Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Κύπρος γιοκ !



Πως φτάσαμε στο παρά πέντε της καταστροφής ενός κράτους

 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς βαρβάρους; ‘Ηταν κι αυτοί μια κάποια λύσις, παρατηρούσε ο Καβάφης. Στη δική μας περίπτωση όμως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο. «Βάρβαροι» υπάρχουν μεν, με τη μορφή της Τουρκίας, ο πρωθυπουργός της οποίας Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε προ ημερών ότι δεν γνωρίζει κράτος με το όνομα Κύπρος. Υπάρχουν, αλλά δεν μας φτάνουν ως λύση, ούτε η ωμότητά τους επαρκεί για να μας αφυπνίσει. Η παντοειδής καταστολή του ελληνισμού, του συλλογικού ενστίκτου επιβίωσης, μοιάζει τόσο βαθειά και βαριά, μοιάζει όσο τεράστια η έκταση της κοινωνικής και εθνικής καταστροφής που αναγγέλλει, αν μια γιγάντια ηθική, κοινωνική, εθνική ανάταση δεν μπει στον δρόμο της την τελευταία στιγμή.

 

Λέγοντας όσα είπε, ο Ερντογάν δεν διατύπωσε παρά την πάγια θέση του κράτους του που δεν αναγνωρίζει, εδώ και δεκαετίες, την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό δεν θάπρεπε να μας παραξενεύει. Αυτό που θάπρεπε να μας παραξενεύει είναι άλλο, ότι δηλαδή η διχοτόμηση και τα δύο κράτη στην Κύπρο είναι πολύ καλύτερα, ως λύση του κυπριακού, από τη διάλυση του όλου κυπριακού κράτους που συζητάμε και μοιάζουμε έτοιμοι να δεχτούμε με τις διάφορες διζωνικές και άλλες «μουρλές» λύσεις, όπως αυτές που προέβλεπε το σχέδιο Ανάν ή τους ζουρλομανδύες που διαπραγματευόντουσαν Χριστόφιας και Ταλάτ. Και είναι πολύ καλύτερη η διχοτόμηση γιατί αφήνει στους Ελληνοκύπριους μέρος του νησιού, ενώ, αν γίνουν δεκτοί τα σχέδια «λύσης» που διαπραγματεύονται κατά καιρούς οι Κύπριοι ιθύνοντες θα χαθεί όλη η Κύπρος, όχι μόνο η μισή.

 

Μια επικίνδυνη αρρώστια

 

Απορεί κανείς πως γίνεται να απαιτούμε από την Τουρκία να σέβεται την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν δεν το πράττουν αυτό οι ιθύνοντες Λευκωσίας και Αθηνών! Γιατί αν οι πολιτικές ηγεσίες Ελλάδας και Κύπρου σέβονταν τον εαυτό τους και τα κράτη που διοικούν, δεν θα εμφανιζόταν ασφαλώς ποτέ, ούτε  θα γινόταν αντικείμενο συζήτησης, διαπραγμάτευσης και δημοψηφίσματος το διαβόητο σχέδιο Ανάν. Που, θυμίζουμε, δεν ήταν απλώς κακό ή άδικο, σχέδιο λύσης που έδινε «πολλά» στην τουρκική πλευρά ή κάτι τέτοιο. ‘Ηταν σχέδιο που κατέλυε το κυπριακό κράτος, την εξουσία δηλαδή του κυπριακού λαού στον τόπο του, προς όφελος της εξουσίας τριών αξιωματούχων που θα διόριζε ο Ανάν και θα διόριζαν τους διαδόχους τους και οι οποίοι θα υποκαθιστούσαν και τις τρεις εξουσίες (νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική). Επρόκειτο για μορφή μοναρχίας στην εσωτερική δομή, προτεκτοράτου στην εξωτερική, υπό την εποπτεία ΗΠΑ, Βρετανίας και Ισραήλ, του τελευταίου λόγω της, παραδοσιακά, τεράστιας επιρροής του στην αγγλοαμερικανική διπλωματία στην Αν. Μεσόγειο. (1) Στην πραγματικότητα, κανένα ευρωπαϊκό (ή και αφρικανικό εδώ που τα λέμε) κράτος δεν θα δεχόταν να συζητήσει παρόμοια ρύθμιση – το 2002-4 πιάσαμε το παγκόσμιο ρεκόρ εθνικής υποτέλειας που θα ξαναβρίσκαμε ξανά το 2010 με τα Μνημόνια και τις Δανειακές. ‘Όπως σημειώναμε από τότε σε ένα βιβλίο μας (1), ήταν προφανές ότι μια βαθειά και επικίνδυνη αρρώστια κατέτρωγε τα σωθικά του ελλαδικού και κυπριακού κράτους και των δύο κοινωνικών σχηματισμών – και ήταν αυτή η αρρώστια που επέτρεψε αργότερα με τόση ευκολία να υπογραφούν τα, εξίσου εξωφρενικά, εθνοκτόνα και λαοκτόνα κείμενα των δανειακών και των μνημονίων, πρωτοφανή στην ιστορία όχι της Ευρώπης, αλλά της αποικιοκρατίας!  

 

‘Ελλειμμα αυτοσεβασμού

 

Αξίζει να θυμίσουμε, στο σημείο αυτό, ότι Ελλάδα και Κύπρος, που τάχα μου ενοχλούνται τώρα από τις δηλώσεις Ερντογάν, έχουν επιτρέψει την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας και ΕΕ, με την ‘Αγκυρα να δηλώνει επισήμως ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και να διατηρεί στρατό κατοχής σε μεγάλο μέρος της νήσου. Ακόμα και στα βέτο που έθεσε σε ορισμένα κεφάλαια της τουρκο-ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης η κυβέρνηση του αείμνηστου Παπαδόπουλου (η καλύτερη που είχαμε από την άποψη αυτή σε Κύπρο ή Ελλάδα), δεν περιέλαβε καν τον τόσο αυτονόητο όρο της αναγνώρισης, αντανακλώντας το πόσο λίγο είμαστε οι ‘Ελληνες Ευρωπαίοι και πόσο πολύ Ανατολίτες, με την έννοια του κρατικού αυτοσεβασμού δηλαδή. Για ποιο λόγο όμως οι ξένοι πρέπει να σέβονται περισσότερο ένα κράτος από τους ίδιους τους ηγέτες (ή και τους πολίτες) του; Γιατί οι Ελληνοκύπριοι πολιτικοί και πολίτες πιστεύουν ότι η Ιστορία θα συγχωρέσει τέτοια (ιδιοτελή και καιροσκοπική) έλλειψη αυτοσεβασμού και αξιοπρέπειας; Τα ίδια ισχύουν και για την Ελλάδα, που, αν μη τι άλλο, είναι εγγυήτρια της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας (το γράφουμε για τους ανόητους ή ιδιοτελείς που θα μας πούνε πάλι, αντικρούοντας και ιστορική εμπειρία και κοινή λογική, ότι, άλλο Κύπρος, άλλο Ελλάδα).  

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι αυτό που δεν ενόχλησε τους - οργανικά δουλοπρεπείς - ηγέτες Κύπρου και Ελλάδας, ενόχλησε τους Ευρωπαίους. Η μετέπειτα καγκελλάριος Μέρκελ, αντίθετη προς την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, απευθύνθηκε προ δεκαετίας στα κόμματα της ευρωπαϊκής δεξιάς, περιλαμβανομένων αυτών Ελλάδας και Κύπρου, λέγοντάς τους ότι κάτι δεν πάει καλά με την ένταξη στην ΕΕ μιας χώρας που διατηρεί στρατό κατοχής  σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Ο Γάλλος Πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν εξέφρασε επίσης, το καλοκαίρι του 2005, αγανάκτηση για το γεγονός ότι μια χώρα που θέλει να μπει στην ΕΕ δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της! Το αποτέλεσμα αυτής της δήλωσης ήταν να προκαλέσει περισσότερη δυσφορία στη Λευκωσία και την Αθήνα παρά στην ‘Αγκυρα! Μετά από ένα μήνα το Και ντ’ Ορσέ αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν μπορούν «οι Γάλλοι να είναι περισσότερο Κύπριοι από τους Κύπριους». Αφού Κύπρος και Ελλάδα ήθελαν να αρχίσουν με το στανιό οι διαπραγματεύσεις ΕΕ και Τουρκίας, δεν μπορούσαν οι Γάλλοι μόνοι τους να τις μπλοκάρουν υπερασπιζόμενοι τα συμφέροντα κρατών που δεν τα υπερασπίζονται τα ίδια!

 

Με άλλα λόγια, Ελλάδα και Κύπρος έκαναν το χατήρι του αμερικανο-βρετανο-ισραηλινού άξονα, «σνομπάροντας» τη Γαλλία και τη Γερμανία αντί να σφυρηλατήσουν συμμαχικές σχέσεις μαζί τους. Κατάφεραν έτσι το αδύνατο: να κερδίσουν την περιφρόνηση όλων των παικτών και να βρεθούν σε κατάσταση πρωτοφανούς ιστορικά διπλωματικής απομόνωσης, γεγονός που πλήρωσαν ακριβά αργότερα και που διευκόλυνε την απόφαση του Βερολίνου να δώσει το «πράσινο φως» για την επίθεση των «αγορών» κατά της Ελλάδας του αμερικανόφιλου, φιλοισραηλινού και τουρκόφιλου ΓΑΠ! Τελικά, καταφέραμε να έχουμε άσχημες σχέσεις με παραδοσιακά φιλικές δυνάμεις (Ρωσία, Γαλλία), εξυπηρετώντας αυτούς που είχαν φιλοτουρκική πολιτική (ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ), για να εισπράττουμε την περιφρόνησή τους! Πρόκειται όντως για κατόρθωμα.

 

Πολλαπλές απειλές

 

Με τούτα και με κείνα φτάσαμε στο σημείο που βρισκόμαστε, ένα βήμα δηλαδή πριν την τελική καταστροφή του κυπριακού κράτους, καταστροφή που, αν επισυμβεί, θα υπονομεύσει τις κύριες προϋποθέσεις συνέχισης της παραμονής των Ελληνοκυπρίων στο νησί και, βεβαίως, τη γενικότερη θέση της Ελλάδας. Σήμερα, το κυπριακό κράτος απειλείται πολλαπλώς:

 

Α) με τον οικονομικό πόλεμο που το μετατρέπει, δια των Μνημονίων και Δανειακών σε αποικία χρέους,

Β) με τα σχέδια ντε φάκτο λύσης του κυπριακού επί του εδάφους με παράλληλο άνοιγμα του δρόμου για την τουρκική ένταξη στην ΕΕ, που σημαίνει διπλωματικό αφοπλισμό Λευκωσίας και Αθήνας (προτάσεις Αμμοχώστου-Τύμπου),

Γ) με την επανεμφάνιση του σχεδίου Ανάν

Δ) με την παραχώρηση στο Ισραήλ των υδρογονανθράκων και του στρατηγικού χώρου της Κύπρου, χωρίς να λάβει η Λευκωσία σε αντάλλαγμα τα μέσα αποκατάστασης της καταλυθείσης εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της και βιωσιμότητας του κράτους της

Ε) με την καταστροφή της σχέσης Κύπρου-Ρωσίας, ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του κυπριακού κράτους και τον μετασχηματισμό της Κύπρου, από κύρια διεθνή οικονομική βάση της Μόσχας σε προτεκτοράτο του Ισραήλ.

 

Η οικονομική επίθεση κατά της Κύπρου τον Μάρτιο δεν ερμηνεύεται με οικονομικά κίνητρα, είναι προϊόν της γεωπολιτικής ατζέντας που τέμνεται με την οικονομική στην Ανατολική Μεσόγειο. Μόνο η εμφάνιση ενός λαϊκού κινήματος αντίστοιχου με αυτό που εμφανίστηκε στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1940, με τη μορφή του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, τηρουμένων των αναλογιών και προσαρμοσμένου στις σημερινές συνθήκες και προβλήματα, μπορεί να αποτρέψει μια άνευ προηγουμένου κοινωνική και εθνική καταστροφή του ελληνικού λαού.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

 

(1)   Για το περιεχόμενο και τις ρυθμίσεις του σχεδίου Ανάν, βλ. Μίκη Θεοδωράκη, Γιατί ξαναλέμε ‘Όχι στο σχέδιο Ανάν, Καθημερινή, 2.5.2004 και Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου, Η  αρπαγή της Κύπρου, Λιβάνης, Αθήνα, 2004. Πιστεύουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει, επιτέλους, να επανέλθει στο ζήτημα αυτό, επανεξετάζοντας τη στάση που κυριάρχησε το 2004 και κάνοντας και την αυτοκριτική του. Δεν είναι ντροπή να παραδέχεται κανείς τα λάθη του, δύναμη δείχνει αυτό και όχι αδυναμία. Η προσωπική μας εκτίμηση είναι άλλωστε, ότι στις σημερινής τραγικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε, και όπου παίζεται το όποιο μέλλον του ελληνικού λαού και της ίδιας της αριστεράς, οποιαδήποτε από τις επικρατούσες επί δεκαετίες πρακτικές οπορτουνισμού θα έχουν καταστροφικά αποτελέσματα. Αρκεί άλλωστε να θυμίσουμε το παράδειγμα του υποτιθέμενου αριστερού ΑΚΕΛ που, προδίδοντας τους ανθρώπους που επί δεκαετίες αγωνίστηκαν με τη σημαία του και τις ιδέες που ισχυρίζεται ότι εκφράζει, οδήγησε το κυπριακό κράτος στο χείλος της καταστροφής, παραδίδοντάς το τελικά στις πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά χειρότερες δυνάμεις που έχουν εμφανισθεί στην ιστορία του νησιού.

 

Δημοσιεύτηκε στον «Δρόμο της Αριστεράς», 16.11.2013

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

Κύπρος: ένα βήμα πριν το τέλος


 

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

 

Είναι τέτοια η κατάσταση, είναι τόσο απίστευτα αυτά που συμβαίνουν σε Ελλάδα, Κύπρο, διεθνώς που κινδυνεύει κάποιος, γράφοντας και αναλύοντάς τα, να μην γίνει πιστευτός, να θεωρηθεί «υπερβολικός», «ακραίος», «κινδυνολόγος»,  «συνωμοσιολόγος». Για όλα αυτά κατηγορήθηκε ο γράφων κατά καιρούς και για αυτό παραπέμπει τους δύσπιστους στην καταγεγραμμένη αρθρογραφία του 15 χρόνων (τα πέντε τελευταία εύκολα προσβάσιμα στην ιστοσελίδα μας) για την ελληνική εξωτερική πολιτική και το κυπριακό, περιλαμβανομένων και δύο βιβλίων για την Κύπρο, την Μεσόγειο και την παγκοσμιοποίηση, όπου μπορούν να διαπιστώσουν την ορθότητα ή μη των μοντέλων που χρησιμοποιεί και την ακρίβεια των προβλέψεων που έχει κάνει. Αυτό είναι άλλωστε το μόνο αληθινά επιστημονικό κριτήριο, όχι τι μας αρέσει και τι όχι, τι νομίζουμε ή όχι ευλογοφανές, «λογικό».

 

«Σε ΗΠΑ και Ισραήλ τα πετρέλαια και οι δύο χώρες (Ελλάδα και Κύπρος), στους Ευρωπαίους οι τόκοι, στην Τουρκία η Βόρεια Κύπρος και σε μας τ’ αρχ… μας».

 

Δεν συνηθίζουμε την αναπαραγωγή τέτοιων εκφράσεων κι αν το πράττουμε τώρα είναι γιατί είναι ο μόνος τρόπος να υπηρετήσουμε την αλήθεια. Την παραπάνω έκφραση ακούσαμε πρόσφατα από βετεράνο πρώην Υπουργό, με μακρά θητεία στους κρίσιμους τομείς που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής, που θέλησε να συνοψίσει έτσι την τωρινή «στρατηγική εξίσωση» Ελλάδας και Κύπρου.

 

Είναι τώρα στην Κύπρο που συγκεντρώνονται οι μεγαλύτεροι, πιο άμεσοι κίνδυνοι για τον ελληνισμό, παρόλο που και η μητροπολιτική Ελλάδα δεν πάει πολύ πίσω. Το κυπριακό κράτος έχει ήδη σχεδόν καταλυθεί, μετατρεπόμενο σε αποικία χρέους, ενώ ο κίνδυνος οριστικής, μη αντιστρέψιμης κατάλυσής του μέσω σειράς διαδικασιών (παράδοση ορυκτού πλούτου στο Ισραήλ,  αναγνώριση ντε φάκτο των τετελεσμένων δια του «πακέτου Αμμοχώστου» και, τελικά, μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν) μοιάζει μεγαλύτερος από οποιαδήποτε άλλη στιγμή μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, το 1960. Αλλά δεν ζούμε στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν οι λαοί δεν είχαν δικαίωμα αυτοδιάθεσης και δεν είχαμε μεταναστευτικές ροές του σημερινού τύπου. Τυχόν κατάλυση του κυπριακού κράτους στις σημερινές συνθήκες σημαίνει τέλος στην ελληνική παρουσία στο νησί (αυτό φαίνεται τρομακτικό και απίθανο, αλλά υποθέτουμε το ίδιο πίστευαν κάποτε οι κάτοικοι της Πόλης και της Ιωνίας). Σημαίνει τέλος του κυπριακού ελληνισμού γιατί το Γένος δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς κράτος στην παγκοσμιοποίηση, γιατί η Αυτοκρατορία (που είναι ο πραγματικός εχθρός της Κύπρου και αυτή που έβαλε στο παιχνίδι και χρησιμοποιεί την ‘Αγκυρα), έχει μεγάλο συμφέρον να αλλάξει τη δημογραφία, για να μην αξιοποιηθεί οποτεδήποτε στο μέλλον το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης από την σημερινή πλειοψηφία του πληθυσμού.

 

Τα συμβαίνοντα εν Κύπρω δεν έχουν καμιά σχέση με τα όποια οικονομικά της προβλήματα – είναι ανόητο και να το υποθέτει κανείς αυτό. Η Κύπρος είναι οικονομικά ασήμαντη για την ΕΕ, το ίδιο και τα προβλήματά της. Αντίθετα, η Κύπρος ήταν και είναι εξόχως σημαντική για την τεράστια στρατηγική της σημασία. Γι’ αυτό η Αυτοκρατορία (βρετανική, αμερικανική ή χρηματιστική) ήθελε/θέλει πάντα να τη διατηρήσει υπό τον ασφυκτικό έλεγχό της από τότε πούβαλε το πόδι της στο νησί, το 1878. Η κατάλυση της κυπριακής ανεξαρτησίας υπήρξε κεντρική βρετανική επιδίωξη ήδη πριν υπάρξει κυπριακή ανεξαρτησία (!!!) και αποτυπώθηκε στον ανεφάρμοστο λαβύρινθο της Ζυρίχης και του Λονδίνου («Ανταλκιδείου Ειρήνης», κατά Ηλία Ηλιού). Αφού δεν το πέτυχε το 1964, ούτε το 1974, με στρατιωτικά μέσα, η Αυτοκρατορία το δοκίμασε το 2002-04 με τα μέσα της παραπλάνησης του λαού, της διαχρονικής υποτέλειας και της «εξαγοράς» του πολιτικού προσωπικού Κύπρου και Ελλάδας για να γίνει δεκτό το σχέδιο Ανάν. Σήμερα, είναι με τα μέσα του χρηματιστικού-οικονομικού και του πληροφοριακού-ψυχολογικού πολέμου που επιχειρείται το ίδιο. Η απόφαση του Eurogroup και του ΔΝΤ τον Μάρτιο, με τις ευλογίες της Ουάσιγκτον και εν γνώσει του Ισραήλ, δεν ήταν παρά συνέχεια της οικονομικής, πολιτικής και γεωπολιτικής επίθεσης που δέχεται ολόκληρος ο ελληνισμός από την Αυτοκρατορία μετά τον Απρίλιο του 2010 (και προηγουμένως με το σχέδιο Ανάν το 2002-04) και που αποβλέπει (και εν μέρει ήδη πέτυχε) στην κατάλυση της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας των δύο κρατών του.

 

Τύφλα νάχουν Γκουντέριαν και Ναπολέων, μπροστά στα όσα, η Αυτοκρατορία, οι «Πιστωτές» και οι «Προστάτες» μας κάνουν τώρα στην Κύπρο, χωρίς μάλιστα να κινητοποιούν κανένα στρατό, χωρίς κανένα κόστος και με την ευθύνη να επιπίπτει επί των ατυχών θυμάτων τους. Πάρτε τη συνεδρίαση του Eurogroup του Μαρτίου 2013. Αποφασίζοντας το κούρεμα των καταθέσεων, Eurogroup, ΔΝΤ και ΕΚΤ, κλόνισαν θανάσιμα την εμπιστοσύνη των καταθετών στις κυπριακές τράπεζες, άρα τις ίδιες τις τράπεζες, δηλαδή την οικονομία του νησιού, που στηρίζεται κατά το ήμισυ στις τράπεζες, δηλαδή το ίδιο το κράτος. Κανένας στρατός στον κόσμο δεν θα μπορούσε να καταστρέψει, και μάλιστα σε δύο ώρες, το κυπριακό κράτος. Θεωρητικά θα μπορούσαν να το κάνουν με μια πολύ μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση, στην πραγματικότητα όμως μια τέτοια επιχείρηση θα ήταν πολιτικά αδιανόητη και θα είχε πολύ μεγάλο κόστος και, ακόμα άλλωστε και αν γινόταν και πετύχαινε, δεν θα μπορούσε να νομιμοποιηθεί διεθνώς.

 

Σα να μην έφτανε η καταστροφή οικονομίας, κοινωνίας και κράτους, με αυτές τις αποφάσεις, οι Πιστωτές και οι Προστάτες φρόντισαν να δέσουν την Κύπρο και οικονομικο-νομικά, με τρόπο που να μη μπορεί να ξεφύγει εις το διηνεκές, δηλαδή χρηματοδοτώντας με ένα τεράστιο ποσό και πιθανώς παράνομα τη Λαϊκή Τράπεζα από την ΕΚΤ, μετά φορτώνοντας την Κύπρου με το χρέος της Λαϊκής και, τελικά, φορτώνοντας το κυπριακό κράτος με ένα μη βιώσιμο χρέος. ‘Όπως γνωρίζουμε από την ελληνική περίπτωση, δυστυχώς πολύ καλά, η αποδοχή και προσπάθεια εξυπηρέτησης μη βιώσιμου χρέους με σύναψη Δανειακών και Μνημονίων σημαίνει ότι καταστρέφεσαι για να υποδουλωθείς!

 

Θάταν εξάλλου μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθούμε με την ευκαιρία και σε μια ακόμα σοβαρότατη παρενέργεια των αποφάσεων του Μαρτίου, που δεν ήταν άλλη από τη δυνητικά θανάσιμη επίθεση και πάντως σοβαρότατη υπονόμευση της σχέσης Μόσχας και Λευκωσίας, σχέσης ζωτικής σημασίας για την ίδια την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά το 1960. Μία μόνο φορά ξανάγινε αυτό το πράγμα, στις ρωσο-κυπριακές σχέσεις, τον Ιούλιο του 1974, όταν η εξουσία στη Λευκωσία  πέρασε υπό τον έλεγχο της αμερικανοκίνητης χούντας του Ιωαννίδη και γνωρίζουμε τι ακολούθησε.

 

Αλλά οι χρηματοπιστωτικοί «Ναπολέοντες» και «Γκουντέριαν» δεν ήταν ικανοί να αποτελειώσουν την υπόθεση, γι’ αυτό επιστρατεύτηκαν τώρα και ολίγοι Ζαμιάτιν, Χάξλευ, ‘Οργουελ. Οι Κύπριοι πολίτες έπαθαν τρομακτικό σοκ από τη συναίσθηση του τι τους έκαναν. Οι επιτιθέμενοι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν το σοκ που προκάλεσαν για να τους αποκοιμίσουν! Η τακτική αυτή είναι παρόμοια με τις ανακριτικές τεχνικές της Γκεστάπο και με την τεχνική μάρκετινγκ των καπνοβιομηχανιών, που χρησιμοποιούν το άγχος για τις θανάσιμες συνέπειες του καπνίσματος, προκειμένου να προωθήσουν τα προϊόντα τους. Είναι αντίστροφη και πολύ πιο επικίνδυνη από τις τεχνικές χειραγώγησης του δημοψηφίσματος. Τότε γέμισαν τον κόσμο ψέμματα και προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν με φανταστικές απειλές και κινδύνους. Τώρα, η παραπλάνηση στηρίζεται στην αλήθεια της απώλειας και στην απροθυμία των ανθρώπων να παραδεχτούν ότι η πατρίδα τους καταστράφηκε, με τον ίδιο τρόπο που δεν παραδεχόμαστε την απώλεια ενός συγγενούς ή που οι στρουθοκάμηλοι αγχολύονται με το κεφάλι στην άμμο. Τώρα το πρόγραμμα των Προστατών λέει  στα άτυχα πειραματόζωα, ίσως του πιο προχωρημένου προγράμματος χειραγώγησης κοινωνίας στην ιστορία της ανθρωπότητας:

 

«Κυττάξτε έχετε χαθεί, αλλά έχετε μία ελπίδα ακόμα, την τελευταία. Τους υδρογονάνθρακες και τη συμμαχία με το Ισραήλ. Αλλά ακόμα και για να μας δώσετε τα αέρια και τα πετρέλαια, πρέπει να λύσετε το κυπριακό» (η κυβέρνηση των ΗΠΑ έκανε δηλώσεις σχετικά με την ανάγκη λύσης του κυπριακού για να γίνει εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων αμέσως μετά τις αποφάσεις του Μαρτίου).

 

Ταυτόχρονα, προχωράει και η υπόθεση «Αμμόχωστος», που είναι, υπό τους όρους που προτείνεται, μια επιχείρηση επίλυσης ντε φάκτο του κυπριακού με ντε φάκτο αναγνώριση των τετελεσμένων. Αφού, ανοίγοντας το αεροδρόμιο Τύμπου στα κατεχόμενα και απελευθερώνοντας το εμπόριό τους, ουσιαστικά η Κυπριακή Δημοκρατία παραιτείται του τελευταίου πρακτικού μέτρου μη αναγνώρισης της εισβολής και κατοχής. Επιπλέον, η άρση του βέτο στο άνοιγμα περαιτέρω κεφαλαίων της ευρωτουρκικής διαπραγμάτευσης συνεπάγεται αφοπλισμό Αθήνας και Λευκωσίας από το σημαντικότερο διπλωματικό όπλο που διαθέτουν σήμερα, το μπλοκάρισμα της τουρκικής πορείας προς την ΕΕ.

 

‘Εχουμε υπογραμμίσει επανειλημμένως τις σοβαρότατες επιφυλάξεις μας  για την ενεργειακή πολιτική και τις σχέσεις με το Ισραήλ που αναπτύσσει η Λευκωσία, σχέσεις δορυφοροποίησης και προτεκτοροποίησης, όχι σχέσεις ισότιμης συνεργασίας. Είμαστε – προς καθόλου χαρά, προς βαθύτατη λύπη μας - ίσως οι μόνοι, σε όλο τον ελληνικό χώρο, ή πάντως από τους ελάχιστους που διέβλεψαν ότι κάτι τρομερό θα συμβεί στην Κύπρο την εποχή που όλοι έλεγαν τι καταπληκτικές επιτυχίες έχει κάνει με υδρογονάνθρακες, Ισραήλ και ΑΟΖ. Το τυρί ήταν μεγάλο, η φάκα ακόμα μεγαλύτερη, οι Κύπριοι την κατάπιαν ολάκερη και με όρεξη και ακόμα δεν έχουν καταλάβει τι έγινε – ή, όσοι κατάλαβαν ποιούν την νήσσαν, με το αζημίωτο.

 

Δεν θα επαναλάβουμε εδώ τη συζήτηση για τις επιλογές ενεργειακής πολιτικής και εξωτερικής στρατηγικής που διέθετε, κάθε χρονική στιγμή, η Κυπριακή Δημοκρατία. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε μερικά πράγματα. ‘Όταν έχεις βαλθεί να εξυπηρετήσεις μη βιώσιμο χρέος και όταν έχεις ήδη καταστεί αποικία χρέους, η εξόρυξη οποιουδήποτε ορυκτού πλούτου είναι πράξη εθνικής προδοσίας, όπως είναι σε περιόδους ξένης κατοχής. Γιατί θα δώσεις τους πόρους στους ξένους, χωρίς να ξεχρεώσεις! Από την άλλη, η Κύπρος διαθέτει δύο ακόμα όπλα για να τη βοηθήσουν να σωθεί, αν θελήσει, κι αυτά είναι οι υδρογονάνθρακες και το, πολύ σοβαρότερο, η γεωπολιτική της θέση (ίσως, αν θέλετε, και τα θεσμικά-πολιτικά δικαιώματα από τη συμμετοχή στην ευρωζώνη, αν θελήσει να τα χρησιμοποιήσει, γι’ αυτό και είναι στρατηγικό σφάλμα η αποχώρηση τώρα από το ευρώ με πρωτοβουλία της). Αυτά τα δύο πάνε άλλωστε και μαζί, αφού αυτός που θα εκμεταλλευθεί τους υδρογονάνθρακες, είναι αυτός που θα «καλύψει» στρατιωτικά τον χώρο.

 

Η Κύπρος δεν πρέπει να δώσει σε κανέναν τους υδρογονάνθρακές της και τον στρατηγικό της χώρο, παρά μόνο εξασφαλίζοντας, σε αντάλλαγμα την απελευθέρωσή της από το μη βιώσιμο χρέος και το καθεστώς αποικίας χρέους. Αν κάνει κάτι τέτοιο το Ισραήλ, ας το συζητήσουμε. Αλλοιώς, γιατί δεν δοκιμάζει η Λευκωσία να το κάνει με τους Ρώσους, τους Κινέζους, τους BRIICS; Χρειάζονται βέβαια πατριώτες για κάτι τέτοιο.

 

23 Οκτωβρίου 2013

 

Konstantakopoulos.blogspot.com

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic Nexus, Νοέμβριος 2013