόλα αυτά αποπτύχει, ελπίζουν ότι μια ενδεχόμενη μετεξέλιξη της ΕΕ σε ΅πολλών ταχυτήτων΅ θα επιτρέψει μια κάπως ομαλή προσγείωση.
Τουρκία’Ρωσία’ενέργεια
Η έκθεση σημειώνει, όχι χωρίς κάποια απόχρωση ανησυχίας, ως ιστορική εξέλιξη τη ρωσοτουρκική προσέγγιση του τελευταίου εξαμήνου (που συμπίπτει με την περίοδο σχετικού ΅παγώματος΅ της ελληνορωσικής προσέγγισης) και τους αυξανόμενους εμπορικούς, επενδυτικούς και ενεργειακούς δεσμούς, όπως και την προσωπική σχέση Ερντογάν-Πούτιν. Καταγράφουν τις τουρκικές διαβεβαιώσεις για πλήρη ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο, δεν επαρκούν όμως αυτές για να εξαφανίσουν κάθε ανησυχία για το θέμα.
Οι συντάκτες δείχνουν κατανόηση στην τουρκική απροθυμία για περισσότερες δυνάμεις στο Αφγανιστάν, στηρίζουν τον ενεργό ρόλο της ¨Αγκυρας στον Καύκασο και τον ναυτικό ρόλο της, με Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουκρανία στη Μαύρη Θάλασσα, ως αντιστάθμισμα της ρωσικής παρουσίας. Τονίζουν με μεγάλη έμφαση την ανάγκη να στηριχθεί περαιτέρω ο ρόλος της Τουρκίας και του νότιου διαδρόμου ως ενεργειακής γέφυρας, κι αυτό παρόλο που αναγνωρίζουν τις τεράστιες αντικειμενικές και πολιτικές δυσκολίες (ο νότιος διάδρομος είναι ευθέως ανταγωνιστικός προς τα ελληνορωσικά σχέδια). Στα πλαίσια αυτά υπογραμμίζεται η σημασία του αγωγού Τουρκίας’Ιταλίας Ελλάδας και εκφράζεται σκεπτικισμός για την πιθανότητα κατασκευής σύντομα του Μπουργκάς’Αλεξανδρούπολη.
Κουρδικό παρόν στις τουρκικές εκλογές
Εκρηκτική (επαν)εμφάνιση έκανε το τεράστιο κουρδικό πρόβλημα της Τουρκίας στις τελευταίες τοπικές εκλογές, ενώ σημαντική ήττα υπέστη ο Πρωθυπουργός Ερντογάν και το ισλαμικό κόμμα του ΑΚΡ, όχι όμως τέτοιας έκτασης που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα να συνεχίσει τη διακυβέρνηση.
Το DTP, δηλαδή η μετωπική΅΅, νόμιμη πολιτική οργάνωση του ΡΚΚ στην πραγματικότητα, κάτι σαν την ΕΔΑ στην Ελλάδα όταν ήταν απαγορευμένο το ΚΚΕ, να πραγματοποιεί σημαντικές προόδους, κερδίζοντας 99 δήμους, μεταξύ των οποίων οκτώ πρωτεύουσες νομών της ΝΑ Τουρκίας και πρώτα και κύρια το Ντιαρμπακίρ (65%), παρά τη λυσσώδη προσπάθεια των Ισλαμιστών του ΑΚΡ (συνεπικουρούμενων στην περίπτωση αυτή και από το φάσμα των εθνικιστών) να τις κερδίσουν.
Λαοθάλασσες με κουρδικά χρώματα και πορτραίτα σε μερικές περιπτώσεις του φυλακισμένου Οτσαλάν, υποδέχτηκαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ενώ ο αρχηγός του DTP Αχμέτ Τουρκ δήλωσε ότι «ο λαός μας ο οποίος ζει με την ελπίδα της επίλυσης του κουρδικού προβλήματος, μετά την απογοήτευση που ένοιωσε πήρε πίσω τις ψήφους της παρακαταθήκης (προς το ΑΚΡ). .. H πολιτική άρνησης και καταστροφής έπεσε στο κενό. Παράλληλα, παρουσιάστηκε και μια νέα ευκαιρία για την επίλυσή του μέσω μιας ειρηνικής και δημοκρατικής λύσης»
Πρόκειται για μείζονα ήττα της κουρδικής πολιτικής Ερντογάν )και όχι μόνο= , που επιβεβαιώνει την ισχύ της κουρδικής εθνικής ταυτότητας, παρά τις περιπέτειες του κουρδικού ανταρτικού κινήματος και τη τελική διατήρηση της συνοχής του ΡΚΚ, παρά την ομηρία’σύλληψη του ηγέτη του Οτσαλάν. Οι παραχωρήσεις του τουρκικού κράτους προς τους κουρδικούς πληθυσμούς ήρθαν πολύ αργά και ήταν πολύ λίγες για να αναστρέψουν την τάση αυτή, τουλάχιστον στη ΝΑ Τουρκία. ¨Ηταν όμως ταυτόχρονα αρκετές για να διευκολύνουν την πολιτική δράση των Κούρδων, που οδήγησε στις σημερινές τους επιτυχίες.
Τα αποτελέσματα όμως ήταν δυσάρεστα για το κυβερνών ΑΚΡ του Ερντογάν και στο σύνολο της τουρκικής επικράτειας, κυρίως γιατί ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έκανε τις εκλογές προσωπικό του στοίχημα, βάζοντας τον πήχυ της επιτυχίας στο 47%. Αντ’ αυτού, πήρε 39%, δηλαδή 8% λιγότερο, πληρώνοντας κατά τα φαινόμενα την αλαζονεία του, τις επιθέσεις στον τύπο, την υποτίμηση των πολιτών με τα διάφορα αγαθά )ψυγεία κπλ= που μοίραζε, τη διαφθορά και, κυρίως, την οικονομική κρίση που έχει γίνει αισθητή ιδίως στα ποσοστά της ανεργίας (η οποία πλησιάζει το 15%, ενώ η πτώση του ΑΕΠ έπιασε ετήσιο ρυθμό 5%, κατά το τέταρτο τρίμηνο 2008). Οι Τούρκοι πολίτες, που στήριξαν ουσιαστικά το ΑΚΡ απέναντι στις απειλές του στρατιωτικο-γραφειοκρατικού πόλου εξουσίας, προχώρησαν τώρα σε μια σημαντική διόρθωση, «εξισορρόπηση» της ψήφου τους, προκαλώντας την πρώτη μείωση της εκλογικής απήχησης των ισλαμιστών από τότε που ήρθαν στην εξουσία, το 2002. Δείχνει όμως ότι αν, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, σχεδόν ένας στους δύο Τούρκους ψήφισε Ισλαμιστές, η ψήφος αυτή ήταν και ψήφος υπέρ της δημοκρατίας, δεν ήταν ούτε άνευ όρων προσχώρηση στο ΑΚΡ, ούτε λευκή επιταγή.
Δείχνει άλλωστε και την ύπαρξη πολλών ΅Τουρκιών΅, αφού στα δυτικά παράλια η αντίθεση στον ισλαμικό ΅τρόπο ζωής΅ είναι πολύ έντονη, με τους ψηφοφόρους να στρέφονται στο κόμμα του Μπαϊκάλ, αλλά και να αναγκάζουν τον Μπαχτσελί να στραφεί στο κέντρο, ενώ στο άλλο άκρο, η ΅Ανατολή΅ ζητάει τα δικαιώματά της με τη μορφή των Κούρδων. Το ΑΚΡ πιέζεται επίσης στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, την ¨Αγκυρα και την Πόλη. Παρόλα αυτά, παραμένει κόμμα όλης της Τουρκίας, ένας ισχυρός και, εκ των πραγμάτων, ενοποιητικός πόλος εξουσίας σε όλη τη χώρα.
Η ήττα του Ερντογάν δεν οδηγεί βέβαια σε αμφισβήτηση της δυνατότητάς του να κυβερνήσει, γιατί οι αντίπαλοί του παραμένουν διασπασμένοι και η απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο κόμμα, το CHP του Ντενίζ Μπαϊκάλ (23%) είναι πολύ άνετη. Τρίτο, έρχεται το ΜΗΡ του Μπαχτσελί με 16%, ενώ οι «γνήσιοι ισλαμιστές΅, πολιτικοί απόγονοι του Ερμπακάν κάνουν την επανεμφάνισή τους με το Κόμμα της Ευτυχίας και του Νουμάν Κουρτουλμούς, ξεπερνώντας το 5%, ποσοστό μικρό μεν, ικανό όμως να ανησυχήσει τόσο το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο, όσο και τα δυτικά κέντρα ισχύος.
Ως συνήθως, στην Ελλάδα και την Κύπρο οι ιθύνοντες παρακολούθησαν με ανησυχία την εκλογική αναέτρηση. ‘όπως και πριν έρθει ο Ερμπακάν στην εξουσία, έτσι και τώρα, η Αθήνα και η Λευκωσία ελπίζουν στην κάπως μαγική ανάδειξη μιας «καλής Τουρκίας», που θα τις απαλλάξει από του να σηκώνουν το \βάρος της αντίστασης της χώρας προς ανατολάς, που εκνευρίζει προς δυσμάς! Δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα των εκλογών, και αν καν θα έχει, στην εξωτερική πολιτική της ‘Αγκυρας. Σε μεγάλο βαθμό πάντως οι ελληνικές «αναλύσεις» υπερεκτιμούν ή και παρερμηνεύουν τις συνέπειες του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού στην Τουρκία, αλλά και τη σχετική συνοχή, παρά τις αντιθέσεις του, του διπόλου “στρατοκεμαλισμός” ‘ “οιλσαμισμός “. Στην πραγματικότητα, η πολιτική μειζόνων χειρονομιών καλής θέλησης χωρίς αντάλλαγμα της Αθήνας και της Λευκωσίας είναι, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές, ο κύριος τρόπος που αφαιρέθηκαν κίνητρα και λόγοι από την ¨Αγκυρα να μετατοπίσει εκείνη τις θέσεις της. Με αποτέλεσμα, η ενταξιακή πορεία της στην ΕΕ, αντί για μοχλό πίεσης να άρει την κατοχή της Κύπρου και τις απειλές στο Αιγαίο,να έχει μεταβληθεί ντε φάκτο σε μοχλό πίεσης σε Αθήνα-Leykvs;ia να ΅συμμορφωθούν΅ εκείνες προς τις απαιτήσεις της.
Το DTP, δηλαδή η μετωπική΅΅, νόμιμη πολιτική οργάνωση του ΡΚΚ στην πραγματικότητα, κάτι σαν την ΕΔΑ στην Ελλάδα όταν ήταν απαγορευμένο το ΚΚΕ, να πραγματοποιεί σημαντικές προόδους, κερδίζοντας 99 δήμους, μεταξύ των οποίων οκτώ πρωτεύουσες νομών της ΝΑ Τουρκίας και πρώτα και κύρια το Ντιαρμπακίρ (65%), παρά τη λυσσώδη προσπάθεια των Ισλαμιστών του ΑΚΡ (συνεπικουρούμενων στην περίπτωση αυτή και από το φάσμα των εθνικιστών) να τις κερδίσουν.
Λαοθάλασσες με κουρδικά χρώματα και πορτραίτα σε μερικές περιπτώσεις του φυλακισμένου Οτσαλάν, υποδέχτηκαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ενώ ο αρχηγός του DTP Αχμέτ Τουρκ δήλωσε ότι «ο λαός μας ο οποίος ζει με την ελπίδα της επίλυσης του κουρδικού προβλήματος, μετά την απογοήτευση που ένοιωσε πήρε πίσω τις ψήφους της παρακαταθήκης (προς το ΑΚΡ). .. H πολιτική άρνησης και καταστροφής έπεσε στο κενό. Παράλληλα, παρουσιάστηκε και μια νέα ευκαιρία για την επίλυσή του μέσω μιας ειρηνικής και δημοκρατικής λύσης»
Πρόκειται για μείζονα ήττα της κουρδικής πολιτικής Ερντογάν )και όχι μόνο= , που επιβεβαιώνει την ισχύ της κουρδικής εθνικής ταυτότητας, παρά τις περιπέτειες του κουρδικού ανταρτικού κινήματος και τη τελική διατήρηση της συνοχής του ΡΚΚ, παρά την ομηρία’σύλληψη του ηγέτη του Οτσαλάν. Οι παραχωρήσεις του τουρκικού κράτους προς τους κουρδικούς πληθυσμούς ήρθαν πολύ αργά και ήταν πολύ λίγες για να αναστρέψουν την τάση αυτή, τουλάχιστον στη ΝΑ Τουρκία. ¨Ηταν όμως ταυτόχρονα αρκετές για να διευκολύνουν την πολιτική δράση των Κούρδων, που οδήγησε στις σημερινές τους επιτυχίες.
Τα αποτελέσματα όμως ήταν δυσάρεστα για το κυβερνών ΑΚΡ του Ερντογάν και στο σύνολο της τουρκικής επικράτειας, κυρίως γιατί ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έκανε τις εκλογές προσωπικό του στοίχημα, βάζοντας τον πήχυ της επιτυχίας στο 47%. Αντ’ αυτού, πήρε 39%, δηλαδή 8% λιγότερο, πληρώνοντας κατά τα φαινόμενα την αλαζονεία του, τις επιθέσεις στον τύπο, την υποτίμηση των πολιτών με τα διάφορα αγαθά )ψυγεία κπλ= που μοίραζε, τη διαφθορά και, κυρίως, την οικονομική κρίση που έχει γίνει αισθητή ιδίως στα ποσοστά της ανεργίας (η οποία πλησιάζει το 15%, ενώ η πτώση του ΑΕΠ έπιασε ετήσιο ρυθμό 5%, κατά το τέταρτο τρίμηνο 2008). Οι Τούρκοι πολίτες, που στήριξαν ουσιαστικά το ΑΚΡ απέναντι στις απειλές του στρατιωτικο-γραφειοκρατικού πόλου εξουσίας, προχώρησαν τώρα σε μια σημαντική διόρθωση, «εξισορρόπηση» της ψήφου τους, προκαλώντας την πρώτη μείωση της εκλογικής απήχησης των ισλαμιστών από τότε που ήρθαν στην εξουσία, το 2002. Δείχνει όμως ότι αν, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, σχεδόν ένας στους δύο Τούρκους ψήφισε Ισλαμιστές, η ψήφος αυτή ήταν και ψήφος υπέρ της δημοκρατίας, δεν ήταν ούτε άνευ όρων προσχώρηση στο ΑΚΡ, ούτε λευκή επιταγή.
Δείχνει άλλωστε και την ύπαρξη πολλών ΅Τουρκιών΅, αφού στα δυτικά παράλια η αντίθεση στον ισλαμικό ΅τρόπο ζωής΅ είναι πολύ έντονη, με τους ψηφοφόρους να στρέφονται στο κόμμα του Μπαϊκάλ, αλλά και να αναγκάζουν τον Μπαχτσελί να στραφεί στο κέντρο, ενώ στο άλλο άκρο, η ΅Ανατολή΅ ζητάει τα δικαιώματά της με τη μορφή των Κούρδων. Το ΑΚΡ πιέζεται επίσης στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, την ¨Αγκυρα και την Πόλη. Παρόλα αυτά, παραμένει κόμμα όλης της Τουρκίας, ένας ισχυρός και, εκ των πραγμάτων, ενοποιητικός πόλος εξουσίας σε όλη τη χώρα.
Η ήττα του Ερντογάν δεν οδηγεί βέβαια σε αμφισβήτηση της δυνατότητάς του να κυβερνήσει, γιατί οι αντίπαλοί του παραμένουν διασπασμένοι και η απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο κόμμα, το CHP του Ντενίζ Μπαϊκάλ (23%) είναι πολύ άνετη. Τρίτο, έρχεται το ΜΗΡ του Μπαχτσελί με 16%, ενώ οι «γνήσιοι ισλαμιστές΅, πολιτικοί απόγονοι του Ερμπακάν κάνουν την επανεμφάνισή τους με το Κόμμα της Ευτυχίας και του Νουμάν Κουρτουλμούς, ξεπερνώντας το 5%, ποσοστό μικρό μεν, ικανό όμως να ανησυχήσει τόσο το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο, όσο και τα δυτικά κέντρα ισχύος.
Ως συνήθως, στην Ελλάδα και την Κύπρο οι ιθύνοντες παρακολούθησαν με ανησυχία την εκλογική αναέτρηση. ‘όπως και πριν έρθει ο Ερμπακάν στην εξουσία, έτσι και τώρα, η Αθήνα και η Λευκωσία ελπίζουν στην κάπως μαγική ανάδειξη μιας «καλής Τουρκίας», που θα τις απαλλάξει από του να σηκώνουν το \βάρος της αντίστασης της χώρας προς ανατολάς, που εκνευρίζει προς δυσμάς! Δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα των εκλογών, και αν καν θα έχει, στην εξωτερική πολιτική της ‘Αγκυρας. Σε μεγάλο βαθμό πάντως οι ελληνικές «αναλύσεις» υπερεκτιμούν ή και παρερμηνεύουν τις συνέπειες του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού στην Τουρκία, αλλά και τη σχετική συνοχή, παρά τις αντιθέσεις του, του διπόλου “στρατοκεμαλισμός” ‘ “οιλσαμισμός “. Στην πραγματικότητα, η πολιτική μειζόνων χειρονομιών καλής θέλησης χωρίς αντάλλαγμα της Αθήνας και της Λευκωσίας είναι, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές, ο κύριος τρόπος που αφαιρέθηκαν κίνητρα και λόγοι από την ¨Αγκυρα να μετατοπίσει εκείνη τις θέσεις της. Με αποτέλεσμα, η ενταξιακή πορεία της στην ΕΕ, αντί για μοχλό πίεσης να άρει την κατοχή της Κύπρου και τις απειλές στο Αιγαίο,να έχει μεταβληθεί ντε φάκτο σε μοχλό πίεσης σε Αθήνα-Leykvs;ia να ΅συμμορφωθούν΅ εκείνες προς τις απαιτήσεις της.
Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009
¨Εθνος και Αριστερά
EΘΝΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ (*)
Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Αγαπητoί φίλοι,
Σας ευχαριστώ θερμά, όλους όσους ήρθατε στη σημερινή συζήτηση, ιδιαίτερα τους τόσο εκλεκτούς ομιλητές στο πάνελ για τα καλά τους λόγια, και για τις κριτικές τους. Λυπάμαι πολύ για την απουσία τόσο του Νίκου Κατσουρίδη, ενός ανθρώπου έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του στο ΑΚΕΛ, όσο και της ομιλίας που είχε ετοιμάσει γι’ αυτή τη συζήτηση. Του εκφράζω την αμέριστη συμπάθειά μου στις δύσκολες ώρες που περνάει.
Εμείς είμαστε υπομονετικοί. Ελπίζουμε ότι ο κ. Κατσουρίδης και τα άλλα ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ θα προσέλθουν κάποτε στον διάλογο, σε ένα διάλογο με σοβαρότητα και επιχειρήματα. Ποτέ κανείς δεν έχασε από τη συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων. Αντίθετα. Ο κ. Χριστόφιας και ο κ. Κυπριανού είναι ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ, ενός κόμματος με βαθιές λαϊκές ρίζες και ιστορία δεκαετιών. Είναι βετεράνοι του παγκόσμιου αριστερού κινήματος. Υποθέτω ότι θα έχουν κι αυτοί βγάλει το συμπέρασμα ότι ο τρόπος, ο όρος για τον εκφυλισμό και την καταστροφή τελικά αυτού του κινήματος ήταν η κατάργηση της ουσιαστικής εσωκομματικής δημοκρατίας, της πραγματικής δυνατότητας των μελών, στελεχών, ακόμα και ηγετικών στελεχών των αριστερών κομμάτων να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα, αν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ είχαν την παραμικρή δυνατότητα να επηρεάσουν πραγματικά και όχι μόνο τυπικά, τις αποφάσεις που έπαιρνε ένας πάρα πολύ στενός πυρήνας ανθρώπων, θα ήταν ασφαλώς απολύτως αδύνατο, δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο, να υπογραφούν οι συνθήκες του Λιβάνου, της Γκαζέρτας και της Βάρκιζας, δηλαδή να παραδοθεί η Ελλάδα της Αντίστασης στη Μεγάλη Βρετανία. Μια Μεγάλη Βρετανία που ενδιαφέρεται πάντα τόσο πολύ για την Ελλάδα και ακόμα περισσότερο για την Κύπρο.
Ευχαριστώ θερμά αυτούς πούχαν πρώτοι την ιδέα αυτής της συζήτησης, την πρωτοβουλία σοσιαλιστών για μια πατριωτική-οικολογική συσπείρωση και το ΔΗΚΚΙ. Με την πρωτοβουλία τους αυτή απέδειξαν τη συνείδηση που διαθέτουν της βαθιάς, οργανικής ενότητας ανάμεσα στο κοινωνικό και στο εθνικό.
Το βιβλίο που τόσο εκλεκτοί άνθρωποι μούκαναν σήμερα την τιμή να συζητάνε, αναφέρεται άμεσα στο κυπριακό, η κεντρική του ιδέα όμως είναι μια άποψη για την ελληνική ιστορία, αφορά τη διάσπαση και την αντιπαράθεση της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας, που, όταν παρατηρήθηκε στη νεότερη ελληνική ιστορία, όπως δυστυχώς συμβαίνει και σήμερα, ακολούθησαν πολύ μεγάλες καταστροφές. Αντίθετα, ο ελληνικός λαός μεγαλούργησε όταν συνέθεσε τη δύναμη της κοινωνικής και της εθνικής του ταυτότητας, όταν ενώθηκε γύρω από ένα εθνικό σχέδιο, με τη γαλλική έννοια του όρου εθνικό, national, που να απευθύνεται δηλαδή στο σύνολο του έθνους. Η ιστορία μας έδειξε ότι είναι αδύνατο να υπερασπίσουμε διεθνώς τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, χωρίς να τα υπερασπίσουμε στο εσωτερικό της χώρας, όπως είναι αδύνατο να τα υπερασπίσουμε στο εσωτερικό, αν δεν τα υπερασπίσουμε στο εξωτερικό .
Μια κυβέρνηση, για παράδειγμα, που ανέχεται τη διαφθορά και τη διαπλοκή, που είναι όμηρος των σκανδάλων της ή κάθε μορφής προβοκάτσιας, δύσκολα μπορεί να έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Το ίδιο συμβαίνει και με μια κυβέρνηση που δεν προστατεύει, πολύ περισσότερο στη σημερινή οικονομική συγκυρία, τον δημόσιο χαρακτήρα των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών της χώρας, την άθλια λειτουργία των οποίων δεν θέλω καθόλου να εξωραΐσω, γιατί αν κάπου χρειάζεται επανάσταση στην Ελλάδα είναι στον δημόσιο τομέα, αλλά που παραμένουν, στις δικές μας συνθήκες, αναντικατάστατος μοχλός παραγωγικής ανασυγκρότησης. Ελλάδα δεν είναι μόνο χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος, είναι επίσης Εθνική, ΟΤΕ, ΔΕΗ, Ολυμπιακή, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, αλίμονο αν ξαναγυρίσουμε στην εποχή της Πάουερ και της Ούλεν, όταν είμαστε το καταχρεωμένο κλοτσοσκούφι Ξένων δυνάμεων. Μια πολιτική που παροξύνει τις κοινωνικές ανισότητες δεν μπορεί, ακόμα κι αν έχει τη διάθεση, να αντισταθεί σε ισχυρές διεθνείς δυνάμεις, να χαράξει μαχητική διεθνή πολιτική. Κανένα νέο παιδί δεν θα θυσιάσει τίποτα, πολύ περισσότερο τη ζωή του, για να υπερασπίσει ένα κράτος που στη συνείδησή του, δεν είναι παρά διεφθαρμένος δυνάστης, ένα κράτος, μια πολιτική, κρατική, κοινωνική ηγεσία που η διαφθορά της σε λερώνει όπου κι αν την αγγίξεις, την ίδια ώρα που δεν υπόσχεται στους νέους αυτής της χώρας, παρά ένα μέλλον πρόσκαιρων εργασιών 400 και 500 ευρώ. Μια τέτοια πολιτική, μια τέτοια εικόνα κράτους και κοινωνίας δεν μπορεί παρά να παράγει τη συχνά τυφλή βία της νέας γενιάς, εξεγέρσεις όπως αυτές του Δεκέμβρη, που εύκολα εμείς, κατά το μάλλον ή ήττον βολεμένοι, καταδικάζουμε, αλλά δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε. Τέτοιες πολιτικές δεν μπορούν να ενώσουν τη νεολαία και την κοινωνία πίσω από ένα εθνικό σχέδιο, πολύ περισσότερο να την κινητοποιήσουν για την άμυνα της χώρας από εξωτερικές απειλές.
Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Κάποιος που θέλει να υπερασπίσει τον ελληνικό λαό από τους εγχώριους νταβατζήδες, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ την έκφραση του κ. Πρωθυπουργού, που μοιάζει τώρα να την έχει κάπως ξεχάσει, δεν μπορεί να το κάνει αδιαφορώντας για την ύπαρξη διεθνών νταβατζήδων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να το αποφύγει μια αριστερά ή μια κεντροαριστερά που θέλει να έχει, εκτός από ηρωικό παρελθόν, και κάποιο μέλλον, να μην είναι μόνο το φως ενός άστρου πούσβησε προ πολλού και που η μόνη της φιλοδοξία είναι να παραμένει περιθωριακός συλλέκτης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Από την πρώτη στιγμή που ο ελληνικός λαός διεκδίκησε την ελευθερία του, πραγματοποιώντας, στις αρχές του 19ου αιώνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη επανάσταση μετά τη Γαλλική στην Ευρώπη, το κοινωνικό, το πολιτικό και το εθνικό ζήτημά του παραμένουν αξεδιάλυτα συνδεδεμένα. Στη Γαλλία της Επανάστασης υπήρχε μεγάλη ευχέρεια να τεθεί το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας χωρίς αρχική ανάμιξη ξένων δυνάμεων. Αν κι εκεί ακόμα, η Επανάσταση βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπη με το διεθνές περιβάλλον της και, εν τέλει, ήδη εκφυλισμένη η ίδια, ηττήθηκε από αυτό, από το διεθνές σύστημα που έμελε να ονομασθεί Ιερά Συμμαχία. Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρξε καν αυτή η αρχική ευχέρεια, ευθύς εξ αρχής, η ελληνική επανάσταση, μαχόμενη κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και της Ιεράς Συμμαχίας, υποχρεώθηκε να θέσει ταυτόχρονα το ζήτημα της πολιτικής και της εθνικής ελευθερίας. Εν μέρει μόνο τα κατάφερε. Η επανάστασή μας υπήρξε ανολοκλήρωτη. Δεν μπορέσαμε να φτιάξουμε το κράτος που οραματίστηκαν οι Εθνοσυνελεύσεις μας. Καταλήξαμε με μια ανάπηρη ανεξαρτησία που μας στοιχειώνει μέχρι σήμερα.
΄Εκτοτε, οι διεθνείς δυνάμεις και εξελίξεις καθόρισαν αποφασιστικά την ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, από τη μια είχαμε την βασικά συγκρουσιακή σχέση με τον τουρκικό χώρο, από την άλλη αντιμετωπίσαμε τις συνέπειες του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο του ελληνικού χώρου, χώρου ασύγκριτης στρατηγικής αξίας. Το 1844, ο Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα σερ Λάιονς, συνόψισε έξοχα την πάγια δυτική στρατηγική επιδίωξη, γράφοντας στην κυβέρνησή του: Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα θα είναι είτε αγγλική, είτε ρωσική. Κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αγγλική.
Μερικοί θα πουν ότι αυτά είναι προβλήματα του παρελθόντος. ¨Ότι σήμερα η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απειλή από την Τουρκία και δεν είναι αντικείμενο ελέγχου από την Ουάσιγκτον, είναι αξιοσέβαστο μέλος της ΕΕ και δεν έχει ανάγκη κανένα. Αν είναι όμως έτσι, τι γυρεύει απέναντι από τη Χίο και τη Μυτιλήνη ο μεγαλύτερος αποβατικός στόλος στον κόσμο, τι θέλουν 45.000 Τούρκοι στρατιώτες στην Κύπρο, γιατι καταβάλουμε κολοσσιαίους πόρους για εξοπλισμούς, γιατί λύσσαξε ο κ. Μπράιζα, ο κ. Σπέκχαρντ, ο κ. Φριντ, να μην κατασκευάσει η Ελλάδα τον αγωγό Σάουθστρημ. ¨Όσοι τα λένε αυτά, όσοι ισχυρίζονται ότι αυτή η χώρα δεν αντιμετωπίζει κρίσιμες εξωτερικές προκλήσεις, το μόνο που απεργάζονται είναι η άνευ όρων υποταγή της στα κελεύσματα των πλούσιων και ισχυρών του πλανήτη. Ο ελληνικός λαός όμως θα περνάει καλύτερα αν υποταγεί, αν αφήσει τη χώρα του, το κράτος του, το μόνο που μπορεί, έστω και λίγο, να επηρεάσει τις αποφάσεις του, να χάσει και τα τελευταία υπολείμματα της ανεξαρτησίας του? Θα περνάει καλύτερα αν λέει απλώς γιες στις επιταγές των μεγάλων κέντρων της παγκοσμιοποίησης και της αυτοκρατορίας? Και μάλιστα αν το κάνει τώρα, όταν τρεκλίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο κόσμος μπαίνει πιθανώς στη χειρότερη οικονομική κρίση που έζησε εδώ κι έναν αιώνα, όταν όλα γύρω μας είναι τόσο αβέβαια?
Η αλληλεξάρτηση των εσωτερικών εξελίξεων με το διεθνές περιβάλλον είναι σήμερα τεράστια, πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι στις αρχές του 19ου αιώνα. Διοχετεύουμε τεράστιους πόρους σε αμυντικές δαπάνες και γύρω στο 70% των πάσης φύσεως δικαιοδοτικών λειτουργιών μας προέρχεται από τις Βρυξέλλες.
Κανείς δεν μπορεί να εφαρμόσει μια προοδευτική πολιτική στη χώρα αν δεν πάρει υπόψι του αυτή την πραγματικότητα. Στη φαντασία μας μπορούμε ασφαλώς να θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, τουρκικός στρατός, Βαλκάνια ή Ρωσία, κυπριακό ή ελληνοτουρκικά, παγκοσμιοποίηση και αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα όμως, πολιτικές δυνάμεις που δεν έχουν μια αυτόνομη διεθνή πολιτική, ικανή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εξωτερικές προκλήσεις, προορίζονται είτε να καταστραφούν, είτε να γίνουν απλοί ιμάντες μεταβίβασης των πιέσεων του διεθνούς περιβάλλοντος. Η χώρα όμως χρειάζεται απελπιστικά ένα νέο σχέδιο κι ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να συνθέτει εσωτερική και εξωτερική πολιτική, να καθιστά, όσο είναι μπορετό στις δύσκολες διεθνείς συνθήκες, τον ελληνικό λαό υποκείμενο της ιστορίας του και το ελληνικό κράτος εκφραστή των συμφερόντων του.
Υποστήριξα ότι όταν η κοινωνική και η εθνική ταυτότητα συγκρούστηκαν, οδηγηθήκαμε πάντα σε μεγάλες κοινωνικές και εθνικές καταστροφές, όπως η μικρασιατική και η κυπριακή. Ισχύει όμως και το αντίστροφο. ‘Όταν ενώθηκε η δύναμη της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας, ο ελληνικός λαός γέννησε το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, της λαμπρότερης στην Ευρώπη του Γ¨ Ράιχ. Η σύνθεση του κοινωνικού και του εθνικού από τον Ανδρέα Παπανδρέου, όποια κριτική κι αν κάνει κανείς στην εμπειρία του ΠΑΣΟΚ, ήταν που επέτρεψε στην Ελλάδα να ανασυγκροτηθεί μετά την κυπριακή τραγωδία και να παίξει ένα σπουδαίο διεθνή ρόλο, τελείως δυσανάλογο προς το μέγεθος της χώρας μας. Το Ισραήλ, μια στρατιωτική υπερδύναμη που διέλυε ταυτόχρονα όλους τους στρατούς των Αράβων, δεν μπόρεσε να κάμψει ένα αντάρτικο κίνημα στον Λίβανο, που κατάφερε να συνθέσει τη δύναμη της θρησκευτικής, της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας. Οι μεγάλες επιτυχίες της αριστεράς σήμερα, στη Λατινική Αμερική, στηρίζονται ακριβώς στη σύνθεση της πάλης για κοινωνικά δικαιώματα και της εθνικής αντίστασης στην βορειοαμερικάνικη επιβουλή.
Η ελληνική αριστερά, ότι κι αν της προσάψει κανείς, μπορεί να είναι περήφανη γιατί ηγήθηκε της μεγαλειώδους Εθνικής Αντίστασης, γιατί έδωσε τους πρώτους νεκρούς στους δρόμους της Αθήνας συμπαραστεκόμενη στον αγώνα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση, γιατί αντιστάθηκε στις διαρκείς επεμβάσεις των Αγγλοαμερικανών στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. ‘Ηταν ο Πρόεδρος της ΕΔΑ, ο Ηλίας Ηλιού, που προειδοποίησε ότι οι συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, μια πρώιμη μορφή στην πραγματικότητα του σχεδίου Ανάν, αν και το σχέδιο ήταν σαφώς χειρότερο από τις συνθήκες εκείνες, θα καταρρεύσουν μέσα στο αίμα, ήταν ο Ηλίας Ηλιού που τις χαρακτήρισε, μέσα στη Βουλή των Ελλήνων, Ανταλκίδειο Ειρήνη. Έλεγαν τότε, οι οπαδοί των συνθηκών, ότι μια περίοδος ανέφελης ειρήνης εγκαινιάζεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ότι ανήκει οριστικά στο παρελθόν η αντιπαράθεση. Ξέρουμε τώρα τι περιελάμβανε αυτή η ανέφελη ειρήνη: δικτατορία στην Ελλάδα, εισβολή στην Κύπρο, παρ’ ολίγον πόλεμο Ελλάδας-Τουρκίας. Μόνο χάρη στην παρουσία και δράση των σοσιαλιστών του Βάσσου Λυσσαρίδη και του Δώρου Λοϊζου, έγινε δυνατή η ματαίωση των σχεδίων του Κίσσινγκερ για εγκατάσταση του Κληρίδη και η επιστροφή του Μακαρίου, δηλαδή η διάσωση, έστω και ακρωτηριασμένης, της Κυπριακής Δημοκρατίας. ‘Εκτοτε, όχι μόνο δεν κερδίσαμε την ειρήνη, αλλά πληρώνουμε ακόμα την υποταγή μας στην Αγγλία και την Αμερική, το 1960, τους δύο πνεύμονες της Ελλάδας κατά την έκφραση του Γεωργίου Παπανδρέου, με μια τρομακτική κούρσα εξοπλισμών, που γονατίζει την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας μας, υπονομεύοντας εντέλει και την αμυντική της ικανότητα.
Από αυτή την τραγική εμπειρία μισού αιώνα, θάπρεπε να είχαμε βγάλει ήδη ορισμένα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι θα ήταν ευχής έργο, τόσο για τον ελληνικό, όσο και για τον τουρκικό λαό, η διακοπή της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, που έχει ένα τεράστιο κόστος για πολύ αμφίβολα κέρδη και προσφέρει σε ξένες προς την περιοχή μας δυνάμεις έναν τεράστιο μοχλό πίεσης και ελέγχου. Δεύτερον, ότι η συμφιλίωση δεν μπορεί να επέλθει με ανέξοδους δεκάρικους, ή με τη μη αναγνώριση του πραγματικού προβλήματος, πρέπει να στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, για να έχει μέλλον και να μην οδηγήσει έναν ψυχρό πόλεμο, ή μια ψυχρή ειρήνη, διαλέξτε εσείς πως θέλετε να περιγράψετε τη σημερινή κατάσταση, σε μια θερμή αντιπαράθεση. Για να βρούμε μια λύση με την Τουρκία, που δεν θέλουμε και δεν μπορεί να πάρει τη μορφή της πλήρους επικράτησης της μίας χώρας επί της άλλης, τότε πρέπει να αναζητήσουμε μια μέση λύση, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Αριστοτέλη. Μια τέτοια λύση προϋποθέτει όμως μια σχετική συμμετρία των δύο συναλλασσόμενων και σήμερα δεν υφίσταται τέτοια συμμετρία. Οι διαρκείς ελληνικές παραχωρήσεις και υποτιθέμενες χειρονομίες καλής θέλησης, με αποκορύφωμα την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με μια χώρα που δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της ΕΕ και διατηρεί στρατό κατοχής στο έδαφός του, έχουν εμπεδώσει το συμπέρασμα της Άγκυρας ότι με τους Έλληνες, αν όχι και με τους Ευρωπαίους περνάει ο τσαμπουκάς. Με την πολιτική που ασκήσαμε αφαιρέσαμε από την ‘Αγκυρα οποιοδήποτε κίνητρο για συμβιβασμό. Το τρίτο και σπουδαιότερο συμπέρασμα, από την τραγική εμπειρία που εγκαινίασαν οι συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, είναι ότι μια κακή συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί πολύ χειρότερη, πολύ πιο επικίνδυνη, από τη συνέχιση μιας ψυχρής αντιπαράθεσης. Όσοι νομίζουν για παράδειγμα, ότι θα απαλλαγούν από το κυπριακό ή τα προβλήματα στο Αιγαίο, κλείνοντας τα όπως-όπως, όχι μόνο θα τα ξαναβρούν μπροστά τους, θα τα ξαναβρούν με πολύ χειρότερη μορφή. Μια κακή ρύθμιση αίφνης στην Κύπρο, μπορεί να στερήσει την Ελλάδα από τη δυνατότητα υπεράσπισης των Ελληνοκυπρίων καθιστώντας και εκείνη και αυτούς όμηρους της καλής διάθεσης Άγκυρας, Λονδίνου και Ουάσιγκτον. Στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να προκαλέσει μια εθνοτική σύρραξη στο νησί, τύπου Λιβάνου ή Βοσνίας, με ότι θα συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Από τη στιγμή που θα θιγούν κρίσιμα ζητήματα κρατικής κυριαρχίας, μπορεί επίσης να διαρραγούν οι προϋποθέσεις του εσωτερικού, ειρηνικού πλαισίου πολιτικών εξελίξεων, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό χώρο μετά το 1974.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να ορίσουμε επακριβώς τα όρια μιας ασφαλούς λύσης για την Κύπρο. Η δική μου τουλάχιστον κριτική στο σχέδιο Ανάν, δεν αφορούσε τον ετεροβαρή, υπέρ των Τουρκοκυπρίων χαρακτήρα του. Εγώ δεν θα είχα αντίρρηση, αν θέλουν να δώσουν οι Ελληνοκύπριοι τρεις Τζάγκουαρ και πέντε σπίτια σε κάθε Τουρκοκύπριο. Δυστυχώς βέβαια, μερικοί, όσο σφιχτοί είναι στα ρεάλια, τόσο πιο large εμφανίζονται στα ζητήματα της κρατικής κυριαρχίας, υπονομεύοντας έτσι το συλλογικό αγαθό επί του οποίου στηρίζεται και η ατομική τους ευημερία. H δική μου κριτική ήταν ότι το σχέδιο Ανάν αφαιρούσε στην πραγματικότητα από τους Κύπριους το κράτος που σήμερα διαθέτουν, εν ονόματι μιας φαντασιακής επανένωσης του νησιού και μιας εξίσου φαντασιακής λύσης του κυπριακού. Υπήγαγε την πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού, στην εξουσία τριών ξένων δικαστών, που θα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα Αγγλίας και Αμερικής, και τριών ξένων στρατών. Δημιουργούσε έτσι την προϋπόθεση μιας ανεξέλεγκτης έκρηξης, προϊόν της σύγκρουσης ανάμεσα στη θέληση της πλειοψηφίας και τις νομικές ρυθμίσεις που θα της είχαν επιβληθεί.
Οι Ελληνοκύπριοι, δηλαδή το 80% των Κυπρίων έζησαν τις τελευταίες δεκαετίες με ασφάλεια και ευημερία γιατί απολάμβαναν της προστασίας ενός σχετικά κανονικού κράτους. Και κανονικό κράτος σημαίνει σε όλο τον κόσμο ότι κυβερνά η πλειοψηφία, με ειδικές ρήτρες προστασίας της μειονότητας, που δεν μπορούν όμως να καταργούν τον κανόνα της πλειοψηφίας στα κεντρικά κρατικά ζητήματα. Κράτος σημαίνει αστυνομία, στρατό, δικαίωμα αυτοάμυνας. Αν αυτά δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει κράτος. Σε αυτές τις αρχές θα μπορούσε να γίνει σκόντο μόνο σε ότι αφορά τις ρυθμίσεις για το κατεχόμενο σήμερα τμήμα της νήσου. Όπου ζουν όμως οι Ελληνοκύπριοι το κράτος πρέπει να είναι κανονικό, με την έννοια που αναφέραμε. Αν αυτό το όριο παραβιασθεί, αν οι Ελληνοκύπριοι μείνουν χωρίς κρατική προστασία, χωρίς δικαίωμα και μέσο αυτοάμυνας, πότε κυβερνώμενοι από ‘Ελληνα Πρόεδρο, πότε από Τούρκο Πρόεδρο και πότε από ξένο δικαστή, όπως ήδη αποκαλύφθηκε ότι συζητείται στις διαπραγματεύσεις της Λευκωσίας, τότε, φοβάμαι, όχι μόνο δεν θα λύσουμε το κυπριακό, θα ανοίξουμε ένα νέο, πολύ πιο τραγικό και αιματηρό κεφάλαιο της κυπριακής και ελληνικής ιστορίας.
Οι ελληνικές και κυπριακές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν, πριν είναι αργά, να τοποθετηθούν ευθαρσώς απέναντι στο πρόβλημα, που επιδιώκουν να αποφύγουν. Στην Ελλάδα, κι ακόμα περισσότερο στην Κύπρο, έχουμε μάθει άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε, άλλα να κάνουμε. Υπογράψαμε τις συνθήκες του 1960 νομίζοντας ότι δεν θα τις εφαρμόσουμε στο τέλος, αλλά ήρθε η στιγμή που η Τουρκία επικαλέστηκε το δικαίωμα επέμβασης που της παραχωρήσαμε. Το 2004 γλυτώσαμε το κυπριακό κράτος γιατί, τρόπον τινά, ξεγελάσαμε, αιφνιδιάσαμε τον διεθνή παράγοντα. Αλλά κανένας στρατηγός δεν κέρδισε την ίδια μάχη για δεύτερη φορά με τον ίδιο τρόπο. Η ιστορία, όχι εγώ, ζητάει από τους Ελληνοκύπριους να αποδείξουν ότι είναι ώριμοι πολίτες, ότι δεν είναι κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα, ότι μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας και να υποτάξουν τα μερικά, ιδιοτελή τους συμφέροντα στο ύψιστο αγαθό διατήρησης της κρατικής τους οντότητας, ειδάλλως δεν θα αξίζουν και δεν θα διατηρήσουν το κράτος τους και κανείς, φοβάμαι, στο τέλος δεν θα τους λυπηθεί και δεν θα τους συμπαρασταθεί. Θέλοντας να κάνουμε μονίμως το καλό παιδί, λέγοντας πράγματα που δεν εννοούμε στην πραγματικότητα, το μόνο που θα καταφέρουμε στο τέλος είναι να ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας, κάνοντας το ψέμα μας αλήθεια μας. Και η ειρωνία της ιστορίας είναι ότι θα την πατήσουμε, προσπαθώντας να γίνουμε αρεστοί στα δυτικά κέντρα ισχύος, τη στιγμή ακριβώς που η ισχύς τους κλονίζεται παγκόσμια. Μόνο αν το κυπριακό κράτος και ο κυπριακός λαός διεκδικήσουν ευθέως το κανονικό κράτος που δικαιούνται όλοι οι λαοί του κόσμου, υπάρχει ελπίδα να σώσουν τουλάχιστο αυτό που σήμερα διαθέτουν.
Στην περιοχή μας διασταυρώνονται δύο μεγάλες αυτοκρατορικές στρατηγικές. Η επέκταση στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένης της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δεύτερη είναι η ολοκλήρωση του ελέγχου των Βαλκανίων, με τη δημιουργία μιας ζώνης μη βιώσιμων κρατιδίων προτεκτοράτων, στην προοπτική μιας μεγάλης σύγκρουσης με τη Ρωσία για τον έλεγχο της Ουκρανίας. Αυτές οι στρατηγικές απαιτούν άμεσα από τον ελληνικό χώρο να λύσει το κυπριακό με μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, να αποδεχθεί μια λύση μαϊμού για τα Σκόπια, να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου και να διακόψει τις σχέσεις με τη Ρωσία.
Πιστεύει κανείς ότι ο ελληνικός λαός θα ζήσει καλύτερα αν αποδεχθεί αυτά που του ζητάνε? Γιατί δίπλα μας, η Τουρκία του Ερντογάν καταφέρνει να έχει καλές σχέσεις και με την Ουάσιγκτον και με την Τεχεράνη, και με τη Χαμάς και με το Ισραήλ, διεκδικεί ήδη να εκτποίσει την Ελλάδα από την προνομιακή σχέση που πήγε να αποκτήσει κάποια στιγμή με τη Ρωσία του Πούτιν?
Κανείς δεν θάθελε μια μετωπική σύγκρουση με ισχυρά κέντρα ισχύος. Αλλά εδώ κινδυνεύουμε να μην διαπραγματευόμαστε ούτε καν την εξάρτησή μας, να θυσιάσουμε ζωτικά εθνικά συμφέροντα του ελληνικού λαού, για μια φωτογραφία με τον Ομπάμα ή τη Χίλλαρυ, για την εύνοιά τους, που κάποιο αταβιστικό ένστικτο κάνει μεγάλο μέρος των πολιτικών μας να θεωρεί το κυριότερο όπλο για την εσωτερική πολιτική τους επικράτηση. Εγώ πιστεύω αντίθετα ότι και τα δυτικά κέντρα ισχύος θα τροποποιούσαν την πολιτική τους, αν έβρισκαν απέναντί τους ένα μέτωπο πολιτικών δυνάμεων που, ανεξαρτήτως άλλων ιδεολογικών διαφορών, θα εξέφραζε τη διάθεση του ελληνικού λαού για αξιοπρεπείς λύσεις σε Κύπρο και Αιγαίο, για συνέχιση και εμβάθυνση της σχέσης με τη Ρωσία και μιας ευρύτερης πολύπλευρης διεθνούς πολιτικής.
Οι δυνάμεις που μας επιβουλεύονται ξέρουν από την εμπειρία δύο αιώνων ότι τους συμφέρει η διάσπαση, ότι αυτός είναι ο προνομιακός τρόπος για να νικήσουν τον ελληνικό λαό. Η ελληνική αριστερά και κεντροαριστερά ανδρώθηκαν και απέκτησαν ένα τεράστιο ηθικό κεφάλαιο γιατί υπερασπίστηκαν τη χώρα απέναντι σε ξένες επιβουλές, το ΚΚΕ στη δεκαετία του 1940, το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1970 και 1980. Η Ουάσιγκτον θάθελε πάρα πολύ να είναι αυτές οι δυνάμεις που θα επωμισθούν το βάρος εθνικά επαχθών ρυθμίσεων. Κι όταν αυτές καταρρεύσουν, τότε θα πριμοδοτήσουν ενδεχομένως έναν ακροδεξιό υπερπατριωτικό εθνικισμό, που δεν θα τους ενοχλεί, γιατί θα έχουν γίνει ήδη οι παραχωρήσεις, αντίθετα μπορεί να γίνει το ιδεολογικό τσιμέντο για την επιβολή αυταρχικών, αν όχι νεοφασιστικών λύσεων, αν ζητήσει τέτοιες λύσεις η μεγάλη οικονομική κρίση.
Η πορεία αποσύνδεσης του εθνικού και του κοινωνικού, σταδιακής αποσύνθεσης του όποιου εθνικού σχεδίου, αποσύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου είναι ήδη σε εξέλιξη. Η πολιτική και ευρύτερη δημόσια ζωή μας, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικές. Συζητάμε για τα γκάλοπ, για το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, αλλά δεν ακούμε ούτε μισή ιδέα για το τι θα κάνει αυτός που την κυβερνάει ή θα την κυβερνήσει. Στην Κύπρο ασχολούνται με λύσεις ανέκδοτα, εκπονούν νέα συντάγματα, προσπαθώντας να κρύψουν που θα πάει η εξουσία που αφαιρούν αυτά τα σχέδια από την πλειοψηφία του κυπριακού λαού. Επισήμως επιδιώκουμε μια διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, το 80% όμως των πολιτών που θα ζήσουν σε αυτό το κράτος-εύρημα δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι δεν καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται.
Ορισμένοι θα πουν ότι οι αριστεροί δεν έχουν δουλειά με τα έθνη, θα αρνηθούν ακόμη και την ύπαρξή τους. Δεν τους παραξενεύει καθόλου ότι κάποτε, όσους μιλούσαν για διεθνισμό, τους φώναζαν στην Ασφάλεια, ενώ σήμερα τους κάνουν καθηγητές στα πανεπιστήμια. Έχουν ξεχάσει προ πολλού εκείνο το επίθετο προλεταριακός που συνόδευε κάποτε τον διεθνισμό και, εγώ τουλάχιστο δεν ξέρω πολλούς προλετάριους που συμμερίζονται τις ιδέες τους. Ο διεθνισμός όμως πρώτον προϋποθέτει έθνη και δεύτερον θέλει να τα ενώσει σε σχέση συνεργασίας, όχι υποταγής του ενός προς το άλλο. Για να ενωθούν τα έθνη δεν ωφελεί σε τίποτα να ανακηρυχθούν ανύπαρκτες οι διαφορές τους, ωφελεί αντίθετα να λυθούν με δίκαιο τρόπο. Η Αυτοκρατορία επιτίθεται στο έθνος όχι γιατί θέλει να το ξεπεράσει προς όφελος μιας παγκόσμιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αλλά γιατί θέλει όλη την Οικουμένη δική της. Πως είναι δυνατόν ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό, αριστερό άτομο, που λέει ότι ενδιαφέρεται για την καταπίεση των εργατών, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων ή όποιας άλλης κοινωνικής ομάδας, να αδιαφορεί για την καταπίεση ενός έθνους από ένα άλλο και μάλιστα του δικού της έθνους; Η αριστερά έχασε την ψυχή της και στο τέλος την εξουσία της, όταν ξέχασε το βασικό ηθικό αίτημα που ήταν στη βάση του διαβήματός της. ‘Οσοι μας προτείνουν, από αριστερή σκοπιά, να ξεχάσουμε την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο ή την ύπαρξη της στρατιάς του Αιγαίου, δεν διερωτώνται άραγε πως συμβαίνει να συμπίπτουν στην πολιτική που προτείνουν με τους επίδοξους κοσμοκράτορες? Μήπως κάτι δεν πάει καλά? Η Αριστερά έχει σήμερα μια ιστορική ευκαιρία, υπό τον όρο ότι μπορεί να γίνει φορέας ενός σχεδίου για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της βαθιάς εσωτερικής κρίσης και των σοβαρών γεωπολιτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα και αν δεν περιορισθεί σε ρόλο συμπαθούς συνήγορου αδικημένων. Στην Ελλάδα αποφεύγουμε πεισματικά να συζητήσουμε τα προβλήματά μας. Είναι όμως τέτοιο το βάθος της κρίσης που θα μας υποχρεώσει να τα συζητήσουμε. Θα ήταν καλύτερα να το κάνουμε τώρα, παρά μετά από μια μεγάλη καταστροφή, που δυστυχώς δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ανύπαρκτη ως πιθανότητα και κίνδυνο.
(*) To κείμενο αυτό ήταν η εισήγηση του συγγραφέα σε εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του “H Κύπρος σε παγίδα΅ (εκδ. Λιβάνη), στην Αθήνα, στις 16.3.09. Το βιβλίο παρουσίασαν οι Αλέκος Αλαβάνος, Αναστάσης Πεπονής και Ηλίας Νικολόπουλος, με συντονιστή τον Γιώργο Δελαστίκ. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην εκδήλωση ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ Νίκος Κατσουρίδης, λόγω συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής και εν συνεχεία του Εθνικού Συμβουλίου την ίδια μέρα.
Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Αγαπητoί φίλοι,
Σας ευχαριστώ θερμά, όλους όσους ήρθατε στη σημερινή συζήτηση, ιδιαίτερα τους τόσο εκλεκτούς ομιλητές στο πάνελ για τα καλά τους λόγια, και για τις κριτικές τους. Λυπάμαι πολύ για την απουσία τόσο του Νίκου Κατσουρίδη, ενός ανθρώπου έχει αφιερώσει όλη τη ζωή του στο ΑΚΕΛ, όσο και της ομιλίας που είχε ετοιμάσει γι’ αυτή τη συζήτηση. Του εκφράζω την αμέριστη συμπάθειά μου στις δύσκολες ώρες που περνάει.
Εμείς είμαστε υπομονετικοί. Ελπίζουμε ότι ο κ. Κατσουρίδης και τα άλλα ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ θα προσέλθουν κάποτε στον διάλογο, σε ένα διάλογο με σοβαρότητα και επιχειρήματα. Ποτέ κανείς δεν έχασε από τη συζήτηση και την ανταλλαγή επιχειρημάτων. Αντίθετα. Ο κ. Χριστόφιας και ο κ. Κυπριανού είναι ηγετικά στελέχη του ΑΚΕΛ, ενός κόμματος με βαθιές λαϊκές ρίζες και ιστορία δεκαετιών. Είναι βετεράνοι του παγκόσμιου αριστερού κινήματος. Υποθέτω ότι θα έχουν κι αυτοί βγάλει το συμπέρασμα ότι ο τρόπος, ο όρος για τον εκφυλισμό και την καταστροφή τελικά αυτού του κινήματος ήταν η κατάργηση της ουσιαστικής εσωκομματικής δημοκρατίας, της πραγματικής δυνατότητας των μελών, στελεχών, ακόμα και ηγετικών στελεχών των αριστερών κομμάτων να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους. Για να αναφέρω ένα παράδειγμα, αν τα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ είχαν την παραμικρή δυνατότητα να επηρεάσουν πραγματικά και όχι μόνο τυπικά, τις αποφάσεις που έπαιρνε ένας πάρα πολύ στενός πυρήνας ανθρώπων, θα ήταν ασφαλώς απολύτως αδύνατο, δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο, να υπογραφούν οι συνθήκες του Λιβάνου, της Γκαζέρτας και της Βάρκιζας, δηλαδή να παραδοθεί η Ελλάδα της Αντίστασης στη Μεγάλη Βρετανία. Μια Μεγάλη Βρετανία που ενδιαφέρεται πάντα τόσο πολύ για την Ελλάδα και ακόμα περισσότερο για την Κύπρο.
Ευχαριστώ θερμά αυτούς πούχαν πρώτοι την ιδέα αυτής της συζήτησης, την πρωτοβουλία σοσιαλιστών για μια πατριωτική-οικολογική συσπείρωση και το ΔΗΚΚΙ. Με την πρωτοβουλία τους αυτή απέδειξαν τη συνείδηση που διαθέτουν της βαθιάς, οργανικής ενότητας ανάμεσα στο κοινωνικό και στο εθνικό.
Το βιβλίο που τόσο εκλεκτοί άνθρωποι μούκαναν σήμερα την τιμή να συζητάνε, αναφέρεται άμεσα στο κυπριακό, η κεντρική του ιδέα όμως είναι μια άποψη για την ελληνική ιστορία, αφορά τη διάσπαση και την αντιπαράθεση της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας, που, όταν παρατηρήθηκε στη νεότερη ελληνική ιστορία, όπως δυστυχώς συμβαίνει και σήμερα, ακολούθησαν πολύ μεγάλες καταστροφές. Αντίθετα, ο ελληνικός λαός μεγαλούργησε όταν συνέθεσε τη δύναμη της κοινωνικής και της εθνικής του ταυτότητας, όταν ενώθηκε γύρω από ένα εθνικό σχέδιο, με τη γαλλική έννοια του όρου εθνικό, national, που να απευθύνεται δηλαδή στο σύνολο του έθνους. Η ιστορία μας έδειξε ότι είναι αδύνατο να υπερασπίσουμε διεθνώς τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, χωρίς να τα υπερασπίσουμε στο εσωτερικό της χώρας, όπως είναι αδύνατο να τα υπερασπίσουμε στο εσωτερικό, αν δεν τα υπερασπίσουμε στο εξωτερικό .
Μια κυβέρνηση, για παράδειγμα, που ανέχεται τη διαφθορά και τη διαπλοκή, που είναι όμηρος των σκανδάλων της ή κάθε μορφής προβοκάτσιας, δύσκολα μπορεί να έχει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Το ίδιο συμβαίνει και με μια κυβέρνηση που δεν προστατεύει, πολύ περισσότερο στη σημερινή οικονομική συγκυρία, τον δημόσιο χαρακτήρα των μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών της χώρας, την άθλια λειτουργία των οποίων δεν θέλω καθόλου να εξωραΐσω, γιατί αν κάπου χρειάζεται επανάσταση στην Ελλάδα είναι στον δημόσιο τομέα, αλλά που παραμένουν, στις δικές μας συνθήκες, αναντικατάστατος μοχλός παραγωγικής ανασυγκρότησης. Ελλάδα δεν είναι μόνο χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος, είναι επίσης Εθνική, ΟΤΕ, ΔΕΗ, Ολυμπιακή, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, αλίμονο αν ξαναγυρίσουμε στην εποχή της Πάουερ και της Ούλεν, όταν είμαστε το καταχρεωμένο κλοτσοσκούφι Ξένων δυνάμεων. Μια πολιτική που παροξύνει τις κοινωνικές ανισότητες δεν μπορεί, ακόμα κι αν έχει τη διάθεση, να αντισταθεί σε ισχυρές διεθνείς δυνάμεις, να χαράξει μαχητική διεθνή πολιτική. Κανένα νέο παιδί δεν θα θυσιάσει τίποτα, πολύ περισσότερο τη ζωή του, για να υπερασπίσει ένα κράτος που στη συνείδησή του, δεν είναι παρά διεφθαρμένος δυνάστης, ένα κράτος, μια πολιτική, κρατική, κοινωνική ηγεσία που η διαφθορά της σε λερώνει όπου κι αν την αγγίξεις, την ίδια ώρα που δεν υπόσχεται στους νέους αυτής της χώρας, παρά ένα μέλλον πρόσκαιρων εργασιών 400 και 500 ευρώ. Μια τέτοια πολιτική, μια τέτοια εικόνα κράτους και κοινωνίας δεν μπορεί παρά να παράγει τη συχνά τυφλή βία της νέας γενιάς, εξεγέρσεις όπως αυτές του Δεκέμβρη, που εύκολα εμείς, κατά το μάλλον ή ήττον βολεμένοι, καταδικάζουμε, αλλά δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να καταλάβουμε και να ερμηνεύσουμε. Τέτοιες πολιτικές δεν μπορούν να ενώσουν τη νεολαία και την κοινωνία πίσω από ένα εθνικό σχέδιο, πολύ περισσότερο να την κινητοποιήσουν για την άμυνα της χώρας από εξωτερικές απειλές.
Ισχύει όμως και το αντίστροφο. Κάποιος που θέλει να υπερασπίσει τον ελληνικό λαό από τους εγχώριους νταβατζήδες, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ την έκφραση του κ. Πρωθυπουργού, που μοιάζει τώρα να την έχει κάπως ξεχάσει, δεν μπορεί να το κάνει αδιαφορώντας για την ύπαρξη διεθνών νταβατζήδων. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να το αποφύγει μια αριστερά ή μια κεντροαριστερά που θέλει να έχει, εκτός από ηρωικό παρελθόν, και κάποιο μέλλον, να μην είναι μόνο το φως ενός άστρου πούσβησε προ πολλού και που η μόνη της φιλοδοξία είναι να παραμένει περιθωριακός συλλέκτης κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Από την πρώτη στιγμή που ο ελληνικός λαός διεκδίκησε την ελευθερία του, πραγματοποιώντας, στις αρχές του 19ου αιώνα, τη δεύτερη μεγαλύτερη επανάσταση μετά τη Γαλλική στην Ευρώπη, το κοινωνικό, το πολιτικό και το εθνικό ζήτημά του παραμένουν αξεδιάλυτα συνδεδεμένα. Στη Γαλλία της Επανάστασης υπήρχε μεγάλη ευχέρεια να τεθεί το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας χωρίς αρχική ανάμιξη ξένων δυνάμεων. Αν κι εκεί ακόμα, η Επανάσταση βρέθηκε γρήγορα αντιμέτωπη με το διεθνές περιβάλλον της και, εν τέλει, ήδη εκφυλισμένη η ίδια, ηττήθηκε από αυτό, από το διεθνές σύστημα που έμελε να ονομασθεί Ιερά Συμμαχία. Στην περίπτωση της Ελλάδας δεν υπήρξε καν αυτή η αρχική ευχέρεια, ευθύς εξ αρχής, η ελληνική επανάσταση, μαχόμενη κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και της Ιεράς Συμμαχίας, υποχρεώθηκε να θέσει ταυτόχρονα το ζήτημα της πολιτικής και της εθνικής ελευθερίας. Εν μέρει μόνο τα κατάφερε. Η επανάστασή μας υπήρξε ανολοκλήρωτη. Δεν μπορέσαμε να φτιάξουμε το κράτος που οραματίστηκαν οι Εθνοσυνελεύσεις μας. Καταλήξαμε με μια ανάπηρη ανεξαρτησία που μας στοιχειώνει μέχρι σήμερα.
΄Εκτοτε, οι διεθνείς δυνάμεις και εξελίξεις καθόρισαν αποφασιστικά την ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, από τη μια είχαμε την βασικά συγκρουσιακή σχέση με τον τουρκικό χώρο, από την άλλη αντιμετωπίσαμε τις συνέπειες του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων για τον έλεγχο του ελληνικού χώρου, χώρου ασύγκριτης στρατηγικής αξίας. Το 1844, ο Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα σερ Λάιονς, συνόψισε έξοχα την πάγια δυτική στρατηγική επιδίωξη, γράφοντας στην κυβέρνησή του: Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα θα είναι είτε αγγλική, είτε ρωσική. Κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αγγλική.
Μερικοί θα πουν ότι αυτά είναι προβλήματα του παρελθόντος. ¨Ότι σήμερα η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απειλή από την Τουρκία και δεν είναι αντικείμενο ελέγχου από την Ουάσιγκτον, είναι αξιοσέβαστο μέλος της ΕΕ και δεν έχει ανάγκη κανένα. Αν είναι όμως έτσι, τι γυρεύει απέναντι από τη Χίο και τη Μυτιλήνη ο μεγαλύτερος αποβατικός στόλος στον κόσμο, τι θέλουν 45.000 Τούρκοι στρατιώτες στην Κύπρο, γιατι καταβάλουμε κολοσσιαίους πόρους για εξοπλισμούς, γιατί λύσσαξε ο κ. Μπράιζα, ο κ. Σπέκχαρντ, ο κ. Φριντ, να μην κατασκευάσει η Ελλάδα τον αγωγό Σάουθστρημ. ¨Όσοι τα λένε αυτά, όσοι ισχυρίζονται ότι αυτή η χώρα δεν αντιμετωπίζει κρίσιμες εξωτερικές προκλήσεις, το μόνο που απεργάζονται είναι η άνευ όρων υποταγή της στα κελεύσματα των πλούσιων και ισχυρών του πλανήτη. Ο ελληνικός λαός όμως θα περνάει καλύτερα αν υποταγεί, αν αφήσει τη χώρα του, το κράτος του, το μόνο που μπορεί, έστω και λίγο, να επηρεάσει τις αποφάσεις του, να χάσει και τα τελευταία υπολείμματα της ανεξαρτησίας του? Θα περνάει καλύτερα αν λέει απλώς γιες στις επιταγές των μεγάλων κέντρων της παγκοσμιοποίησης και της αυτοκρατορίας? Και μάλιστα αν το κάνει τώρα, όταν τρεκλίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν ο κόσμος μπαίνει πιθανώς στη χειρότερη οικονομική κρίση που έζησε εδώ κι έναν αιώνα, όταν όλα γύρω μας είναι τόσο αβέβαια?
Η αλληλεξάρτηση των εσωτερικών εξελίξεων με το διεθνές περιβάλλον είναι σήμερα τεράστια, πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι στις αρχές του 19ου αιώνα. Διοχετεύουμε τεράστιους πόρους σε αμυντικές δαπάνες και γύρω στο 70% των πάσης φύσεως δικαιοδοτικών λειτουργιών μας προέρχεται από τις Βρυξέλλες.
Κανείς δεν μπορεί να εφαρμόσει μια προοδευτική πολιτική στη χώρα αν δεν πάρει υπόψι του αυτή την πραγματικότητα. Στη φαντασία μας μπορούμε ασφαλώς να θεωρήσουμε ότι δεν υπάρχει Ευρωπαϊκή Ένωση, ΝΑΤΟ, τουρκικός στρατός, Βαλκάνια ή Ρωσία, κυπριακό ή ελληνοτουρκικά, παγκοσμιοποίηση και αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα όμως, πολιτικές δυνάμεις που δεν έχουν μια αυτόνομη διεθνή πολιτική, ικανή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις εξωτερικές προκλήσεις, προορίζονται είτε να καταστραφούν, είτε να γίνουν απλοί ιμάντες μεταβίβασης των πιέσεων του διεθνούς περιβάλλοντος. Η χώρα όμως χρειάζεται απελπιστικά ένα νέο σχέδιο κι ένα τέτοιο σχέδιο πρέπει να συνθέτει εσωτερική και εξωτερική πολιτική, να καθιστά, όσο είναι μπορετό στις δύσκολες διεθνείς συνθήκες, τον ελληνικό λαό υποκείμενο της ιστορίας του και το ελληνικό κράτος εκφραστή των συμφερόντων του.
Υποστήριξα ότι όταν η κοινωνική και η εθνική ταυτότητα συγκρούστηκαν, οδηγηθήκαμε πάντα σε μεγάλες κοινωνικές και εθνικές καταστροφές, όπως η μικρασιατική και η κυπριακή. Ισχύει όμως και το αντίστροφο. ‘Όταν ενώθηκε η δύναμη της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας, ο ελληνικός λαός γέννησε το μεγαλείο της Εθνικής Αντίστασης, της λαμπρότερης στην Ευρώπη του Γ¨ Ράιχ. Η σύνθεση του κοινωνικού και του εθνικού από τον Ανδρέα Παπανδρέου, όποια κριτική κι αν κάνει κανείς στην εμπειρία του ΠΑΣΟΚ, ήταν που επέτρεψε στην Ελλάδα να ανασυγκροτηθεί μετά την κυπριακή τραγωδία και να παίξει ένα σπουδαίο διεθνή ρόλο, τελείως δυσανάλογο προς το μέγεθος της χώρας μας. Το Ισραήλ, μια στρατιωτική υπερδύναμη που διέλυε ταυτόχρονα όλους τους στρατούς των Αράβων, δεν μπόρεσε να κάμψει ένα αντάρτικο κίνημα στον Λίβανο, που κατάφερε να συνθέσει τη δύναμη της θρησκευτικής, της εθνικής και της κοινωνικής ταυτότητας. Οι μεγάλες επιτυχίες της αριστεράς σήμερα, στη Λατινική Αμερική, στηρίζονται ακριβώς στη σύνθεση της πάλης για κοινωνικά δικαιώματα και της εθνικής αντίστασης στην βορειοαμερικάνικη επιβουλή.
Η ελληνική αριστερά, ότι κι αν της προσάψει κανείς, μπορεί να είναι περήφανη γιατί ηγήθηκε της μεγαλειώδους Εθνικής Αντίστασης, γιατί έδωσε τους πρώτους νεκρούς στους δρόμους της Αθήνας συμπαραστεκόμενη στον αγώνα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση, γιατί αντιστάθηκε στις διαρκείς επεμβάσεις των Αγγλοαμερικανών στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. ‘Ηταν ο Πρόεδρος της ΕΔΑ, ο Ηλίας Ηλιού, που προειδοποίησε ότι οι συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, μια πρώιμη μορφή στην πραγματικότητα του σχεδίου Ανάν, αν και το σχέδιο ήταν σαφώς χειρότερο από τις συνθήκες εκείνες, θα καταρρεύσουν μέσα στο αίμα, ήταν ο Ηλίας Ηλιού που τις χαρακτήρισε, μέσα στη Βουλή των Ελλήνων, Ανταλκίδειο Ειρήνη. Έλεγαν τότε, οι οπαδοί των συνθηκών, ότι μια περίοδος ανέφελης ειρήνης εγκαινιάζεται μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ότι ανήκει οριστικά στο παρελθόν η αντιπαράθεση. Ξέρουμε τώρα τι περιελάμβανε αυτή η ανέφελη ειρήνη: δικτατορία στην Ελλάδα, εισβολή στην Κύπρο, παρ’ ολίγον πόλεμο Ελλάδας-Τουρκίας. Μόνο χάρη στην παρουσία και δράση των σοσιαλιστών του Βάσσου Λυσσαρίδη και του Δώρου Λοϊζου, έγινε δυνατή η ματαίωση των σχεδίων του Κίσσινγκερ για εγκατάσταση του Κληρίδη και η επιστροφή του Μακαρίου, δηλαδή η διάσωση, έστω και ακρωτηριασμένης, της Κυπριακής Δημοκρατίας. ‘Εκτοτε, όχι μόνο δεν κερδίσαμε την ειρήνη, αλλά πληρώνουμε ακόμα την υποταγή μας στην Αγγλία και την Αμερική, το 1960, τους δύο πνεύμονες της Ελλάδας κατά την έκφραση του Γεωργίου Παπανδρέου, με μια τρομακτική κούρσα εξοπλισμών, που γονατίζει την κοινωνική ανάπτυξη της χώρας μας, υπονομεύοντας εντέλει και την αμυντική της ικανότητα.
Από αυτή την τραγική εμπειρία μισού αιώνα, θάπρεπε να είχαμε βγάλει ήδη ορισμένα συμπεράσματα. Πρώτον, ότι θα ήταν ευχής έργο, τόσο για τον ελληνικό, όσο και για τον τουρκικό λαό, η διακοπή της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, που έχει ένα τεράστιο κόστος για πολύ αμφίβολα κέρδη και προσφέρει σε ξένες προς την περιοχή μας δυνάμεις έναν τεράστιο μοχλό πίεσης και ελέγχου. Δεύτερον, ότι η συμφιλίωση δεν μπορεί να επέλθει με ανέξοδους δεκάρικους, ή με τη μη αναγνώριση του πραγματικού προβλήματος, πρέπει να στηρίζεται σε υγιείς βάσεις, για να έχει μέλλον και να μην οδηγήσει έναν ψυχρό πόλεμο, ή μια ψυχρή ειρήνη, διαλέξτε εσείς πως θέλετε να περιγράψετε τη σημερινή κατάσταση, σε μια θερμή αντιπαράθεση. Για να βρούμε μια λύση με την Τουρκία, που δεν θέλουμε και δεν μπορεί να πάρει τη μορφή της πλήρους επικράτησης της μίας χώρας επί της άλλης, τότε πρέπει να αναζητήσουμε μια μέση λύση, για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Αριστοτέλη. Μια τέτοια λύση προϋποθέτει όμως μια σχετική συμμετρία των δύο συναλλασσόμενων και σήμερα δεν υφίσταται τέτοια συμμετρία. Οι διαρκείς ελληνικές παραχωρήσεις και υποτιθέμενες χειρονομίες καλής θέλησης, με αποκορύφωμα την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με μια χώρα που δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της ΕΕ και διατηρεί στρατό κατοχής στο έδαφός του, έχουν εμπεδώσει το συμπέρασμα της Άγκυρας ότι με τους Έλληνες, αν όχι και με τους Ευρωπαίους περνάει ο τσαμπουκάς. Με την πολιτική που ασκήσαμε αφαιρέσαμε από την ‘Αγκυρα οποιοδήποτε κίνητρο για συμβιβασμό. Το τρίτο και σπουδαιότερο συμπέρασμα, από την τραγική εμπειρία που εγκαινίασαν οι συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου, είναι ότι μια κακή συμφωνία μπορεί να αποδειχθεί πολύ χειρότερη, πολύ πιο επικίνδυνη, από τη συνέχιση μιας ψυχρής αντιπαράθεσης. Όσοι νομίζουν για παράδειγμα, ότι θα απαλλαγούν από το κυπριακό ή τα προβλήματα στο Αιγαίο, κλείνοντας τα όπως-όπως, όχι μόνο θα τα ξαναβρούν μπροστά τους, θα τα ξαναβρούν με πολύ χειρότερη μορφή. Μια κακή ρύθμιση αίφνης στην Κύπρο, μπορεί να στερήσει την Ελλάδα από τη δυνατότητα υπεράσπισης των Ελληνοκυπρίων καθιστώντας και εκείνη και αυτούς όμηρους της καλής διάθεσης Άγκυρας, Λονδίνου και Ουάσιγκτον. Στη χειρότερη περίπτωση θα μπορούσε να προκαλέσει μια εθνοτική σύρραξη στο νησί, τύπου Λιβάνου ή Βοσνίας, με ότι θα συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Από τη στιγμή που θα θιγούν κρίσιμα ζητήματα κρατικής κυριαρχίας, μπορεί επίσης να διαρραγούν οι προϋποθέσεις του εσωτερικού, ειρηνικού πλαισίου πολιτικών εξελίξεων, που χαρακτηρίζει τον ελληνικό χώρο μετά το 1974.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να ορίσουμε επακριβώς τα όρια μιας ασφαλούς λύσης για την Κύπρο. Η δική μου τουλάχιστον κριτική στο σχέδιο Ανάν, δεν αφορούσε τον ετεροβαρή, υπέρ των Τουρκοκυπρίων χαρακτήρα του. Εγώ δεν θα είχα αντίρρηση, αν θέλουν να δώσουν οι Ελληνοκύπριοι τρεις Τζάγκουαρ και πέντε σπίτια σε κάθε Τουρκοκύπριο. Δυστυχώς βέβαια, μερικοί, όσο σφιχτοί είναι στα ρεάλια, τόσο πιο large εμφανίζονται στα ζητήματα της κρατικής κυριαρχίας, υπονομεύοντας έτσι το συλλογικό αγαθό επί του οποίου στηρίζεται και η ατομική τους ευημερία. H δική μου κριτική ήταν ότι το σχέδιο Ανάν αφαιρούσε στην πραγματικότητα από τους Κύπριους το κράτος που σήμερα διαθέτουν, εν ονόματι μιας φαντασιακής επανένωσης του νησιού και μιας εξίσου φαντασιακής λύσης του κυπριακού. Υπήγαγε την πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού, στην εξουσία τριών ξένων δικαστών, που θα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα Αγγλίας και Αμερικής, και τριών ξένων στρατών. Δημιουργούσε έτσι την προϋπόθεση μιας ανεξέλεγκτης έκρηξης, προϊόν της σύγκρουσης ανάμεσα στη θέληση της πλειοψηφίας και τις νομικές ρυθμίσεις που θα της είχαν επιβληθεί.
Οι Ελληνοκύπριοι, δηλαδή το 80% των Κυπρίων έζησαν τις τελευταίες δεκαετίες με ασφάλεια και ευημερία γιατί απολάμβαναν της προστασίας ενός σχετικά κανονικού κράτους. Και κανονικό κράτος σημαίνει σε όλο τον κόσμο ότι κυβερνά η πλειοψηφία, με ειδικές ρήτρες προστασίας της μειονότητας, που δεν μπορούν όμως να καταργούν τον κανόνα της πλειοψηφίας στα κεντρικά κρατικά ζητήματα. Κράτος σημαίνει αστυνομία, στρατό, δικαίωμα αυτοάμυνας. Αν αυτά δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει κράτος. Σε αυτές τις αρχές θα μπορούσε να γίνει σκόντο μόνο σε ότι αφορά τις ρυθμίσεις για το κατεχόμενο σήμερα τμήμα της νήσου. Όπου ζουν όμως οι Ελληνοκύπριοι το κράτος πρέπει να είναι κανονικό, με την έννοια που αναφέραμε. Αν αυτό το όριο παραβιασθεί, αν οι Ελληνοκύπριοι μείνουν χωρίς κρατική προστασία, χωρίς δικαίωμα και μέσο αυτοάμυνας, πότε κυβερνώμενοι από ‘Ελληνα Πρόεδρο, πότε από Τούρκο Πρόεδρο και πότε από ξένο δικαστή, όπως ήδη αποκαλύφθηκε ότι συζητείται στις διαπραγματεύσεις της Λευκωσίας, τότε, φοβάμαι, όχι μόνο δεν θα λύσουμε το κυπριακό, θα ανοίξουμε ένα νέο, πολύ πιο τραγικό και αιματηρό κεφάλαιο της κυπριακής και ελληνικής ιστορίας.
Οι ελληνικές και κυπριακές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν, πριν είναι αργά, να τοποθετηθούν ευθαρσώς απέναντι στο πρόβλημα, που επιδιώκουν να αποφύγουν. Στην Ελλάδα, κι ακόμα περισσότερο στην Κύπρο, έχουμε μάθει άλλα να λέμε, άλλα να σκεφτόμαστε, άλλα να κάνουμε. Υπογράψαμε τις συνθήκες του 1960 νομίζοντας ότι δεν θα τις εφαρμόσουμε στο τέλος, αλλά ήρθε η στιγμή που η Τουρκία επικαλέστηκε το δικαίωμα επέμβασης που της παραχωρήσαμε. Το 2004 γλυτώσαμε το κυπριακό κράτος γιατί, τρόπον τινά, ξεγελάσαμε, αιφνιδιάσαμε τον διεθνή παράγοντα. Αλλά κανένας στρατηγός δεν κέρδισε την ίδια μάχη για δεύτερη φορά με τον ίδιο τρόπο. Η ιστορία, όχι εγώ, ζητάει από τους Ελληνοκύπριους να αποδείξουν ότι είναι ώριμοι πολίτες, ότι δεν είναι κοινότητα εις αναζήτηση διεθνούς κηδεμόνα, ότι μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας και να υποτάξουν τα μερικά, ιδιοτελή τους συμφέροντα στο ύψιστο αγαθό διατήρησης της κρατικής τους οντότητας, ειδάλλως δεν θα αξίζουν και δεν θα διατηρήσουν το κράτος τους και κανείς, φοβάμαι, στο τέλος δεν θα τους λυπηθεί και δεν θα τους συμπαρασταθεί. Θέλοντας να κάνουμε μονίμως το καλό παιδί, λέγοντας πράγματα που δεν εννοούμε στην πραγματικότητα, το μόνο που θα καταφέρουμε στο τέλος είναι να ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας, κάνοντας το ψέμα μας αλήθεια μας. Και η ειρωνία της ιστορίας είναι ότι θα την πατήσουμε, προσπαθώντας να γίνουμε αρεστοί στα δυτικά κέντρα ισχύος, τη στιγμή ακριβώς που η ισχύς τους κλονίζεται παγκόσμια. Μόνο αν το κυπριακό κράτος και ο κυπριακός λαός διεκδικήσουν ευθέως το κανονικό κράτος που δικαιούνται όλοι οι λαοί του κόσμου, υπάρχει ελπίδα να σώσουν τουλάχιστο αυτό που σήμερα διαθέτουν.
Στην περιοχή μας διασταυρώνονται δύο μεγάλες αυτοκρατορικές στρατηγικές. Η επέκταση στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένης της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η δεύτερη είναι η ολοκλήρωση του ελέγχου των Βαλκανίων, με τη δημιουργία μιας ζώνης μη βιώσιμων κρατιδίων προτεκτοράτων, στην προοπτική μιας μεγάλης σύγκρουσης με τη Ρωσία για τον έλεγχο της Ουκρανίας. Αυτές οι στρατηγικές απαιτούν άμεσα από τον ελληνικό χώρο να λύσει το κυπριακό με μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν, να αποδεχθεί μια λύση μαϊμού για τα Σκόπια, να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου και να διακόψει τις σχέσεις με τη Ρωσία.
Πιστεύει κανείς ότι ο ελληνικός λαός θα ζήσει καλύτερα αν αποδεχθεί αυτά που του ζητάνε? Γιατί δίπλα μας, η Τουρκία του Ερντογάν καταφέρνει να έχει καλές σχέσεις και με την Ουάσιγκτον και με την Τεχεράνη, και με τη Χαμάς και με το Ισραήλ, διεκδικεί ήδη να εκτποίσει την Ελλάδα από την προνομιακή σχέση που πήγε να αποκτήσει κάποια στιγμή με τη Ρωσία του Πούτιν?
Κανείς δεν θάθελε μια μετωπική σύγκρουση με ισχυρά κέντρα ισχύος. Αλλά εδώ κινδυνεύουμε να μην διαπραγματευόμαστε ούτε καν την εξάρτησή μας, να θυσιάσουμε ζωτικά εθνικά συμφέροντα του ελληνικού λαού, για μια φωτογραφία με τον Ομπάμα ή τη Χίλλαρυ, για την εύνοιά τους, που κάποιο αταβιστικό ένστικτο κάνει μεγάλο μέρος των πολιτικών μας να θεωρεί το κυριότερο όπλο για την εσωτερική πολιτική τους επικράτηση. Εγώ πιστεύω αντίθετα ότι και τα δυτικά κέντρα ισχύος θα τροποποιούσαν την πολιτική τους, αν έβρισκαν απέναντί τους ένα μέτωπο πολιτικών δυνάμεων που, ανεξαρτήτως άλλων ιδεολογικών διαφορών, θα εξέφραζε τη διάθεση του ελληνικού λαού για αξιοπρεπείς λύσεις σε Κύπρο και Αιγαίο, για συνέχιση και εμβάθυνση της σχέσης με τη Ρωσία και μιας ευρύτερης πολύπλευρης διεθνούς πολιτικής.
Οι δυνάμεις που μας επιβουλεύονται ξέρουν από την εμπειρία δύο αιώνων ότι τους συμφέρει η διάσπαση, ότι αυτός είναι ο προνομιακός τρόπος για να νικήσουν τον ελληνικό λαό. Η ελληνική αριστερά και κεντροαριστερά ανδρώθηκαν και απέκτησαν ένα τεράστιο ηθικό κεφάλαιο γιατί υπερασπίστηκαν τη χώρα απέναντι σε ξένες επιβουλές, το ΚΚΕ στη δεκαετία του 1940, το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1970 και 1980. Η Ουάσιγκτον θάθελε πάρα πολύ να είναι αυτές οι δυνάμεις που θα επωμισθούν το βάρος εθνικά επαχθών ρυθμίσεων. Κι όταν αυτές καταρρεύσουν, τότε θα πριμοδοτήσουν ενδεχομένως έναν ακροδεξιό υπερπατριωτικό εθνικισμό, που δεν θα τους ενοχλεί, γιατί θα έχουν γίνει ήδη οι παραχωρήσεις, αντίθετα μπορεί να γίνει το ιδεολογικό τσιμέντο για την επιβολή αυταρχικών, αν όχι νεοφασιστικών λύσεων, αν ζητήσει τέτοιες λύσεις η μεγάλη οικονομική κρίση.
Η πορεία αποσύνδεσης του εθνικού και του κοινωνικού, σταδιακής αποσύνθεσης του όποιου εθνικού σχεδίου, αποσύνδεσης Ελλάδας και Κύπρου είναι ήδη σε εξέλιξη. Η πολιτική και ευρύτερη δημόσια ζωή μας, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικές. Συζητάμε για τα γκάλοπ, για το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα, αλλά δεν ακούμε ούτε μισή ιδέα για το τι θα κάνει αυτός που την κυβερνάει ή θα την κυβερνήσει. Στην Κύπρο ασχολούνται με λύσεις ανέκδοτα, εκπονούν νέα συντάγματα, προσπαθώντας να κρύψουν που θα πάει η εξουσία που αφαιρούν αυτά τα σχέδια από την πλειοψηφία του κυπριακού λαού. Επισήμως επιδιώκουμε μια διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, το 80% όμως των πολιτών που θα ζήσουν σε αυτό το κράτος-εύρημα δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι δεν καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται.
Ορισμένοι θα πουν ότι οι αριστεροί δεν έχουν δουλειά με τα έθνη, θα αρνηθούν ακόμη και την ύπαρξή τους. Δεν τους παραξενεύει καθόλου ότι κάποτε, όσους μιλούσαν για διεθνισμό, τους φώναζαν στην Ασφάλεια, ενώ σήμερα τους κάνουν καθηγητές στα πανεπιστήμια. Έχουν ξεχάσει προ πολλού εκείνο το επίθετο προλεταριακός που συνόδευε κάποτε τον διεθνισμό και, εγώ τουλάχιστο δεν ξέρω πολλούς προλετάριους που συμμερίζονται τις ιδέες τους. Ο διεθνισμός όμως πρώτον προϋποθέτει έθνη και δεύτερον θέλει να τα ενώσει σε σχέση συνεργασίας, όχι υποταγής του ενός προς το άλλο. Για να ενωθούν τα έθνη δεν ωφελεί σε τίποτα να ανακηρυχθούν ανύπαρκτες οι διαφορές τους, ωφελεί αντίθετα να λυθούν με δίκαιο τρόπο. Η Αυτοκρατορία επιτίθεται στο έθνος όχι γιατί θέλει να το ξεπεράσει προς όφελος μιας παγκόσμιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αλλά γιατί θέλει όλη την Οικουμένη δική της. Πως είναι δυνατόν ένα ριζοσπαστικό, προοδευτικό, αριστερό άτομο, που λέει ότι ενδιαφέρεται για την καταπίεση των εργατών, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων ή όποιας άλλης κοινωνικής ομάδας, να αδιαφορεί για την καταπίεση ενός έθνους από ένα άλλο και μάλιστα του δικού της έθνους; Η αριστερά έχασε την ψυχή της και στο τέλος την εξουσία της, όταν ξέχασε το βασικό ηθικό αίτημα που ήταν στη βάση του διαβήματός της. ‘Οσοι μας προτείνουν, από αριστερή σκοπιά, να ξεχάσουμε την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο ή την ύπαρξη της στρατιάς του Αιγαίου, δεν διερωτώνται άραγε πως συμβαίνει να συμπίπτουν στην πολιτική που προτείνουν με τους επίδοξους κοσμοκράτορες? Μήπως κάτι δεν πάει καλά? Η Αριστερά έχει σήμερα μια ιστορική ευκαιρία, υπό τον όρο ότι μπορεί να γίνει φορέας ενός σχεδίου για την ταυτόχρονη αντιμετώπιση της βαθιάς εσωτερικής κρίσης και των σοβαρών γεωπολιτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η χώρα και αν δεν περιορισθεί σε ρόλο συμπαθούς συνήγορου αδικημένων. Στην Ελλάδα αποφεύγουμε πεισματικά να συζητήσουμε τα προβλήματά μας. Είναι όμως τέτοιο το βάθος της κρίσης που θα μας υποχρεώσει να τα συζητήσουμε. Θα ήταν καλύτερα να το κάνουμε τώρα, παρά μετά από μια μεγάλη καταστροφή, που δυστυχώς δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ανύπαρκτη ως πιθανότητα και κίνδυνο.
(*) To κείμενο αυτό ήταν η εισήγηση του συγγραφέα σε εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου του “H Κύπρος σε παγίδα΅ (εκδ. Λιβάνη), στην Αθήνα, στις 16.3.09. Το βιβλίο παρουσίασαν οι Αλέκος Αλαβάνος, Αναστάσης Πεπονής και Ηλίας Νικολόπουλος, με συντονιστή τον Γιώργο Δελαστίκ. Δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην εκδήλωση ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ Νίκος Κατσουρίδης, λόγω συνεδρίασης της Κεντρικής Επιτροπής και εν συνεχεία του Εθνικού Συμβουλίου την ίδια μέρα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)