Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ Ως ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Ελλάδα, Μνημόνια και Ευρώ

Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Είναι βέβαιο ότι επίκειται κάποια «αναθεώρηση» του Μνημονίου. Το αποφάσισαν οι έξω, δεν το ζήτησε η Ελλάδα. Γιατί ξέρουν ότι δεν βγαίνει, γιατί άρχισαν να γεύονται τις πιθανές συνέπειες αυτής της καταστροφής, με πρώτη την παρ’ ολίγον κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από τον ΣΥΡΙΖΑ, γιατί θέλουν να βοηθήσουν τις φιλικές δυνάμεις τους στην Αθήνα. Θα περιλαμβάνει πιθανώς ένα τράτο ενός ή δύο χρόνων και διάφορα άλλα μικροδωράκια, που θα τα εμφανίσουν ως «μεγάλες εθνικές επιτυχίες» οι άθλιοι του Κολωνακίου και της Εκάλης (αν οι κυβερνήτες μας ήταν Ιάπωνες και όχι ‘Ελληνες, είναι βέβαιο ότι θα είχαν κάνει προ πολλού μαζικό χαρακίρι, αντί να υποδύονται τους σωτήρες από την καταστροφή που προκάλεσαν!) Θα ξεσφίξουν λοιπόν λίγο τη θηλιά, δεν θα την απομακρύνουν όμως από το λαιμό του σταδιακά απαγχονιζόμενου ελληνικού λαού και κράτους.

Η Ελλάδα όμως μπορεί και πρέπει να πάρει πολύ περισσότερα. Εξηγήσαμε αναλυτικά σε προηγούμενο άρθρο μας (Η Ελλάδα αύριο, 20.6) τους λόγους για τους οποίους η ‘Αγκελα Μέρκελ, αν και το έχει προετοιμάσει, είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να επιδιώξει την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ τώρα (εκτός αν η Αθήνα εξακολουθήσει να συνεργεί αντικειμενικά σε αυτό). Είναι συζητήσιμο ακόμα και αν μπορεί να επιχειρηθεί η εισαγωγή παράλληλου δεύτερου νομίσματος στη χώρα. Το Βερολίνο απέδειξε με τους παγκοσμίους πολέμους, τη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, την ικανότητά του να διαπράττει τεράστιες καταστροφές, που οδηγούν τελικά και στη δική του. Ακόμα όμως κι αν η Μέρκελ αγνοήσει τον κίνδυνο να μείνει στην ιστορία ως η «καγκελλάριος που διέλυσε την ΕΕ», ισχυρότατες δυνάμεις στο εσωτερικό της Γερμανίας και διεθνείς θα την εμποδίσουν, τουλάχιστο σε αυτή τη συγκυρία. (Μόνος απροσδιόριστος παράγων παραμένει μια πιθανή αλληλεπίδραση μείζονος πολέμου κατά της Συρίας με την ευρωπαϊκή κρίση).

Τι χρειάζεται η Ελλάδα

Η Ελλάδα οφείλει να πάρει πολύ περισσότερα από τα ψίχουλα που θέλουν να της δώσουν. Οφείλει να πάρει ένα βιώσιμο πρόγραμμα, που θα της επιτρέψει να διατηρηθεί ως κράτος. Το Μνημόνιο και η Δανειακή δεν είναι απλώς μεγάλες κοινωνικο-οικονομικές «αντιμεταρρυθμίσεις», όπως ο Θατσερισμός. Απειλούν ευθέως την επιβίωση του ελληνικού λαού και κράτους και τη μακροημέρευση της ΕΕ. Για την Ελλάδα, η «έλλογη ρήξη» με τη λογική Μέρκελ είναι όρος κοινωνικής, οικονομικής και εθνικής επιβίωσης.

Οι σκληρές δηλώσεις των Γερμανών και των φίλων τους, που λένε προκαταβολικά ότι δεν δέχονται καμιά αμφισβήτηση των αρχών και της λογικής του προγράμματος, όπως και των «δεσμεύσεων», γίνονται ακριβώς γιατί αντιλαμβάνονται τη δεινή θέση τους και θέλουν να αποτρέψουν προκαταβολικά οποιαδήποτε συνολική αμφισβήτηση. Στην πραγματικότητα γνωρίζουν ότι το πρόγραμμα αυτό είναι μη υπερασπίσιμο και θέλουν να αποφύγουν τη συζήτηση, οχυρούμενες πίσω από τα «συμφωνηθέντα». Εκτιμούν ότι το μεγαλύτερο ατού που έχουν είναι η δουλοπρέπεια της Αθήνας αφού, όπως έγραψε η Μπερλίνερ Τσάιτουγκ, οι ‘Ελληνες δεν τόλμησαν να κάνουν την επανάσταση και τώρα έρχονται να ζητιανέψουν λεφτά. Και πώς να μην ποντάρουν στη δουλοπρέπεια των ελληνικών ελίτ, όταν πιστεύεται π.χ. ευρέως στην Ευρώπη ότι ο ΓΑΠ έφτασε στο σημείο να θέσει υπό την έγκριση διεθνούς οικονομικού παράγοντα την κυβέρνησή του πριν σχηματισθεί!

Η αξιοπρέπεια ως προϋπόθεση διαπραγμάτευσης

Για να μπορέσει λοιπόν να γίνει διαπραγμάτευση, προτού καν κανείς εξετάσει τι και πως θα το ζητήσει, οφείλει να δημιουργηθεί υποκείμενο που να μπορεί να διαπραγματευθεί, να αποβληθεί δηλαδή από τους Έλληνες πολιτικούς η νοοτροπία παρείσακτου, προκαταβολικά ηττημένου υπηρέτη και ζητιάνου που συνήθως τους διακατέχει και να αλλάξει η όλη ατμόσφαιρα της συζήτησης για το ελληνικό θέμα. Η Ελλάδα, προτού ζητήσει οτιδήποτε, πρέπει να ανακτήσει την αξιοπρέπειά της και η αξιοπρέπεια δεν είναι συνάρτηση των χρημάτων πούχει κάποιος στο πορτοφόλι του, αλλά της ιδέας για τον εαυτό του πούχει στο μυαλό του. Μου το υπενθύμισε πρόσφατα στη Φιλελλήνων ένας εξαθλιωμένος συμπολίτης μας που, λίγο άδικα νομίζω, αλλά δεν μπορώ να τον κρίνω, αρνήθηκε μάλλον βίαια το νόμισμα που πήγα να του δώσω. Στο «λαμογιστάν» είναι κάπως άχαρο να εξηγεί κανείς τη δύναμη της ηθικής, συνιστώσας της «ήπιας ισχύος», όπως λένε στις ΗΠΑ. Εκεί, οι οξυδερκέστεροι παρατηρητές, όπως ο Ντέιβιντ Ιγκνάτιους της Ουάσιγκτον Ποστ, αναγνώρισαν στην αξιοπρέπεια των Αράβων Σουνιτών του Ιράκ ένα όπλο που μπόρεσε να τους νικήσει. ‘Εχουμε και ελληνική εμπειρία. Χιλιάδες άνθρωποι προτίμησαν να πάνε στο απόσπασμα αντί για το σπίτι τους, για να μην υπογράψουν μια δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού – αρκετοί δεν ήταν καν κομμουνιστές. Εξαιτίας τους, το ΚΚΕ διαθέτει ακόμα, εβδομήντα χρόνια αργότερα, έστω 4,5%, παρόλο που διεκδικεί βάσιμα τον τίτλο του κόμματος με τα περισσότερα, πιο παράλογα, «εγκληματικά» σφάλματα στην παγκόσμιο ιστορία.

Στοιχειώδεις προϋποθέσεις διαπραγμάτευσης

Προτού εξετασθεί και για να μπορέσει να εξετασθεί το ελληνικό, πρέπει να προηγηθούν ορισμένα στοιχειώδη πράγματα, και να αλλάξει η ατμόσφαιρα. Αυτά είναι:

Α) η απαγόρευση οποιασδήποτε περαιτέρω συζήτησης από ‘Ελληνες και Ευρωπαίους κρατικούς αξιωματούχους για τη διατήρηση της Ελλάδας ή όχι στην ευρωζώνη και στην ΕΕ. Η Ελλάδα ανήκει στην ΕΕ, έχει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τα άλλα μέλη, έχει νόμισμά της το ευρώ και η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση λέγεται Ευρωπαϊκή, όχι Ελληνική, Γερμανική, ή τραπεζική

Β) η πολιτική αποδοκιμασία των προσβλητικών ρατσιστικών, σαδιστικών επιθέσεων του ευρωπαϊκού τύπου και ενίοτε δηλώσεων κατά των Ελλήνων. Και η σκληρότερη κριτική είναι αποδεκτή, όχι οι προσβολές, οι συκοφαντίες και οι επιθέσεις αυτού του είδους. Αν αυτά γράφονταν στη Γαλλία, θα μπορούσαν να μηνυθούν οι γράφοντες για «υποκίνηση φυλετικού μίσους»

Η απαράδεκτη συζήτηση για την παραμονή στο ευρώ

Μια συζήτηση για αποβολή της Ελλάδας από το ευρώ, πολύ περισσότερο από την ΕΕ, τουλάχιστον από κρατικούς αξιωματούχους, ήταν αδιανόητη πριν δύο χρόνια. Η αποβολή αντίκειται στις συνθήκες και στην πολιτική φιλοσοφία επί της οποίας στηρίχτηκε η ίδρυση και λειτουργία της ΕΕ, ιδιαίτερα στην αρχή της ισοτιμίας εθνών και κρατών. Δεν προβλέπεται δυνατότητα εξόδου από την ευρωζώνη. Η ίδια η (χειραγωγούμενη) ελληνική ελίτ ξεκίνησε αυτή την εγκληματική συζήτηση, προκειμένου να τρομοκρατήσει τον ελληνικό λαό με το παραπλανητικό αξίωμα «μνημόνιο=ευρώ=ΕΕ». Η Δαμανάκη το ανέφερε πρώτη, ακολούθησε ο Παπανδρέου με το δημοψήφισμα, που, εξήγησε ο Βενιζέλος, θα ρωτούσε «μνημόνιο ή εκτός ευρώ». Μόνο μετά πήραν τη σκυτάλη Μέρκελ και Σαρκοζί και η συζήτηση που ακολούθησε άρχισε να καθιστά πολιτικά δυνατό το έως τότε αδιανόητο. Το έγκλημα ολοκληρώθηκε στην προεκλογική περίοδο, όταν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ξένες κυβερνήσεις συνεργάστηκαν για να τρομοκρατήσουν τους ‘Ελληνες, με τίμημα το ζήτημα εξόδου από το ευρώ να μπει για τα καλά στη διεθνή πολιτική ατζέντα! ‘Όλα αυτά γίνονταν, υποτίθεται, για να μείνουμε στο ευρώ, στην πραγματικότητα όμως δημιουργούσαν τις πολιτικο-οικονομικές προϋποθέσεις για την έξοδο.

Πέραν της πολιτικής, υπάρχει η οικονομική διάσταση. Παληά, όταν γινόταν μια υποτίμηση, δεν την ήξεραν παρά ελάχιστοι, γινόταν απόλυτα αιφνιδιαστικά, συνήθως Σάββατο βράδυ. Φαντάζεστε Υπουργό Οικονομικών να συζητάει δύο χρόνια δημοσίως αν θα υποτιμήσει το νόμισμά του; Τι θα συμβεί στη χώρα του και το νόμισμά της; Φαντάζεστε διευθυντή επιχείρησης να συζητάει κάθε δεύτερη μέρα πιθανή χρεωκοπία της επιχείρησής του; Η συζήτηση από ‘Ελληνες και Ευρωπαίους για ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ απετέλεσε βασικό παράγοντα φυγής κεφαλαίων από τη χώρα, κλονισμού της εμπιστοσύνης και πιστωτικής ασφυξίας των ελληνικών επιχειρήσεων. Η συζήτηση, παρατεινόμενη, μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε έξοδο.

Οι ελληνικές πολιτικές ελίτ επιμένουν στη συζήτηση αυτή για έναν απλούστατο λόγο. Δεν μπορούν να υποστηρίξουν τα Μνημόνια που υπέγραψαν με κανένα ορθολογικό οικονομικό επιχείρημα. Κάνοντάς το όμως, προκαλούν οι ίδιες την καταστροφή που λένε ότι προσπαθούν να αποτρέψουν.

Μόνο ηλίθιοι, ή άσχετοι με το αντικείμενο, ή συνειδητοί υπονομευτές της Ελλάδας ή της ΕΕ, δεν αντιλαμβάνονται τον κεντρικό ρόλο της πληροφορίας στον τρόπο λειτουργίας της σύγχρονης πολιτικής και των «αγορών», που προεξοφλούν τα αποτελέσματα των προβλέψεων πραγματοποιώντας τα. ‘Όταν βγήκε προεκλογικά η Εθνική Τράπεζα και μας κατατρόμαξε με τις πιθανές συνέπειες εξόδου από το ευρώ, έδωσε στις αγορές την πληροφορία ότι αυτό είναι σοβαρό ενδεχόμενο και άρα τοποθετήθηκαν ανάλογα έναντι της Ελλάδας. ‘Επαυσαν π.χ. να ασφαλίζουν ελληνικές εισαγωγές, προστατευόμενες από συναλλαγματικό κίνδυνο. Για να πάρουν τις εκλογές, μόνο με τις δηλώσεις τους, οι ‘Ελληνες πολιτικοί και άλλοι δημόσιοι παράγοντες, επιδείνωσαν σημαντικά τη θέση της χώρας, αλλά και επέτρεψαν στους Ευρωπαίους να λένε εκ του ασφαλούς ότι τους κατεβαίνει στο κεφάλι. Φτάσαμε στο σημείο, δημοσιογράφος ελληνικού μέσου να πιέζει τον Ολλάντ να γίνει όσο πιο απειλητικός μπορούσε εναντίον της Ελλάδας. Αν δεν σταματήσει αμέσως αυτή η ιστορία από την ελληνική κυβέρνηση και τις ελληνικές ελίτ, αν δεν απαιτηθεί παρομοίως να σταματήσει από την Ευρώπη, επί ποινή αυστηρής απάντησης σε κάθε σχετική δήλωση από την Αθήνα, τότε δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα άλλο, παρά να περιμένουμε επιτέλους πότε θα χρεωκοπήσει οριστικά η χώρα και θα εξέλθει της ευρωζώνης, μετρώντας στο μεσοδιάστημα πόσοι συμπολίτες μας πέφτουν καθημερινά από τα μπαλκόνια. Αν αυτά που κάνουν δημόσια πρόσωπα, τάκαναν διευθυντές επιχείρησης, θα ήταν φυλακή για απιστία.

Η επικοινωνιακή επίθεση κατά της Ελλάδας

Υπάρχει επίσης το ζήτημα των προσβολών, των ανακριβειών, της κατασυκοφάντησης. Ουσιαστικά, αυτό που κάνουν οι εφημερίδες των τραπεζών διεθνώς, είναι ένας «επικοινωνιακός» βομβαρδισμός, τον οποίο, όπως και στις επεμβάσεις της Μέσης Ανατολής (Ιράκ, Λιβύη, Συρία) ακολουθεί συνήθως ο «πραγματικός».

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι υπονομεύθηκαν, σε διάστημα μόλις δύο χρόνων, αφενός το όποιο κύρος και η αξιοπιστία της Ελλάδας, πολιτική και οικονομική, αφετέρου τα θεμέλια του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος. Οι τραπεζίτες είδαν το χάρο με τα μάτια τους το 2008, όταν προκάλεσαν την κρίση, παρέμεναν εξαιρετικά ανήσυχοι στα Νταβός του 2009 και 2010, ηρέμησαν μετά το Μνημόνιο. Η κρίση χρέους μετετράπη σε ενδοευρωπαϊκό πολιτικο-οικονομικό πόλεμο.

Δεν μπορεί κανείς να απαγορεύσει στις εφημερίδες των τραπεζιτών να γράφουν ότι θέλουν. Μπορεί όμως να ζητήσει από τους Ευρωπαίους ηγέτες να τις αποδοκιμάσουν και να τους εκθέσει αν δεν το κάνουν. Μπορεί να απαντήσει. Στις κατηγορίες κατά της Ελλάδας συνήθως απαντάνε ξένοι! Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των πάσης φύσεως ελληνικών «ελίτ», κρατικών και άλλων, των κυβερνήσεών μας περιλαμβανομένων, συνήθως πράττουν το αντίθετο. Οικτίρουν τη χώρα τους, για την οποία ντρέπονται, ακόμα κι όταν γίνονται Πρωθυπουργοί, όπως ο κ. Παπανδρέου που εσφαλμένως απέδιδε το προσωπικό πρόβλημα (που ορθώς διαισθάνεται ότι έχει) στην εθνική του καταγωγή! Οι ελληνικές ελίτ, λόγω νοοτροπίας τους και αναξιοπρέπειάς τους, είναι και πηγή μαζικής παραπληροφόρησης των ξένων για την κατάσταση στην Ελλάδα.

Αν αυτά δεν μεταβληθούν και δεν μεταβληθούν αμέσως και ριζικά, τότε θα χάσουμε μια ακόμα ιστορική ευκαιρία και θα βρεθούμε πιο κοντά σε μια εθνική καταστροφή, μπροστά στην οποία θα ωχριά αυτό που ζήσαμε την περασμένη διετία. Κι όσοι τόσο κόπτονται για την αποφυγή της εξόδου από την ευρωζώνη, θα έχουν οργανώσει τις προϋποθέσεις για να γίνει δυνατή.

Η Ελλάδα αύριο, 23.2.2012


Konstantakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΡΚΕΛ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ (ΑΚΟΜΑ) ΝΑ ΔΙΩΞΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» αναμένεται να σχηματίσει ο κ. Σαμαράς, πλην απροόπτου, μόνο που, με τα υπάρχοντα δεδομένα, καμία εθνική σωτηρία δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, μάλλον το αντίθετο φοβούμεθα μπορεί να συμβεί.

Πρώτον, η Ελλάδα κινδυνεύει να απωλέσει μια ιστορική, ενδεχομένως μη επαναλήψιμη ευκαιρία ουσιαστικής επαναδιαπραγμάτευσης των μνημονίων και των δανειακών. Η ευκαιρία αυτή υφίσταται αντικειμενικά σήμερα, αλλά δεν ξέρουμε αν θα ξαναϋπάρξει πάλι σε τρεις ή έξη μήνες, όταν δηλαδή θα αποτύχει και το τρίτο μνημόνιο, προς το οποίο τώρα προσανατολίζονται Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης.

Δεύτερο, η Ελλάδα χάνει ενδεχομένως την τελευταία ευκαιρία ενός σωτήριου εσωτερικού restart, χωρίς να προηγηθούν μείζονες καταστροφές ή εμφύλιες συρράξεις. Για να γίνει τέτοιο restart, προϋποθέτει την αντικατάσταση του πολιτικού προσωπικού που τη διοίκησε επί τρισήμισυ δεκαετίες, επικεφαλής ενός συστήματος κλεπτοκρατών.

Τρίτο, η χώρα μας κινδυνεύει να χάσει οριστικά και τα δικαιώματα επί του ορυκτού και υποθαλασσίου πλούτου της, και το στρατηγικό χαρτί της με τους αγωγούς, αν το τρομοκρατημένο και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που εξακολουθεί, και μετά τις εκλογές, να μας διοικεί, αποφασίσει να τον εκποιήσει αντί πινακίου φακής στην τελευταία προσπάθειά του να σωθεί, παρασέρνοντας όλη τη χώρα στον δικό του, δυστυχώς παρατεινόμενο επιθανάτιο ρόγχο. (Στην απόσπαση από τρίτες δυνάμεις και όχι στην εθνική εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, αποβλέπει και η αβάσιμη «ΑΟΖολογία», γεωπολιτικό «Νερό του Καματερού», που αναπτύσσεται εντέχνως τα τελευταία δύο χρόνια). Τρεις μήνες ζωή έδωσε ο Σόρος στη νέα κυβέρνηση, έξη ο Ρουμπινί και στη συνέχεια προβλέπουν είτε γενική κρίση της ευρωζώνης (Σόρος), είτε έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ (Ρουμπινί).

Λυπούμεθα και δεν θα θέλαμε να κάνουμε τόσο απαισιόδοξες προβλέψεις, που κινδυνεύουν να αποθαρρύνουν. Ελπίζουμε να διαψευσθούμε. Μακάρι να γίνει ξαφνικά ένα «θαύμα» κι ας γίνει από όποιον μπορεί να το κάνει. Πάντα λαοί και έθνη που αγωνίζονται, μπορούν να πετύχουν κάτι και πάντα υπάρχει μια πιθανότητα επέμβασης ενός ευνοϊκού «τυχαίου» παράγοντα, ας τον ονομάσουμε «Θεό της Ελλάδας» στην περίπτωση αυτή. Μόνο που, συν Αθηνά και χείρα κίνει. Ακόμα κι αν παρουσιαστεί το «τυχαίο», χρειάζεται την εναργή παρέμβαση της ανθρώπινης βούλησης για να γονιμοποιηθεί. Ο ελληνικός λαός, η απέραντη «μικροαστική θάλασσα» που διαμορφώθηκε από δυόμισυ δεκαετίες «εθνικόφρονος αυταρχισμού» (1949-1974) και τρισήμισυ «επιδοτούμενης κλεπτοκρατίας» (1974-2008), δεν τόλμησε να ολοκληρώσει μαζικά το διάβα του Ρουβίκωνα στις 17 Ιουνίου και, πιθανώς, και το ίδιο το διαθέσιμο εργαλείο για να το κάνει δεν τόνοιωσε επαρκώς σταθερό για να το ακολουθήσει. ‘Εμεινε στη μέση του ποταμού όπου και κινδυνεύει τώρα να πνιγεί. Φοβόμαστε, μακάρι να διαψευστούμε, ότι θα «εκπαιδευτεί» τώρα, πιθανώς, με ακόμα πιο σκληρό, οδυνηρό και επικίνδυνο τρόπο απότι τα τελευταία δύο χρόνια. Ας ελπίσουμε αυτή η «εκπαίδευση», βάσης και ηγεσίας, να ολοκληρωθεί σε χρόνο που να προλαβαίνει να σωθεί κάτι. Δεν έχει νόημα όμως να εξωραϊζουμε διαρκώς την πραγματικότητα, δεν βοηθάει. Εθνικόν είναι το αληθές, είπε ο Διονύσιος Σολωμός. Αντεθνικόν το αναληθές, θα προσθέταμε.

Τι πρέπει να διεκδικήσει η Αθήνα

Η Αθήνα μπορεί ενδεχομένως να αποσπάσει σήμερα, στον παρόντα συσχετισμό ισχύος και διάταξη δυνάμεων, μια συμφωνία που να επιτρέπει τη βιωσιμότητα του ελληνικού κράτους και της ελληνικής οικονομίας-κοινωνίας και να προσφέρει στην Ελλάδα μια διέξοδο, μια ανάσα από τη δίνη θανάτου, στην οποία την έχει τοποθετήσει το Μνημόνιο, σε συνδυασμό με την εσωτερική κρίση των θεσμών της «κλεπτοκρατίας». Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συγκατατεθεί στη συνέχιση εφαρμογής ενός Μνημονίου που οδηγεί αναπόφευκτα, εξαιτίας και όχι παρά τους στόχους του, όπως ισχυρίζεται ο κ. Σαμαράς, σε μέτρα που οδηγούν σε περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ, μείωση των κατώτερων αμοιβών εργασίας και ζωτικότερων κοινωνικών δαπανών και αύξηση της ανεργίας.

Μπορεί να το κάνει αυτό «αντικειμενικά», είναι τελείως αμφίβολο όμως ότι μπορεί να το κάνει «υποκειμενικά», ότι έχει δηλαδή την κυβέρνηση, το κράτος, το προσωπικό με τα ηθικά, ψυχολογικά και διανοητικά προσόντα και την ανεξαρτησία που χρειάζονται για μια τέτοια, σκληρή διαπραγμάτευση.

Το τελευταίο που θα ισχυριστούμε είναι ότι μια επαναδιαπραγμάτευση είναι εύκολη ή ακίνδυνη υπόθεση. Μακάρι η Ελλάδα να μην είχε υπογράψει τις δύο τερατώδεις συμφωνίες των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου αντίστοιχα. Μακάρι να μπορούσαμε να επιβιώσουμε ως κράτος, έστω και οδυνηρά, σε αυτό το πλαίσιο, χωρίς να πρέπει να αρνηθούμε τις υπογραφές των Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου και Παπαδήμου-Βενιζέλου. Αυτό δεν γίνεται όμως, το ίδιο το πρόγραμμα έχει προγραμματίσει την καταστροφή της Ελλάδας. Πρέπει να διακοπεί πάση θυσία, ανεξαρτήτως υπογραφών.

Τα αδύνατα σημεία της ‘Αγκελα Μέρκελ

Θα επιχειρήσουμε στο άρθρο αυτό να δούμε τους κύριους παράγοντες που καθιστούν δυσανάλογο για τη Γερμανία το κόστος μιας «μετωπικής» με την Ελλάδα και γιατί, επομένως, διαπραγματευόμενη «στα άκρα», αλλά με ευφυή τρόπο, η Ελλάδα μπορεί, θεωρητικώς, να αποσπάσει μια ικανοποιητική συμφωνία από το Βερολίνο. Σε άλλο άρθρο, θα εξηγήσουμε τι θα μπορούσε να ζητηθεί και τι πρέπει να περιέχει ένας συμβιβασμός, για να θεωρηθεί ικανοποιητικός

Α) Κατ’ αρχήν, η παγκόσμια οικονομική επιστήμη, ακόμα και οι ίδιοι οι σύμβουλοι του Βερολίνου, έχουν αποδεχθεί ότι το ελληνικό πρόγραμμα Μνημονίου και Δανειακής είναι η «απόλυτη καταστροφή», μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στην παγκόσμια οικονομική ιστορία όλων των εποχών. Η εκτίμηση του Μνημονίου ως καταστροφικού είναι τώρα εξίσου αξιόπιστη με το Νόμος της Βαρύτητας του Νεύτωνα. Μπορεί να λένε «τα συμφωνηθέντα να τηρηθούν», αλλά δεν έχουν βρει ούτε τη σκιά ενός σοβαρού «επιχειρήματος» υπέρ των συμφωνηθέντων. Πρέπει βέβαια κάποιος να τα πει αυτά, όχι να κάνουμε ψοφοδεείς δηλώσεις υποτέλειας

Β) Η Ελλάδα μπορεί να ζητήσει τη λήψη άμεσων μέτρων για την αποτροπή σοβαρών κινδύνων ανθρωπιστικής καταστροφής, κατάρρευσης του κράτους και απειλών για την εθνική της ασφάλεια. Ποιος θα απαντήσει ότι οι ‘Ελληνες πρέπει να πέφτουν από τα μπαλκόνια και να πεθαίνουν χωρίς περίθαλψη, για να τηρηθούν τα συμφωνηθέντα;

Γ) είναι αλήθεια ότι ένα σημαντικό τμήμα της γερμανικής ηγεσίας προσανατολίζεται εδώ και αρκετό καιρό στην αναζήτηση προσχήματος για την εκδίωξη της Ελλάδας από το ευρώ και προετοιμάζει αυτό το ενδεχόμενο, ενώ στην κατεύθυνση αυτή σπρώχνει τη Μέρκελ και το Λονδίνο. Είναι όμως εύκολο να το λες, αλλά δύσκολο να το κάνεις. Για να δούμε γιατί είναι δύσκολο.

Νομικές, οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες αποβολής από το ευρώ

Δεν υπάρχει νομικός τρόπος για να γίνει αυτό. Η πολιτική ξέρει βεβαίως να παρακάμπτει τα νομικά εμπόδια, αλλά η ΕΕ είναι, παρά το μέγεθος και την οικονομική της ισχύ, μια δομή πιο τρωτή από τις συνήθεις μεγάλες δυνάμεις. Η αχίλλειος πτέρνα της ΕΕ είναι ότι στηρίζεται, για να λειτουργήσει, σε ένα περίπλοκο σύστημα αμοιβαίων νομικών δεσμεύσεων μεταξύ 27 κρατών που, ακόμα και σήμερα, σε πολλές περιπτώσεις, προβλέπει δικαίωμα βέτο. Αν η ΕΕ αρχίσει να παραβιάζει η ίδια το πλέγμα συνθηκών επί των οποίων βασίζει τη λειτουργία της, το πιθανότερο είναι ότι θα καταρρεύσει εν μέσω χάους σε σύντομο χρονικό διάστημα. Πολύ περισσότερο θα συμβεί αυτό σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης, με σοβαρή πιθανότητα επιδείνωσης, νέου και ισχυρότερου κύματος παγκόσμιας ύφεσης από του χρόνου.

Η ΕΚΤ μπορεί να διακόψει τη χρηματοδότηση στην Ελλάδα και να οδηγήσει την ίδια ή τις ελληνικές τράπεζες σε «έμφραγμα», αναγκάζοντάς την να εισάγει επειγόντως δικό της εσωτερικό μέσο πληρωμής. Εύκολο να τρομοκρατείς με ένα τέτοιο όπλο μια εξαθλιωμένη χώρα διοικούμενη από δειλούς και ασχέτους ανθρώπους. Μόνο που ας το δούμε ανάποδα. Τι ακριβώς διακινδυνεύει το Βερολίνο, στην περίπτωση αυτή

- να προκαλέσει μια εκτεταμένη κατάρρευση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος και να δώσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στην παγκόσμια οικονομική κρίση, που ήδη βαδίζει, πιθανότατα, σε νέο, βαθύτερο κύκλο ύφεσης

- να αναγκάσει την Ελλάδα σε πλήρη χρήση του βέτο της σε όλη την κλίμακα των ευρωπαϊκών θεσμών, παραλύοντας σε σημαντικό βαθμό την όλη λειτουργία της ΕΕ (πολιτική της άδειας καρέκλας του Ντε Γκωλ), για να μην πούμε ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αποφασιστικά, σε μια περίπτωση απειλής κατά της κρατικής και εθνικής της επιβίωσης και όλα τα γεωπολιτικά χαρτιά της.

- να προκαλέσει την κατάρρευση όλου του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού πολιτικού οικοδομήματος, εν μέσω «σειράς» ενδοευρωπαϊκών πολέμων χρέους. Ουδείς χρειάζεται μια ‘Ενωση που καταστρέφει τα μέλη της, αυτό θα είναι το τέλος της Ευρώπης

- να προκαλέσει ανθρωπιστική κρίση άνευ προηγουμένου στην Ελλάδα που θα στιγματίσει πολιτικά την Ευρώπη και ειδικά τη Γερμανία για μισό αιώνα ακόμα, τερματίζοντας απότομα την όποια φιλοδοξία της

- να μεταβάλει μια οικονομική κρίση σε γεωπολιτική. Το ενδεχόμενο αυτό, με τις συνακόλουθες πιθανότητες συγκρότησης άξονα
Σερβίας-Ελλάδας-Κύπρου ή τους κινδύνους τουρκικής προσπάθειας να εκμεταλλευθεί την ελληνική κρίση, άρχισε να αντιμετωπίζεται σοβαρά από το διεθνές σύστημα μόνο μετά τις εκλογές της 6.5, οδηγωντας σε κινητοποίηση σημαντικών δυνάμεων, και μέσα στη Γερμανία. Αυτές οι δυνάμεις «διέταξαν» τον Γερμανό Φιλελεύθερο ΥΠΕΞ Βεστερβέλλε, όλως παραδόξως κατά τα άλλα, να προτείνει μόνος του την παράταση τουλάχιστον της δημοσιονομικής προσαρμογής, προκαλώντας οργισμένη διάψευση της Καγκελλαρίου, που είναι προφανώς οπαδός μια πιο «γερμανικής» μεθόδου αντιμετώπισης της Αθήνας και φοβάται ότι, αν αρχίσει τις «παραχωρήσεις» δεν θα τελειώσει ποτέ

- να αναγκάσει την Ελλάδα να πάει μονομερώς σε στάση εξωτερικών πληρωμών και μετατροπή όλου του εξωτερικού χρέους στο νέο νόμισμα, αν αναγκασθεί να το εισάγει, παρά τις νομικές δυσκολίες που της δημιούργησε η αντεθνική δανειακή Παπαδήμου

Η Μέρκελ δεν είναι μόνη της

Ακόμα και αν η Μέρκελ αποφάσιζε να κάνει το «απονενοημένο διάβημα», ακολουθώντας το ιστορικό παράδειγμα του πως οι ανώτερες τάξεις της Γερμανίας οδηγήθηκαν στην καταστροφή της Ευρώπης και της ίδιας της Γερμανίας, με τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα έπρεπε επίσης να υπερβεί την έντονη, σε μια τέτοια περίπτωση, αντίθεση σχεδόν όλων των διεθνών παικτών¨

- ο Πρόεδρος Ομπάμα, που αγωνίζεται να επανεκλεγεί το Νοέμβριο, το τελευταίο που χρειάζεται είναι μια σοβαρή κρίση και διάσπαση της ευρωζώνης

- ο Φρανσουά Ολάντ θα έβλεπε την προεδρία του να κινδυνεύει να οδηγηθεί άμεσα στη χειρότερη κρίση της Ευρώπης μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ΕΕ να απειληθεί με διάσπαση. Θα καταστρεφόταν ο ίδιος αν συνεργούσε στην καταστροφή της Ελλάδας

- ο Πούτιν το μόνο που δεν θέλει είναι ανεξέλεγκτη κρίση της Ευρώπης που καταλαβαίνει καλύτερα από τους ίδιους τους Γερμανούς ότι θα οδηγούσε σε κρίση της Γερμανίας, σημαντικού εταίρου της Μόσχας στην Ευρώπη

- όπως φάνηκε στους G20, όπου μόνο δεν έδειραν την Μέρκελ, όλος ο πλανήτης οικτίρει Βερολίνο και Βρυξέλλες για τον τρόπο που δεν αντιμετωπίζουν την ευρωπαϊκή κρίση

‘Ενας παράγων μόνο, και όχι ο πιο ασήμαντος, θα μπορούσε να έχει συμφέρον από την έκρηξη της Ευρώπης και την κατάρρευση του ευρώ. Είναι η «Αυτοκρατορία του Χρήματος», οι μεγάλες δυνάμεις του χρηματιστικού κεφαλαίου. Και αυτές ακόμα, αιφνιδιασμένες άλλωστε από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν ανέμεναν, δεν είναι ενδεχομένως έτοιμες ή διατεθειμένες να προωθήσουν δραστικά ένα τέτοιο σχέδιο τώρα, μέσα στο καλοκαίρι, πολύ περισσότερο με όλες σχεδόν τις μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη απέναντι.

Επειδή αυτά είναι τα πραγματικά δεδομένα, επειδή δηλαδή τέτοια είναι η αντικειμενική αποτρεπτική ισχύς της Ελλάδας, ολόκληρος ο πλανήτης παρακολούθησε με κομμένη την ανάσα τις εκλογές της 17ης Ιουνίου. Για να χρησιμοποιηθεί όμως επιτυχώς η αποτρεπτική αυτή ισχύς, προς όφελος της χώρας, πρέπει να τη διοικεί ένας πολύ έξυπνος και πολύ ανεξάρτητος παίκτης, που θα επιχειρήσει να βρει έναν τρόπο να καταστήσει και «υποκειμενικά» σαφείς τους τεράστιους κινδύνους για τις ίδιες, που αναλαμβάνουν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες, αν επιμείνουν στον δρόμο της ελληνικής καταστροφής, αλλά και να προτείνει λύσεις. Δυστυχώς δεν είναι τέτοιοι παίκτες τα ανθρωπάκια που παίζουν τον ρόλο «πράκτορα του χάους», πεταλούδας που προκαλεί παγκόσμια καταστροφή. Αυτός είναι ο ιστορικός, παγκόσμιας σημασίας ρόλος των ελληνικών ελίτ μετά τον Οκτώβριο του 2009, για λόγους που αξίζει να δούμε λεπτομερώς σε άλλο άρθρο. Εξηγώντας τις ήττες των βαρβάρων από τους ‘Ελληνες, ένας αρχαίος συγγραφέας έγραψε ότι υποτάσσονται γιατί δεν μπορούν να πουν όχι, «δια το μη δύνασθαι την ου συλλαβήν λέγειν». Για να σωθούμε πρέπει να πούμε το όχι, και το όχι μας να είναι έλλογο και όχι άναρθρο.

Δημοσιεύτηκε, με ελάχιστες τροποποιήσεις, στην εφημερίδα Η Ελλάδα Αύριο, στις 20.6.2012

Konstantakopoulos.blogspot.com

Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

ΑΛΑΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ (ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ) ΨΕΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΟΖ

Ο «θησαυρός των πετρελαίων», τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και το «παραμύθιασμα» του ελληνικού λαού

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Τα τελευταία δύο χρόνια η Ελλάδα ανακάλυψε ξαφνικά, τριάντα χρόνια μετά την ψήφιση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η ΑΟΖ, μια εξειδικευμένη έννοια του δίκαιου της θάλασσας μεταβλήθηκε σε «ιδεολογία», αλλά και σε όχημα παραπλάνησης, γεγονός που υπό τις δεδομένες ελληνικές και διεθνείς συνθήκες, και με τον τρόπο που ασκείται και η εξωτερική-αμυντική πολιτική στη χώρα εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα. Μαζί με την ΑΟΖ, η Ελλάδα ανακάλυψε και έναν από μηχανής Θεό, για να λύσει τα προβλήματά της, τον θρυλούμενο «θησαυρό των πετρελαίων». Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας τα πάρουμε με τη σειρά και ας εξετάσουμε τους πέντε «μύθους» για την ΑΟΖ, που ενσταλλάχθηκαν ανεπαίσθητα στην κοινή γνώμη.

ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα και υδρογονάνθρακες

Πρώτον, έχει καλλιεργηθεί ευρέως στην κοινή γνώμη και στην πολιτική τάξη της χώρας, η απολύτως εσφαλμένη, παραπλανητική εντύπωση ότι ανακήρυξη ΑΟΖ συνεπάγεται απόκτηση τίτλων κυριότητας επί τυχόν υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων. Λέγεται από πολιτικούς αρχηγούς και πάσης φύσεως σχολιαστές, ότι η ανακήρυξη της ΑΟΖ είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι, άπαξ και ένα κράτος ανακηρύξει ΑΟΖ, μπορεί, νομικά, να εκμεταλλευθεί τυχόν κοιτάσματα, άνευ ετέρας.

Ουδέν αναληθέστερον. Την κυριότητα επί των κοιτασμάτων παρέχει ήδη η έννοια της υφαλοκρηπίδας, φυσικό δικαίωμα των κρατών. Είτε ένα κράτος έχει, είτε δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ, έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων κάτω από τον βυθό.

Ανακήρυξη ή οριοθέτηση;

Δεύτερο, συσκοτίζεται από πολλούς «ΑΟΖολογούντες» το γεγονός ότι το πραγματικό πρόβλημα με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δεν έχει να κάνει με την ανακήρυξη της ΑΟΖ, αλλά με την οριοθέτηση, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με τα γειτονικά κράτη. Οι κανόνες για την οριοθέτηση και της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας είναι ταυτόσημοι και η αρμοδιότητα, σε περίπτωση διαφοράς, είναι διεθνών δικαστηρίων. Τα προβλήματα που έχει σήμερα η Ελλάδα με την Τουρκία αναφορικά με την διανομή της υφαλοκρηπίδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που θα είχε για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Επ’ αυτού, η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν συνεισφέρει τίποτα.

Εύρος θαλασσίων ζωνών

Τρίτο, καλλιεργείται εντέχνως η εντύπωση ότι η ΑΟΖ καλύπτει μεγαλύτερη θαλάσσια ζώνη από την υφαλοκρηπίδα. Το ακριβώς αντίστροφο είναι το αληθές. Η υφαλοκρηπίδα μπορεί να επεκτείνεται και πέραν των 200 μιλίων της ΑΟΖ, αν υφίσταται γεωλογική συνέχεια.
Στην περίπτωση των θαλασσίων ζωνών που αφορούν την Ελλάδα η διαφορά είναι θεωρητική, γιατί ταυτίζονται τα όρια υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

ΑΟΖ, Καστελλόριζο και μέση γραμμή

Τέταρτο, έχει δημιουργηθεί η επίσης παραπλανητική εντύπωση ότι η έννοια της ΑΟΖ κάπως κατοχυρώνει την επήρρεια του Καστελλόριζου και, επίσης, ότι η έννοια της ΑΟΖ κατοχυρώνει και τη χάραξη των θαλασσίων ζωνών στη βάση της «μέσης γραμμής», χαραζομένης ανεξαρτήτως του αν χαράσσεται μεταξύ νήσων και ηπειρωτικών εδαφών.

Εδώ πρόκειται για δύο απάτες ταυτόχρονα. Το Καστελλόριζο έχει όντως επήρρεια επί της διανομής των θαλασσίων ζωνών, είτε μιλάμε για υφαλοκρηπίδα, είτε για ΑΟΖ και η επήρρεια αυτή δεν επηρρεάζεται από την ανακήρυξη ή μη ΑΟΖ. Αλλά η επήρρεια αυτή δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη μέση γραμμή, όπως υποδεικνύει η πρόσφατη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η μέση γραμμή είναι ένα σοβαρό κριτήριο σε ότι αφορά τη διανομή, όχι όμως το αποκλειστικό. Οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις παίρνουν υπόψιν τους και την αρχή της αναλογικότητας. Στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολύ πιθανό, επί τη βάσει της νομολογίας, το δικαστήριο να αποδώσει επήρρεια στο Καστελλόριζο, να λάβει όμως υπόψιν του και την αρχή της αναλογικότητας, το γεγονός δηλαδή ότι η Τουρκία διαθέτει μια τεράστια ακτή, ενώ το Καστελλόριζο είναι ένα μικρό νησί.

Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η Τουρκία δεν θέλει να συμπεριληφθεί στις «διερευνητικές επαφές» το Καστελόριζο. Επιδιώκει, πιέζοντας, να αποσπάσει πολιτική λύση στο Αιγαίο, λύση που να αναιρεί τα πολύ ευνοϊκά για την Ελλάδα νομικά δεδομένα. Δεν θέλει όμως να εντάξει σε τέτοια πολιτική λύση το Καστελλόριζο γιατί εκεί έχει ισχυρή νομική θέση.

Το λάθος παράδειγμα της Κύπρου

Πέμπτο, η Κύπρος κατάφερε να λύσει το πρόβλημα και να προχωρήσει την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, επειδή ανακήρυξε ΑΟΖ, ενώ η Ελλάδα δεν ανακήρυξε και δεν προχώρησε στην εκμετάλλευση. Παραπλανητική μεταφορά δεδομένων σε διαφορετική πραγματική κατάσταση.

Δεν είναι η ανακήρυξη ΑΟΖ που επέτρεψε στην Κύπρο να προχωρήσει στην εκμετάλλευση, είναι οι συμφωνίες για την οριοθέτηση της ΑΟΖ που συνέπηξε με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ (θα μπορούσε δε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και με συμφωνίες οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας). Οι συμφωνίες αυτές επέτρεψαν στη Λευκωσία να προχωρήσει στην έρευνα σε θαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου που βρίσκονται μεταξύ Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ. Η Κύπρος δεν προχώρησε σε καμία έρευνα βορείως του νησιού ή σε περιοχές που είναι πλησιέστερα στα κατεχόμενα, εκεί δηλαδή που θα έθιγε τον πυρήνα των τουρκικών διεκδικήσεων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα τυχόν κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης εικάζεται ότι είναι αρκετά κοντά στο νησί, ώστε να μπορεί να αμφισβητηθεί η εκεί εκμετάλλευση από την Λιβύη. Ασφαλώς θα ήταν προτιμότερο να γίνει συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την Αθήνα. Σε ότι αφορά τα κοιτάσματα έξω από τις ακτές της Δυτικής Ελλάδας καλύπτονται από τη συμφωνία διανομής της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και ήδη, επιτέλους, ο κ. Μανιάτης προχώρησε σε διεθνή διαγωνισμό.

Τα κοιτάσματα του Καστελόριζου και η Τουρκία

Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχουν ενδεχομένως σημαντικά κοιτάσματα στην περιοχή του Καστελόριζου, μεταξύ δηλαδή Κύπρου, Τουρκίας, Αιγύπτου και Ελλάδας. Δεν γνωρίζουμε αν είναι ακριβές, η εκμετάλλευσή τους όμως προσκρούει στο συνολικό πρόβλημα που θέτει η Τουρκία στην Ελλάδα από το 1973-74 και το οποίο έχει οδηγήσει στον ανταγωνισμό εξοπλισμών και σε δύο παρολίγον συρράξεις. Αλλά και περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας που χαρακτηρίζει τις τελευταίες αποφάσεις της διεθνούς δικαιοσύνης.

ΑΟΖολογία και ελληνοτουρκικές σχέσεις

Επειδή αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί πιθανότατα να λυθεί με συμφωνία οριοθέτησης, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με την ‘Αγκυρα, πρέπει να εξαναγκασθεί η Τουρκία, εφόσον το επιθυμεί η Αθήνα, σε αποδοχή της Χάγης. Είναι συζητήσιμο αν συμφέρει την Ελλάδα να το κάνει.

Ο άλλος τρόπος είναι να αναθεωρήσει η Ελλάδα όλο το «πακέτο» που διέπει, επισήμως και «άτυπα», τις σχέσεις της με την Τουρκία τις τελευταίες δεκαετίες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε αίφνης να χρησιμοποιήσει και το πολύ ισχυρότερο της ΑΟΖ όπλο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και το οποίο θα έλυνε, προς όφελος της Ελλάδας, το σύνολο των «διαφορών» στο Αιγαίο. Παραδόξως όμως, ουδείς των ΑΟΖολογούντων και τόσο πολύ ασχολουμένων εσχάτως με το δίκαιο της θάλασσας προτείνει κάτι τέτοιο, γιατί αυτό σημαίνει να αγνοήσει η Ελλάδα το τουρκικό κάζους μπέλι. Αντίθετα, όταν λέμε στο ελληνικό λαό ότι θα ανακηρύξει ΑΟΖ και θα αποκτήσει τα πετρέλαια, είναι βέβαια πιο εύκολο να τον «παραμυθιάζουμε», τη βασική λειτουργία δηλαδή που ξέρει να κάνει η ελληνική πολιτική τάξη, έχοντας φέρει τη χώρα με αυτά και με κείνα στο χείλος της αβύσσου.

Ενδεχομένως πρέπει, να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, να αναθεωρηθεί όντως ο τρόπος αντιμετώπισης της Τουρκίας. Πόσο συνετό είναι όμως να το πράξουμε εμείς, με δική μας πρωτοβουλία, σε μια από τις χειρότερες περιόδους της εθνικής μας ύπαρξης και όταν, ντε φάκτο, έχει τεθεί σε αμφισβήτηση η θέση μας στην Ευρώπη, άρα έχει ανοίξει και η όρεξη παντός ενδιαφερόμενου να καλύψει το τυχόν «γεωπολιτικό κενό» που θα άφηνε η Ευρώπη στην Ανατολική Μεσόγειο; Πόσο λογικό θα ήταν ο Μεταξάς, όταν του επέδωσε το τελεσίγραφο ο Ιταλός Πρέσβης, να καλούσε στη συνέχεια τον Γερμανό και τον Τούρκο και να τους κήρυσσε τον πόλεμο;

Η επανατοποθέτηση του συνόλου των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε άλλη, τελείως διαφορετική βάση, είναι σκόπιμη. Αλλά αυτό προύποθέτει ανεξάρτητο και σοβαρό κράτος, δεν μπορεί να γίνει με ανακηρύξεις ΑΟΖ από τα μπαλκόνια.

Οι πραγματικοί ειδικοί τα γνωρίζουν αυτά. Και ο Καθηγητής ‘Αγγελος Συρίγος (Επίκαιρα) π.χ. και ο Πρύτανης του Παντείου κ. Τσάλτας (ελληνική έκδοση του Foreign Affairs) και άλλοι έχουν υπογραμμίσει στα άρθρα τους ότι είναι δύο διαφορετικά και άσχετα θέματα η ανακήρυξη ΑΟΖ και η εκμετάλλευση των υγρογονανθράκων, διασώζοντας έτσι την επιστημονική τους εντιμότητα, κάτι διόλου αυτονόητο στην Ελλάδα.

Τα πλεονεκτήματα της ΑΟΖ

Μπορείτε να διερωτηθείτε σε αυτό το σημείο: Η ΑΟΖ δεν έχει κανένα πλεονέκτημα; Ασφαλώς και έχει είναι η απάντηση, όχι όμως αυτά που καταλαβαίνει ο υποκείμενος στην έντεχνη πλύση εγκεφάλου πολίτης, ότι ξαφνικά δηλαδή θα πάρουμε τα πετρέλαια που δικαιούμεθα και θα γίνουμε Κουβέιτ, λύνοντας και το απελπιστικό οικονομικό μας πρόβλημα.

Μεταξύ άλλων πλεονεκτημάτων είναι ότι το παράκτιο κράτος δια της ΑΟΖ έχει την ευθύνη έρευνας και διάσωσης, την ευθύνη φροντίδας του περιβάλλοντος και εκμετάλλευσης όλων των θαλάσσιων πόρων, όπως της αλιείας. Η ΑΟΖ είναι μια ευρύτερη της υφαλοκρηπίδας έννοια, ένα υπερσύνολο, τα δικαιώματα όμως επί υποθαλασσίων κοιτασμάτων τα διασφαλίζει ήδη η υφαλοκρηπίδα, δεν απαιτούν την ανακήρυξη ΑΟΖ.

Η ΑΟΖ είναι οπωσδήποτε ένα χρήσιμο εργαλείο, για σκοπούς όμως ανεξάρτητους της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει μια συγκροτημένη εθνική και θαλάσσια στρατηγική. ‘Αλλωστε, ήδη ο νόμος του κ. Μανιάτη, που πέρασε το περασμένο καλοκαίρι, καλύπτει εν μέρει και το θέμα της ανακήρυξης, αναγνωρίζοντας, ελλείψει συμφωνιών οριοθέτησης, τη μέση γραμμή ως γραμμή οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.

‘Ένα πλεονέκτημα της ΑΟΖ είναι ότι, άπαξ και αναγνωρισθεί, δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω η διέλευση υποθαλάσσιων αγωγών και καλωδίων, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι και αναγκαία προϋπόθεση για αυτό. Τα καλώδια που συνδέουν Κύπρο με Ελλάδα έχουν ποντισθεί χωρίς ΑΟΖ και χωρίς οι δύο χώρες να ζητήσουν την άδεια τρίτου. Και αντίστροφα, μια χώρα που έχει έλεγχο της ΑΟΖ μπορεί μεν να θέσει προσκόμματα ως προς τη συγκεκριμένη διαδρομή ενός υποθαλάσσιου αγωγού ή καλωδίου, όχι όμως και να απαγορεύσει τη διέλευσή του.

Μια παράξενη «ΑΟΖ»ολογία

Αξίζει να ανοίξουμε στο σημείο αυτό μια παρένθεση και να σημειώσουμε μια, κατά τη γνώμη μας, παραδοξότητα. Η μεγάλη πλειοψηφία των ΑΟΖολογούντων επέδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον, επί πολλά χρόνια, για όλα τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Βαριές επιλογές, με μεγάλες συνέπειες (μη επέκταση χωρικών υδάτων, ‘Ιμια, Οτσαλάν, S300, Μαδρίτη, Ελσίνκι, πράσινο φως για τουρκική ένταξη άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος, απαγόρευση στην Ελλάδα να έχει σχέσεις με τη Ρωσία κλπ.), ουδόλως τους ενόχλησαν.

Δεν τους ενόχλησε καν το μείζον των μειζόνων, η εμφάνιση δηλαδή, το 2002, ενός σχεδίου «λύσης» του κυπριακού, που κατέλυε το κυπριακό κράτος (σχέδιο Ανάν), όπως ημικατελύθη αργότερα το ελληνικό εμμέσως με τη Δανειακή και το Μνημόνιο. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους «ΑΟΖολογούντες» δεν επέδειξαν στο παρελθόν κανένα ενδιαφέρον, ούτε το επαγγελματικό τους αντικείμενο είναι το δίκαιο της θάλασσας ή η εξωτερική πολιτική. Ποιά μύγα τους τσίμπησε ξαφνικά και γίνονται τουλάχιστο δύο ημερίδες κάθε μήνα στην Αθήνα, ενώ άλλα σοβαρά ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής παραμένουν απολύτως απαρατήρητα και ασχολίαστα στον δημόσιο διάλογο;

Τα μειονεκτήματα της ΑΟΖ

Αν τα πλεονεκτήματα της ΑΟΖ ως προς τους υδρογονάνθρακες είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα, δεν είναι ανύπαρκτα και ορισμένα μειονεκτήματα αυτής της ιδέας. Διπλωματικά, η ‘Αγκυρα μπορεί να εκλάβει την ΑΟΖ ως απόπειρα αναθεώρησης του modus vivendi μεταξύ των δύο χωρών. ‘Ολη αυτή η φασαρία περί την ΑΟΖ, ιδίως αν οδηγήσει σε απερίσκεπτους και ανεπαρκώς προετοιμασμένους χειρισμούς, κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο με το πολιτικό προσωπικό που έχουμε και σε συνθήκες προϊούσας εθνικής παραφροσύνης, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός επιπλέον μηχανισμού έντασης με την Τουρκία, που δεν τον χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.

Δεύτερον, καλλιεργείται εντέχνως στον εν απελπισία τελούντα ελληνικό λαό, η ψευδής αλλά χρησιμοποιήσιμη εντύπωση ότι υφίσταται μια μαγική λύση στα προβλήματά του, τα «τεράστια» δηλαδή αποθέματα υδρογονανθράκων που αρκεί μια στοιχειωδώς μαχητική ελληνική πολιτική για να τα πάρει.

Στη χώρα όμως της «φαιδράς πορτοκαλέας», ουδείς έχει παρουσιάσει το παραμικρό στοιχείο για την ύπαρξη αυτών των τεραστίων αποθεμάτων. Μπορεί και να υπάρχουν, απλώς εμείς δεν το γνωρίζουμε.
Πριν από δύο χρόνια, η κυβέρνηση δήλωνε ότι δεν υπάρχουν άξια λόγου κοιτάσματα, τώρα όλοι ή σχεδόν το θεωρούν βέβαιο. Και ενώ συζητάμε για τα κοιτάσματα αυτά, διαλύουμε τη στοιχειώδη ερευνητική βάση που διαθέταμε για τον ορυκτό μας πλούτο!

Η Κύπρος πάντως, που έχει αποδεδειγμένα μεγάλα αποθέματα, δεν της έλυσαν το πρόβλημα, και είναι τώρα στον προθάλαμο του μνημονίου.

Επιπλέον όμως, η Δανειακή Σύμβαση και το Μνημόνιο, έχουν δέσει την Ελλάδα κατά τέτοιο τρόπο, που τα κοιτάσματα αυτά να κινδυνεύουν να περιέλθουν περίπου αυτομάτως στη ιδιοκτησία των πιστωτών.

Δυστυχώς, όσο κι αν είναι δύσκολο, μόνο η αποδέσμευση από αυτό το καθεστώς δανειακών συμβάσεων και μνημονίων μπορεί πλέον να επαναφέρει τον εθνικό πλούτο στην κυριότητα του ελληνικού κράτους και να αποκαταστήσει την δυνατότητα ύπαρξης στοιχειωδώς ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και αξιοπρεπούς, κυρίαρχης επιβίωσης του ελληνικού λαού εντός αυτού του κράτους. Αυτή είναι η θλιβερή
πραγματικότητα και μόνο κινδύνους για το έθνος μπορεί να σωρεύσει η προσπάθεια παράκαμψης αυτής της σκληρής αλήθειας. Αν εθνικό είναι το αληθές, όπως δίδασκε ο Διονύσιος Σολωμός, θα μπορούσαμε να πούμε και ότι αντεθνικό είναι το αναληθές.

Το άρθρο αυτό, με ελάχιστες περικοπές, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Ελλάδα αύριο», στις 13.6.2012
Konstantakopoulos.blogspot.com

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΤΟΥ 1974-81 ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΤΟΥ 2012

Toυ Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Ως τον άνθρωπο που κρατάει ίσως στα χέρια του το μέλλον της Ευρώπης, περιέγραψε τον Αλέξη Τσίπρα το Time. Η φράση πλησιάζει στην αλήθεια, αλλά δεν είναι τελείως ακριβής. Σωστότερο είναι ότι, από τον τρόπο που θα κινηθεί ο Τσίπρας τυχόν εκλεγόμενος και από τον τρόπο που η ΕΕ τον αντιμετωπίσουν, εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, το μέλλον της ηπείρου. Πλησιάζουμε σε σημείο καμπής, με αφορμή την Ελλάδα. Η τροχιά της κρίσης μπορεί να ακολουθήσει διαφορετικές καμπύλες με τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.

Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ είναι τα κύρια πολιτικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ο ελληνικός λαός, το ελληνικό έθνος για να επιβιώσουν, να σώσουν ότι μπορεί ακόμα να σωθεί και, πιθανότατα, η τελευταία ευκαιρία ειρηνικής λύσης στο ελληνικό πρόβλημα, ίσως και επιβίωσης της ΕΕ. Αν αποτύχει ο ΣΥΡΙΖΑ, ο πιθανότερος υποψήφιος να δώσει τη λύση είναι η άκρα δεξιά, και η λύση θα είναι βίαιη και καταστροφική. Η διαπίστωση δεν προκύπτει από πολιτικές συμπάθειες ή ιδεολογικές «κλίσεις». Τσίπρας και ΣΥΡΙΖΑ δεν βρέθηκαν στο σημείο αυτό γιατί είχαν κάποιο σχέδιο να βρεθούν – το αντίθετο – αλλά γιατί δεν υπήρξε άλλο διαθέσιμο ή καλύτερο εργαλείο, μετά την πλήρη αποσάθρωση των κομμάτων-οργάνων του Μνημονίου. ‘Επαιξε ασφαλώς ρόλο ο δυναμισμός και η ανεξαρτησία ενός νέου πολιτικού, που εκπροσωπεί μια γενηά νέων και μορφωμένων Ελλήνων, που αποστρέφεται το χτες και θέλει να βάλει το δικό της αποτύπωμα στην ιστορία της ελληνικής αριστεράς και της χώρας. ‘Επαιξε ρόλο το «παιδικό», δηλαδή απροκατάληπτο και αδιάφθορο βλέμμα του Τσίπρα, όπως και ότι η αριστερά, συχνά όχι εξαιτίας των ιδεών και της πρακτικής των στελεχών της, αλλά ενίοτε παρά αυτές, συμβολίζει ακόμα μια μεγάλη, ιστορική παράταξη-υπόσχεση-ελπίδα.

Μερικοί βρίσκουν αναλογίες μεταξύ Α. Παπανδρέου και Τσίπρα, ΠΑΣΟΚ-1974-81 και ΣΥΡΙΖΑ. Ο τελευταίος υιοθέτησε την «ήρεμη δύναμη», σύνθημα του Μιτεράν το 1981, που επηρέασε την τότε καμπάνια του ΠΑΣΟΚ. Υπό μία έννοια, δεν είναι απολύτως λάθος. Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί την κληρονομιά ενός λαϊκού ρεύματος που εκδηλώνεται στην κατοχή, αργότερα με το Κέντρο, για να παράγει και χρησιμοποιήσει το ΠΑΣΟΚ, είδος «αριστερού εθνικισμού». Με το ΠΑΣΟΚ ο ελληνικός λαός επιχειρεί να πάρει πίσω τη χώρα του από τις ΗΠΑ μετά την κυπριακή τραγωδία («Η Ελλάδα στους ‘Ελληνες»), να τερματίσει τέσσερις δεκαετίες «εθνικόφρονος αυταρχισμού» (1936-1974), να αναδιανείμει το εισόδημα. Μετά το 1981, το ΠΑΣΟΚ ενσωματώνεται γρήγορα στο σύστημα που θα άλλαζε, βάφοντάς το πράσινο και επεκτείνοντάς το, ενώ σπαταλά μια σπάνια, ιστορική ευκαιρία μεταρρύθμισης. Σιγά-σιγά αποσυντίθεται πολιτικο-ηθικά. Η τριάδα «ΓΑΠ-Βενιζέλος-‘Ακης» συμβολίζει τον πολιτικο-ηθικό θάνατο ενός ιστορικού ρεύματος και την προδοσία όσων ανιδιοτελώς το στήριξαν.

Στον … αυτόματο πιλότο

Μετά τον θάνατο του Α. Παπανδρέου, η χώρα ξαναβρίσκει με τη πιο μεγάλη φυσικότητα τον πατροπαράδοτο ραγιαδισμό (με τους «ευρωπαϊστές» μοναδικό στην Ευρώπη είδος μεταμοντέρνου ανατολίτη!), μπαίνει στον «αυτόματο πιλότο» Βρυξελλών-Ουάσιγκτον, παρολίγον διαλύει το κυπριακό κράτος (σχέδιο Ανάν), έχει κάποια τελευταία σκιρτήματα (ρωσική πολιτική Καραμανλή, «μικρά βέτο» Παπαδόπουλου). ‘Ωσπου οι Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου βάζουν στον κομπιούτερ του «αεροσκάφους Ελλάς» το πρόγραμμα «Μνημόνιο-Δανειακή», που προβλέπει τη σταδιακή καταστροφή του αεροσκάφους και, μακροχρονίως, την «αρπαγή» του «ελληνικού χώρου», αφού πρώτα καταστρέψει τα εργαλεία αλλαγής πορείας που το αεροσκάφος διέθετε πριν. (Το «αδελφό» κυπριακό κράτος παραχωρεί παράλληλα μία-μία τις πιο ζωτικές λειτουργίες του σε τρίτους).

Αν η αναλογία «ΠΑΣΟΚ-1981, ΣΥΡΙΖΑ-2012» έχει κάποια λειτουργικότητα, με την έννοια που αναφέραμε, είναι θεμελιωδώς εσφαλμένη και παραπλανητική. Αν η πολιτική τάξη της χώρας σκέφτεται με τέτοιους όρους είναι γιατί δεν έχει αντιληφθεί ότι μπήκαμε σε άλλο «ιστορικό χρόνο», που διαφέρει ριζικά από τον μετά 1974 ελληνικό και μετά 1945 ευρωπαϊκό αντίστοιχα «ιστορικό χρόνο». Τα εργαλεία άσκησης πολιτικής της προηγούμενης περιόδου είναι άχρηστα ή επιβλαβή. Επιπλέον, το ελληνικό πρόβλημα έχει βαθιά διεθνή διάσταση, αλλά οι πολιτικοί μας δεν έχουν καμία αίσθηση του διεθνούς περιβάλλοντος.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα τελείως διαφορετική κατάσταση από αυτή του 1974-81. Τότε μπήκε, με μεγάλη καθυστέρηση, και με τις «ιδιορρυθμίες» της στον δυτικοευρωπαϊκό μεταπολεμικό κόσμο, «δημοκρατίας, ευημερίας, ειρήνης». Σήμερα οδηγείται στον Τρίτο Κόσμο, όπως πολύ καλά μας εξήγησε με τον Νίγηρα η Κριστίν Λαγκάρντ. Η επιδίωξη της Αυτοκρατορίας είναι να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για να διαλύσει την Ευρώπη, να καταστρέψει την Ελλάδα και την αριστερά, να στιγματίσει τη Γερμανία με την ελληνική και ευρωπαϊκή καταστροφή, να φράξει την έξοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο, να δοκιμάσει εδώ αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης της «νέας Ευρώπης» και ένα καινούριο πείραμα διάλυσης-διασποράς των εθνών, μια «Ελλάδα χωρίς ‘Ελληνες», ότι έκανε ο Τίτος στους Εβραίους.

Για να βρει κανείς ιστορικές αναλογίες και σχήματα για τη σημερινή ελληνική κρίση, πρέπει να πάει στη Γερμανία του 1930-33 ή στη Ρωσία του 1917. Οι εκλογές του 2012 δεν είναι το ιστορικό ισοδύναμο των ελληνικών εκλογών του 1977-1981, αλλά μάλλον της ρωσικής Επανάστασης του Φεβρουαρίου 1917.

Μόνος δρόμος η ρήξη

Η ρήξη με Γερμανία και μνημόνιο είναι δυστυχώς απαραίτητη, δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης. Η Ελλάδα έχει δύο τεράστια όπλα: την ικανότητά της να κάνει πολύ μεγάλη ζημιά και τη γεωπολιτική. Το αποτέλεσμα όμως εξαρτάται και από το αν η άλλη πλευρά θα το αντιληφθεί αυτό και από το αν η εδώ πλευρά προετοιμάσει εγκαίρως μια ικανοποιητική λύση. Δεν είναι βέβαιο ότι η Γερμανία και η Ευρώπη το αντιλαμβάνονται. Οφείλει η «ρήξη» να γίνει με τρόπο που να αφήσει περιθώρια συμβιβασμού, εφόσον βέβαια και μόνο εφόσον, ο συμβιβασμός είναι τύπου «Μπρεστ-Λιτόφσκ», όχι «Βάρκιζας», επιτρέπει τη διατήρηση βιώσιμου, έστω αρκετά φτωχότερου κράτους. Η τακτική που θα ακολουθηθεί, η ικανότητα παραγωγής θετικών λύσεων, η πολιτικο-διπλωματική ικανότητα εναλλαγής αποφασιστικότητας και ευελιξίας, έχουν τεράστια σημασία. Και γιατί, πίσω από την ελληνογερμανική σύγκρουση, υπάρχει ο παρασκηνιακός αρχιτέκτων, η «Αυτοκρατορία του Χρήματος», μόνη με παγκόσμια στρατηγική, που χρειάζεται ανεξέλεγκτη ελληνογερμανική ρήξη για να προχωρήσει την ανομολόγητη χαοτική ατζέντα της.

Η εξέλιξη δεν εξαρτάται μόνο από την Ελλάδα. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η κατάρτιση σχεδίου Β’, για να διατηρήσει η χώρα όσες μπορεί από τις ζωτικές λειτουργίες και την κρατική της συγκρότηση όρθια, να μην αφήσει τους ανθρώπους να πεθάνουν από την πείνα και την έλλειψη περίθαλψης, σε περίπτωση στάσης πληρωμών, κατάρρευσης τραπεζών, μείζονος ανθρωπιστικής κρίσης κλπ.. Η πολιτική ηγεσία της χώρας οφείλει να θέσει σε ετοιμότητα τον ελληνικό λαό, να αποφύγει να τον «παραμυθιάσει», να του εξηγήσει ότι πάει σε «πόλεμο» για τη σωτηρία της χώρας του, να του λέει, σε κάθε περίπτωση, τι και γιατί το κάνει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται «βίαιη μεταμόρφωση», υποστηρίζει, ορθώς, ο Δραγασάκης. Στην πραγματικότητα χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο και ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ελλάδα. Η κατάσταση είναι τόσο δύσκολη, τα υποκείμενα τόσο ανεπαρκή, που μόνο «υπερβατική» μπορεί να είναι η λύση. Χρειάζεται απότομη και κυρίως πλήρης αλλαγή προσήμου στην ελληνική κοινωνία, μια μέθοδος ανάλογη προς το ηλεκτροσόκ σε ασθενείς με ανακοπή.

Αυτό σημαίνει αποφασιστική στροφή στην πλήρη αλήθεια, για να αποκατασταθεί η δύναμη της πολιτικής, πλήρη σύγκρουση με τη βολική «κουλτούρα της ευκολίας», πλήρη επαναφορά της ηθικής και του εθνικού στο κέντρο του αριστερού διαβήματος. Αποφασιστική στήριξη και εμπιστοσύνη στον ελληνικό λαό, μαζική κινητοποίηση για να σώσει την πατρίδα του, δημιουργία τώρα, όχι αύριο, οργανώσεων σε όλη την Ελλάδα, που θα καθορίζουν αυτές, όχι η νομενκλατούρα, την πορεία, θα εκλέγουν ηγέτες, θα αποφασίζουν πολιτική, ένα λαϊκό-δημοκρατικό κίνημα ανάλογο με το ΠΑΣΟΚ της «αυτοοργάνωσης» με στοιχεία ΕΑΜ. ‘Οσοι φωνάζουν «ήρθε η ώρα της αριστεράς» συζητάνε με τον εαυτό τους. «Ήρθε η ώρα του λαού, ήρθε η ώρα της Ελλάδας», είναι σύνθημα που ανταποκρίνεται στην κατάσταση. Λέξεις όπως ρουσφέτι, μέσο, μίζα πρέπει να καταργηθούν από την ελληνική γλώσσα στις 18 Ιουνίου, η επίθεση να είναι μετωπική κι ανελέητη κατά του κλεπτοκρατικού καπιταλισμού, όπως και άμεση η στροφή προς την παραγωγή, ιδίως πρωτογενή και άτυπες ή τυπικές συνεταιριστικές μορφές παραγωγής/διανομής. Δεν μπορείς να στηρίξεις πόλεμο στη σαπίλα. Το πρόγραμμα πρέπει να είναι μια διαρκώς ανοιχτή πρόταση, σε άμεση αλληλεπίδραση με την κοινωνία και την πράξη. Οι επιλογές κυβερνητικών στελεχών να γίνουν με κριτήριο την εντιμότητα και την ικανότητα που επέδειξαν σε όποιες δουλειές έκαναν στο παρελθόν. Τα κομματικά στελέχη πρέπει να αποποιηθούν κάθε οίησης και αλαζονείας, να μάθουν να προκαλούν, να ακούνε και να μαθαίνουν από την κριτική. Δεν υπάρχει τρόπος να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ με λιγότερα από αυτά. Τα στελέχη του δεν αναλαμβάνουν σκάφος εν στοιχειώδει λειτουργία, αλλά θέσεις μηχανικών στο Τσέρνομπιλ πριν από πιθανή έκρηξη.

Επίκαιρα, 7/6/2012

Konstantakopoulos.blogspot.com

ΞΑΝΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε κατάσταση τυρβώδους ροής, αυτό που συμβαίνει αν ανοίξετε τέρμα τη βρύση, μπαίνει η ελληνική κοινωνία, αντιμέτωπη με σκληρές επιλογές, αφού μάταια προσπάθησε να τις αποφύγει. Στην ανάγκη αποφάσεων χωρίς δυνατότητα εκ των προτέρων υπολογισμού των συνεπειών εστίασε το τραγικό του ανθρώπου ο Μαρξ, ένας «μαρξιστής» στον αντίποδα των ιδεολογικών «επιγόνων» του, στον Περισσό και αλλού.

«Ο κ. Μάνος υποστηρίζει ότι πρέπει να μείνουμε στο ευρώ πάση θυσία. Εσείς τι λέτε;», με ρώτησαν τις προάλλες σε μια ραδιοφωνική συζήτηση. Τους απήντησα ότι μπορώ να συμφωνήσω (ή να διαφωνήσω) με τον κ. Μάνο, υπό έναν όρο. ‘Ότι ο ίδιος είναι όντως διατεθειμένος να τελειώσει τις μέρες του χωρίς την περιουσία του, τρώγοντας στο συσσίτιο της Εκκλησίας, χωρίς τα φάρμακα που χρειάζεται και περνώντας τις νύχτες του στα παγκάκια, όπως ο κύριος που είχε γίνει πια κλοσάρ, όταν τον τράκαρα τις προάλλες σε ένα περίπτερο της Αγίας Παρασκευής, που δεν είναι δα και η χειρότερη συνοικία της Αθήνας. Γιατί αυτό είναι περίπου το τίμημα όχι της παραμονής στο ευρώ, όπως ανακριβώς και παραπλανητικά υποστηρίζει, αλλά το τίμημα συνέχισης της «μνημονιακής τροχιάς», που οργανώνει ακριβώς και την έξοδο από το ευρώ.

Τον έκοψα με το μάτι τον άνθρωπο, καθώς πλησίαζε να ρωτήσει κάτι τον περιπτερά. Τούκανα νόημα να πάει πρώτος. Με κύτταξε κατάπληκτος, σα να τούλεγα κάτι απολύτως παράλογο και αρνήθηκε. Είχε αποδεχτεί πια ότι ανήκει ανέκκλητα σε μια τάξη πιο κάτω από τους ανθρώπους. «Κοιμάται πίσω, στο παγκάκι», απάντησε πριν τον ρωτήσω ο Σπύρος, βιαστικός να αποφύγει την αμηχανία και τις ενοχές μιας θλιβερής συζήτησης. Καθώς τον προσπέρναγα δεύτερη φορά, ο κλοσάρ έφτυσε στο δρόμο. Αναρωτήθηκα αν μούπε κάτι.

Κακώς ο κ. Τσίπρας εστιάζει τους φιλλιπικούς του στη «λιτότητα». Στην Ευρώπη, η λιτότητα είναι μία επιλογή, εκεί δεν καταλαβαίνουν ότι στην Ελλάδα δεν πρόκειται περί λιτότητος, αλλά περί «ευθανασίας». Δυστυχώς κι εμείς ελάχιστη προσπάθεια κάναμε να το εξηγήσουμε. Ακούνε λιτότητα και καταλαβαίνουν ότι θα παίρνουν σύνταξη στα 62. Δεν αντιλαμβάνονται μια ζωή που δεν θα έχεις ουσιαστικά σύνταξη και περίθαλψη και ο μισός πληθυσμός θάναι άνεργος. Ούτε φαντάζονται μια χώρα που τα μαγαζιά της κλείνουν καθημερινά το ένα μετά το άλλο και οι τράπεζές της είναι έτοιμες να χρεωκοπήσουν.

Ο ελληνικός λαός στην πλειοψηφία του, η «ελίτ» πολύ περισσότερο, περιλαμβανομένης της αριστεράς, δεν θέλησε να συνειδητοποιήσει εγκαίρως τον ακραία ριζοσπαστικό χαρακτήρα του προγράμματος που υιοθετήθηκε, με ευθύνη ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ και ΠΑΣΟΚ τον Μάιο 2012 και συνεχίστηκε, με ευθύνη της ΝΔ, τον Νοέμβριο του 2012. Προγράμματος ανάλογου της πολιτικής του καγκελλαρίου Μπρούνινγκ (1930-33) που οδήγησε τη Γερμανία στον Χίτλερ. Δύο χρόνια μετά την έναρξη του «προγράμματος σωτηρίας», η χώρα βρίσκεται στα πρόθυρα διάλυσης. ‘Οποιος και να κερδίσει τις εκλογές, απέχουμε πιθανώς (πολλές) εβδομάδες ή (λίγους) μήνες από το σημείο κατάρρευσης, με τη μορφή τραπεζικού κραχ, πλήρους κατάρρευσης εσόδων, εσωτερικής στάσης πληρωμών ή έκτακτης ανθρωπιστικής ενεργειακής κρίσης.

Σήμερα, αχνοφαίνεται μια ελπίδα μεταβολής των ευρωπαϊκών συσχετισμών. Η εκμετάλλευση της μεταβολής αυτής, που είναι η καλύτερη διαθέσιμη ελπίδα αποφυγής μιας πολύ μεγαλύτερης καταστροφής, προϋποθέτει την αλλαγή του πολιτικού προσωπικού που διοίκησε και κατέστρεψε την Ελλάδα. Δύσκολα φαντάζεται κανείς όσους οδήγησαν τη χώρα στο σημείο αυτό, να μπορούν να τη «σώσουν». Υπάρχει και ένας πολύ πιο συγκεκριμένος «τεχνικός» λόγος. Δεν μπορούν πολιτικοί που είναι φακελωμένοι και από Ζήμενς και από αμερικανικές υπηρεσίες και ένας Θεός ξέρει από ποιόν άλλο, να κάνουν διαπραγμάτευση. Η παραμονή του ‘Ακη, της συζύγου του και μόνο αυτών στη φυλακή, χρησιμεύει ως μία πολύ παραστατική υπενθύμιση στους ‘Ελληνες πολιτικούς ότι «χρωστάνε».

Τέτοιο προσωπικό δύσκολα μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να συμφωνήσει σε μερικά ψίχουλα από τους Ευρωπαίους, ψίχουλα που θα καθυστερήσουν ίσως τον θάνατο, δεν θα τον αποτρέψουν όμως, σπαταλώντας και μια μεγάλη ευκαιρία. Η Ελλάδα θα έχει νομιμοποιήσει τη συνέχιση της μνημονιακής τροχιάς, ώσπου χρειαστεί να τη διακόψει με εξέγερση, χάος, αναρχία ή κάτι άλλο, καθιστώντας ευκολότερη την αποβολή της από την Ευρώπη.

Επιπλέον, το ελληνικό πρόβλημα δεν οφείλεται αποκλειστικά στο Μνημόνιο και η χώρα θα πρέπει να επιβιώσει ακόμα και αν επέλθει αναγκαστική ρήξη με Ευρώπη και δανειστές. Ο «κλεπτοκρατικός καπιταλισμός» είναι στη ρίζα του ελληνικού προβλήματος, διευκόλυνε την επίθεση των αγορών και είναι μια σημαντική πηγή πόρων αν χτυπηθεί. Αλλά δεν μπορεί να χτυπηθεί από το πολιτικό προσωπικό που τον διαχειρίστηκε. Επί των ημερών του Μνημονίου αυξήθηκε η φοροδιαφυγή και κατρακύλησε η Ελλάδα στη διεθνή κατάταξη διαφθοράς, ακριβώς γιατί το Μνημόνιο στηρίχτηκε στα κατ’ εξοχήν «κλεπτοκρατικά» συμφέροντα για να περάσει. Ατυχώς από μια άποψη, στις εκλογές της 17ης Ιουνίου δεν καλούμεθα να επιλέξουμε κόμμα ή ιδεολογία αλλά όχημα σωτηρίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φιλοδόξησε να βρεθεί στη θέση. Βρέθηκε από τη δύναμη των πραγμάτων. Κατέκτησε τη δεύτερη θέση στις εκλογές όχι γιατί την επεδίωξε, αλλά γιατί τον έσπρωξε η επιτακτική συνειδητοποίηση από τον ελληνικό λαό ανάγκης άμεσης διακοπής της μνημονιακής τροχιάς. Το επικοινωνιακό ταλέντο ενός νέου ηγέτη, απαλλαγμένου από τα λάθος μπαγκάζια των προηγούμενων «γενεών της ήττας» της ελληνικής αριστεράς, του επέτρεψε να ανακαλύψει για λογαριασμό της αριστεράς τη χαμένη γοητεία της πολιτικής. Την ώρα όμως που ο ΣΥΡΙΖΑ μπαίνει από την επικοινωνία στην πολιτική, η Ελλάδα μπαίνει από την πολιτική στην ιστορία και χρειάζεται ένα θαύμα για να προλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ την φάση.

Του την έχουν άλλωστε πολλαπλά στημένη. Τέσσερις μέρες μετά τις εκλογές, ο άτυπος «πρύτανης» της «μνημονιακής δημοσιογραφίας» εξηγούσε ότι ο τρόπος να καταστρέψουμε την αριστερά, είναι να την αφήσουμε να κυβερνήσει. Αυτό είναι το plan B του Μνημονίου. Να προκαλέσει, ίσως και αμέσως μετά μια εκλογική νίκη, την αναμενόμενη κατάρρευση και να δοκιμάσει να τη χρεώσει στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα.

Γι’ αυτό και η ελληνική αριστερά έχει κάτι λιγότερο από ένα μήνα για να αρθεί, όσο μπορεί, στο ύψος των περιστάσεων, για να κάνει το θαύμα που απαιτούν οι περιστάσεις. Χρειάζονται άνθρωποι με φαντασία, αποφασιστικότητα, τεχνοκρατική-επιστημονική επάρκεια να διαμορφώσουν το περίγραμμα των λύσεων, αλλά και σχέδια για την απευκταία περίπτωση των χειρότερων ενδεχομένων. Χρειάζεται επιστράτευση κάθε πατριωτικής εφεδρείας από τους ‘Ελληνες της Ελλάδας και του εξωτερικού, ανεξαρτήτως ιδιαίτερων ιδεολογικο-πολιτικών διαδρομών, ακόμη και ξένων ειδικών και επιστημόνων που θα μπορούσαν και θα ήθελαν να βοηθήσουν τη χώρα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι δεν μπορεί να βγάλει τέτοιο πρόβλημα μόνος του, με το στελεχιακό δυναμικό που διαθέτει. Πρέπει να ενεργήσει ανάλογα με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει, όχι να περιορίζει το πρόβλημα στα πλαίσια των δυνατοτήτων του. Χρειάζεται κυβέρνηση σωτηρίας και ανόρθωσης της χώρας, αντιμνημονιακή και αντικλεπτοκρατική μάλλον, παρά «κυβέρνηση της αριστεράς» με τη στενή έννοια του όρου, αναντίστοιχη προς την συγκυρία. Χρειάζεται μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε πλατύ δημοκρατικό και λαϊκό κίνημα. Χρειάζεται τρομερή κινητοποίηση σε όλη την Ευρώπη και σε όλα τα σημεία του ορίζοντα, τουλάχιστο ανάλογη αυτής που σημειώθηκε ως αλληλεγγύη στη δημοκρατική Ισπανία (1936-39). Χρειάζεται αποσαφήνιση διαπραγματευτικής και πολιτικής στρατηγικής, διεθνείς συμμαχίες και με δυνάμεις πολύ μακριά από τη «ριζοσπαστική αριστερά».

Ακόμα και τώρα, στο πάρα πέντε μιας μείζονος, εθνικής καταστροφής του ελληνισμού, παίζουμε ακόμα άθλια προεκλογικά παιχνίδια από τηλεοράσεων, που θα ενταθούν δυστυχώς στη διάρκεια του επόμενου μήνα πριν από την εκλογική αναμέτρηση, όχι γιατί το πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν καταλαβαίνει την κρισιμότητα του προβλήματος, αλλά γιατί γνωρίζει τη δική του ανεπάρκεια να το αντιμετωπίσει. Οι ‘Ελληνες πολίτες πρέπει να ασκήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή πίεση, όσο και όπου μπορούν, στις πολιτικές τους ηγεσίες να αφήσουν τις καταστροφικές ιδιοτέλειες τους, δρώντας με κριτήριο τη σωτηρία της χώρας. Από τους Τιτανικούς, λίγοι είναι οι επιζώντες.

Konstantakopoulos.blogspot.com
24.5.2012

O ΛΑΟΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ, Ο ΣΥΡΙΖΑ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Με την ψήφο του, στις 6 Μαίου, ο ελληνικός λαός μπήκε ξανά στο προσκήνιο της πολιτικής ιστορίας του, από κει που τον είχαν αποκλείσει και εξορίσει τα δύο μεταπολιτευτικά κόμματα εξουσίας, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, υπεύθυνα για την καταστροφή, λεηλασία και προδοσία της Ελλάδας.

Μετά τις μεγαλειώδεις, πλην αναποτελεσματικές διαδηλώσεις-εξεγέρσεις του Μαίου 2010, του Ιουνίου και του Οκτωβρίου 2011, του Φεβρουαρίου 2012, οι εκλογές του Μαίου επιβεβαίωσαν τη σταδιακή αποκρυστάλλωση ενός ισχυρού λαϊκού ρεύματος που είναι αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει όποιο πολιτικό εργαλείο βρίσκει στο δρόμο του και όποια δυνατότητα έχει για να διακόψει την πορεία εθνικής καταστροφής στην οποία έβαλαν την Ελλάδα τα Μνημόνια και οι Δανειακές, εργαλεία μετατροπής της χώρας σε «αποικία των αγορών», αλλά και γενοκτονίας του ελληνικού λαού.

Μια σαφής λαϊκή πλειοψηφία τάσσεται σήμερα υπέρ της διακοπής της μνημονιακής τροχιάς, αλλά και υπέρ της αντικατάστασης των δύο κομμάτων εξουσίας της μεταπολίτευσης, που θεωρούνται δικαιολογημένα ως υπεύθυνα της καταστροφής, λεηλασίας και εντέλει προδοσίας της χώρας. Ο ελληνικός λαός, τελείως φυσιολογικά, αντιλαμβάνεται ότι το σπίτι του έχει πιάσει φωτιά και το πρώτο που σκέφτεται να κάνει είναι να απομακρύνει τον φύλακα που την έβαλε.

Οι λόγοι που πρέπει να απομακρυνθεί το πολιτικό προσωπικό που διοίκησε τη χώρα μετά τη μεταπολίτευση είναι όλοι πολύ σοβαροί. ‘Ενας από αυτούς είναι ότι αυτό το προσωπικό διαχειρίζεται την «κλεπτοκρατία» και χωρίς ανατροπή αυτού του συστήματος, είναι αδύνατο να διασωθεί η Ελλάδα, ακόμα κι αν ξαφνικά έπαυε να έχει πρόβλημα εξωτερικής χρηματοδότησης και Μνημονίων/Δανειακών Συμβάσεων. ‘Ενας δεύτερος είναι ότι έχοντας λεηλατήσει, οι πολιτικοί μας είναι άμεσα εκβιάσιμοι. Η σκληρή δίωξη του ‘Ακη και της οικογένειάς του χρησιμεύει και ως παραστατική υπενθύμιση του τι μπορεί να περιμένει τους δωροδοκημένους πολιτικούς μας, αν επιδείξουν «απειθαρχία» στους πολυάριθμους διεθνείς «νταβατζήδες», που περιφέρονται και κοντεύουν να «τρακάρουν» μεταξύ τους, στην προσπάθεια να ελέγξουν και να λεηλατήσουν την καθημαγμένη και καταπροδομένη χώρα των Ελλήνων.

Ναι μεν αλλά

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ, ή οποιοδήποτε άλλο πολιτικό υποκείμενο με ένα μίνιμουμ δυνατοτήτων, είχε εγκαίρως προσανατολισθεί στην κατάληψη της εξουσίας με πρόγραμμα τη διακοπή των μνημονίων και την αναγέννηση της χώρας, και αν είχε κάνει όλα όσα απαιτεί μια τέτοια επιδίωξη, θα είχε ήδη κερδίσει με μεγάλη πλειοψηφία τις εκλογές. Το ίδιο ασφαλώς θα συνέβαινε αν είχε συμπηχθεί ένα ευρύ μέτωπο των δυνάμεων που λένε ότι είναι κατά του μνημονίου. Δεν θα χρειαζόταν να πάμε σε επαναληπτικές εκλογές και θα είχαμε δυνάμεις ήδη κάπως προετοιμασμένες για το τιτάνιο έργο ανόρθωσης της χώρας.

Στην πραγματικότητα όμως και μια μερίδα του ελληνικού λαού και, πολύ περισσότερο, η πολιτική του «ελίτ», από την αριστερά μέχρι τη δεξιά, αρνούνται ακόμα και σήμερα να αναγνωρίσουν και το βάθος της, προϋπάρχουσας του Μνημονίου, καθολικής εθνικής κρίσης του μοντέλου του επιδοτούμενου «κλεπτοκρατικού καπιταλισμού» και τη ριζοσπαστικότητα του μνημονιακού προγράμματος, ελληνικού ισοδύναμου της Συνθήκης των Βερσαλλιών ή του προγράμματος Μοργκεντάου. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία και, όπως ο καρκινοπαθής αποφεύγει να ρωτήσει το γιατρό τις ερωτήσεις που θα τον πείσουν για τον θανατηφόρο χαρακτήρα της αρρώστιας του, έτσι και πολλοί ‘Ελληνες, αν και μειώνεται ταχέως ο αριθμός τους, εξακολουθούν να ελπίζουν αν όχι σε κάποιο θαύμα που θα σώσει τη χώρα, τουλάχιστο σε κάποιο θαύμα για τους ίδιους.

Οι περίπλοκες διαδρομές της προδοσίας

Στις αυταπάτες προστίθεται η ιδιοτέλεια, ατομική, «ταξική» ή κομματική, το συμφέρον αναπαραγωγής (εξαιρετικά ανεπαρκών επιπλέον) κομματικών γραφειοκρατιών. Αν δεν συγκροτήθηκε στην Ελλάδα ευρύ και αποτελεσματικό ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο είναι κυρίως γιατί, η μη συγκρότησή του, με την επίκληση διαφόρων προσχημάτων και δικαιολογιών, ήταν ο πιο «άνετος» τρόπος να λένε πολλοί ότι είναι κατά του Μνημονίου, χωρίς πρακτικά να το αντιστρατεύονται. Και, επιπλέον, γιατί πολλοί θέλουν να περιοριστούν στο θέμα του Μνημονίου, υπερασπιζόμενοι ταυτόχρονα τα αδικαιολόγητα προνόμια που είχαν στο καταρρεύσαν σύστημα του «κλεπτοκρατικού καπιταλισμού», ακόμα και ως αντιπολιτεύσεις.

Αυτή είναι η εξήγηση γιατί σχήματα όπως το ΚΚΕ, η ΔΗΜΑΡ, ακόμα και «αριστεριστές» όπως οι του ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή διάφοροι απερίγραπτοι «επαναστάτες μαρξιστές», αρνούνται πεισματικά οποιοδήποτε μέτωπο υπεράσπισης του ελληνικού λαού και σωτηρίας της χώρας του. ‘Η, ακόμα και στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, ξεσηκώθηκαν μόλις ο Τσίπρας υπαινίχθηκε ότι θα μπορούσε να στηριχθεί και σε ψήφους των «Ανεξαρτήτων Ελλήνων», αν του χρειάζονταν για να σχηματίσει αντιμνημονιακή κυβέρνηση. Η δήλωση αυτή, ειρήσθω εν παρόδω, μπορεί να προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, αλλά τον οδήγησε ένα βήμα πριν από την πρώτη θέση. Γιατί το «ασυνείδητο μυαλό» των ψηφοφόρων πιάστηκε από την ελπίδα ότι αυτός ο «νεαρός» μπορεί να θέλει όχι μόνο να μιλάει αλλά και να εννοεί πρακτικά αυτά που λέει. (1)

Με την ευκαιρία, είναι κάπως αστείο ή και τραγικό, να βλέπει κανείς διάφορους θεματοφύλακες του «μαρξισμού» ή του «λενινισμού» να αγνοούν παντελώς την ιστορική εμπειρία και του ρωσικού και του γερμανικού σοσιαλιστικού κινήματος, αλλά και της ελληνικής αριστεράς. Αγνοούν την ιδιαίτερη επιμονή του Λένιν σε μια ευρύτατη πολιτική συμμαχιών «και με τον διάβολο και με τη γιαγιά του ακόμα» με τις πιο ιδεολογικά ετερόκλιτες και αντίθετες ακόμα δυνάμεις, στη βάση της αρχής «χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χωριστά». Αυτό δεν ήταν μια έξυπνη τακτική μόνο, ήταν η αναγνώριση της ανάγκης η «τάξη» στην οποία απευθύνονταν οι Μπολσεβίκοι, αναπόφευκτα ποικίλων επιπέδων «συνείδησης», να μάθει μέσα από την εμπειρία των αγώνων της και το τι θέλει και πως θα το πετύχει και ποιές είναι οι δυνάμεις που αγωνίζονται ειλικρινά στο πλευρό της. Αντίθετα με τη Ρωσία, η «υπεραριστερή», «υπερεπαναστατική» πολιτική, η αναγόρευση των Σοσιαλιστών σε κύριο αντίπαλο, όπως σήμερα ο Ριζοσπάστης αναγορεύει τον ΣΥΡΙΖΑ μεγαλύτερο εχθρό του, πολιτική που επέβαλε ο Στάλιν στο Γερμανικό ΚΚ οδήγησε στη νίκη του Χίτλερ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. ‘Όπως η αποχή που επέβαλε ο Ζαχαριάδης στην ελληνική αριστερά το 1946, οδήγησε στον εμφύλιο και στη συντριβή της. Στον «αριστερισμό», ο Λένιν έβλεπε το 1919 την «παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», στη συνέχεια όμως η αρρώστια άρχισε να γίνεται μάλλον «εκφυλιστική», «γεροντική» και στο τέλος κατέληξε ο πιο άνετος δρόμος για την προδοσία.

Αυτές όλες οι αντιφάσεις στην κοινωνία και το πολιτικό εποικοδόμημα εκφράζονται και στην αμφισημία του εκλογικού αποτελέσματος, που αντανακλά μεν το ‘Όχι στο Μνημόνιο, αλλά και τη δυσκολία να αποτυπωθεί το Ναι. Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να γίνει πρόβλεψη για το εκλογικό αποτέλεσμα. Η Ελλάδα ταλαντεύεται ακόμα ανάμεσα στο Χτες που πρέπει να απορρίψει, επί ποινή θανάτου της, και σε ένα Αύριο που την φοβίζει, καθώς διαισθάνεται την τραγική έλλειψη προετοιμασίας των λίγων δυνάμεων που μοιάζουν διατεθειμένες να τολμήσουν να αποπειραθούν τη σωτηρία της.
ΣΥΡΙΖΑ και Τσίπρας
Παιδί του Μνημονίου, το ρεύμα των αγανακτισμένων Ελλήνων που θέλει να αντισταθεί ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ στην προτιμώμενη αντιμνημονιακή λύση, αυτήν που περισσότεροι ‘Ελληνες θεωρούν ως την πλέον έλλογη, δημοκρατική, κοινωνικά ευαίσθητη και ευρωπαϊκή.

Το ρεύμα μας προϊδέασε και για τις πιθανές άλλες τροχιές που μπορούν να πάρουν τα πράγματα. ‘Όπως θα μπορούσε να είναι μια απότομη, χωρίς πρόγραμμα ρήξη με την ΕΕ, που θα είχε ως κύριο αποτέλεσμα να πέσει η Ελλάδα στα χέρια άλλων γεωπολιτικών δυνάμεων που θέλουν να την κάνουν προτεκτοράτο τους. Ο Καμμένος θα μπορούσε ίσως να χρησιμοποιηθεί για αυτό. Μια τελευταία εκδοχή είναι η εκδοχή της τυφλής, βίαιης εξέγερσης, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί τελικά για την επιβολή ενός αυταρχικού, δικτατορικού καθεστώτος, που απαιτεί εντέλει η φτωχοποίηση των Ελλήνων. Προς το παρόν όμως κινούμαστε στον αστερισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Τσίπρας τετραπλασίασε το εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ (την ίδια ώρα που η Χρυσή Αυγή το αύξαινε κατά δεκάδες φορές) γιατί μπόρεσε, καθοδηγούμενος από το αναμφισβήτητο πολιτικό του ένστικτο σε μια «επικοινωνία» που ανταποκρινόταν στις πολιτικές ανάγκες του ελληνικού λαού. ‘Εγινε ο φορέας της ελπίδας, ακριβώς γιατί δεν είχε τα «λάθος μπαγκάζια», τις προκαταλήψεις και ιδεοληψίες ενός και παρωχημένου και κακοχωνεμένου «μαρξισμού», που η παραδοσιακή αριστερά συχνά χρησιμοποιεί ως άμυνα κατά της πραγματικότητας και μέσο απομείωσης των προσδοκιών που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει.

Ο Τσίπρας εκπροσωπεί μια γενηά νέων και μορφωμένων Ελλήνων που θέλουν να αφήσουν το αποτύπωμά τους στη χώρα, αλλά και την πρώτη γενηά της αριστεράς, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, που δεν διακατέχεται από την «ψυχολογία της ήττας» και το «σύνδρομο της αποτυχίας». Αντιλαμβάνεται επίσης, πολύ περισσότερο από όσο ομολογεί, τη θεμελιώδη σημασία του πατριωτισμού για τη διεκδίκηση της ηγεμονίας, ιδίως σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, υποκείμενη παγίως στην έντονη πίεση του διεθνούς περιβάλλοντος και της μεταμορφούμενης, αλλά πάντα παρούσας, πολυπλόκαμης και απειλητικής σκιάς της «Αυτοκρατορίας».

Μερικοί τον συγκρίνουν με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ. Είναι προφανές ότι η ίδια η κοινωνία ζητάει από τον ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα είδος «καλού ΠΑΣΟΚ» (αυτό που υποσχόταν κι ο Κώστας Καραμανλής το 2004). Πέραν όμως των αξιοσημείωτων διαφορών ανάμεσα στα πρόσωπα Παπανδρέου και Τσίπρα, υπάρχει και μια ακόμα θεμελιώδης διαφορά, που κάνει τα πράγματα πολύ δυσκολότερα για τον σημερινό ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτοξεύεται στο κέντρο της ελληνικής πολιτικής, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα απέχει πιθανώς εβδομάδες ή μήνες από ένα «ατύχημα» τύπου κατάρρευσης κρατικών εσόδων, αδυναμίας πληρωμών, φορτωμένη νομικο-πολιτικά με τις υποχρεώσεις ενός προγράμματος που δεν έχει όμοιό του στην ιστορία της αποικιοκρατίας, χωρίς προετοιμασία και το στελεχιακό δυναμικό που χρειάζεται, χωρίς διεθνείς συμμαχίες. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο σοσιαλδημοκρατικής αναδιανεμητικής πολιτικής, αντίθετα, η χώρα οδεύει προς κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τη σκληρότερη και δυσκολότερη διαπραγμάτευση στην ιστορία της.

O κ. Τσίπρας δεν θα προλάβει να πάρει ούτε ανάσα προτού βρεθεί αντιμέτωπος με εξαιρετικά περίτεχνες προσπάθειες έμμεσης χειραγώγησης ισχυρών ξένων δυνάμεων, αντιμέτωπος με σαμποτάζ και πόλεμο στο εσωτερικό, αναγκασμένος να οργανώσει μια σύγκρουση με τη Γερμανία, που να οδηγήσει αν γίνεται σε αξιοπρεπή, έστω και οδυνηρό συμβιβασμό και να μη γίνει ανεξέλεγκτη, χρησιμοποιούμενη από εξωευρωπαϊκές γεωπολιτικές και οικονομικές δυνάμεις. Τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ, αν κερδίσει τις εκλογές, τον έχουν υπολογίσει ένα εξάμηνο, πιθανώς με τη χώρα να του «σκάει στα χέρια» και την αριστερά να καταστρέφεται. Αν οι Γαλλογερμανοί μοιάζουν να ελπίζουν ακόμη στην πολιτική επιβίωση του μνημονιακού μπλοκ, οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις του χρήματος και των ΗΠΑ ίσως προσανατολίζονται στο πως θα χρησιμοποιήσουν μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον και της ελληνικής αριστεράς και της Ευρώπης.

Για να αντιμετωπίσει με σχετική επιτυχία μια τέτοια πρόκληση ή τουλάχιστον να αποφύγει μια μείζονα τραγωδία, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να μεταμορφωθεί η ίδια, αν μπορεί, και να το πράξει με την ταχύτητα του φωτός. Να ανακαλύψει τη χαμένη στη χώρα αυτή σοβαρότητα και τις αρετές του προγραμματισμού, να επιστρατεύσει όλες τις πατριωτικές δυνάμεις του έθνους, ανθρώπους με φαντασία, ατσάλινη αποφασιστικότητα και σοβαρή τεχνοκρατική επάρκεια, να ζητήσει βοήθεια και συνδρομή από όσες δυνάμεις διεθνώς μπορεί να βρει και να κινητοποιήσει, να απεκδυθεί της απαίτησης του γραφειοκράτη να ασκεί εξουσία για λογαριασμό του μηχανισμού. Χρειάζεται να απευθυνθεί στον ελληνικό λαό, να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα πλατύ δημοκρατικό κίνημα για τη σωτηρία του λαού και της χώρας, να πει καθαρά την αλήθεια στους ‘Ελληνες και να τους κινητοποιήσει. Και να τα κάνει όλα αυτά άμεσα, χτες αν ήταν δυνατό. Τα σφάλματα είναι αναπόφευκτα σε μια τέτοια πορεία, σημασία έχει να μην είναι στρατηγικά και να δίνουν την αφορμή για γρήγορη εκμάθηση και διόρθωση. Καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει τα πρώτα του βήματα από το χώρο τα επικοινωνίας στο χώρο της πολιτικής, η Ελλάδα μπαίνει από τον χώρο της πολιτικής στον χώρο της ιστορίας

Μοιάζει περίπου με θαύμα αυτό που ζητάμε, θα πείτε ίσως. Δεν μπορούμε όμως να μη ζητήσουμε ένα τέτοιο «θαύμα», γιατί αυτό ακριβώς απαιτούν οι περιστάσεις. Οι εναλλακτικές που έχουμε, με τα σημερινά δεδομένα, είναι απολύτως καταστροφικές. Είναι είτε η συνέχιση της διακυβέρνησης από το κόμμα της διαφθοράς, της διαπλοκής και του μνημονίου, που οδηγεί στην αυτοκτονία της Ελλάδας, είτε η καταστροφή της χώρας και της δημοκρατίας της.

Πριν δολοφονηθεί, γιατί δεν δέχτηκε να φύγει από το Βερολίνο τη στιγμή που κατέστελαν την εργατική εξέγερση, μια από τις αξιολογότερες μορφές του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, έγραψε μια δριμύτατη κριτική της Ρωσικής Επανάστασης και των πολιτικών επιλογών των Μπολσεβίκων. Κατέληγε τονίζοντας: «αυτοί όμως, τουλάχιστο, τόλμησαν»

23 Mαίου 2012
Konstantakopoulos.blogspot.com

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nexus, τεύχος Ιουνίου 2012




(1) Ο Καμμένος, παρά το θάρρος που επέδειξε αντιτασσόμενος στα Μνημόνια και στο κόμμα του, δεν απέδειξε έως τώρα ότι διαθέτει και το μυαλό που χρειάζεται για να χειρισθεί μια κρίση τέτοιας εμβέλειας όπως η ελληνική, και αν το θάρρος δεν συνδυασθεί με μυαλό, μπορεί να έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα. Κυρίως όμως δεν ανταποκρίθηκε καθόλου καλά στην πίεση που δέχτηκε με τις διερευνητικές εντολές, φάνηκε και αυτός σε αναζήτηση οδού υποχώρησης, ενώ άρχισε να προτάσσει άσχετες και επικίνδυνες ιδέες, όπως η άμεση ανακήρυξη ΑΟΖ! Αλλά η πολιτική του ενιαίου μετώπου δεν έχει να κάνει με την εμπιστοσύνη αυτού που την προτείνει, αλλά με την ανάγκη να οικοδομήσει κανείς πολιτικές σχέσεις με το σύνολο των δυνάμεων που αγωνίζονται για ένα σκοπό, αλλά μπορεί να διαφωνούν σε άλλα ζητήματα. Οικοδομώντας τέτοιες σχέσεις καθιστά κανείς δυσκολότερη την προδοσία και βάζει υποψηφιότητα να εκφράσει αυτός πολιτικά τους προδοθέντες οπαδούς.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

H EΛΛΑΔΑ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Η παρ’ ολίγον εκτροπή απετράπη. Το «καυτό λάδι» του Μνημονίου, που κατέστρεψε ήδη δύο ιστορικά κόμματα της μεταπολίτευσης, ήταν αποτρεπτικό για να τρομάξει όσους «αντιμνημονιακούς» μπήκαν στον πειρασμό να πλησιάσουν έστω, τα δάχτυλα των ποδιών τους, στον Ρουβίκωνα.

Η λαϊκή αντίδραση απέτρεψε Κουβέλη και Καμμένο, να υποκύψουν τελικά στον πειρασμό και στις πιέσεις συμμετοχής στα αμφίβολα σχήματα που προσπάθησε να «συναρμολογήσει».αιφνιδιασμένο από το αποτέλεσμα, το «Κόμμα του Μνημονίου» και οι ποικίλες ξένες δυνάμεις, που κοντεύουν να τρακάρουν στην προσπάθεια να ελέγξουν την έρημη, προδφομένη χώρα των Ελλήνων. ‘Οσο για την ηγεσία του ΚΚΕ και τους ατυχείς οπαδούς της, ο Περισσός προ πολλού αποφάσισε να μείνει με κάθε κόστος κλεισμένος στο φρούριό του, περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία και αποφεύγοντας να ανακατευτεί στη μάχη που θα κρίνει το μέλλον της Ελλάδας.

Λέμε ευτυχώς απετράπη εκτροπή, όχι γιατί μας αρέσουν οι επαναλαμβανόμενες εκλογές, αλλά γιατί ο σχηματισμός μιας «μπάσταρδης» κυβέρνησης δεν θα ωφελούσε σε τίποτα μια χώρα που αντιμετωπίζει διλήμματα ζωής ή θανάτου. Πολύ περισσότερο σήμερα, γιατί η Ελλάδα διαθέτει μια ιστορική, ίσως ανεπανάληπτη ευκαιρία, με την αλλαγή των ευρωπαϊκών συσχετισμών και την άνοδο της γαλλικής αριστεράς στην εξουσία, να αναζητήσει μια όχι καταστροφική διέξοδο από την κρίση της. Πρέπει όμως η Ελλάδα νάχει εκπρόσωπο, αλλοιώς χάθηκε, θα κάνει ζημιά και στην Ευρώπη. Πρέπει να αποφασίσει αν θα εμπιστευτεί ξανά τους προηγούμενους «διαπραγματευτές», τα δύο κόμματα που την κυβέρνησαν και συνήψαν τις συμφωνίες, ή θα δώσει εντολή σε άλλη δύναμη να παίξει αυτό τον ρόλο.

Ο ελληνικός λαός είναι υποχρεωμένος να πάρει τώρα μια ιστορική απόφαση για την πορεία που θα ακολουθήσει, για το μέλλον των παιδιών του, απόφαση που δεν μπορεί να αναβάλει χωρίς ίσως μοιραίες συνέπειες για την τύχη της χώρας. Και πρέπει να την πάρει ο ίδιος. ‘Αλλωστε, ακόμα κι αν ο Τσίπρας αίφνης, για να μη μιλήσουμε για τους άλλους, μεταμορφωνόταν αύριο στον ικανότερο πολιτικό του κόσμου, δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, αν δεν είχε πίσω του μια κοινωνία συνειδητοποιημένη και αποφασισμένη. Ο ελληνικός λαός οφείλει είτε να επιβεβαιώσει το μετέωρο βήμα της 6ης Μαίου, δίνοντας σαφή εντολή εξόδου από το μνημόνιο, δηλαδή στα διαθέσιμα για να κάνουν αυτό το έργο πολιτικά εργαλεία, είτε πρέπει να ξαναγυρίσει στις δυνάμεις που τον οδήγησαν στην κααστροφή.

Ούτε μπορούμε να ελπίζουμε σε αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου του 2008. Λεφτά δεν υπάρχουν. Πιθανότατα θα χρειαστούν νέες θυσίες και η Ελλάδα θα περάσει από σοκ. Το ζήτημα είναι οι θυσίες να πιάσουν τόπο, αντίθετα με αυτές που έγιναν τη τελευταία διετία, καταστρέφοντας τη χώρα. Δεύτερο να είναι κοινωνικά δίκαιες και αναπτυξιακά προσανατολισμένες, όχι οι «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που κατάντησαν παγκοσμίως «κωδικός όρος» που επιτρέπει να προτείνεις οποιαδήποτε ιδιοτελή ανοησία βαφτίζοντάς την «μεταρρύθμιση». Τρίτο, να δημιουργηθεί ένα μίνιμουμ δίχτυ ασφάλειας για τους κοινωνικά ασθενέστερους, να μην πεινάσει και να μη μείνει χωρίς περίθαλψη ούτε ένας ‘Ελληνας.

Η μέθοδος που χρησιμοποίησε η «Αυτοκρατορία του Χρήματος» για να θέσει την Ελλάδα σε αυτοκαταστροφική «δίνη θανάτου» (κατά Σόρος), χρησιμποιώντας την ως καταλύτη ευρωπαϊκής καταστροφής, προσομοιάζει με την «αλλαγή προσήμου» στη θεωρία καταστροφών. Ο Παπανδρέου, ως ασύνειδο και άρα αποτελεσματικότερο εργαλείο εντόπισε την ιδιοσυχνότητα και ενεργοποίησε τη διαδικασία κατάρρευσης. Ο Αλέξης Τσίπρας, αν κερδίσει τις εκλογές, πρέπει να βρει με το ένστικτό του τη «συχνότητα εκτόξευσης» της χώρας, που θα της επιτρέψει να αντιστρέψει τη σημερινή θέση της ως «μαύρης τρύπας» της Ευρώπης.

Βασικό στοιχείο ενός νέου «συμβολαίου τιμής» είναι η αποφασιστική ρήξη, η πλήρης αντιστροφή της κουλτούρας της απάτης που χαρακτήρισε όλη τη μεταπολίτευση. Ειλικρίνεια, ειλικρίνεια, ειλικρίνεια είναι το δυσάρεστο, αλλά τελείως απαραίτητο φάρμακο, το βασικό συστατικό οποιασδήποτε προσπάθειας αναγέννησης της χώρας, το θεμέλιο, το τσιμέντο της νέας σχέσης που θα πρέπει να οικοδομηθεί ανάμεσα στην κοινωνία και την ηγεσία της, σε διαρκή αλληλεπίδραση.

Για να σωθεί η χώρα πρέπει επίσης να αντλήσει από τη βαθύτερη ιστορική και πολιτιστική της ταυτότητα, κοιτίδα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, ιστορικός αντίπαλος του Χρήματος, δίνοντας έλλογη και συγκεκριμένη έκφραση στις ιστορικές μας καταβολές. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας κυβέρνησης, θα δοκιμασθεί αμέσως σε δύο θέματα:

- τον τρόπο που θα διαπραγματευθεί με την Ευρώπη καθιστώντας την Ελλάδα από πρόβλημα πρωταγωνιστή της λύσης
- τον τρόπο που θα διαχειρισθεί την εσωτερική σταθερότητα της χώρας

Μερικοί συγκρίνουν, αν όχι τον ίδιο τον Τσίπρα, τουλάχιστο τη θέση του, με αυτήν του Ανδρέα Παπανδρέου το 1977. Η αναλογία έχει στοιχεία αλήθειας, υπάρχουν όμως και μεγάλες, σημαντικές διαφορές, όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στις καταστάσεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με διαδικασία απότομων ρήξεων, όχι σταδιακή αντικατάσταση (που εξελίχθηκε τελικά σε υποκατάσταση) του παληού με το νέο, σε σχετικά σταθερό περιβάλλον.

Αυτά όλα είναι δύσκολα, μοιάζουν ίσως με ανέφικτες χίμαιρες και όνειρα θαυμάτων. ‘Ισως. Αλλά ξανακάναμε οι ‘Ελληνες θαύματα στην ιστορία μας και πάντως μόνο ένα θαύμα μοιάζει να μπορεί να μας σώσει, στο σημείο που ήρθαμε. Δοκιμάσαμε άλλωστε και την άλλη μέθοδο, το «Ναι σε όλα» και έτσι φτάσαμε στο σημείο νάρχεται ο κ. Παπαδήμος και οι συν’ αυτώ και να μας τρομοκρατούν με θρασύ κυνισμό ότι τελειώνουν τα ταμειακά διαθέσιμα, χρεωκοπεί το κράτος, καταρρέουν οι τράπεζες. Δηλαδή, αυτοί που μας έφεραν ως εδώ, γιατί δεν βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ τη χώρα, μας ζητάνε να τους εμπιστευθούμε για να μας σώσουν από τις καταστροφές που η πολιτική τους έφερε ante portas.

Βρισκόμαστε στη θέση ασθενούς που αντιμετωπίζει μια αρρώστια σοβαρότερη από όσο θέλει να αποδεχθεί. Ακολουθήσαμε τη μνημονιακή ιατρική επί δύο χρόνια και το αποτέλεσμα δεν είναι ενθαρρυντικό. Οι καλύτεροι γιατροί του κόσμου λένε ότι το πρόγραμμα μας οδηγεί στην καταστροφή. Τώρα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα κάνουμε την εγχείρηση που μας συστήνουν ο γιατροί, ή θα ζήσουμε όσο μας μένει.

Ο ισχύων εκλογικός νόμος είναι παραμορφωτικός της λαϊκής βούλησης, παραδόξως όμως, επιτρέπει μια μερική, εκ των υστέρων διόρθωση της βαριάς εκτροπής που απετέλεσε η υιοθέτηση των Μνημονίων. Διαλέγοντας πρώτο κόμμα, αποφασίζουμε αν θέλουμε να δοκιμάσουμε την έξοδο από το Μνημόνιο λέγοντας οριστικό αντίο στο δικομματισμό και ολοκληρώνοντας το μετέωρο ακόμα βήμα της 6ης Μαίου ή αν προτιμάμε μια γεύση από τα ίδια.

Θα πείτε ίσως, σου φαίνονται οι του ΣΥΡΙΖΑ έτοιμοι, ώριμοι, προετοιμασμένοι να κυβερνήσουν; Φυσικά και δεν μου φαίνονται. Εσείς βλέπετε κάποιον καλύτερο διαθέσιμο να κάνει αυτή τη δουλειά; Μια κοινωνία, ένα έθνος πούφτασε στο βάθος της δικιάς μας παρακμής, πως θάβγαζε κάτι πολύ καλύτερο. Μόνο η Αθηνά ξεπήδησε από το κεφάλι του Δία με την πανοπλία της.

Γράφοντας για τον Ολάντ στον Νουβέλ Ομπσερβατέρ, ο Ζαν Ντανιέλ, παραδέχεται ότι κι αυτός, όπως και άλλοι σχολιαστές έπεσαν έξω αμφιβάλλοντας για τις πιθανότητές του. Προσθέτει όμως ότι δεν έπεσαν έξω επειδή είχαν άδικο, αλλά γιατί ο Ολάντ μπόρεσε να ακούσει αυτά που του λέγανε.

Ο Τσίπρας κι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διάλεξαν ρόλο, τους επιβλήθηκε από τη φοβερή δύναμη της Ιστορίας. ‘Εχουν ένα δύσκολο μονοπάτι να περπατήσουν, όπου ο θρίαμβος και η καταστροφή απέχουν ελάχιστα. Η τελική επιτυχία τους, θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα με την οποία θα εκπαιδεύονται από και θα διορθώνουν τα αναπόφευκτα λάθη τους! Αξίζουν μια ευκαιρία και δεν είναι σίγουρο ότι θα υπάρξει άλλη.
Konstantakopoulos.blogspot.com

16.5.2012

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

H Eυρώπη σε κρίση: Η περίπτωση της Ελλάδας-Προοπτικές

ΟΜΙΛΙΑ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΕΠΙΤΕΛΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΣΠΟΥΔΩΝ-ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

«Η Ευρώπη σε κρίση: Η περίπτωση της Ελλάδας-Προοπτικές»

Πολεμικό Μουσείο

13-2-2012, 18.30 μ.μ.

Κυρίες, κύριοι,



Ευχαριστώ τον «Σύνδεσμο Επιτελών Εθνικής Αμύνης» και το «Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών και Σπουδών-ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ», καθώς και τους Προέδρους των Διοικητικών τους Συμβουλίων κ.κ. Μαίρη Μαρούλη-Ζηλεμένου και Λάμπρο Καζάκο, για την τιμή να με καλέσουν σε αυτή την συζήτηση και τους συγχαίρω ιδιαίτερα για την πρωτοβουλία τους, αλλά και τον τίτλο της ημερίδας, αφού όντως η Ελληνική κρίση είναι και Ευρωπαϊκή ενώ η Ελληνική κρίση είναι Ευρωπαϊκή.



Προκαταρκτικά, βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα τον τίτλο του ιδρύματος «Ευρωπαϊκών σπουδών Ιωάννης Καποδίστριας». Για τη χώρα μας, στο μεταίχμιο του Σλαβικού, του Μεσανατολικού και του Δυτικού κόσμου, η διατήρηση των ισορροπιών και των αλληλεπιδράσεων είναι παράγοντας σοβαρός για την επιβίωσή μας. Επισημαίνεται ότι πρώτος ο Καποδίστριας έδειξε ότι ο δρόμος για την Ευρώπη μπορεί να περνάει και από την Ρωσία



Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αφήνει μεγάλες αμφιβολίες, ότι έφερε στο προσκήνιο κυβερνήσεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αμφίβολη ή καθόλου νομιμοποίηση από την βούληση των πολιτών, η οποίες είναι και έρμαιο διεθνών δυνάμεων που πιθανώς να αποβλέπουν και στη καταστροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.



«ΣΧΕΔΙΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ» ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΕΕ



Οι συμφωνίες που υπογράφηκαν από την Ελλάδα μέχρι τώρα για την δανειοδότηση της χώρας μας, είναι σίγουρο ότι οδηγούν και στην καταστροφή της ΕΕ, αφού είναι σαφές και φανερό ότι δεν είναι βιώσιμες. Θα σας δώσω στη συνέχεια μια σειρά από λόγους που επιβεβαιώνουν αυτή τη σκέψη, γεγονός που θα αναγκάσει την Ελλάδα αργά η γρήγορα να τις αποκηρύξει.



Η ΕΕ παρά το ότι φαίνεται σαν δομή πολύ ισχυρή, - όπως κάποτε θυμίζω η Σοβιετική Ένωση η οποία ξαφνικά εξαφανίσθηκε-, είναι μια δομή τρωτή, είναι μια δομή πολυεθνική που στηρίζεται στον συγκερασμό συμφερόντων και ακολουθεί την τήρηση αυστηρών κανόνων μεταξύ 27 κρατών. Αν αύριο ένα από τα κράτη αναγκασθεί να θίξει αυτόν τον περίπλοκο λαβύρινθο νομικών κειμένων, μπορεί να δημιουργηθεί τέτοιο χάος, η συνέπεια του οποίου θα είναι η κατάρρευση της αρχικής δομής.





Η κρίση της ΕΕ είναι αντανάκλαση του μοντέλου που έχει επικρατήσει παγκοσμίως τα τελευταία 40 χρόνια, το οποίο χαρακτηρίσθηκε από τήν πρωτοφανή στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής συγκέντρωση ισχύος στα χέρια του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν θα πρέπει να το αντιλαμβανόμαστε σαν μια ομάδα τραπεζιτών που προσπαθεί να βγάλει χρήματα. Ουσιαστικά είναι ένας στρατηγικός παίκτης με πλήρη επίγνωση του πεδίου, παγκόσμια στρατηγική και επιρροή σε όλα σχεδόν τα κέντρα αποφάσεων της ΕΕ και του κόσμου. Αλλά και τεράστια ισχύ χρήματος. Για παράδειγμα τα κινητοποιήσιμα κεφάλαια των 10 μεγαλύτερων τραπεζών στον κόσμο είναι ισοδύναμα προς το χρέος όλων των χωρών του πλανήτη, γεγονός που μας οδηγεί μοιραία στη σκέψη ότι οι 10 μεγαλύτερες τράπεζες είναι ισοδύναμες περίπου με τα κράτη. Βεβαίως, οι τράπεζες υστερούν γιατί δεν έχουν πολιτική νομιμοποίηση και στρατό, πρέπει να χρησιμοποιούν στρατό άλλων δυνάμεων. Μιλάμε όμως για τεράστια αύξηση της ισχύος των τραπεζιτών με χαρακτηριστική περίπτωση το ρόλο της Goldman Sachs, η οποία διαθέτει ανθρώπους της σε όλο το οικονομικό κατεστημένο της Ευρώπης και Αμερικής αλλά και της Κίνας ακόμα χρησιμοποιώντας τα υπολείμματα της άλλοτε Βρετανικής Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Τα συγκεκριμένα στελέχη δεν αντιμετωπίζουν εκλογές, δεν σκέπτονται ως πολιτικοί κρατών, έχουν την ευκαιρία να κάνουν ένα στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος χρόνου, αλλά και χωρίς να έχουν περιορισμούς που έχουν οι συνήθως οι πολιτικές δυνάμεις.



Η αίσθησή μου είναι ότι οι δυνάμεις αυτές είναι βαθιά αναμεμειγμένες στην Ελληνική κρίση αφού είναι ήδη γνωστό ότι τα swaps που υπογράφηκαν παλαιότερα για την είσοδο της χώρας μας στην ΟΝΕ, έγιναν με συνεργασία της Goldman Sachs. O ίδιος τραπεζικός οργανισμός (Goldman Sachs), το Σεπτέμβριο του 2009 και ένα μήνα πριν τις εκλογές, φαίνεται ότι οργάνωσε την «αγορά», ώστε να υπάρξει δυνατότητα μεγάλων στοιχημάτων για τη χρεοκοπία της χώρας μας, ενώ ταυτόχρονα δια της επιρροής του σε άλλες κυβερνήσεις πιθανώς καθόριζε και τη δική τυς απάντηση στο ελληνικό πρόβλημα. Ο ‘Οτμαρ ‘Ισσινγκ, που την άνοιξη του 2010, έγραψε ένα άρθρο στους Financial Times, «εξηγώντας» για ποιο λόγο δεν πρέπει να βοηθηθεί η Ελλάδα, είναι στέλεχος της Goldman Sachs.



Καταλαβαίνουμε συνήθως τον σύγχρονο καπιταλισμό ως ένα είδος Bill Gates, πιθανώς όμως είναι μάλλον ένα είδος κρυμμένου Ιουλίου Καίσαρα στον πυρήνα του. Αν θέλετε όπως η ραδιενέργεια, αφού καταλαβαίνεις την ύπαρξή της από το αποτέλεσμα και όχι από της παρουσία τους.





ΟΙ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΡΙΖΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ – o «καπιταλισμός της καταστροφής»



Το πρώτο χαρακτηριστικό του νεοφιλελεύθερου μοντέλου που μας έφερε σε αυτή την κρίση, είναι λοιπόν η άνοδος του χρηματιστικού κεφαλαίου που έφθασε να κάνει «αεροπειρατεία» σε μια από τις βασικές κρατικές λειτουργίες που είναι η έκδοση χρήματος. Μέσα από την έκδοση παραγώγων, που ο Warren Buffet ονόμασε χρηματιστικά όπλα μαζικής καταστροφής, ουσιαστικά καθορίζεται το περιθώριο κερδών των τραπεζών από τις ίδιες. Ταυτόχρονα και μέσα από τους οίκους αξιολόγησης ρυθμίζεται το σύνολο της οικονομίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα το 90% των κερδών των μεγαλύτερων τραπεζών του κόσμου δεν προέρχονται από παραγωγικές επενδύσεις, αλλά από παράγωγα χρηματιστικά προϊόντα. Ιδιαίτερα η Golman Sachs ειδικεύεται στο να φτιάχνει φούσκες και να τις καταστρέφει. Το moto της είναι « άρπαξε το τσεκ πριν σκάσει το καρπούζι». Το σύστημα αυτό λοιπόν είναι που ορισμένοι ονόμασαν καπιταλισμό καταστροφής. Δεν είμαστε πια στον καπιταλισμό του Keynes, η στον μεταπολεμικό καπιταλισμό, αλλά σε ένα καπιταλισμό καταστροφής. Το σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε συλλάβει σήμερα τις πολιτικές συνέπειες του φαινομένου έχοντας ζήσει σε μια μεταπολεμική Ευρώπη της ασφάλειας και της σταθερότητας.



Η πολιτική που εφαρμόζεται σήμερα στην Ελλάδα είναι όμοια με την πολιτική του Καγκελαρίου Μπρύνινγκ η οποία υιοθετήθηκε την περίοδο 1930-33, στο τελευταίο στάδιο δηλαδή της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η διαφορά είναι ότι εφαρμόζεται πολύ πιο έντονα και οδηγεί σε πιο ταχύτερη καταστροφή κατά τις υπάρχουσες σήμερα οικονομικές στατιστικές η οποία αναμένεται να επηρεάσει και τους θεσμούς στην ΕΕ.



Η ακολουθούμενη σήμερα πολιτική στην ΕΕ χαρακτηρίσθηκε από τεράστια αύξηση των ανισοτήτων όχι μόνο εσωτερικά στα Ευρωπαϊκά κράτη αλλά και διεθνώς. Τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν είναι εμφανές ότι καλύφθηκαν με το χρέος. Τα Ευρωπαϊκά κράτη δεν χρειάσθηκε να κατεδαφίσουν το κοινωνικό κράτος στην έκταση που απαιτούσε η απελευθέρωση των παγκόσμιων ροών κεφαλαίου και ανταλλαγών εμπορευμάτων. «‘Ελυσαν» το πρόβλημα με τον δανεισμό. Τώρα πρέπει να πληρωθούν τα χρέη. Η Ελλάδα χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων για να επιβεβαιωθεί ότι τα χρέη πρέπει να πληρωθούν στο ακέραιο. Η κρίση της περιφέρειας της ΕΕ είναι αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης, σε συνδυασμό με τον ασύμμετρο χαρακτήρα των επιπτώσεων στις ευρωπαϊκές οικονομίες, λόγω της δομής της ΕΕ και ανεξάρτητα των τυχόν εσωτερικών προβλημάτων των κρατών μελών. Τα συγκεκριμένα εσωτερικά προβλήματα ασφαλώς υπάρχουν και αυτά απετέλεσαν τον κύριο παράγοντα για τον οποίο η Ελλάδα δέχθηκε πρώτη την επίθεση των αγορών, αν και πιθανώς συνέβαλε επίσης η γεωπολιτική και γεωοικονομική της θέση.



Το πρόβλημα της περιφέρειας στην ΕΕ, είναι σαφές ότι δημιουργείται από την ίδια την δομή της ΕΕ, που αφήνει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στις χώρες του Βορρά, που έχουν καταφέρει λίγο πολύ να κρατήσουν τις θέσεις τους (αλλά δεν μπορούμε όλοι να παράγουμε Airbus), και του Νότου, του 3ου κόσμου, η της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έχουν ρίξει τα μεροκάματα και τα κοινωνικά δικαιώματα του κράτους πρόνοιας και επομένως καθιστούν αδύνατο τον ανταγωνισμό σε αυτό το επίπεδο. Το συμπέρασμα δηλαδή είναι ότι υφίσταται ένα παραγωγικό κενό ως συνέπεια του συγκεκριμένου προβλήματος, αλλά και του γενικού μοντέλου της Ευρωπαϊκής ενοποίησης με βάση την συνθήκη του Μάαστριχτ.





Το λάθος του Ντελόρ και η κρυμμένη στρατηγική του Χρήματος



Όταν ο Ζακ Ντελόρ και ο Μιτεράν έφτιαχναν την Ευρώπη του Μάαστριχτ ήξεραν ότι αυτό το πράγμα δεν μπορούσε να σταθεί. Ήξεραν ότι ένα κοινό νόμισμα χρειάζεται και ένα κοινό κράτος. Εκεί που έκαναν λάθος είναι ότι νόμιζαν ότι είναι πιο έξυπνοι από τους τραπεζίτες. Ο υπολογισμός των Μιτεράν και Ντελόρ ήταν ότι, όταν έρθει η ώρα της κρίσης, οι Ευρωπαίοι θα αναγκασθούν να δημιουργήσουν ένα κράτος για να απαντήσουν στην κρίση. Οι τραπεζίτες το ήξεραν επίσης. Το κράτος όμως που τώρα ιδρύουν είναι δικτατορία των αγορών όπως περιγράφεται στα υπόψη κείμενα και ιδιαίτερα στην μόνιμη αντιπληθωριστική εντολή που έχει δοθεί προς στην ΕΚΤ. Δηλαδή ανεξαρτήτως οικονομικής συγκυρίας, η ΕΚΤ θα πρέπει να μεριμνά για την καταπολέμηση του πληθωρισμού. Λέγεται ότι οι Γερμανοί είναι τρομοκρατημένοι από την πιθανότητα να επαναληφθούν οι πληθωριστικές πιέσεις του τελευταίου σταδίου της Δημοκρατίας της Βαιμάρης. Τώρα πόσο τρομοκρατημένοι είναι για το ενδεχόμενο αυτό και όχι για τις ίδιες συνθήκες που τίθενται για τους ίδιους αλλά και τις λοιπές Ευρωπαϊκές χώρες, σήμερα είναι πραγματικό αξιοπερίεργο.



Η ουσία της μόνιμης αντιπληθωριστικής εντολής που έχει δοθεί στην ΕΚΤ είναι η εγγύηση της αξίας του χρήματος και της απόδοσής του. Ο θεωρητικός της Αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ο φιλόσοφος Πρωταγόρας έλεγε «μέτρον πάντων χρημάτων άνθρωπος». Αυτό που τώρα επιχειρείται σήμερα στην Ευρώπη, είναι η αντιστροφή της Γαλλικής Επανάστασης, να ισχύσει ο κανόνας «Αγορές μέτρον πάντων ανθρώπων».



Οι άλλοι δύο κανόνες της συνθήκης του Μάαστριχτ που έχουν ιδιαίτερη σημασία και επαναλαμβάνονται συνεχώς στα κείμενα της ΕΕ, είναι:



α. Το λεγόμενο «no bail out», δηλαδή η απαγόρευση της οικονομικής αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών της Ένωσης, όρος ασφαλώς πολιτικά παράλογος, αφού είναι εμφανές ότι καμμιά ένωση δεν μπορεί να στηριχθεί στην απαγόρευση αλληλεγγύης.



β. Η αρχή της ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, που σημαίνει ότι μπορεί να είναι επικεφαλής σ’ αυτήν και ένας άνθρωπος που κατά το παρελθόν απετέλεσε στέλεχος της Goldman Sachs.



Ο ‘Οτμαρ ‘Ισσινγκ τον Σεπτέμβριο του 2011 έγραψε ένα άρθρο στους Financial Times Deutschland, το οποίο θα μπορούσε να διαβαστεί ως τελεσίγραφο προς τους Ευρωπαίους ηγέτες. ‘Η μετατρέπετε την ΕΕ σε δικτατορία των αγορών, είτε τη διαλύετε. Αυτό που ξέρει το Χρήμα, αλλά δεν ξέρουν οι Ευρωπαίοι, είναι όμως ότι δύσκολα η ΕΕ μπορεί όντως να μετατραπεί σε «δικτατορία των αγορών» υπό γερμανική κυρίως διαχείριση, αυτό που ορισμένοι ονομάζουν τέταρτο Ράιχ. Σπρώχνοντας σε αυτόν τον δρόμο τις ανώτερες τάξεις της Γερμανίας, δεν σώζουν, διαλύουν την ΕΕ και θα επιφέρουν τελικά σοβαρό πλήγμα στην ίδια τη Γερμανία.



Τα Ελληνικό πρόγραμμα προσαρμογής έχει παγκόσμια σημασία, συνιστά υπόδειγμα για τον τρόπο λύσης του χρέους, για τη μετατροπή των κρατών σε αποικίες-ιδιοκτησίες του Χρήματος, για την ουσιαστική αφαίρεση από τη δημοκρατία όλων των μη τυπικών ιδιοτήτων της και για τη σταδιακή διάλυση των εθνών. Ανάλογη, παγκόσμια σημασία είχε και το σχέδιο Ανάν για την Κύπρο, αν και πετύχαινε τους ίδιους σκοπούς με άλλου τύπου, νομικές και γεωπολιτικές ρυθμίσεις.



Στην πραγματικότητα με τη Δανειακή και τα μνημόνια, δημιουργείται με οικονομικά μέτρα ένας μηχανισμός που αποβλέπει στην ταχεία και βίαιη συμπίεση του Ελληνικού βιοτικού επιπέδου, των αμοιβών εργασίας κλπ με επίσημη δικαιολογία την ανταγωνιστικότητα. Παράλληλα επιχειρείται η μεταφορά της Ελληνικής κρατικής περιουσίας στους πιστωτές και η κατοχύρωση των απαιτήσεών τους με το Αγγλικό δίκαιο, με την παράλληλη μετατροπή του σε χρέος προς κράτη.



Ο πρόεδρος της Γκόλνμταν, ο Λόιντ Blankfein, το 2008 δεν θα μπορούσε να φαντασθεί μεγαλύτερη επιτυχία από το σχέδιο βοήθειας στην Ελλάδα, ούτε ένα ευρώ από το οποίο δεν πάει στην Ελλάδα αλλά όλα πάνε για την αποπληρωμή των τραπεζών. Ταυτόχρονα ο κύρος Blanckfein κατάφερε να δημιουργήσει αντιθέσεις στα πλαίσια της Ευρωζώνης αφού και οι Γάλλοι και οι Γερμανοί δεν θέλουν να βοηθήσουν πλέον την Ελλάδα, ενώ παράλληλα οι Έλληνες λένε όχι στην πολιτική της Γερμανίας. Κατάφεραν δηλαδή μια κρίση που οι ίδιοι δημιούργησαν το 2008 να τη μετατρέψουν ως κρίση των Ευρωπαϊκών λαών.



Ο κίνδυνος μετατροπής της Ελλάδας σε μη βιώσιμο προτεκτοράτο



Όταν την δεκαετία του 1940 η Ελλάδα οδηγήθηκε στον εμφύλιο πόλεμο για να διατηρηθεί στην δυτική σφαίρα επιρροής, οι δυτικοί ήθελαν ασφαλώς μια βιώσιμη χώρα, αφού υπήρχε το αντίπαλο δέος της Σοβιετικής Ένωσης και του ψυχρού πολέμου. Όταν το 1967 μας έσπρωχναν στη δικτατορία και το 1974 μας οδηγούσαν στα γεγονότα της Κύπρου για να «λυθεί» το Κυπριακό σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, πάλι δεν ήθελαν μια καταστροφή της Ελλάδας. Όπως αναφέρει όμως μια σχετική έκθεση του Stratfor «οι ‘Ελληνες δεν έχουν καταλάβει ότι μετά το 1990 δεν είναι χρήσιμοι». Η καταστροφή τους όμως θα μπορούσε να είναι χρήσιμη, ώστε να τρομοκρατηθούν οι Ευρωπαϊκοί λαοί που δεν είναι ακόμη έτοιμοι να δεχθούν τέτοιου είδους καταστροφή του κοινωνικού κράτους, παρ’ όλη την ισχυρή πίεση των αγορών. Ταυτόχρονα θα μπορούσαν κάποιοι να πειραματισθούν με νέες μεθόδους αυταρχικής διακυβέρνησης, αλλά και τη δημιουργία συνθηκών διάλυσης της Ευρωπαϊκής ΕΕ δια της εκμεταλλεύσεως των αντιθέσεων που υπάρχουν εντός αυτής. Αν η Ελλάδα καταστραφεί εξάλλου, ο χώρος δεν θα παύσει να υπάρχει, αντίθετα θα μπορεί ευκολότερα να ελεγχθεί γεωπολιτικά και γεωοικονομικά, από τις δυνάμεις που καραδοκούν να το κάνουν.



Από το Δ’ Ράιχ στη δικτατορία των τραπεζών – ένα καταστροφικό σενάριο



Εδώ βεβαίως υπάρχει το ζήτημα της Γερμανίας, και θα συμφωνήσω με τον κύριο Μαλούχο για τον κίνδυνο ενός 4ου Ράιχ. Πράγματι ένα κομμάτι των ιθυνουσών τάξεων στη Γερμανία, δεν έχει απαλλαγεί από αυτή την ιδιόμορφη ιδέα, αλλά και τον πολύ επαρχιακό εθνικισμό που τους διακρίνει και είναι κρυμμένος, πίσω από τις ατελείωτες μετάνοιες που έχουν κάνει για τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν πιστεύω όμως ότι το σχέδιο αυτό θα πετύχει.



Η συμφωνία μεταξύ Σοιμπλε Μερκελ και των αγορών (συμμαχία τύπου Φάουστ), θεωρώ πιθανότερο να οδηγήσει σε καταστροφή της Ευρώπης και κατά συνέπεια της ίδιας της Γερμανίας. Μια καταστροφή πολύ σοβαρότερη από το 1945.



Μερικοί θα μου αντιτάξουν ότι είμαι συνωμοσιολόγος . Οι αγορές όμως φαίνεται να έχουν δύο σοβαρούς λόγους για την διάλυση της ΕΕ, αν τους επιτραπεί βεβαίως να φθάσουν σε αυτό το αποτέλεσμα:



α. Το χάος και η αποσύνθεση που θα δημιουργηθεί μετά την διάλυση της ΕΕ αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την κατεδάφιση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού κράτους, διαφορετικά δεν είναι εύκολο να γίνει.



β. Πιθανόν σημαντικοί κύκλοι των ΗΠΑ να αντιλαμβάνονται ότι με δύο αποθεματικά νομίσματα στον πλανήτη, δεν είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθεί στο μέλλον η Αμερικανική οικονομία.



Το σχέδιο της μετατροπής της Ελλάδας σε Βουλγαρία και Ρουμανία, δεν θα πετύχει, γιατί πολύ πριν φθάσει η χώρα μας στα επίπεδα αυτά θα διαταραχθούν οι κοινωνικές ισορροπίες. Παράλληλα είναι πιθανές στην ίδια περίπτωση μια πιθανότητα εξωτερικής προβοκάτσιας στα Ελληνοτουρκικά ή όξυνσης της εσωτερικής αντιπαράθεσης. Ο προσεκτικός παρατηρητής διακρίνει σίγουρα την έναρξη δημιουργίας τέτοιων μηχανισμών.



Οι Γερμανικές ανώτερες τάξεις για μια σειρά από λόγους, έχουν προσχωρήσει σ’ αυτό το σχέδιο. Είναι όμως παρήγορο το γεγονός ότι δεν είναι όλη η Γερμανία εκεί. Η τελευταία ομιλία για παράδειγμα του πρώην Καγκελαρίου Χέλμουτ Σμίτ στο συνέδριο του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, έχει πολλά σημεία υποστήριξης της Ελλάδος.



Η ελληνική αντίθεση προς τις Γερμανικές κυρίως θέσεις, θα ήταν προτιμότερο να γίνεται κατά τρόπο που να διασπά τους Γερμανούς και τους Γάλλους, ενώ ταυτόχρονα θα εντείνεται ο αγώνας του Ελληνικού λαού εστιαζόμενος στην ανάγκη σωτηρίας της Ευρώπης.



Στην δεκαετία του 1970 γράφτηκε στην Αμερική ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Οι πράκτορες του χάους». Το σύγγραμμα εξηγεί πώς ένα ανώτερο πνευματικά υποκείμενο με ανώτερη ευφυΐα και στρατηγική, με δυνατότητα παρέμβασης μπορεί να επιφέρει το χάος σε ένα σύστημα, με κίνδυνο να το ανατινάξει φαινομενικά εκ των έσω. Είναι σαν να έχει βρει την ιδιοσυχνότητά του.



Η ΕΕ είναι ένα ατελές σύστημα αν το συγκρίνουμε με κράτος. Δεν έχει μηχανισμό προστασίας των κρατών, πλην των Εθνικών κυβερνήσεων. Όταν λοιπόν μία Εθνική κυβέρνηση ηθελημένα ή αθέλητα εισάγει η ίδια το χάος στο σύστημα, είναι σαφές ότι το όλο οικοδόμημα κλονίζεται. Ο τρόπος για να σωθούμε σήμερα είναι να γίνουμε από μαύρη τρύπα λευκή. Η εύρεση ενός εθνικού παράγοντα, ο οποίος θα μιλήσει για λογαριασμό της Ευρώπης, ίσως θα πρέπει να είναι ο κύριος προσανατολισμός μας στο άμεσο μέλλον, σε συνδυασμό με τον αγώνα για επιβίωση του λαού με πρακτικά μέσα.



ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ



Θα διαφωνήσω εδώ με όσους απειλούν τους Ελληνες με επικείμενη κρίση αν εγκαταλείψουν το εφαρμοζόμενο πρόγραμμα. Ο κίνδυνος είναι αποτέλεσμα του ίδιου του προγράμματος το οποίο μάλιστα για να είναι αξιόπιστο, προκαλεί καταστροφές για να εκβιάζει. Το πρόγραμμα αυτό πρέπει ασφαλώς να διακοπεί. Αυτοί που θα το διακόψουν πρέπει να έχουν σοβαρότητα, αξιοπιστία και ικανότητα να σταθούν στο ύψος αυτής της πρόκλησης. Μιας από τις δυσκολότερες που έχουν ποτέ παρουσιαστεί στην ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία.



Σας ευχαριστώ πολύ



Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ (ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ) ΨΕΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΟΖ

Ο «θησαυρός των πετρελαίων», τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και το «παραμύθιασμα» του ελληνικού λαού

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Τα τελευταία δύο χρόνια η Ελλάδα ανακάλυψε ξαφνικά, τριάντα χρόνια μετά την ψήφιση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η ΑΟΖ, μια εξειδικευμένη έννοια του δίκαιου της θάλασσας μεταβλήθηκε σε «ιδεολογία», αλλά και σε όχημα παραπλάνησης, γεγονός που υπό τις δεδομένες ελληνικές και διεθνείς συνθήκες, και με τον τρόπο που ασκείται και η εξωτερική-αμυντική πολιτική στη χώρα εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα. Μαζί με την ΑΟΖ, η Ελλάδα ανακάλυψε και έναν από μηχανής Θεό, για να λύσει τα προβλήματά της, τον θρυλούμενο «θησαυρό των πετρελαίων». Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας τα πάρουμε με τη σειρά και ας εξετάσουμε τους πέντε «μύθους» για την ΑΟΖ, που ενσταλλάχθηκαν ανεπαίσθητα στην κοινή γνώμη.

Πρώτον, έχει καλλιεργηθεί ευρέως στην κοινή γνώμη και στην πολιτική τάξη της χώρας, η απολύτως εσφαλμένη, παραπλανητική εντύπωση ότι ανακήρυξη ΑΟΖ συνεπάγεται απόκτηση τίτλων κυριότητας επί τυχόν υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων. Λέγεται από πολιτικούς αρχηγούς και πάσης φύσεως σχολιαστές, ότι η ανακήρυξη της ΑΟΖ είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι, άπαξ και ένα κράτος ανακηρύξει ΑΟΖ, μπορεί, νομικά, να εκμεταλλευθεί τυχόν κοιτάσματα, άνευ ετέρας.

Ουδέν αναληθέστερον. Την κυριότητα επί των κοιτασμάτων παρέχει ήδη η έννοια της υφαλοκρηπίδας, φυσικό δικαίωμα των κρατών. Είτε ένα κράτος έχει, είτε δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ, έχει ακριβώς τα ίδια δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων κάτω από τον βυθό.

Δεύτερο, συσκοτίζεται από πολλούς «ΑΟΖολογούντες» το γεγονός ότι το πραγματικό πρόβλημα με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δεν έχει να κάνει με την ανακήρυξη της ΑΟΖ, αλλά με την οριοθέτηση, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με τα γειτονικά κράτη. Οι κανόνες για την οριοθέτηση και της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας είναι ταυτόσημοι και η αρμοδιότητα, σε περίπτωση διαφοράς, είναι διεθνών δικαστηρίων. Τα προβλήματα που έχει σήμερα η Ελλάδα με την Τουρκία αναφορικά με την διανομή της υφαλοκρηπίδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που θα είχε για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Επ’ αυτού, η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν συνεισφέρει τίποτα.

Τρίτο, καλλιεργείται εντέχνως η εντύπωση ότι η ΑΟΖ καλύπτει μεγαλύτερη θαλάσσια ζώνη από την υφαλοκρηπίδα. Το ακριβώς αντίστροφο είναι το αληθές. Η υφαλοκρηπίδα μπορεί να επεκτείνεται και πέραν των 200 μιλίων της ΑΟΖ, αν υφίσταται γεωλογική συνέχεια.
Στην περίπτωση των θαλασσίων ζωνών που αφορούν την Ελλάδα η διαφορά είναι θεωρητική, γιατί ταυτίζονται τα όρια υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Τέταρτο, έχει δημιουργηθεί η επίσης παραπλανητική εντύπωση ότι η έννοια της ΑΟΖ κάπως κατοχυρώνει την επήρρεια του Καστελλόριζου και, επίσης, ότι η έννοια της ΑΟΖ κατοχυρώνει και τη χάραξη των θαλασσίων ζωνών στη βάση της «μέσης γραμμής», χαραζομένης ανεξαρτήτως του αν χαράσσεται μεταξύ νήσων και ηπειρωτικών εδαφών.

Εδώ πρόκειται για δύο απάτες ταυτόχρονα. Το Καστελλόριζο έχει όντως επήρρεια επί της διανομής των θαλασσίων ζωνών, είτε μιλάμε για υφαλοκρηπίδα, είτε για ΑΟΖ και η επήρρεια αυτή δεν επηρρεάζεται από την ανακήρυξη ή μη ΑΟΖ. Αλλά η επήρρεια αυτή δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη μέση γραμμή, όπως υποδεικνύει η πρόσφατη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η μέση γραμμή είναι ένα σοβαρό κριτήριο σε ότι αφορά τη διανομή, όχι όμως το αποκλειστικό. Οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις παίρνουν υπόψιν τους και την αρχή της αναλογικότητας. Στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολύ πιθανό, επί τη βάσει της νομολογίας, το δικαστήριο να αποδώσει επήρρεια στο Καστελλόριζο, να λάβει όμως υπόψιν του και την αρχή της αναλογικότητας, το γεγονός δηλαδή ότι η Τουρκία διαθέτει μια τεράστια ακτή, ενώ το Καστελλόριζο είναι ένα μικρό νησί.

Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η Τουρκία δεν θέλει να συμπεριληφθεί στις «διερευνητικές επαφές» το Καστελόριζο. Επιδιώκει, πιέζοντας, να αποσπάσει πολιτική λύση στο Αιγαίο, λύση που να αναιρεί τα πολύ ευνοϊκά για την Ελλάδα νομικά δεδομένα. Δεν θέλει όμως να εντάξει σε τέτοια πολιτική λύση το Καστελλόριζο γιατί εκεί έχει ισχυρή νομική θέση.

Πέμπτο, η Κύπρος κατάφερε να λύσει το πρόβλημα και να προχωρήσει την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, επειδή ανακήρυξε ΑΟΖ, ενώ η Ελλάδα δεν ανακήρυξε και δεν προχώρησε στην εκμετάλλευση. Παραπλανητική μεταφορά δεδομένων σε διαφορετική πραγματική κατάσταση.

Δεν είναι η ανακήρυξη ΑΟΖ που επέτρεψε στην Κύπρο να προχωρήσει στην εκμετάλλευση, είναι οι συμφωνίες για την οριοθέτηση της ΑΟΖ που συνέπηξε με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ (θα μπορούσε δε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και με συμφωνίες οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας). Οι συμφωνίες αυτές επέτρεψαν στη Λευκωσία να προχωρήσει στην έρευνα σε θαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου που βρίσκονται μεταξύ Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ. Η Κύπρος δεν προχώρησε σε καμία έρευνα βορείως του νησιού ή σε περιοχές που είναι πλησιέστερα στα κατεχόμενα, εκεί δηλαδή που θα έθιγε τον πυρήνα των τουρκικών διεκδικήσεων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα τυχόν κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης εικάζεται ότι είναι αρκετά κοντά στο νησί, ώστε να μπορεί να αμφισβητηθεί η εκεί εκμετάλλευση από την Λιβύη. Ασφαλώς θα ήταν προτιμότερο να γίνει συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την Αθήνα. Σε ότι αφορά τα κοιτάσματα έξω από τις ακτές της Δυτικής Ελλάδας καλύπτονται από τη συμφωνία διανομής της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και ήδη, επιτέλους, ο κ. Μανιάτης προχώρησε σε διεθνή διαγωνισμό.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχουν ενδεχομένως σημαντικά κοιτάσματα στην περιοχή του Καστελόριζου, μεταξύ δηλαδή Κύπρου, Τουρκίας, Αιγύπτου και Ελλάδας. Δεν γνωρίζουμε αν είναι ακριβές, η εκμετάλλευσή τους όμως προσκρούει στο συνολικό πρόβλημα που θέτει η Τουρκία στην Ελλάδα από το 1973-74 και το οποίο έχει οδηγήσει στον ανταγωνισμό εξοπλισμών και σε δύο παρολίγον συρράξεις. Αλλά και περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας που χαρακτηρίζει τις τελευταίες αποφάσεις της διεθνούς δικαιοσύνης.

Επειδή αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί πιθανότατα να λυθεί με συμφωνία οριοθέτησης, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με την ‘Αγκυρα, πρέπει να εξαναγκασθεί η Τουρκία, εφόσον το επιθυμεί η Αθήνα, σε αποδοχή της Χάγης. Είναι συζητήσιμο αν συμφέρει την Ελλάδα να το κάνει.

Ο άλλος τρόπος είναι να αναθεωρήσει η Ελλάδα όλο το «πακέτο» που διέπει, επισήμως και «άτυπα», τις σχέσεις της με την Τουρκία τις τελευταίες δεκαετίες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε αίφνης να χρησιμοποιήσει και το πολύ ισχυρότερο της ΑΟΖ όπλο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και το οποίο θα έλυνε, προς όφελος της Ελλάδας, το σύνολο των «διαφορών» στο Αιγαίο. Παραδόξως όμως, ουδείς των ΑΟΖολογούντων και τόσο πολύ ασχολουμένων εσχάτως με το δίκαιο της θάλασσας προτείνει κάτι τέτοιο, γιατί αυτό σημαίνει να αγνοήσει η Ελλάδα το τουρκικό κάζους μπέλι. Αντίθετα, όταν λέμε στο ελληνικό λαό ότι θα ανακηρύξει ΑΟΖ και θα αποκτήσει τα πετρέλαια, είναι βέβαια πιο εύκολο να τον «παραμυθιάζουμε», τη βασική λειτουργία δηλαδή που ξέρει να κάνει η ελληνική πολιτική τάξη, έχοντας φέρει τη χώρα με αυτά και με κείνα στο χείλος της αβύσσου.

Ενδεχομένως πρέπει, να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, να αναθεωρηθεί όντως ο τρόπος αντιμετώπισης της Τουρκίας. Πόσο συνετό είναι όμως να το πράξουμε εμείς, με δική μας πρωτοβουλία, σε μια από τις χειρότερες περιόδους της εθνικής μας ύπαρξης και όταν, ντε φάκτο, έχει τεθεί σε αμφισβήτηση η θέση μας στην Ευρώπη, άρα έχει ανοίξει και η όρεξη παντός ενδιαφερόμενου να καλύψει το τυχόν «γεωπολιτικό κενό» που θα άφηνε η Ευρώπη στην Ανατολική Μεσόγειο; Πόσο λογικό θα ήταν ο Μεταξάς, όταν του επέδωσε το τελεσίγραφο ο Ιταλός Πρέσβης, να καλούσε στη συνέχεια τον Γερμανό και τον Τούρκο και να τους κήρυσσε τον πόλεμο;

Η επανατοποθέτηση του συνόλου των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε άλλη, τελείως διαφορετική βάση, είναι σκόπιμη. Αλλά αυτό προύποθέτει ανεξάρτητο και σοβαρό κράτος, δεν μπορεί να γίνει με ανακηρύξεις ΑΟΖ από τα μπαλκόνια.

Οι πραγματικοί ειδικοί τα γνωρίζουν αυτά. Και ο Καθηγητής ‘Αγγελος Συρίγος (Επίκαιρα) π.χ. και ο Πρύτανης του Παντείου κ. Τσάλτας (ελληνική έκδοση του Foreign Affairs) και άλλοι έχουν υπογραμμίσει στα άρθρα τους ότι είναι δύο διαφορετικά και άσχετα θέματα η ανακήρυξη ΑΟΖ και η εκμετάλλευση των υγρογονανθράκων, διασώζοντας έτσι την επιστημονική τους εντιμότητα, κάτι διόλου αυτονόητο στην Ελλάδα.

Τα πλεονεκτήματα της ΑΟΖ

Μπορείτε να διερωτηθείτε σε αυτό το σημείο: Η ΑΟΖ δεν έχει κανένα πλεονέκτημα; Ασφαλώς και έχει είναι η απάντηση, όχι όμως αυτά που καταλαβαίνει ο υποκείμενος στην έντεχνη πλύση εγκεφάλου πολίτης, ότι ξαφνικά δηλαδή θα πάρουμε τα πετρέλαια που δικαιούμεθα και θα γίνουμε Κουβέιτ, λύνοντας και το απελπιστικό οικονομικό μας πρόβλημα.

Μεταξύ άλλων πλεονεκτημάτων είναι ότι το παράκτιο κράτος δια της ΑΟΖ έχει την ευθύνη έρευνας και διάσωσης, την ευθύνη φροντίδας του περιβάλλοντος και εκμετάλλευσης όλων των θαλάσσιων πόρων, όπως της αλιείας. Η ΑΟΖ είναι μια ευρύτερη της υφαλοκρηπίδας έννοια, ένα υπερσύνολο, τα δικαιώματα όμως επί υποθαλασσίων κοιτασμάτων τα διασφαλίζει ήδη η υφαλοκρηπίδα, δεν απαιτούν την ανακήρυξη ΑΟΖ.

Η ΑΟΖ είναι οπωσδήποτε ένα χρήσιμο εργαλείο, για σκοπούς όμως ανεξάρτητους της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει μια συγκροτημένη εθνική και θαλάσσια στρατηγική. ‘Αλλωστε, ήδη ο νόμος του κ. Μανιάτη, που πέρασε το περασμένο καλοκαίρι, καλύπτει εν μέρει και το θέμα της ανακήρυξης, αναγνωρίζοντας, ελλείψει συμφωνιών οριοθέτησης, τη μέση γραμμή ως γραμμή οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.

‘Ένα πλεονέκτημα της ΑΟΖ είναι ότι, άπαξ και αναγνωρισθεί, δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω η διέλευση υποθαλάσσιων αγωγών και καλωδίων, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι και αναγκαία προϋπόθεση για αυτό. Τα καλώδια που συνδέουν Κύπρο με Ελλάδα έχουν ποντισθεί χωρίς ΑΟΖ και χωρίς οι δύο χώρες να ζητήσουν την άδεια τρίτου. Και αντίστροφα, μια χώρα που έχει έλεγχο της ΑΟΖ μπορεί μεν να θέσει προσκόμματα ως προς τη συγκεκριμένη διαδρομή ενός υποθαλάσσιου αγωγού ή καλωδίου, όχι όμως και να απαγορεύσει τη διέλευσή του.

Μια παράξενη «ΑΟΖ»ολογία

Αξίζει να ανοίξουμε στο σημείο αυτό μια παρένθεση και να σημειώσουμε μια, κατά τη γνώμη μας, παραδοξότητα. Η μεγάλη πλειοψηφία των ΑΟΖολογούντων επέδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον, επί πολλά χρόνια, για όλα τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Βαριές επιλογές, με μεγάλες συνέπειες (μη επέκταση χωρικών υδάτων, ‘Ιμια, Οτσαλάν, S300, Μαδρίτη, Ελσίνκι, πράσινο φως για τουρκική ένταξη άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος, απαγόρευση στην Ελλάδα να έχει σχέσεις με τη Ρωσία κλπ.), ουδόλως τους ενόχλησαν.

Δεν τους ενόχλησε καν το μείζον των μειζόνων, η εμφάνιση δηλαδή, το 2002, ενός σχεδίου «λύσης» του κυπριακού, που κατέλυε το κυπριακό κράτος (σχέδιο Ανάν), όπως ημικατελύθη αργότερα το ελληνικό εμμέσως με τη Δανειακή και το Μνημόνιο. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους «ΑΟΖολογούντες» δεν επέδειξαν στο παρελθόν κανένα ενδιαφέρον, ούτε το επαγγελματικό τους αντικείμενο είναι το δίκαιο της θάλασσας ή η εξωτερική πολιτική. Ποιά μύγα τους τσίμπησε ξαφνικά και γίνονται τουλάχιστο δύο ημερίδες κάθε μήνα στην Αθήνα, ενώ άλλα σοβαρά ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής παραμένουν απολύτως απαρατήρητα και ασχολίαστα στον δημόσιο διάλογο;

Τα μειονεκτήματα της ΑΟΖ

Αν τα πλεονεκτήματα της ΑΟΖ ως προς τους υδρογονάνθρακες είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα, δεν είναι ανύπαρκτα και ορισμένα μειονεκτήματα αυτής της ιδέας. Διπλωματικά, η ‘Αγκυρα μπορεί να εκλάβει την ΑΟΖ ως απόπειρα αναθεώρησης του modus vivendi μεταξύ των δύο χωρών. ‘Ολη αυτή η φασαρία περί την ΑΟΖ, ιδίως αν οδηγήσει σε απερίσκεπτους και ανεπαρκώς προετοιμασμένους χειρισμούς, κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο με το πολιτικό προσωπικό που έχουμε και σε συνθήκες προϊούσας εθνικής παραφροσύνης, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός επιπλέον μηχανισμού έντασης με την Τουρκία, που δεν τον χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.

Δεύτερον, καλλιεργείται εντέχνως στον εν απελπισία τελούντα ελληνικό λαό, η ψευδής αλλά χρησιμοποιήσιμη εντύπωση ότι υφίσταται μια μαγική λύση στα προβλήματά του, τα «τεράστια» δηλαδή αποθέματα υδρογονανθράκων που αρκεί μια στοιχειωδώς μαχητική ελληνική πολιτική για να τα πάρει.

Στη χώρα όμως της «φαιδράς πορτοκαλέας», ουδείς έχει παρουσιάσει το παραμικρό στοιχείο για την ύπαρξη αυτών των τεραστίων αποθεμάτων. Μπορεί και να υπάρχουν, απλώς εμείς δεν το γνωρίζουμε.
Πριν από δύο χρόνια, η κυβέρνηση δήλωνε ότι δεν υπάρχουν άξια λόγου κοιτάσματα, τώρα όλοι ή σχεδόν το θεωρούν βέβαιο. Και ενώ συζητάμε για τα κοιτάσματα αυτά, διαλύουμε τη στοιχειώδη ερευνητική βάση που διαθέταμε για τον ορυκτό μας πλούτο!

Η Κύπρος πάντως, που έχει αποδεδειγμένα μεγάλα αποθέματα, δεν της έλυσαν το πρόβλημα, και είναι τώρα στον προθάλαμο του μνημονίου.

Επιπλέον όμως, η Δανειακή Σύμβαση και το Μνημόνιο, έχουν δέσει την Ελλάδα κατά τέτοιο τρόπο, που τα κοιτάσματα αυτά να κινδυνεύουν να περιέλθουν περίπου αυτομάτως στη ιδιοκτησία των πιστωτών.

Δυστυχώς, όσο κι αν είναι δύσκολο, μόνο η αποδέσμευση από αυτό το καθεστώς δανειακών συμβάσεων και μνημονίων μπορεί πλέον να επαναφέρει τον εθνικό πλούτο στην κυριότητα του ελληνικού κράτους και να αποκαταστήσει την δυνατότητα ύπαρξης στοιχειωδώς ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και αξιοπρεπούς, κυρίαρχης επιβίωσης του ελληνικού λαού εντός αυτού του κράτους. Αυτή είναι η θλιβερή
πραγματικότητα και μόνο κινδύνους για το έθνος μπορεί να σωρεύσει η προσπάθεια παράκαμψης αυτής της σκληρής αλήθειας. Αν εθνικό είναι το αληθές, όπως δίδασκε ο Διονύσιος Σολωμός, θα μπορούσαμε να πούμε και ότι αντεθνικό είναι το αναληθές.

Το άρθρο αυτό, με ελάχιστες περικοπές, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Ελλάδα αύριο», στις 13.6.2012
Konstantakopoulos.blogspot.com