Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2012

Κύπρος: στο όριο του αφανισμού

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου Στην Αμερική, εδώ και μερικά χρόνια, κάνει θραύση η ιδέα της «συναισθηματικής νοημοσύνης». Δεν είναι μόνο αυτά που καταλαβαίνουμε με τη λογική μας, είναι κι αυτά που καταλαβαίνουμε με το συναίσθημα. Αν ζούσα στην Αμερική ίσως νάμουν τώρα πλούσιος. Θα λάνσαρα και τρίτη νοημοσύνη, την «ηθική νοημοσύνη». Αλλά δεν ζω στην Αμερική και δεν ξέρω αν η Αμερική είναι το κατάλληλο μέρος για να μελετήσει κανείς ένα τέτοιο θέμα. Στην Ελλάδα ζω και η Ελλάδα, μαζί με την Κύπρο, μοιάζουν ιδανικές όχι για τη μελέτη της ηθικής, αλλά μάλλον της ανηθικότητας και των συνεπειών της. Γιορτάζουμε το ‘Oχι, στις 28 Οκτωβρίου γιατί, αν γιορτάζαμε τα Ναι, δεν θα δουλεύαμε ούτε μια μέρα τον χρόνο, είχε πει εύστοχα μια μέρα ο Θύμιος Καλαμούκης της «Ελληνοφρένειας». Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Τάσσου Παπαδόπουλου, του αγωνιστή της ΕΟΚΑ και του «Προέδρου του ‘Όχι», αλλά επίσης τα κόκκαλα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Σπύρου Κυπριανού με την υποψηφιότητα του Νίκου Αναστασιάδη για την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και, ακόμα περισσότερο, με την απόφαση του κόμματός τους, του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗΚΟ), να την υποστηρίξει. Στην Κύπρο μου λένε, κάθε τόσο, ότι στην εξωτερική πολιτική μετράνε μόνο τα συμφέροντα, όχι τα δίκαια. Εγώ δεν πιστεύω τίποτα από αυτά – η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει αν μετρούσαν μόνο τα συμφέροντα. Το δίκαιο και η ηθική είναι επίσης τεράστια υλική δύναμη. Συνήθως, όσοι εκτοξεύουν αυτές τις ανοησίες κάποια βρωμιά ετοιμάζονται να κάνουν ή να αποδεχτούν. Βρωμιά στη βρωμιά, στην εξωτερική και στην εσωτερική πολιτική, κινδυνεύει τώρα να χαθεί ολάκερο το ελληνικό έθνος, σε Ελλάδα και Κύπρο, κυριολεκτικά κάτω από έναν όγκο «εθνικών σκατών». (Ζητούμε συγγνώμη για τη χρήση τέτοιου όρου. Είμαστε συστηματικά αντίθετοι στη χυδαιογραφία, που δεν συνεισφέρει άλλωστε στη δύναμη του επιχειρήματος, αλλά σε ορισμένες περιστάσεις, όπως είναι η σημερινή εθνική παρακμή του ελληνισμού, μόνο τέτοιες εκφράσεις παρέχουν δυστυχώς τη δυνατότητα ακριβούς αποτύπωσης της θλιβερής πραγματικότητας). Ο Νίκος Αναστασιάδης, που διεκδικεί τώρα την Προεδρία του κυπριακού κράτους, είναι ο άνθρωπος που εργάσθηκε όσο κανείς άλλος για να διαλύσει αυτό το κράτος το 2004, υπερασπιζόμενος το σχέδιο Ανάν. Το σχέδιο Ανάν προέβλεπε την υποταγή και των τριών εξουσιών του νησιού σε τρεις ξένους αξιωματούχους που θα διόριζε ο ΓΓ του ΟΗΕ, δηλαδή η Βρετανία, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ και αυτοί, με τη σειρά τους, θα διόριζαν τους διαδόχους τους. Ο κατάλογος των απερίγραπτων και τερατωδών ρυθμίσεων του σχεδίου Ανάν δεν έχει τέλος. Ο κορυφαίος συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος το είχε χαρακτηρίσει «έργο παράφρονος», ενώ ο επίσης συνταγματολόγος Βαγγέλης Βενιζέλος είχε πει ότι χρειαζόταν δύο λεπτά για να το ξετινάξει κανείς από πλευράς ευρωπαϊκού, συνταγματικού και διεθνούς δικαίου. Το σχέδιο Ανάν, εκτός όλων των άλλων, απαγόρευε επίσης στο νέο «κράτος» που δημιουργούσε στην Κύπρο, να διατηρεί μέσα άσκησης της κυριαρχίας του και αυτοάμυνας! Αν οι Κύπριοι το ψήφιζαν το 2004, θα αποποιούντο οικειοθελώς και ανεπιστρέπτως του κράτους τους, εγκαθιδρύοντας στο νησί και υποτασσόμενοι αυτοβούλως σε μια μεταμοντέρνα αποικία του Λονδίνου, της Ουάσιγκτων και του Τελ Αβίβ, μετατρεπόμενοι οι ίδιοι σε «κοινότητα σε αναζήτηση κηδεμόνα», κατά την εύστοχη επισήμανση του Τάσσου Παπαδόπουλου. (1) Σε αντίθεση με το Μνημόνιο και τη Δανειακή, που έκαναν επίσης, με άλλους μηχανισμούς, ένα έργο αποικιοποίησης του ελληνικού κράτους, και για τα οποία δεν ρωτήθηκε ποτέ ή ρωτήθηκε εμμέσως και πολύ αργά ο ελληνικός λαός, το σχέδιο Ανάν ετέθη στην κρίση του κυπριακού λαού. ‘Ενας λόγος ήταν το ότι οι (όχι και τόσο) νέοι αποικιοκράτες πίστευαν ότι το ελληνικό πολιτικό προσωπικό είναι τόσο υποτελές που θα οδηγούσε εύκολα τους ψηφοφόρους στο Ναι. ‘Ενας ακόμα βαθύτερος λόγος ήταν ο ριζικός, «συντακτικός» χαρακτήρας του. ‘Ηταν τόσο χοντρό αυτό που πήγαν να κάνουν στο κυπριακό κράτος, ερχόταν σε τόσο μεγάλη αντίθεση με τα θεμέλια του δικού τους δυτικού πολιτεύματος, που θεώρησαν ότι έπρεπε να αποκλεισθεί οποιαδήποτε εκ των υστέρων αμφισβήτηση της νομιμότητάς του. Προέβλεψαν το δημοψήφισμα για λόγους αυτοσεβασμού της αυτοκρατορικής εξουσίας, όχι γιατί το απαίτησαν οι ραγιάδες. ‘Ετσι όμως, έδωσαν τη δυνατότητα στους Κύπριους πολίτες να ψηφίσουν ‘Όχι σώζοντας τους εαυτούς τους, την αξιοπρέπειά τους και το κράτος τους. Αν η Κύπρος ήταν κάπως κανονικό κράτος ή οι ‘Ελληνες ένα κάπως αξιοπρεπές έθνος, δεν θα μπορούσε ποτέ ένα τέτοιο σχέδιο να τεθεί σε δημοψήφισμα, όπως δεν κάνουμε δημοψήφισμα για να αποφασίσουμε αν θα εισάγουμε το θεσμό της δουλείας. Ευτυχώς πάντως το δημοψήφισμα προβλέφθηκε και ο κυπριακός λαός απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία το σχέδιο, ένα ‘Όχι στο οποίο πρωτοστάτησε ο Τάσσος Παπαδόπουλος και το κόμμα του, το ΔΗΚΟ. Πρωταγωνιστής του «Ναι», από την άλλη μεριά, ο Νίκος Αναστασιάδης. Που όχι μόνο υπερασπίστηκε με νύχια και με δόντια το σχέδιο, υπόδειγμα ο ίδιος πολιτικού πιστού στους ξένους και τα συμφέροντά τους, αλλά και εξεστράτευσε στην Ευρώπη, μαζί με τα πρωτοπαλλήκαρα του άλλου «’Ελληνα», Γιώργου Παπανδρέου, κατηγορώντας την κυπριακή κυβέρνηση για αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις στο δημοψήφισμα. Η υποτέλεια του Αναστασιάδη συνιστά τόσο αξεδιάλυτο στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας που έσπευσε να πιέσει και τον Σαμαρά να ταχθεί υπέρ του Μεσοπρόθεσμου, όταν ακόμα ο Πρόεδρος της ΝΔ έλεγε ότι είναι κατά του Μνημονίου. Αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο σπεύδουν τώρα να υποστηρίξουν το Δημοκρατικό Κόμμα, του αείμνηστου Τάσσου Παπαδόπουλου, ίσως και ένα μέρος του Ευρωπαϊκού Κόμματος, που συγκροτήθηκε ακριβώς στη βάση των αρχών του ‘Όχι στο σχέδιο Ανάν και να του αναθέσουν το σπουδαιότερο αξίωμα στο κυπριακό κράτος. (Αυτό τουλάχιστο δείχνουν τα δεδομένα που έχουμε τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, γιατί οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται). Αν τώρα μια τέτοια πράξη δεν συνιστά μνημείο πολιτικής ανηθικότητας, καιροσκοπισμού και εθνικού τυχοδιωκτισμού, τότε διερωτώμεθα ποιά πράξη θα μπορούσε να είναι. ‘Όπως η εμφάνιση του σχεδίου Ανάν και, αργότερα, του Μνημονίου και των Δανειακών στην Ελλάδα, έτσι και οι πολιτικές εξελίξεις γύρω από το θέμα των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο φανερώνουν τον ακραίο ευτελισμό και ηθικο-πολιτικό εκφυλισμό του ελληνικού πολιτικού προσωπικού και, ευρύτερα, της άρχουσας τάξης στα δύο κράτη και προοιωνίζονται μεγάλες εθνικές και κοινωνικές καταστροφές (2). Μπορούν αυτές να πάρουν τη μορφή νέου σχεδίου Ανάν, μπορούν να εκδηλωθούν μέσω Μνημονίων και Δανειακών, όπως στην Ελλάδα, ή με τη ντε φάκτο μετατροπή της Κύπρου σε προτεκτοράτο τρίτων δυνάμεων, που τάχα εμφανίζονται ως φίλες, αλλά οικειοποιούνται σταδιακά τις πιο ζωτικές κρατικές και οικονομικές λειτουργίες του νησιού και το απομακρύνουν από τη μητροπολιτική Ελλάδα. Το πρόβλημα δεν είναι άλλωστε το ίδιο το σχέδιο Ανάν και η επαναφορά αυτού ή μιας παραλλαγής του. Η εμφάνιση του σχεδίου Ανάν ήταν το αιτιατό, δεν ήταν το αίτιο. Το αίτιο είναι η διάθεση της νεοαποικοκρατίας να ελέγξει το νησί, καταργώντας ει δυνατόν το ανεξάρτητο, δημοκρατικό και κυρίαρχο κράτος, που διασφαλίζει τον έλεγχο των κατοίκων επί της νήσου. Είναι επίσης η διάθεση της ελίτ, σε Ελλάδα και σε Κύπρο, να «πουλήσει» και το κράτος και «τη μάνα της και τον πατέρα της» στους ξένους. Ο συνδυασμός των αποικιακών βλέψεων και του εξωφρενικού νεοραγιαδισμού των ελίτ (και όχι η Τουρκία) είναι που συντηρεί μια μόνιμη και σοβαρή απειλή για την ύπαρξη του κυπριακού κράτους. Αλλά στην εποχή μας, η ύπαρξη ενός στοιχειωδώς ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους είναι προϋπόθεση επιβίωσης του ελληνισμού στην Κύπρο (και την Ελλάδα). Σημειώσεις (1) Για τις πρόνοιες του σχεδίου Ανάν, παραπέμπουμε τον ενδιαφερόμενο αναγνώστη στο βιβλίο μας «Η Αρπαγή της Κύπρου (το σχέδιο Ανάν ως εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής στην Ευρώπη, τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή)», από τις εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα 2004 (2) Από καιρό άλλωστε ήταν δυνατό να προβλεφθούν. Δες σχετικά και το βιβλίο μας «Η Κύπρος σε παγίδα», (εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2008) Konstantakopoulos.blogspot.com «Επίκαιρα», 13.9.2012

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Κύπρος: από το 'Οχι του 2004 στο Ναι του 2012

Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου ‘Ηταν Φεβρουάριος του 2008, η βραδυά του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στην Κύπρο. Είχε γίνει πια σαφές: ο Πρόεδρος του ‘Όχι στο σχέδιο Ανάν, αυτός που διέσωσε το κυπριακό κράτος από την αυτοκατάλυσή του, και την Ελλάδα από τις συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, είχε ηττηθεί και αποκλεισθεί. ‘Ένα βουβό «γιατί;» σχηματίστηκε στο πρόσωπο της γυναίκας, στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου πούμενα, στη Λευκωσία. Με δυσκολία κρατούσε τα δάκρυά της, ώσπου της βγήκε η πίκρα: «Δεν μπορούσαμε βλέπεις. Δεν αντέχουμε να ζήσουμε πάνω από μερικά χρόνια με εθνική αξιοπρέπεια». Το πένθος της Κασσάνδρας στη μορφή της Ελληνίδας, από τότε προϊδέαζε για το δρόμο του αφανισμού που σύντομα θάμπαινε η Ελλάδα με τον εθνικό εξευτελισμό του Μνημονίου, των Παπανδρέου και Σαμαρά, μιας από τις μεγαλύτερες πράξεις συλλογικής προδοσίας της χώρας μας από μέρους των αρχουσών της τάξεων στα διακόσια χρόνια της «ανεξαρτησίας». Από κοντά, αναπόφευκτα, και η Κυπριακή Δημοκρατία, που δεν απειλείται μόνο από το δικό της Μνημόνιο, αλλά και άλλες πολύ πιο σύνθετες και δύσκολες απειλές σήμερα. Γιατί η μοίρα των δύο κρατών είναι βαθιά και πολλαπλά αλληλένδετη και πάντα, η προσπάθεια των ιθυνόντων στη Λευκωσία και την Αθήνα να παραστήσουν ότι δεν είναι έτσι, όπως τους ζητά πάγια το Λονδίνο και η Ουάσιγκτων, οδήγησε μόνο σε εθνικές τραγωδίες. Πριν από οκτώ χρόνια, η Κυπριακή Δημοκρατία αντιμετώπισε επιτυχώς μια πρόκληση χειρότερη ίσως και από το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας και την εισβολή του 1974, έστω κι αν δεν είχε τον δραματικό χαρακτήρα εκείνων των γεγονότων. Το 1974, η Τουρκία δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να καταλάβει όλη την Κύπρο, γιατί θα τη σταματούσαν οπωσδήποτε η Βρετανία, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, που την ενθαρρύνουν, την ανέχονται και τη χρησιμοποιούν για τον έλεγχο του νησιού από την ελληνική πλειοψηφία του πληθυσμού του, δεν έχουν όμως την παραμικρή διάθεση να το παραδώσουν στην ‘Αγκυρα. Για λογαριασμό τους πάντα ήθελαν και πάντα θέλουν την Κύπρο, αλλά βέβαια, κοντά στον αυτοκρατορικό βασιλικό, ποτίζεται και η τουρκική γλάστρα. Η αποτυχία των χουντικών να δολοφονήσουν τον Μακάριο, που συμβόλιζε από μόνος του το κυπριακό κράτος και διέθετε τεράστιο παγκόσμιο κύρος, μαζί και η αντίσταση της δημοκρατικής Κύπρου, κυρίως γύρω από την ΕΔΕΚ του θρυλικού «γιατρού» Βάσσου Λυσσαρίδη, δεν επέτρεψε εξάλλου τη μετατροπή από τότε της Κύπρου σε είδος Βοσνίας ή Ανατολικού Τιμόρ, όπως θα προέβλεπε, δεκαετίες αργότερα, το διαβόητο σχέδιο Ανάν. Το 2004, υπό την ηγεσία του Τάσσου Παπαδόπουλου και ανθιστάμενοι σε ένα όργιο ωμών διεθνών πιέσεων (αυτό που ξαναείδαμε πρόσφατα στις ελληνικές εκλογές της 17ης Ιουνίου), οι Κύπριοι εκλογείς απέρριψαν με συντριπτική πλειοψηφία το σχέδιο Ανάν, ένα σχέδιο που υποστήριξε με φανατισμό το σύνολο σχεδόν της ιθύνουσας τάξης σε Ελλάδα και Κύπρο, άλλο αν μετά κόντεψαν να βγούνε εκ των υστέρων όλοι «αγωνιστές του όχι». Το Σχέδιο Ανάν ήταν μια πρόκληση ίσως χειρότερη από αυτή του 1974, γιατί προέβλεπε τη διάλυση του δημοκρατικού, κυρίαρχου και ανεξάρτητου κυπριακού κράτους προς όφελος ενός μορφώματος που θα διοικούσαν τρεις ξένοι αξιωματούχοι που θα διόριζε ο ΓΓ του ΟΗΕ, δηλαδή το Λονδίνο, η Ουάσιγκτων και το Τελ Αβίβ, και στο οποίο απαγορευόταν η ύπαρξη μέσων άσκησης κυριαρχίας και αυτοάμυνας! Το σχέδιο Ανάν δεν έδινε την Κύπρο στην Τουρκία, την έκανε την πρώτη, κάπως «αεθνική», αποικία της «αυτοκρατορίας της παγκοσμιοποίησης», όπως πάει να γίνει τώρα η Ελλάδα με τις προβλέψεις των δανειακών συμβάσεων. Και φυσικά, ότι ο κυπριακός λαός θα έδινε με την υπογραφή του, το δικαίωμα δηλαδή να έχει το κράτος του, δεν θα του το ξαναδίνανε πίσω. Σιγά-σιγά θα τον κάνανε και μειοψηφία στη χώρα του, να μην τους ενοχλεί. Τότε, η καταστροφή απεφεύχθη. Αλλά κανένα κράτος στον κόσμο δεν μπορεί να επιβιώσει επί μακρόν, αν η εθνική του αξιοπρέπεια εμφανίζεται αραιά και που, για να χαθεί ξανά μέσα στους μαιάνδρους της διαπλοκής, της ιδιοτέλειας, της εξάρτησης, των μικρών και μεγάλων συμφερόντων, πολιτών και πολιτικών, επιχειρηματιών και εκδοτών, ξένων υπηρεσιών και διεθνών συμφερόντων. Θα τρίζουν σήμερα τα κόκαλα του Τάσσου Παπαδόπουλου, τελευταίου, μαζί με τον «Γιατρό», των «μακαριακών», βλέποντας τον Νίκο Αναστασιάδη, τον άνθρωπο που αγωνίστηκε με συνέπεια και φανατισμό υπέρ του σχεδίου Ανάν, να επιχειρεί τώρα να γίνει Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του κράτους δηλαδή που εργάσθηκε όσο κανείς άλλος για να καταργήσει, στηριζόμενος στο ΔΗΚΟ, το ίδιο το κόμμα του αείμνηστου Προέδρου και του Σπύρου Κυπριανού. Σε αντίθεση βέβαια με τους όψιμους, τόσο φανερά καιροσκόπους και τυχοδιώκτες συμμάχους του, στον Αναστασιάδη δεν μπορούμε να προσάψουμε ούτε ασυνέπεια, ούτε καιροσκοπισμό, ούτε δειλία. Αγνόησε κάθε προσωπικό και πολιτικό κόστος, δεν ταλαντεύτηκε ποτέ του, έθεσε την αξιοσημείωτη ενέργεια και τις ικανότητες που διαθέτει στην υπηρεσία των σκοπών που εκείνος νομίζει σωστούς. ‘Εγινε ο «βράχος του Ναι» στο σχέδιο Ανάν το 2004, αγνοώντας το αντίθετο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε, αλλά και έφτασε να τριγυρνάει διεθνώς και να καταγγέλλει μαζί με τους ΠΑΣΟΚους του Γιωργάκη τον Παπαδόπουλο για αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις, επιτιθέμενος στη χώρα του για λογαριασμό των ξένων. Η άποψή του μπορεί να συνοψισθεί στο σύνθημα «όλα στους ξένους», μια άποψη που δεν είναι βέβαια πολύ πρωτότυπη στον ελληνικό χώρο, ούτε στη νεώτερη Ελλάδα των κοτζαμπάσηδων και των μαυραγοριτών της Κατοχής, ούτε ακόμα και στα αρχαία χρόνια. Εμείς βγάλαμε, στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας, τον μεγαλύτερο αρχαίο θεωρητικό της υποτέλειας, τον Αίλιο τον Αριστείδη. Είναι τέτοια η σταθερότητα στις απόψεις του, που φυτρώνει και εκεί που δεν τον σπέρνουν, για να συνηγορήσει υπέρ αυτών, όπως όταν «συμβούλευσε» τον Αντώνη Σαμαρά να αποδεχθεί το Μεσοπρόθεσμο. Για τον Νίκο Αναστασιάδη είναι τώρα η στιγμή του θριάμβου, καθώς βλέπει αυτούς που έκαναν πολιτική καριέρα με το ‘Όχι στο σχέδιο Ανάν, να προσέρχονται και να τον προσκυνούν, αποβλέποντας στα ωφελήματα που πλουσιοπάροχα τους υπόσχεται. Θλίβεται κανείς, υποχρεούμενος να θυμηθεί, δυο χιλιάδες χρόνια μετά, το «Αιδώς Αργείοι». Και τρομάζει, αν δεν είναι «πτωχός τω πνεύματι», με τη Νέμεση που σύντομα θα φέρει η ‘Υβρις. Οι Γάλλοι λένε ότι οι λαοί έχουν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν. Στην περίπτωσή μας, απόγονοι, αν είναι δυνατόν, του λαού που άκουσε τον Επιτάφιο, κινδυνεύουμε σοβαρά να το χάσουμε το κράτος μας, σε Ελλάδα και Κύπρο, αφού αποδείξουμε με τη στάση μας ότι δεν αξίζουμε να το έχουμε. Konstantakopoulos.blogspot.com Δημοσιεύτηκε στην «Ελλάδα αύριο», 12.9.2012

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Από την καταστροφή της οικονομίας στον "πόλεμο των φυλών"

Στρατηγικές με φόντο το μεταναστευτικό Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου Αυτό μας έλειπε τώρα. Τη στιγμή που εξελίσσεται η τελευταία φάση της επιχείρησης «Χρεωκοπήστε την Ελλάδα και πετάξτε την από το ευρώ με τους όρους μας», και ενώ, ακριβώς για να πετύχει αυτή η επιχείρηση, εμπεδώθηκε στα διεθνή ΜΜΕ, με τη συνδρομή μιας εγχώριας, πλην ξενόδουλης ελίτ, η εντύπωση μιας χώρας αποτυχημένης, τεμπέληδων και διεφθαρμένων μπαταχτζήδων, φανταστείτε, με την «επιδημία» απρόκλητων δολοφονιών ξένων που συνεχίζεται, να αρχίσουν να εμφανίζουν την Ελλάδα διεθνώς και ως «χώρα δολοφόνων». Ελπίζουμε τουλάχιστο, αν και δεν είμαστε βέβαιοι, να μην σκεφτούν κάποιοι να οργανώσουν αντίποινα κατά Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό. Με ταύρο που τον μαχαιρώνουν χωρίς καν να ξέρει ποιος είναι ο ταυρομάχος μοιάζει σήμερα η Ελλάδα. Ως γνωστόν άλλωστε, γι’ αυτό ακριβώς σκοτώνονται οι ταύροι, ερεθίζονται από το κόκκινο πανί, χωρίς να καταλαβαίνουν τη στρατηγική του εκτελεστή τους. Παραδόξως (;) αυτά δεν μοιάζουν να πολυενδιαφέρουν τους διάφορους δήθεν «εθνικιστές», που συνέχισαν, ακόμα και ανήμερα της Παναγιάς, αυτή την ιστορία. ‘Ισως όμως ενδιαφέρει πολύ αυτούς που πιθανώς τους βάζουν και τους καθοδηγούν. Εκτός αν κάποιος νομίζει ότι μπορεί να λύσει το μεταναστευτικό πρόβλημα σκοτώνοντας και τρομοκρατώντας αλλοδαπούς. Το μόνο που μπορεί να κάνει έτσι, είναι να προκαλέσει στο εσωτερικό της χώρας έναν φυλετικό πόλεμο που θα την αποδιαλύσει και θα τη διασύρει διεθνώς. Η χώρα αντιμετωπίζει τεράστιο πρόβλημα με το πλήθος των ξένων που έχουν έρθει. H πλειοψηφία τους είναι άνθρωποι που έδιωξαν από τις χώρες τους οι διαρκείς πόλεμοι και επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, που υποστηρίζουν οι πολιτικοί μας, ακόμα και όταν στρέφονται εναντίον φίλων της Ελλάδας, όπως η Συρία, ή μια οικονομική πολιτική που καταστρέφει ολόκληρο τον πλανήτη, τον κάνει Νίγηρα, για να θυμηθούμε την Κριστίν Λαγκάρντ. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι tο πρόβλημα δεν θα έπαιρνε ποτέ την έκταση που πήρε, αν και τα δύο κόμματα εξουσίας, με αποκορύφωμα τον Γιώργο Παπανδρέου, δεν αντιμετώπιζε, έως πρόσφατα, τη μετανάστευση ως «ευλογία» και όχι ως «κατάρα» που πραγματικά είναι, όχι μόνο για τις χώρες υποδοχής, αλλά και για τους ίδιους τους μετανάστες και τις πατρίδες τους, κι αν ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός δεν ήταν απολύτως διαβρωμένος και διεφθαρμένος. Πολιτικοί χρηματοδότησαν τις προεκλογικές καμπάνιες τους, διπλωμάτες, ΚΥΠατζήδες και αστυνομικοί έγιναν πάμπλουτοι για να διευκολύνουν την έλευση ξένων και τις ελληνοποιήσεις αλλοδαπών. Επιδιώχθηκε να γίνει λαθρομετανάστευση και όχι μετανάστευση, μεταξύ άλλων, για να μπορεί να λειτουργεί αυτό το τεράστιο κύκλωμα με τον κολοσσιαίο τζίρο. Στην Ελλάδα βρήκε, με άψογα χαρτιά, καταφύγιο ο Σαλόνικ, «Αλ Καπόνε» της μετασοβιετικής Ρωσίας και πολλοί άλλοι «ήρωες» του υποκόσμου που αναδύθηκε στις στάχτες του «κομμουνισμού». Η εργοδοσία χρησιμοποίησε τους ξένους για να συμπιέσει τις αμοιβές και τη ρύθμιση της εργασίας στη χώρα. Η σταδιακή διάλυση, ο εκφυλισμός του ελληνικού κράτους, παρόξυνε και έδωσε δραματικές διαστάσεις στο πρόβλημα της μετανάστευσης και αυτό, με τη σειρά του, υπονομεύει ότι απέμεινε από κράτος και κοινωνικό ιστό. Με την ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων, σε διαφορετικό βαθμό, φτιάχτηκε παράλληλα ένα υπόβαθρο και ένας μοχλός εσωτερικής και διεθνούς αποσταθεροποίησης της χώρας. Αν δεν υπάρξει άμεσα ένα σοβαρό εθνικό σχέδιο για την αντιμετώπιση του προβλήματος, στην οικονομική θα προστεθεί και άλλη καταστροφή. Η υπόθεση αυτή δεν αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά και την αριστερά. Από ηθική άποψη οι κατατρεγμένοι όλου του κόσμου, κάθε ανθρώπινο πλάσμα, αξίζει την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή μας. Δεν μπορεί όμως να βουλιάξει μια η ήδη μισοβουλιαγμένη χώρα για να περιθάλψει έναν τέτοιο αριθμό ξένων. Αυτό δεν θα είναι προς όφελος τελικά ούτε και των ίδιων των ξένων, όπως έδειξε καθαρά και προφητικά το κλίμα που επικράτησε μετά την, αποτρόπαιης ωμότητας, δολοφονική επίθεση κατά της κοπελίτσας στην Πάρο. Αυτό που ετοιμάζουμε, μην αναγνωρίζοντας την έκταση του προβλήματος και μην οργανώνοντας εγκαίρως την ισορροπημένη και αποφασιστική συνάμα αντιμετώπισή του, είναι ένας αρχικά φυλετικός πόλεμος που θα χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια από ξένες υπηρεσίες, αλλά και θα διχάσει και τους ίδιους τους ‘Ελληνες, κινδυνεύοντας να χρησιμεύσει ως «προπομπός» μιας βίαιης σύγκρουσης αριστεράς και δεξιάς, που είναι εγγεγραμμένη ως δυνατότητα στη σημερινή κρίση, όσο δεν αντιμετωπίζεται. Οι ίδιες δυνάμεις που ευνόησαν τη μετατροπή της Ελλάδας σε «χωματερή ανθρώπων» και οργάνωσαν την αποδιάλυσή της δια του Μνημονίου, τώρα είναι έτοιμες να χρησιμοποιήσουν το πρόβλημα που δημιουργήθηκε για τις γεωπολιτικές και πολιτικές στρατηγικές τους. Οι επανειλημμένες, ανεξιχνίαστες και επίσης αποτρόπαιες δολοφονίες ξένων που σημειώθηκαν το τελευταίο διάστημα δεν μοιάζουν να έγιναν «εν βρασμώ ψυχής», ούτε ήταν προϊόν άτοπης μεν, πλην υπαρκτής συλλογικής αγανάκτησης. Μοιάζουν να έγιναν από ανθρώπους που ήξεραν να σκοτώνουν, μαχαίρωναν κατευθείαν στην καρδιά. Μακάρι να πρόκειται για μεμονωμένες πράξεις, φοβάται όμως κανείς ότι πρόκειται για την πρώτη ενεργοποίηση οργανωμένου σχέδιου. Ελπίζουμε να κάνουμε λάθος αλλά η μη εξιχνίασή των περισσοτέρων εγείρει την υποψία ότι οι ενέργειες αυτές γίνονται ανεκτές από ισχυρούς κύκλους στην Αστυνομία, που πάντως δεν εμφανίζεται με την αναγκαία βούληση για τον κολασμό των δραστών. Δίνει ενίοτε την εντύπωση ότι θέλει να «κουκουλώσει» το θέμα, υποστηρίζοντας συστηματικά ότι πρόκειται για «ξεκαθαρίσματα λογαριασμών» μεταξύ «ξένων εγκληματιών». Ακόμα άλλωστε ψάχνει να βρει ποιος πήγε να δολοφονήσει την Κούνεβα, ενώ παληότερα, όταν η ΕΥΠ είχε απάγει 28 Πακιστανούς, για λογαριασμό της Ιντέλιντζενς Σέρβις, έλεγαν ότι οι Πακιστανοί απάγονται μεταξύ τους. Πριν άλλωστε από το περιστατικό της Πάρου και τα άλλα, είχαμε και μια σειρά απρόκλητων πράξεων κακοποιήσεων αλλοδαπών στο μετρό κλπ. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει μια «νεοεθνικόφρων φράξια» στην κυβέρνηση, που, σε συνδυασμό με διεθνείς δυνάμεις, και μη ξέροντας πώς να διαχειρισθεί τη χρεωκοπία και την έξοδο από το ευρώ, ετοιμάζεται, βλέπει διέξοδο για τον εαυτό της και το καταρρέον «καθεστώς», στην προετοιμασία ενός «φυλετικού πολέμου» στο εσωτερικό ή/και μιας εξωτερικής περιπέτειας περί την ΑΟΖ (κατά το ιστορικό ανάλογο της δικτατορίας των συνταγματαρχών που, το αδιέξοδό της, την οδήγησε, υπό την καθοδήγηση εξωτερικών δυνάμεων, στο κυπριακό πραξικόπημα του 1974, δήθεν για την «ένωση» με την Ελλάδα). Φοβόμαστε όμως ότι βλέπουμε τη σταδιακή προετοιμασία ανάδυσης ενός «νέου παρακράτους», που πιθανότατα συνδέεται και με ξένες υπηρεσίες, αυτή άλλωστε είναι η παράδοση της χώρας μας, και κινείται στο πολύ πρόσφορο έδαφος που έχει δημιουργηθεί εξαιτίας της πολλαπλής αγανάκτησης που συνέχει τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού για την κατάσταση στις πόλεις και τις γειτονιές του. Η επιχειρηματολογία της «Χρυσής Αυγής», όπως και παληότερα του ΛΑΟΣ, βρίσκει εξάλλου μαζικά έδαφος και στην εκλογική βάση της αριστεράς, ενθαρρυνόμενη από τον τρόπο που πολλά στελέχη της (δεν) αντιμετωπίζουν το θέμα. Αν αναδυθεί τελικά ένα τέτοιο παρακράτος, δεν θα περιορισθεί μόνο στις δολοφονίες αλλοδαπών, θα φτάσει τελικά και στις δολοφονίες Ελλήνων πολιτικών αντιπάλων ή θα γίνει το «στήριγμα» μιας καθαρά μαφιόζικης πολιτικής, όπως στη Βουλγαρία ή τη Ρουμανία. ‘Οσοι πραγματικά αγαπάνε την Ελλάδα, ότι και αν θέλουν να ονομάζουν τους εαυτούς τους, πατριώτες, εθνικιστές ή οτιδήποτε άλλο, πρέπει να μη συμβάλλουν και να μην επιτρέψουν αυτή την εξέλιξη. ‘Εγινε πολύ συζήτηση πρόσφατα για την επιχείρηση «Ξένιος Ζευς», αν έπρεπε, δεν έπρεπε ή πως έπρεπε να οργανωθεί, ενώ αρκετοί βρήκαν γελοία την ονομασία της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι μια επιχείρηση καταστολής, συγκέντρωσης και εκδίωξης, όχι φιλοξενίας αλλοδαπών. Εφόσον το ελληνικό κράτος εκτιμά ότι πρέπει να την πραγματοποιήσει, οφείλει να το κάνει στα πλαίσια της νομιμότητας, εξηγώντας με σαφήνεια τους λόγους, εσωτερικά και διεθνώς, σεβόμενο, όσο μπορεί να γίνει αυτό σε επιχειρήσεις τέτοιου είδους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και λαμβάνοντας πρόνοια για την αποτροπή κινδύνων κατά της ζωής αυτών που η επιχείρηση έχει ως στόχο. Η ονομασία «Ξένιος Ζευς» είναι ασφαλώς και γελοία και άτοπη για μια τέτοια επιχείρηση. H Eλλάδα των ξένων Ομολογώ ότι δεν της είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία, έως ότου ο εκδότης του «Αντιφωνητή» Κώστας Καραϊσκος, λαμπρή μορφή της περιφερειακής μας δημοσιογραφίας και του θρακιώτικου ελληνισμού, μου άνοιξε τα μάτια, λέγοντάς μου ότι ο «Ξένιος» του θυμίζει, ως σύλληψη, την «Ειρήνη στη Γαλιλαία», την ονομασία μιας από τις ελάχιστα ειρηνικές εκστρατείες του ισραηλινού στρατού στα κατεχόμενα ή και άλλες επιχειρήσεις παγκοσμίως. Πράγματι. Η συγκεκριμένη χρήση ενός συμβόλου της Αρχαίας Ελλάδας όπως ο «Ξένιος Ζευς», είναι ένας ακόμα εξευτελισμός της ελληνικής παράδοσης, όπως ακριβώς επεχείρησε, διόλου τυχαία, να κάνει και μερίδα του διεθνούς τύπου στην αρχή της επίθεσης κατά της Ελλάδας. ‘Οσοι οργανώνουν τέτοιες καμπάνιες, δεν είναι ανόητοι. Γνωρίζουν τη δύναμη της «ιδεολογίας», της «πληροφορίας», της μαζικής και έντεχνης προπαγάνδας, έστω και αν η επίθεση στο «σκληρό καρύδι» των Αρχαίων μαρτυρά περισσότερο τη δική τους ιδεολογία, παρά μπορεί να κάνει οποιαδήποτε ζημιά στην ακτινοβολία του πολιτισμού της. Δεν σκέφτηκαν ‘Ελληνες την ονομασία «Ξένιος Ζευς» - εμείς τουλάχιστο δεν ξέρουμε ‘Ελληνες κρατικούς υπαλλήλους που να μπορούν να κάνουν τέτοιους χειρισμούς. ‘Όπως και στην περίπτωση των «μετονομασιών» Υπουργείων από τον κ. Παπανδρέου, π.χ. από «Δημοσίας Τάξης» σε «Προστασίας του Πολίτη», είναι οι ίδιες διεθνείς δυνάμεις και υπηρεσίες που ήλεγχαν την κυβέρνηση του ΓΑΠ και ελέγχουν τμήμα τουλάχιστο της παρούσης κυβερνήσεως, καθώς και εκτεταμένους τομείς του ελληνικού ή «ελληνικού» κρατικού μηχανισμού, πίσω από τις εμπνεύσεις αυτές. Ονομάτων επίσκεψις σοφία, έλεγαν οι Αρχαίοι. Η ανάλυση περιεχομένου των ομιλιών Παπανδρέου, δυστυχώς και των ομιλιών Σαμαρά από τότε που έκανε Ναι το ‘Όχι, ή της επιστολής του προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μετά τις εκλογές, υποδεικνύει ότι, αν δεν είναι γραμμένες από το ίδιο χέρι, υπαγορεύονται από το ίδιο μυαλό, ένα μυαλό που δεν είναι ελληνικό. Τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα, θα μου πείτε. Η εξάρτηση του ελληνικού κράτους, η κατά Σιμόπουλο «ξενοκρατία», ήταν και παραμένει το μεγάλο του πρόβλημα, άρρηκτα συνδεδεμένο με την εσωτερική διαφθορά, την έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας και τον παρασιτικό χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Αυτό το πρόβλημα έθεσαν, ξανά και ξανά, χωρίς να λύσουν όμως ικανοποιητικά, η Επανάσταση του 1821, η Εθνική Αντίσταση (1940-45), η μεταπολίτευση του 1974. Ακόμα και ο ελληνικός ακροδεξιός εθνικισμός δεν υπήρξε στην ιστορία του ελληνικός, ήταν πάντα η δηλητηριώδης απόφυση ξένων υπηρεσιών. Κι αν υπήρχαν πολλοί αγνοί, αν και όχι πολύ έξυπνοι πατριώτες μεταξύ των «ενωτικών» στην Κύπρο ή των φίλων των Κούρδων στην Ελλάδα, ή των οπαδών μιας πιο σθεναρής εξωτερικής πολιτικής στα ‘Ιμια, δεν κατάφεραν να μη χρησιμοποιηθούν εντέχνως από τους διεθνείς «νταβατζήδες». Γι’ αυτό και το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να φέρουν την Τουρκία στην Κύπρο, την Ελλάδα στη Μαδρίτη και τον Οτσαλάν στο ‘Ιμραλι. Λίγο τόνωση της μνήμης δεν είναι ανώφελη στους καιρούς που ζούμε. Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως πειραματόζωο για να φορτωθεί στους ευρωπαίους εργαζόμενους η κρίση χρέους, αλλά και για να δημιουργηθεί ένα νέο είδος κράτους β’ κατηγορίας στα πλαίσια της ΕΕ. Χρησιμοποιείται τώρα πιθανώς για την έναρξη της πορείας διάλυσης της ΕΕ. Κινδυνεύουμε, αν δεν ανακόψουμε τη διαδικασία, να χρησιμοποιηθούμε αύριο ως πειραματόζωο για τη μελέτη νέων μορφών αυταρχισμού στην Ευρώπη, καθιστάμενοι ταυτόχρονα ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για μεσανατολικά σχέδια της «Αυτοκρατορίας». Konstantakopoulos.blogspot.com «Η Ελλάδα αύριο», 21.8.2012