Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΧΡΕΩΜΕΝΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΝΩΘΕΙΤΕ!

Oι ευρωπαϊκοί Πόλεμοι του Χρέους

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

“Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω”, είναι ο τίτλος του θεατρικού έργου του Ντάριο Φο. ‘Αρχισε να γίνεται πραγματικότητα με τους Ισλανδούς, που αρνήθηκαν να υποκύψουν στις πιέσεις και τους εκβιασμούς Γκόρντον Μπράουν, Ολλανδίας, Κομισιόν, ΔΝΤ και οίκων αξιολόγησης. Αρνήθηκαν να πληρώσουν χρέη των ιδιωτικών ισλανδικών τραπεζών που χρεωκόπησαν προς ξένους καταθέτες. Απέρριψαν σε δημοψήφισμα σχετική κυβερνητική πρόταση με το ανήκουστο ποσοστό του 97%.

Aντίστοιχα παραδείγματα είχαμε στη Λατινική Αμερική, με τελευταίο τον Ισημερινό, που εξέτασε δικαστικά όλες τις συμβάσεις δανεισμού, χαρακτήρισε το χρέος “ανήθικο και παράνομο”, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας και προχώρησε σε πλήρη παύση πληρωμών. Η Ισλανδία όμως ήταν η πρώτη χώρα του Βόρειου Ημισφαιρίου που προχώρησε σε παρόμοια μέτρα.

Η Ισλανδία βέβαια είναι παρονυχίδα και δεν ξέρουμε ακόμα που θα καταλήξει το μπρα ντε φερ. Αυτό που την καθιστά ενδιαφέρουσα είναι η μετεξέλιξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 χιονοστιβάδα χρέους, που δεν αφορά τον τρίτο κόσμο, αλλά τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, κράτη ή ιδιώτες. Το ύψος του, σε συνδυασμό με μία αναιμική ανάπτυξη, καθιστούν δυσχερή την αποπληρωμή. Η αβεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση επιτοκίων και μεταφορά κεφαλαίων σε ασφαλέστερες τοποθετήσεις, όπως σε ΗΠΑ ή Γερμανία, περιορίζοντας τη δυνατότητα των οφειλετών να το αποπληρώσουν. Εγκαθίσταται φαύλος κύκλος, που διαιωνιζόμενος, απειλεί τη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και τη δυτική δημοκρατία. ¨Όπως προειδοποιεί ο οίκος αξιολόγησης Moody’s στις 15.3.2010, αναφερόμενος στα χρέη ΗΠΑ, Βρετανίας, Γερμανίας, Γαλλίας και Ισπανίας:

“Η ανάπτυξη από μόνη της δεν θα λύσει μια αυξανόμενα περίπλοκη εξίσωση χρέους. Η διατήρηση της πιστοληπτικής ικανότητας σε επίπεδα συμβατά με αξιολόγηση ΑΑΑ θα απαιτήσει οπωσδήποτε δημοσιονομικές προσαρμογές μεγέθους τέτοιου που θα δοκιμάσουν, σε μερικές περιπτώσεις την κοινωνική συνοχή. Δεν μιλάμε για επανάσταση, αλλά η σοβαρότητα της κρίσης θα αναγκάσει τις κυβερνήσεις σε οδυνηρές επιλογές που θα εκθέσουν τις αδυναμίες στις κοινωνίες”.

Δεν είναι οι μόνοι που ανησυχούν. Εδώ και ενάμισυ χρόνο, σχεδόν όλοι οι δυτικοί θεσμοί προεδιοποιούν για την πιθανότητα εκτεταμένων ταραχών/εξεγέρσεων λόγω της κρίσης. ‘Εκθεση του US Army War College (Δεκέμβριος 2008) προειδοποιούσε ότι η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε “εκτεταμένη αναταραχή και ανάγκη χρήσης του στρατού για την επιβολή της τάξης”. Το Πεντάγωνο άρχισε εκπαίδευση 30.000 στρατιωτών της Northcom στην καταστολή ταραχών. Ο ναύαρχος Μάικλ Μιούλεν, αρχηγός του Μεικτού Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, χαρακτήρισε την οικονομική κρίση μεγαλύτερη απειλή από τους πολέμους στη Μέση Ανατολή, ενώ ο επικεφαλής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Ντένις Μπλερ υπογράμμισε τους κινδύνους για τη διεθνή σταθερότητα. Σε μια εποχή που, ακόμη και η ριζοσπαστική αριστερά έχει μισολησμονήσει τον Μαρξ, τον θυμήθηκε το … βρετανικό Υπουργείο ¨Αμυνας. Υπογράμμισε σε μελέτη του ότι η μαζική φτωχοποίηση των μεσαίων τάξεων μπορεί να τις καταστήσει “επαναστατική τάξη, που θα παίξει τον ρόλο που ο Μαρξ περίμενε για το προλεταριάτο”! Το Υπουργείο προβλέπει άνοδο τρομοκρατίας, εγκληματικότητας, θρησκευτικών, αναρχικών, μηδενιστικών, λαϊκιστικών και μαρξιστικών κινημάτων.

Η κρίση χρέους, αρχικά ίδιον φτωχών χωρών, πέρασε στις ΗΠΑ με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια, οδηγώντας στην κατάρρευση το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα το 2008. Οι μεγάλες τράπεζες υποχρέωσαν τα κράτη να πληρώσουν τις ζημιές τους, διασώζοντας όχι μόνο τις οικονομίες των μικροκαταθετών, αλλά και εγγυώμενα αστρονομικά κέρδη από τις ρεμούλες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την μαζική δηλαδή παραγωγή-εμπορία επισφαλών προϊόντων, που ανακάτεψαν με υγιή, γεμίζοντας τοξικά την αγορά. Τα κράτη έσωσαν τις τράπεζες, χωρίς να πάρουν μερίδιο των μετοχικών κεφαλαίων τους και μετακυλίοντας το κόστος σε νέο δανεισμό, που τροφοδότησε τη διεύρυνση του χρέους. ¨Όχι μόνο οι μέτοχοι δεν τιμωρήθηκαν, αλλά ανταμείφθηκαν (μόνο στη Γαλλία, κέρδισαν 20 δις ευρώ, ποσό ίσο προς το έλλειμμα της κοινωνικής ασφάλισης!).

¨Ηδη από τότε, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, υπογράμμιζε ότι το πρόγραμμα σωτηρίας των τραπεζών δημιουργούσε πολύ μεγαλύτερους κινδύνους από αυτούς που αντιμετώπιζε.

Τώρα οι μεγάλες διεθνείς τράπεζες λειτουργούν ως σύγχρονα οικονομικά βαμπίρ, επιτίθενται στα κράτη που τις έσωσαν και σε ιδιώτες, κερδοσκοπώντας με το στήσιμο, κερδοσκοπώντας και με το σκάσιμο της φούσκας δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Πρώτη και καλύτερη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που δανείζει τις τράπεζες με 1% για να δανείζουν αυτές τα κράτη με 6%! Πλήρως απορυθμισμένο, “απελευθερωμένο”, το χρηματιστικό κεφάλαιο αντί να ανοίγει τον δρόμο στην ανάπτυξη και την τεχνολογική καινοτομία, γίνεται το βασικό της εμπόδιο!

Στο παρελθόν, στο ρυθμισμένο, κεϋνσιανό, προστατευμένο περιβάλλον, το πρόβλημα μπορούσε να λυθεί με πληθωρισμό, υποτιμήσεις, διοχέτευση των πόρων στην πραγματική οικονομία. Με την διαρκή όμως φιλελευθεροποίηση, κράτη και διεθνείς οργανισμοί αδυνατούν να ελέγξουν στοιχειωδώς τα διεθνή κεφάλαια. Και το παγκόσμιο χρέος διογκώθηκε σε σημείο που είναι αμφίβολο ότι θα πληρωθεί ποτέ, είτε γιατί οι κοινωνικές αντιδράσεις εμποδίζουν τα μέτρα που αποσκοπούν στην πληρωμή του, είτε γιατί τα ίδια τα μέτρα, εφαρμοζόμενα, καταστρέφουν αυτούς που πρέπει να πληρώσουν, όπως συνέβη στην περίπτωση της Αργεντινής, που τελικά ανάγκασε τους πιστωτές της να συμφωνήσουν στην πληρωμή μόνο του 45% του χρέους της.

Δεν είναι κάποια κομμουνιστική εφημερίδα, είναι η Τέλεγκραφ που υποστηρίζει ότι το ύψος του παγκόσμιου χρέους καθιστά δυσχερή την πληρωμή του: “Η μοναδική διέξοδος για το παγκόσμιο χρέος ίσως να αποδειχθεί η άρνηση πληρωμής του”. Σε μελέτη του για το Ινστιτούτο Μελετών για την Παγκοσμιοποίηση του Καναδά, ο Καθηγητής Μάικλ Χιούντσον, επικεφαλής σύμβουλος του λετονικού Reform Task Force, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Oι επικείμενοι ευρωπαϊκοί πόλεμοι των χρεών”, υπογραμμίζει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι μόνο μία από σειρά “βομβών χρέους” που θα εκραγούν, με πρώτα στη σειρά τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια των μετασοβιετικών κρατών και της Ισλανδίας. Τα χρέη αυτά είναι κυρίως προς σουηδικές και αυστριακές τράπεζες, ενώ και ελληνικές είναι εκτεθειμένες. ¨Όπως υποστηρίζει στη μελέτη ο καθηγητής, “τα χρέη αυτά είναι υψηλά σε σημείο που δεν μπορούν να αποπληρωθούν, γιατί οι περισσότερες από τις χώρες αυτές έχουν αυξανόμενα εμπορικά ελλείμματα και βυθίζονται στην ύφεση…Οι Σουηδοί, Αυστριακοί, Γερμανοί και Βρετανοί τραπεζίτες ανακαλύπτουν ότι το πρόβλημα μπορεί να αφορά τους ίδιους περισσότερο από τους οφειλέτες…”. Ο κ. Χιούντσον προβλέπει σειρά υποτιμήσεων των νομισμάτων αυτών των κρατών, που θα ζητήσουν ενδεχομένως να πληρώσουν τελικά σε υποτιμημένο νόμισμα τα δάνεια που έλαβαν σε ευρώ. Λόγω του ρόλου του συντάκτη στη Λετονία, μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι πρόκειται ενδεχομένως για συγκαλυμμένη απειλή στους πιστωτές να μαλακώσουν.

Καθώς το πρόβλημα του χρέους οξύνεται, όλο και περισσότεροι διεθνείς παρατηρητές μελετούν εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης, όπως αίφνης μια από τις διεθνώς εγκυρότερες γαλλικές επιθεωρήσεις, η Μοντ Ντιπλοματίκ, που αφιέρωσε προ διμήνου το κύριο θέμα της σε ανάλυση σεναρίων στάσης πληρωμών ή “ελεγχόμενης πτώχευσης” κρατών και του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να κινηθούν οι κυβερνήσεις τους για να κάνουν ασφαλέστερη τη χρήση αυτού του “ύστατου μέσου”. Τα σενάρια αυτά γίνονται πιθανότερα, με δεδομένη την απροθυμία μεταρρύθμισης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και τη γερμανική πίεση υπέρ αυστηροποίησης των κανόνων της ευρωζώνης!

Η στάση πληρωμών δεν είναι πρωτοφανής μέθοδος διεθνώς. Η πρώτη πράξη των Ηνωμένων Πολιτειών, όταν ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους, ήταν η διαγραφή του χρέους προς την Αγγλία. Ο Λίνκολν διέγραψε το χρέος στους πλούσιους Νότιους με τον εμφύλιο και, εμμέσως, τόκανε ο Ρούζβελτ το 1933 υποτιμώντας το δολλάριο 75% έναντι του χρυσού. Φυσικά δεν είναι καθόλου απλό μέτρο, ούτε εύκολα εφαρμόσιμο. Είναι πιο έξυπνο να το αφήσει κανένας ως επικρεμάμενη απειλή προς τους πιστωτές, αλλά η απειλή πρέπει να είναι αξιόπιστη για να είναι αποτελεσματική.

Γεγονός είναι ότι, αν η ΕΕ και τα κέντρα του διεθνούς οικονομικού συστήματος δεν πάρουν σύντομα αποτελεσματικά μέτρα, είτε θα κινδυνεύσει το καθεστώς της παγκοσμιοποίησης με βίαιο σπάσιμο, είτε θα απειληθεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία και ο πολιτισμός.

Kόσμος του Επενδυτή, 24.4.2010
konstantakopoulos.blogspot.com

Δευτέρα, 26 Απριλίου 2010

ΣΚΙΕΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ με διπλωματία "για τα μπάζα"

του Κ.Ι.Αγγελοπουλου

Φυσικό ειναι να απορροφά σήμερα το ενδιαφερον της ελληνικής κοινωνίας και των μέσων ενημέρωσης το τεραστίων διαστάσεων πρόβλημα τηςάθλιας δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας μας.Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την πολιτική ανικανότητα της ΕΕ να παρέμβει το αθλιο παιχνιδιτων ευρωατλαντικών τραπεζικών κερδοσκόπων,που "αρμέγουν" την Ελλάδα και"λιγουρεύονται" όλοκληρο το "νότο" του ευρω,έχει προκαλέσει σοκ στουςΕλληνες πολίτες.Και βέβαια το οικονομικό κουρέλιασμα προκαλεί βαθιάαπογοήτευση για τις πολλών ετών αξιοθρήνητες,"κολπατζίδικες" δημοσιονομικέςπολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων,που τώρα αποκαλύπτονται "μεγαλοπρεπώς",σε όλες τις πτυχές τους. Το πρόβλημα ειναι πλέον πολύ μεγάλο και πιέζει αγρίως μια καταπτοημένηπολιτική ηγεσια ,που καλείται σήμερα να εκτελέσει γονατισμένη ένα οικονομικόπρόγραμμα ευθέως αντίθετο με την προεκλογική οικονομική "ατζέντα" τουΓ.Ανδρ.Παπανδρέου.Ομως ή όλη "ατμόσφαιρα" που διαμορφώθηκε,ιδίως τιςτελευταιες ιδίως εβδομάδες,σε βάρος της χώρας μας στη διεθνή σκηνή,και ηοποία έχει όπως φαινεται,επηρεάσει άσχημα το ηθικό της ελληνικήςκυβέρνησης,οδηγεί και σε ένα άλλο πολιτικό πεδίο τα εθνικά πράγματα: Η Ελλάδα εμφανίζεται γεωπολιτικά ακομη πιό αδύναμη απ 'ότι στο πρόσφατοπαρελθόν στο διεθνές περιβάλλον της. Η Ελλάδα,με νωθρή,άτολμη αν όχι και συμπλεγματική εξωτερική πολιτικήτην τελευταια 15ετία,κατέχει μια ευάλωτη και όχι πολύ "ενδιαφέρουσα" πλέονθέση στο διεθνές περιβάλλον της βορείως,ανατολικώς και νοτίως.Κινούμενημηχανικά ή σπασμωδικά μεταξύ των "γραμμών" που μεταφέρουν οι ΗΠΑ στην Αθήνακαι των πολιτικών "πλαισίων" μιας Ευρώπης(ΕΕ)άνευ συγκροτημενης,κοινήςεξωτερικής πολιτικής,η(γαλαζοπράσινη) ελληνική ηγεσία πορεύεται χωρίςσυγκεκριμένους στόχους.Στερούμενη διπλωματικών πρωτοβουλιών στην περιοχήτης και ανευ σχεδίων εθνικής στρατηγικής η ελληνική πολιτική τάξηεξουσίας,αναζητεί "πλάτες" και "προστασίες" από Αμερικανούς "φίλους" και απόκάποια χωρίς αξία επίσημα "πολιτικά" κείμενα των Ευρωπαίων εταιρων της,πουυποτίθεται "καλύπτουν" την Ελλάδα. Αποτελέσματα αυτής της τακτικής ειναι,ότι η Ελλάδα
α)δεν διαθέτει επίμέρους πολιτικές συμμαχίες στην Ευρώπη(όπου άλλωστε έχει καταγραφεί ως"παιδί" των ΗΠΑ στις εξωτερικές υποθέσεις),
β)υπόκειται διαρκώς στις πιεστικές "συστάσεις" της Ουάσινγκτον σε κάθε εξέλιξη των θεμάτων εξωτερικής πολιτικής-ελληνοτουρκικά, ευρωτουρκικές σχέσεις, Κυπριακό, "μακεδονικό",βαλκανικές υποθέσεις, σχέσεις με τη Μόσχα
γ)απέχει από πολιτικές που θα μπορούσε να ασκήσει στην Ανατολική Μεσόγειοκαι στην περιοχή της Μ. Ανατολής( κυρίως για να μην "ενοχλεί" την Τουρκία)
δ)βρίσκεται διαρκώς σε άμυνα και σε αναζήτηση "παρεμβάσεων" τρίτων, κάθεφορά που ένας γείτονας είτε ισχυρός(Τουρκια)είτε αδύνατος(Σκόπια,Αλβανία)τηςδημιουργεί προβλήματα με τις πολιτικές του.
Αν τα πράγματα έτσι είχαν έως χθές, εύκολα αντιλαμβανεται κανείς,πόσοπερισσότερο έχει αδυνατίσει τώρα η διεθνής θέση μιάς καταχρεωμένης,στα όριατης πτώχευσης,χώρας,η ηγεσία της οποίας εκλιπαρεί τη διεθνη πολιτική και οικονομική κοινότητα για δανεικά με το κατά δύναμην ολιγότερο ...υψηλό επιτόκιο. Ειναι, λοιπόν, μάλλον εύκολο να σκεφθεί κανείς,το κατα πόσον ειναι δυνατόν σήμερα να αποκομίσει πολιτικά κέρδη και πάντως να αποφύγει ζημίες η Ελλάδα,αν η κυβερνηση του Γ.Παπανδρέου πραγματοποιήσει την "απειλή" της και ανοίξει διάλογο για το Αιγαίο με την Αγκυρα και αν προωθήσει "αποφασιστικά" την υπόθεση του "μακεδονικού" ζητήματος.Ευκολο, τέλος, ειναι να υποθέσει κανείς τη θέση στην οποια θα βρίσκεται στο εξης και για μεγάλο διαστημα η ελληνική ηγεσία στην ΕΕ,στο ΝΑΤΟ και γενικότερα σε μεγάλουςδιεθνείς οργανισμούς,όταν θα έχει να υπερασπιστει υποθέσεις εξωτερικήςπολιτικής της (Αιγαίο και "ευρωπαϊκή" πορεία της Τουρκίας,πολιτική λύση Κυπριακού,"ονομασία" της ΠΓΔΜ),αντιμέτωπη με "στρατηγικές" και πιέσεις"τρίτων".

Μπορεί μάλλον να υποθέσει κανείς,ότι ο κ.Παπανδρεου,όταν ανακοίνωνεβιαστικά(γιατί άραγε;) αμέσως μετά την εκλογική του νικη την πρόθεση του για πολιτικό διάλογο με την Αγκυρα, μάλλον δεν ειχε ακόμη αντιληφθεί την έκτασητης οικονομικής ζημίας που εχει υποστεί η Ελλάδα στην ΕΕ και την παγίδευσητης Αθήνας στις κερδοσκοπικές τεχνικές του αδίστακτου τραπεζικου συστήματοςπου,"διευκολύνοντας" τα χρέη της ,εγκαταστάσθηκε στα "σωθικά" της εθνικήςοικονομιάς από το 2001. Τώρα,με την Ελλάδα του ευρώ "στραπατσαρισμένη" τόσο από τα φανερά όσοκαι από τα ύπουλα κτύπήματα που δέχεται από τους "τεχνοκράτες" τωνΒρυξελλών,από τη Γερμανία, από κυνικούς Ευρωπαίους και Αμερικανούςσπεκουλαδόρους,παράγοντες μεγάλων τραπεζών και διεθνών οικων"αξιολόγησης",πόσο θα στεκόταν "ορθια" η ελληνική διπλωματία απέναντι στηνΤουρκία,αν θα άνοιγε προσεχώς διάλογο μαζί της- και,εννοείται,κάτω απότο"βλέμμα" της Ουάσινγκτον και του Λονδινου(Κυπριακό γαρ);Και με ποιές δυναμεις η ελληνική ηγεσία θα υπερασπιζόταν έναντι της Τουρκίας και των ευρωατλαντικών φίλων της την ηγεσια της Κυπριακής Δημοκρατίας, αν θα"στράβωναν" άσχημα αύριο οι διαπραγματεύσεις για λύση,αν η τουρκικήαδιαλλαξία θα εφτανε "στο απροχώρητο";Κι'αν προσεχώς,η Τουρκια δυνάμωνε τιςστρατιωτικές πιέσεις της στο Αιγαίο ή προκαλούσε αεροναυτική ένταση νότιατου Κστελόριζου εξαιτίας του ανοικτού(από απαράδεκτη ατολμία τηςΑθήνας)ζητήματος ορίων ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης(ΑΟΖ),θαέβρισκε δυνάμεις η ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τετοιεςκαταστάσεις; Τέτοια ερωτήματα τίθενται,όχι μόνο λόγω της σημερινής οδυνηρήςδημοσιονομικής "περιπετειας" της χώρας που της αφαιρεί πολιτικές δυναμειςστη διεθνή σκηνή,αλλά επειδή είναι άνευρη και ελάχιστα παραγωγική ηεξωτερική πολιτική της Ελλάδας εδώ και κάμποσα ΧΡΟΝΙΑ,πολύ ΠΡΙΝσημειωθεί,δηλαδή,η κρίση που γονάτισε τώρα την ελληνική ηγεσία. Αν οι ελληνικές κυβερνησεις είχαν βάλει στέρεες βάσεις στην ελληνικήεξωτερική πολιτική από τη δεκαετία ΄90 και πάντως από την επομένη τηςκρίσης στα Ιμια, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά σήμερα για την ελληνικήδιπλωματία,έστω και κάτω απ΄το βάρος της μεγαλης δημοσιονομικής κρίσης. Ομως, δυστυχώς,εδώ και χρόνια,οι ελληνικές κυβερνήσεις αναζήτησαν(καισυχνά βρήκαν)μόνο ευκαιρίες για "ηπιες",δηλαδή όχι ιδιατέρως "ενοχλητικές"για τον "διεθνη παράγοντα"(βλ.ΗΠΑ,Βρεταννία),πολιτικές πρωτίστως σταελληνοτουρκικά και στην υπόθεση της Κύπρου."Βολικά" δόγματα δήθεν"μοντέρνα", απολύτως ποσφερόμενα για πολιτική τεμπελιά(όπως εκείνο τουπολιτικού "εκπολιτισμού" της Τουρκίας μέσω ενταξιακής πορειας της στηνΕΕ)"κατανόηση" και προχωρημένος "ρεαλισμός" στο Κυπριακό,ανοχή εντυπωσιακήστις επιθετικές πολιτικές της Αγκυρας στη Δ.Θράκη και παραλλήλως μία άνευπολιτικής στήριξης "ψυχραιμία" απέναντι στην στρατιωτική πίεση της Τουρκίαςστο Αιγαίο,αυτές ήταν οι "βάσεις" της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αυτά ταχρόνια,της πολιτικής που πολυ αγάπησαν οι "αραχτοί" των πολιτικών "ρετιρέ"της Αθήνας .Ατολμη-και ανοήτως "μυστική" σε σημαντικό βαθμό -διπλωματία,υπουργικά στεγανά,"ημέτεροι" και βλακώδη "απόρρητα" στουπουργείο Εξωτερικών,λειψή συνεγασία με το υπουργείο Αμυνας,έλλειψηεμπιστοσύνης στις ενοπλες δυναμεις και πλήρης σύγχυση σχετικά με το μεγεθοςκαι τον εκσυγχρονισμό τους.Με δεδομένα αυτά τα στοιχεία,και με αξιοθρήνητα"βαποράκια" σε μεσα ενημέρωσης στην υπηρεσία του "συστήματος",προκειμένου νακρύβονται κατα το δυνατόν οι τεμπελιές και οι αδυναμίες της,η ελληνικήεξωτερική πολιτική ειναι από καιρό στο "ραλεντί" ,όποτε η τωρινή κρίση δεναλλάζει κάποια θετικά δεδομένα της, απλώς υπογραμμίζει εντονότερα τηνΑΝΑΠΗΡΙΑ της. Ψευδολογούν ,λοιπόν, ή επιπολαίως αστοχούν όσοι εμφανίζονται ανήσυχοιγια τις προοπτικές ελληνικής εξωτερικής πολιτικής,ειδικώς ΣΗΜΕΡΑ,"λόγω τηςκρίσης".Η εξωτερική πολιτική ειναι ΠΡΟ ΠΟΛΛΟΥ στην "εντατική".Και οιελληνικές κυβερνήσεις την φροντίζουν όπως και όσο "πρέπει".Δεν είναιπερίεργο αυτό.Το,παραζαλισμένο σήμερα, πολιτικό ποσωπικό των δύο μεγάλωναστικών κομμάτων εξουσίας έχει αποτύχει "εφ όλης της ύλης" των εθνικώνυποθέσεων σε κάθε επίπεδο.Γιατί θα εξαιρειτο.... ειδικώς η εξωτερικήπολιτική από τις θλιβερές "επιδόσεις" του; Από πού να αντλήσει πνευματικέςδυνάμεις και πολιτικό δυναμισμό αυτή η τεμπέλικη τάξη της πολιτικήςπαρακμής,αυτό το αντι-παραγωγικό συστημα σπατάλης πόρων,διαφθοράς και σκανδάλων, για παραγωγή αξιόλογης πολιτικης εξωτερικών υποθέσεων καιεθνικής ασφάλειας;

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Που βρισκόμαστε στο κυπριακό

Συνέντευξη του πρώην Δοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και Υπουργού Χριστόδουλου Χριστοδούλου στον Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο

1. Κύριε Χριστοδούλου, υποστηρίζετε περίπου στο τελευταίο βιβλίο σας ότι, μια λύση του κυπριακού παραπλήσια του σχεδίου Ανάν θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή την Κύπρο. Γιατί πιστεύετε ότι θα γίνει κάτι τέτοιο? Γιατί οι οπαδοί του ναι στο σχέδιο Ανάν υποστηρίζουν αντίθετα, ότι μια λύση του κυπριακού θα έχει μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα?

Η θέση μου εδράζεται στα πραγματικά δεδομένα. Και με βάση αυτά καταδεικνύεται, δυστυχώς, ότι η κυπριακή οικονομία δεν μπορεί να αντέξει ούτε τις αποζημιώσεις και τις δαπάνες ούτε τα λειτουργικά έξοδα της πολυδάπανης λύσης. Άλλωστε, στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι τέσσερεις διεθνούς φήμης εμπειρογνώμονες, που μετακαλέσαμε και οι οποίοι χρησιμοποιούνται και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Συγκεκριμένα στην έκθεση που μας υπέβαλαν το Φεβρουάριο του 2004, στη σελίδα 3, αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι αν εφαρμοσθεί μια τέτοια λύση υπάρχει μεγάλος κίνδυνος χρεωκοπίας της κυπριακής οικονομίας («There is a very real risk of bankruptcy»).

Οι οπαδοί του Σχεδίου Ανάν και της νέας λύσης δεν έχουν παρουσιάσει μελέτες και στοιχεία που να υποστηρίζουν το βιώσιμο μιας λύσης με βάση το Σχέδιο Ανάν ή με βάση μια νεοανανική λύση. Θεωρητικολογούν και αοριστολογούν με το γνωστό παραμύθι ότι «μια λύση του κυπριακού θα έχει οικονομικά οφέλη».

2. Τι ακριβώς συζητείται σήμερα για την οικονομική πτυχή του κυπριακού? Αυτά που συζητώνται είναι εν γνώσει των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων?

Ο κυπριακός λαός στην πραγματικότητα τελεί εν αγνοία των συζητουμένων τόσο για την οικονομική πτυχή όσο και για τις άλλες πτυχές του κυπριακού.

Είναι, όμως, πλήρως ενήμεροι οι κύριοι Ταλάτ, Ερντογάν, Έρογλου και Νταβούτογλου. Ως προς το κεφάλαιο της οικονομίας, στην κοινή τους δήλωση ο κ. Χριστόφιας και ο κ. Ταλάτ, μας είπαν πριν λίγες μέρες ότι έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος. Δεν ανέφεραν, όμως, σε ποιες από τις πολυάριθμες σοβαρές πτυχές της οικονομίας έχει σημειωθεί πρόοδος και σε τι αυτή συνίσταται. Συνεπώς, για όλους όσοι γνωρίζουμε τα του Σχεδίου Ανάν αλλά και τα του σημερινού παρασκηνίου οι ανησυχίες και η αγωνία παραμένουν.

3. Υπάρχει ένα παράδοξο στην Κύπρο. Οι ηγεσίες των δύο κοινοτήτων συζητούν για την επιδιωκόμενη λύση εν κρυπτώ και παραβύστω, ενώ είναι προφανές ότι εκπονούν σύνταγμα νέου κράτους και συνθήκες που θα προσδιορίσουν και περιορίσουν το διεθνές καθεστώς του. 'Οχι μόνο οι πολίτες δεν ξέρουν τίποτα, αλλά και φαίνεται ότι διαφωνούν με τις πιο κεντρικές προτάσεις, όπως η εκ περιτροπής προεδρία που υπέβαλε η ελληνική πλευρά! Δεν θάπρεπε να γίνει ένα καταρχήν δημοψήφισμα για τις γενικές τουλάχιστον γραμμές που αποδέχονται οι Ελληνοκύπριοι, αντί του προβλεπόμενου τελικού δημοψηφίσματος, που θα γίνει, αν γίνει, σε συνθήκες εκβιασμού και εγκλωβισμού και με τεράστιο κόστος για τους Ελληνοκύπριους αν πούνε όχι εναντίον σχεδίου που έχει συμφωνήσει η δική τους πλευρά?

Δυστυχώς, ακολουθείται και τώρα η ίδια διαδικασία όπως και στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν. Συζητείται το μέλλον του κυπριακού ελληνισμού και του κυπριακού λαού εν συνόλω, εν κρυπτώ και παραβύστω. Αλλά η υπόθεση της Κύπρου δεν είναι ατομική ιδιοκτησία ούτε του κ. Ταλάτ ούτε του κ. Χριστόφια και οφείλει, όντως, η δική μας ηγεσία να πάρει το αίσθημα του λαού σχετικά με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο λύσης, που να διαγράφει τις θέσεις μας σε όλες τις ουσιαστικές πτυχές, όπως στην εκτελεστική εξουσία, την οικονομία, το εδαφικό, το περιουσιακό, τις εγγυήσεις και τη μορφή του πολιτεύματος. Δυστυχώς, ακολουθείται ξανά λανθασμένη και αντιδημοκρατική διαδικασία και θα συμφωνήσω μαζί σας ότι μια νεοανανική λύση, όπως αυτή που προδιαγράφεται, θα απορριφθεί από τον κυπριακό ελληνισμό με το συνεπαγόμενο πολιτικό κόστος για τη δική μας πλευρά.

4. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπερασπίζεται τον εαυτό της διεθνώς, ενώ είναι παντού παρόντα τα επιχειρήματα της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Ως αποτέλεσμα βλέπουμε να επέρχονται σοβαρές ήττες της Λευκωσίας, όπως η απόφαση για τις περιουσίες του ΕΔΑΔ και η επαναφορά της απαίτησης απευθείας εμπορίου. Τι πρέπει να γίνει?

Είναι γεγονός ότι στο διεθνές πεδίο χάνουμε διαρκώς έδαφος με την Τουρκία να αλωνίζει κυριολεκτικά και να επιτυγχάνει να περνά τις θέσεις της σε βασικότατα θέματα, όπως αυτά που αναφέρατε, αλλά και να αυξάνονται οι πιέσεις για περαιτέρω υποχωρήσεις στη δική μας πλευρά. Τόσο η Κύπρος όσο και η Ελλάδα οφείλουν να αναδιατάξουν τις δυνάμεις και να αξιοποιήσουν τις υφισταμένες δυνατότητές μας διαφορετικά το τίμημα που θα πληρώσει ο κυπριακός ελληνισμός θα είναι βαρύτατο. Τελούμε συνεχώς, δυστυχώς, σε διαρκή ύπνωση και σ’ αυτό το σοβαρό θέμα.

5. Γιατί πιστεύετε ότι ο κ. Χριστόφιας επιμένει τόσο πολύ σε προτάσεις με τις οποίες διαφωνεί η συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού και που έχουν οδηγήσει σε μεγάλη απομόνωση το ίδιό του το κόμμα?

Πιστεύω ότι ο κ. Χριστόφιας είναι αυτοπαγιδευμένος. Είναι δέσμιος της δικής του γνωστής θέσης ότι «ψήφισε ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν για να τσιμεντώσει το ΝΑΙ». Βεβαίως, τρέφει τη ψευδαίσθηση ότι αυτή τη φορά με τη βοήθεια του ηγέτη του ΔΗΣΥ θα μπορεί να επιτύχει τη συγκατάθεση του κυπριακού ελληνισμού σε ένα νεοανανικό σχέδιο. Πιστεύω ότι δεν θα το κατορθώσει.

6. Πώς βλέπετε την ελληνική οικονομική κρίση, τις επιπτώσεις στην Κύπρο και το μέλλον του ευρώ? Τι πρέπει κατά τη γνώμη σας να κάνει η Ελλάδα, τι πρέπει να κάνει η ΕΕ?

Πιστεύω ότι είναι θέμα ανάκτησης της ελλαδικής αξιοπιστίας όσον αφορά την οικονομική κρίση που δοκιμάζει τη χώρα. Η Ελλάδα οφείλει να εφαρμόσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και να αποδείξει ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στην κρίση, αρκεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να της δώσει τη στοιχειώδη πολιτική στήριξη που χρειάζεται. Βεβαίως, κάποιες επιπτώσεις από την ελλαδική κρίση έχουμε και στην Κύπρο και κάποιες δυσμενείς επενέργειες υπήρξαν και στο ευρώ. Όμως, η κατάσταση είναι αναστρέψιμη αρκεί να αντιμετωπισθεί με ομοψυχία και ενότητα στην Ελλάδα και με κατανόηση και υπευθυνότητα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
konstantakopoulos.blogspot.com
περιοδικό Επίκαιρα, 15.04.2010

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Το περιοδικο Hellenic NEXUS, η Κίνηση Πολιτών για την Κύπρο και ο 'Ομιλος Κυπρογένεια οργανώνουν εκδήλωση για την Κύπρο, την Παρασκευή 16.4, ώρα 7 μ.μ., στο Αμφιθέατρο της Παλαιάς Βουλής, οδ. Σταδίου 13, με ομιλητές την Θέκλα Κίττου {"Κύπρος: ο νεοθωμανικός εναγκαλισμός"}, τον Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο {Κύπρος - Ελλάδα: από τη γεωπολιτική (2004, σχέδιο Ανάν) στη γεωοικονομική επίθεση (2010)} και Δρ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου, πρώην Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και πρώην Υπουργός {Tα οικονομικά της διζωνικής ομοσπονδίας, να γιατί θα καταρρεύσει η κυοφορούμενη λύση}. Συντονίζει ο δημοσιογράφος Λεωνίδας Αποσκίτης.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου


Ξανά στα αεροπλάνα ο Γιώργος Παπανδρέου. Μετά τα ταξίδια για την αντιμετώπιση του προβλήματος του δημοσίου χρέους, που κατέληξαν στην απόφαση των Βρυξελλών, ήρθε η ώρα των εθνικών θεμάτων, με πρώτο το κυπριακό, καρδιά της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Ο Πρωθυπουργός θα επισκεφθεί τη Λευκωσία την Κυριακή, με δύο βασικά επιδιώξεις: να ενισχύσει την επανεκλογή του Ταλάτ και να συμβάλει στο κατέβασμα των τόνων στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Οι ‘Ελληνες της Κύπρου είναι βαθύτατα διχασμένοι, καθώς απορρίπτουν στη μεγάλη πλειοψηφία τους τις προτάσεις που υποβάλλει στις διαπραγματεύσεις ο Πρόεδρος Χριστόφιας, δημιουργώντας μια τραγελαφική, αλλά και πολύ επικίνδυνη κατάσταση./

Στο μεταξύ, η μία ήττα διαδέχεται την άλλη διεθνώς. Μετά την απόφαση του ΕυρωπαΙκού Δικαστηρίου που παραπέμπει σε όργανα των αρχών κατοχής τους διεκδικούντες τις περιουσίες τους Ελληνοκυπρίους, αλλά και φαίνεται να αναγνωρίζει κάποια δικαιώματα τύπου «χρησικτησίας» στους καταπατητές, ήρθε η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση, ενεργούσα ως εργαλείο του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον, για να θέσει θέμα απελευθέρωσης του απευθείας εμπορίου με τα κατεχόμενα.

Λευκωσία και Αθήνα αντιμετωπίζουν (στην καλύτερη περίπτωση) ως περίπου «φυσικά φαινόμενα» αυτές τις εξελίξεις. Παρόλο που και ο κ. Κυπριανού και ο κ. Δρούτσας συναντήθηκαν πρόσφατα με τον Επίτροπο Διεύρυνσης κ. Φούλε, δεν έπραξαν τίποτα για να τον αποτρέψουν από το να ανακινήσει στην Κομισιόν το θέμα του απευθείας εμπορίου, για το οποίο Λευκωσία και Αθήνα δηλώνουν άγνοια, παρόλο που και οι δύο πρωτεύουσες διαθέτουν Επιτρόπους στις Βρυξέλλες!

Στην πραγματικότητα, οι ελληνικές πολιτικο-διπλωματικές ήττες αντανακλούν τη σταδιακή επιδείνωση του διεθνούς κλίματος. Η επιδείνωση είναι απολύτως φυσιολογική και αναμενόμενη, για τον εξής απλούστατο λόγο. Η τουρκική διπλωματία και το τουρκικό λόμπι είναι πανταχού παρόντα και τα πάντα πληρούντα, με τις θέσεις και τα επιχειρήματα της ‘Αγκυρας. Αντιθέτως, Λευκωσία και Αθήνα αποφεύγουν να επικρίνουν την Τουρκία, από φόβο μη χαλάσουν το «καλό κλίμα», με τον Ταλάτ και τον Ερντογάν! Το αποτέλεσμα είναι ότι η διεθνής κοινή γνώμη έχει αχθεί στο συμπέρασμα ότι το κυπριακό δεν λύεται όχι γιατί η Τουρκία επιμένει να διατηρεί στρατό κατοχής και «κράτος» στην Κύπρο, αλλά γιατί οι Ελληνοκύπριοι είναι εγωϊστές και απέρριψαν το σχέδιο Ανάν! Στα ελληνοτουρκικά συμβαίνει το ίδιο, υπάρχουν ορισμένες διαμάχες, δεν υπάρχει επιτιθέμενος και αμυνόμενος.

Λονδίνο, Ουάσιγκτον, ‘Αγκυρα, Ισραήλ έχουν στρατηγική για το κυπριακό. Λευκωσία και Αθήνα δεν έχουν καμία, εκτός αν θεωρείται στρατηγική να εύχεσαι να λυθεί όσο πιο γρήγορα το πρόβλημα, ευχή βεβαίως όλων, αλλά που κινδυνεύει, αν γίνουν δεκτές οι παραχωρήσεις της ελληνικής πλευράς, να οδηγήσει όχι σε λύση του προβλήματος, αλλά σε δραματική επιδείνωση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Που ακούστηκε για παράδειγμα ένα κράτος να διοικείται εκ περιτροπής από τους εκπροσώπους της συντριπτικής πλειοψηφίας (των Ελληνοκυπρίων 82%) και της (τουρκοκυπριακής) μειοψηφίας (18%), όπως προτείνει ο κ. Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ. Που δηλώνουν μεν ότι είναι «μαρξιστές-λενινιστές», αν είναι δυνατόν, αλλά ταυτόχρονα δεν χαλάνε κανένα χατήρι, μικρό ή μεγάλο, στη Μεγάλη Βρετανία, δηλαδή στον βρετανικό ιμπεριαλισμό, που θάλεγε ένας μαρξιστής-λενινιστής!

Αν αυτά τάγραφε κανένας φοιτητής συνταγματικού δικαίου σε εργασία του, προφανώς θα τον έκοβαν ως άσχετο και θα γελούσαν με τις ιδέες του. Δυστυχώς όμως δεν τα προτείνει κάποιος άσχετος φοιτητής, αλλά ο Πρόεδρος της Κύπρου, παρά τη διαρκή διαφωνία της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελληνοκυπρίων στα γκάλοπ (70%) και παρά τη διαφωνία των συμμαχικών κομμάτων, με τις ψήφους των οποίων εξελέγη Πρόεδρος! ‘Ηδη, οι Σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ (το αδελφό κόμμα του ΠΑΣΟΚ) αποχώρησαν από την κυβέρνηση, παρά τα τελείως ανοίκεια διαβήματα του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος να μην το πράξουν!

‘Οσο για τις ελπίδες που έχουν επενδυθεί από το ΑΚΕΛ και τον κ. Παπανδρέου στον Ταλάτ, δεν επιβεβαιώνονται στην πράξη. Το αντίθετο συμβαίνει, όπως άλλωστε ήταν απολύτως αναμενόμενο με την ακολουθούμενη διαπραγματευτική «τακτική»: οι ελληνοκυπριακές παραχωρήσεις δίνουν το περιθώριο στον Ταλάτ να τραβάει περισσότερο το σκοινί, προς πιο σκληρές θέσεις, βέβαιος ότι η άλλη πλευρά είναι πιέσιμη. Επιπλέον, αντί να ενισχύουν τον Ταλάτ, οδήγησαν πρακτικά στην ενίσχυση του ‘Ερογλου! Εντούτοις, όσο περισσότερο η πράξη αποδεικνύει το αδιέξοδο της στρατηγικής ΑΚΕΛ και το απομονώνει, τόσο περισσότερο ο κ. Χριστόφιας αγκιστρώνεται απελπισμένα στις δικές του αντιλήψεις και τόσο περισσότερο επιθετικός έως υβριστικός γίνεται, ο ίδιος και το κόμμα του, απέναντι στους επικριτές της πολιτικής του.

Το ίδιο το γεγονός ότι η Λευκωσία και η Αθήνα ποντάρουν τόσο πολύ σε διάφορα πρόσωπα και πολιτικές δυνάμεις στην τουρκική πλευρά, ομολογεί επίσης έλλειψη όχι μόνο στρατηγικής, αλλά και σοβαρότητας. Πρώτον, γιατί είναι προφανές ότι η ‘Αγκυρα κάνει κουμάντο στα κατεχόμενα. Δεύτερο, γιατί δεν είναι δουλειά της Λευκωσίας και της Αθήνας ποιά είναι η τουρκική ή τουρκοκυπριακή ηγεσία. Δουλειά της Λευκωσίας και της Αθήνας είναι να κάνουν σοβαρές και όχι ανόητες προτάσεις για τη λύση των ζητημάτων, να εμμένουν σε αυτές και να κινητοποιούν τη διεθνή κοινή γνώμη υπέρ αυτών. Με τόσες άλλωστε δηλώσεις υπέρ του Ταλάτ, τι θα κάνει αύριο ο κ. Χριστόφιας αν οι Τουρκοκύπριοι εκλέξουν τον ‘Ερογλου;

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 9.4.2010

Konstantakopoulos.blogspot.com

Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Goldman Sachs και ΗΠΑ, οι θριαμβευτές των Βρυξελλών

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

“Μήπως μας ψεκάζουνε;” με ρωτάει, μισοαστεία, μισοσοβαρά, η Χρύσα, με αφορμή την είδηση που δημοσιεύτηκε τελευταία: πριν από μισό αιώνα η CIΑ, στα πλαίσια των ερευνών που την οδήγησαν στην παραγωγή του LSD, ράντισε με παραισθησιογόνα μια μικρή γαλλική πόλη, για να μελετήσει τα αποτελέσματα στη συμπεριφορά των κατοίκων. Η Χρύσα κοντεύει να πάθει σχιζοφρένεια αυτές τις μέρες. Εξαιτίας της δουλειάς της πρέπει να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες. Γράφουν για τον θρίαμβο της Μέρκελ επί των Ελλήνων και λοιπόν Ευρωπαίων. Μετά, γυρνάει στα ελληνικά μέσα που μιλάνε για τον θρίαμβο της Αθήνας!

Φαίνεται πάντως ότι ούτε οι “αγορές” πληροφορήθηκαν εγκαίρως τον ελληνικό θρίαμβο, γι’ αυτό και μας δάνεισαν την επόμενη μέρα με 5,9% επιτόκιο. Κατά την κυβέρνηση αυτές είναι τυχαίες διακυμάνσεις των αγορών. Εμένα, που ούτε στη λαϊκή δεν βρίσκω τον ελεύθερο ανταγωνισμό, το 5,9% μου θυμίζει διαφημιστική τιμή μαγαζιού, εν προκειμένω συνεννοημένων τραπεζών. Το 5,9% είναι ότι πρέπει για να μην ενεργοποιείται ποτέ ο μηχανισμός στήριξης, αλλά για να ξεζουμίζεται όσο γίνεται η Ελλάδα.

Την ίδια αδυναμία κατανόησης των αποφάσεων δείχνουν και οι αρθρογράφοι των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς που ισχυρίζονται ότι δεν αποφασίστηκε τίποτα στις Βρυξέλλες, αφού η απόφαση προβλέπει ότι θα δοθούν δάνεια στην Ελλάδα, αν δεν μπορεί να τα βρει στη αγορά, με επιτόκιο όμως που δεν θα επιδοτείται, θα είναι δηλαδή το επιτόκιο των αγορών, που δίνουν φυσικά λεφτά με το επιτόκιο που ζητάνε! Ο Ντομινίκ Στρως Καν, που λέγεται ότι διαβεβαιώνει τον Πρωθυπουργό ότι δεν θα είναι σκληρό στην περίπτωσή του το Ταμείο, δηλώνει δημοσίως ότι απεύχεται προσφυγή στο ΔΝΤ. Προφανώς γιατί κάπως είναι σίγουρος ότι εκεί θα πάει τελικά η Αθήνα. Ο γαλλικός τύπος δεν κατάλαβε κι αυτός! Υπογραμμίζει τη σημασία της ανάμειξης του ΔΝΤ στα ευρωπαϊκά πράγματα και απορεί με την Αθήνα, χωρίς να καταλαβαίνει πολύ καλά τι γίνεται: “Η Αθήνα λέει ότι είναι ικανοποιημένη”, γράφει η οικονομική Les Echos.

Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Κυττάω τη φωτογραφία από το τέλος της συνόδου των Βρυξελλών. Η Μέρκελ είναι ενθουσιασμένη, αλλά συγκρατεί όσο μπορεί τη χαρά της. Κυττάει με ελαφρά απορία τον Γιώργο Παπανδρέου δίπλα της. Ο Σαρκοζί προσπαθεί να χαμογελάσει και του βγαίνει ένας παράξενος μορφασμός: ξέρει ότι η ήττα από τους Γερμανούς μπορεί να του στοιχίσει την επανεκλογή του. Ο Ισπανός Θαπατέρο κρατάει τρυφερά το χέρι του Γιώργου, όπως προσπαθούμε να στηρίξουμε έναν καλό φίλο πούχασε κάποιον δικό του, πολύ ανακουφισμένοι όμως που έτυχε σε αυτόν κι όχι σε μας ο κλήρος. Το πιο εκπληκτικό όμως και ανεξήγητο, είναι ο ειλικρινής ενθουσιασμός στο πρόσωπο του ¨Ελληνα Πρωθυπουργού. Τον ικανοποίησε η συμφωνία, του αρέσει ο “συνδυασμός νταβατζήδων“, Ευρώπης και Αμερικής (ΔΝΤ), ή μήπως είναι απλώς ο στεναγμός ανακούφισης γιατί σταμάτησε (;) ο καυγάς με τόσο αξιοσέβαστα πρόσωπα όπως η Καγκελλάριος Μέρκελ; (Πάντως, ο καυγάς με τους ψηφοφόρους του δεν έχει καν αρχίσει ακόμα. Η επιτυχής επικοινωνιακή πολιτική τον αναβάλει, αλλά θα τον κάνει πολύ βιαιότερο όταν ξεσπάσει)

Δεν είναι μόνο η Χρύσα, είναι και πολλοί άλλοι φίλοι μου, που μου σπάνε τα νεύρα με τις ερωτήσεις τους: “Γιατί κάναμε όλη αυτή τη φασαρία, αφού πήραμε στο τέλος το ίδιο επιτόκιο που δανειζόμαστε και πριν;”, “γιατί λέμε ότι δεν ζητάμε βοήθεια, αφού βοήθεια χρειαζόμαστε και βγαίνει κάθε φορά η Μέρκελ για να δικαιολογηθεί και λέει ότι η Ελλάδα δεν ζητάει βοήθεια;”, “γιατί δεν δανειζόμαστε από την Κίνα και τη Ρωσία;” “θέλουμε να αποφύγουμε ή μήπως θέλουμε να καταλήξουμε στο ΔΝΤ, αλλά να φανεί ότι πάμε παρά τη θέλησή μας;” και διάφορα τέτοια.

Τι να τους απαντήσω; Οι ερωτήσεις τους προϋποθέτουν ότι οι παίκτες έχουν λογική και μάλιστα τη δική τους. Δεν είμαι βέβαιος ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο - οι πολιτικοί γεννήθηκαν για να εξαπατάνε. Τους λέω λοιπόν: σταματήστε να ψάχνετε τον ορθολογισμό πίσω από τους παίκτες και αναλύστε τα αποτελέσματα του παραλογισμού τους, αναλύστε την ουσία των πράξεων, αντί να αναζητάτε τις προθέσεις. ¨Οπως έλεγε ο Πολώνιος στον ‘Αμλετ, είναι τρέλλα, έχει όμως μέθοδο.

Υποστηρίζω ότι καμιά από τις μεγάλες, γνωστές καταστροφές της ιστορίας δεν θα είχε σημειωθεί, αν αυτοί που επηρέαζαν τις εξελίξεις είχαν συνείδηση των αποτελεσμάτων των ενεργειών τους. Οι παραλογισμοί δεν είναι … παράλογοι. Όπως οι αρρώστιες στη ζωή των ανθρώπων, έτσι και οι παραλογισμοί στη ζωή των εθνών έρχονται να αναπληρώσουν λειτουργίες που πάσχουν, να κάνουν εκείνοι το έργο της Ιστορίας, όταν οι άνθρωποι αρνούνται να το κάνουν συνειδητά. Κανείς λαός, κανένα έθνος δεν θα υποδουλωνόταν επίσης εύκολα, αν προηγουμένως δεν τούχαν κάνει κουρκούτι το μυαλό, σε επίπεδο κορυφής και βάσης της κοινωνικής πυραμίδας, όπως καλή ώρα πάει τώρα να συμβεί στην Ελλάδα. Πρώτα αποκοιμίζουν τους λαούς και μετά τους σκλαβώνουν, έλεγε ο Ζαν- Πωλ Μαρά, στον αιώνα μας όμως δεν φτάνει ο ύπνος, χρειάζεται και η δωροδοκία.

Οι περισσότεροι συνομιλητές μου δεν πέρασαν τα νιάτα τους διαβάζοντας Σαίξπηρ ή Χέγκελ, όλο όμως και τους έχει πέσει στο χέρι κάνα αστυνομικό της Αγκάθα Κρίστι ή του τόσο σπουδαίου και τόσο υποτιμημένου δικού μας, του Γιάννη Μαρή. Περνώ λοιπόν στο κλασικό ερώτημα της εγκληματολογίας: “Ποιόν ωφελεί το έγκλημα;”
Ποιόν δηλαδή ωφελεί:

- Η κρίση του ευρώ, ενώ βρισκόταν στο κατώφλι μιας πιθανής μετατροπής σε παγκόσμιο αποθεματικό, που θα κλόνιζε την αμερικανική ηγεμονία;
- το να γίνει η Ελλάδα δοκιμαστήριο και παράδειγμα μοντέλου “διαφυγής” από την οικονομική κρίση, δια της μαζικής φτωχοποίησης των ευρωπαϊκών πληθυσμών και του δραστικού περιορισμού κόστους εργασίας και κοινωνικών παροχών;
- ένας άγριος καυγάς μεταξύ των Ελλήνων και των Γερμανών, που σπρώχνει τους πρώτους στην αγκαλιά των ΗΠΑ και στερεί τους δεύτερους από τη δυνατότητα ηγεμονικού ρόλου στην Ανατολική Μεσόγειο;
- το ότι η Ελλάδα στερείται της δυνατότητας που είχε να συμμαχήσει με τη Γερμανία για να αντισταθεί στην αναθεωρητική πίεση της Τουρκίας, που είχε μέχρι χθες, αν άλλαζε τη στάση της απέναντι στην ένταξη της ¨Αγκυρας;
- το ότι έχουν τόσο πολύ υποβαθμισθεί οι σχέσεις της Αθήνας με τη Μόσχα;
- το ότι η Γερμανία, φυσική υποψήφια ηγέτις της Ευρώπης, έχει προκαλέσει εντονότατα αισθήματα εναντίον της σε όλο τον ευρωπαϊκόπ νότο, της Γαλλίας περιλαμβανομένης, που θα τα βρει σίγουρα μπροστά της

Οι σίγουροι κερδισμένοι από αυτή την ιστορία είναι δύο:

- το διεθνές χρηματιστικό κεφάλαιο (οι κερδοσκόποι, όπως αρέσκεται ο Πρωθυπουργός να αποκαλεί τις μεγάλες παγκόσμιες τράπεζες) που, αφού είδαν το χάρο με τα μάτια τους to 2008 και σώθηκαν με λεφτά των φορολογουμένων, πέρασαν τώρα σε μια αντεπίθεση, που κινδυνεύει να επαναλάβει επί τα χείρω το παράδειγμα του 1929. Δεύτερο, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής που βλέπουν να εδραιώνεται ξανά η προς στιγμήν κλόνισθείσα με τις ήττες στη Μέση Ανατολή παγκόσμια ηγεμονική τους θέση. (Παρεπιπτόντως, ωφελημένη βγαίνει και η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν που ελπίζει, όπως και οι πασάδες πριν από αυτόν, να εκμεταλλευθεί την ελληνική εξασθένηση σε Κύπρο, Αιγαίο, Καστελλόριζο, Θράκη).

Θα αποτελέσει θέμα άλλου άρθρου το ενδιαφέρον ερώτημα πως φτάσαμε έως εδώ και σε ποιό βαθμό αυτό το αποτέλεσμα είναι ή όχι προϊόν σχεδιασμού. 'Όπως επίσης και το πώς γίνεται τόσο η γερμανική, όσο και η ελληνική ηγεσία να δρουν ενίοτε εναντίον των ιστορικών συμφερόντων των χωρών τους. Περιοριζόμαστε να επισημάνουμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Η Γερμανία ενήργησε με τρόπο καταστροφικό για την ίδια και την Ευρώπη στις δεκαετίες του 1910 και 1930 (Παγκόσμιοι Πόλεμοι) και του 1990 (γιουγκοσλαβικό), εδραιώνοντας, και στις τρεις περιπτώσεις τον ρόλο των ΗΠΑ. Η ελληνική ελίτ επίσης, μετά το 1996, έπαυσε σταδιακά να λειτουργεί ως εθνική ελίτ, “παρκάροντας” την εξωτερική-αμυντική πολιτική μας στην Ουάσιγκτον, την οικονομική στις Βρυξέλλες, την πολιτική ασφαλείας και τις υπηρεσίες στους Αγγλοαμερικανούς.

Αξίζει να συγκρατήσουμε πάντως από την ιστορία των Βρυξελλών μια παράπλευρη εξέλιξη, που οφείλουμε στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Ζαν Κλωντ Τρισέ, πραγματικό Πρωθυπουργό μιας ‘Ενωσης, όχι τόσο κρατών ή λαών, όσο Τραπεζών. Τη διαπραγμάτευση μαζί του δεν την έκανε ο κ. Παπανδρέου, αλλά οι κάτοικοι των Τρικάλων και των Γρεβενών! ‘Όταν έφτασαν στη Φρανκφούρτη τα νέα για ‘Ελληνες μικροκαταθέτες σε απομακρυσμένα σημεία της χώρας που έπαιρναν τα λεφτά τους από τις τράπεζες, ο κ. Τρισέ (που είναι επιπλέον και πολέμιος του ΔΝΤ) κατάλαβε ότι κάτι πρέπει να κάνει. Aνακοίνωσε ότι η ΕΚΤ θα εξακολουθήσει ένα χρόνο ακόμα να παίρνει ως ενέχυρο τα ελληνικά ομόλογα. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν ελληνικά χρεώγραφα αξίας 60δις.

Ο κ. Τρισέ γνωρίζει ότι μια χρεωκοπία των ελληνικών τραπεζών, πολύ περισσότερο του ελληνικού κράτους, θα κάνει την κρίση του 2008 να μοιάζει παιδικό πάρτυ. Μπροστά στις συνέπειες μιας τέτοιας κατάρρευσης, στον παρόν οικονομικό κλίμα παγκοσμίως, η χρεωκοπία της Λήμαν Μπράδερς θα είναι ιστορία για μικρά παιδιά. Αυτό (και η γεωπολιτική θέση της χώρας) ήταν το μόνο «πιστόλι στο τραπέζι». Τα άλλα ήταν νεροπίστολα. Αυτό δεν είναι πιστόλι, είναι πυρηνικό όπλο. Θέλει όμως έναν πολύ θαρραλέο και ισχυρό παίκτη, με πολύ μεγάλη επίγνωση της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομίας, για να απειλήσει τη χρήση του, βγάζοντας τουλάχιστον έτσι την Ελλάδα από το «μάτι του κυκλώνα». Αν ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν στο τιμόνι της χώρας, θάμπαινε στον πειρασμό να παίξει αυτό το παιχνίδι. Αλλά ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν είναι στο τιμόνι της χώρας.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 1.4.2010
Konstantakopoulos.blogspot.com

Κυπριακό: Από ήττα σε συνθηκολόγηση κι από συνθηκολογηση σε ήττα!

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Μετά την σοβαρή ήττα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που παρέπεμψε τους ιδιοκτήτες καταπατημένων περιουσιών σε όργανο των αρχών κατοχής, ένα νέο “Βατερλώ” προετοιμάζεται για την Κυπριακή Δημοκρατία (και κατ¨ επέκταση την Ελλάδα). Πρόκειται για την προώθηση, από την ευρωπαϊκή Κομισιόν, και εξαιτίας σοβαρών αμελειών της κυπριακής και ελληνικής διπλωματίας, όπως υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές και η ηγεσία των Κυπρίων Σοσιαλιστών, του κανονισμού για το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα, που έχει παγώσει εδώ και χρόνια με συμφωνία κυρίων. Αμφότερες οι εξελίξεις αντανακλούν τη μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και του πολιτικού κλίματος διεθνώς. Αποδίδονται, από πεπειραμένους διπλωμάτες στη Λευκωσία, στην παραίτηση, εδώ και καιρό, από μια δραστήρια πολιτικο/διπλωματική υπεράσπιση των κυπριακών θέσεων διεθνώς, εν ονόματι της ανάγκης διατήρησης του καλού κλίματος, ανάγκη που δεν δεσμεύει όμως την άλλη πλευρά, που δεν κουράζεται να δραστηριοποιείται σε όλα τα φόρουμ. Η Λευκωσία έχει περιορισθεί στη χρήση, όσο κάνει, του νομικού οπλοστασίου της, που όμως αποδεικνύεται μακροχρόνια ανεπαρκές για να αντιμετωπίσει τις πολιτικές πιέσεις. . Η Τουρκία από κατέχουσα δύναμη, υπόλογη ενώπιον της διεθνούς κοινότητας, τείνει να γίνει κατήγορος, ανταμειβόμενος μάλιστα με την σθεναρή υποστήριξη της ένταξής της στην ΕΕ από τη Λευκωσία και την Αθήνα!

Επιλέγοντας στο μεταξύ μια σολομώντεια λύση ο Πρόεδρος Χριστόφιας συνυπέγραψε με τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ μια δήλωση, προορισμένη να βοηθήσει τον Τουρκοκύπριο ηγέτη να κερδίσει τις εκλογές. Η δήλωση διαπιστώνει σημαντικές συγκλίσεις στον τρόπο διακυβέρνησης του νέου κράτους και εξουσιοδοτεί τον κ. Ταλάτ να αναφερθεί στο περιεχόμενο των συγκλίσεων που επιτεύχθηκαν παρά τον όρο της εμπιστευτικότητας. Μόνο που, αυτές οι συγκλίσεις, δεν βρίσκουν σύμφωνο ούτε τον κυπριακό λαό, ούτε τα περισσότερα κόμματά του! Η δήλωση απέχει από την προσωρινή συμφωνία που επεδίωκαν Ουάσιγκτον και Λονδίνο και δύσκολα παράγει νομικά αποτελέσματα. Παράγει όμως πολιτικά. Δύσκολα μια οποιαδήποτε κυβέρνηση της Λευκωσίας θα μπορέσει αύριο να αναιρέσει τις προτάσεις εκ περιτροπής προεδρίας που φέρουν την υπογραφή του κ. Χριστόφια ή να απαιτήσει την απομάκρυνση των Τούρκων εποίκων. Οι πολίτες μπορούν και πιθανώς θα απορρίψουν σε δημοψήφισμα τις προτάσεις, θα τεθούν όμως προ της εκβιαστικής συνθήκης να καταβάλει η Κύπρος τεράστιο πολιτικό κόστος για να απορρίψει ο λαός της προτάσεις που έκανε ο ηγέτης της!

Ο ίδιος ο κ. Χριστόφιας απαντάει όλο και πιο εκνευρισμένος στις βολές που δέχεται από όλες τις πολιτικές πλευρές, περιλαμβανομένου και του ΔΗΚΟ, του τελευταίου κόμματος που παρέμεινε στην κυβέρνησή του, αν και διαφωνεί και αυτό με την πολιτική του! Το ΑΚΕΛ φημιζόταν πάντα για την ικανότητά του να ελίσσεται, συμπράττοντας με διάφορες πολιτικές δυνάμεις, σπάνια στην ιστορία του εμφανίστηκε τόσο απομονωμένο και αμφισβητούμενο όσο σήμερα. Η ηγεσία Χριστόφια έβαλε όλα τα αυγά της στο καλάθι μιας σύντομης και εύκολης λύσης, υποτιμώντας τις δυσκολίες και μην εκπονώντας εναλλακτική στρατηγική, σχέδιο Β. Τώρα ο Κύπριος Πρόεδρος βλέπει την άλλη πλευρά να εγκολπώνεται τις παραχωρήσεις του ζητώντας όλο και περισσότερες, τον Ταλάτ να μετατοπίζεται σε πιο εθνικιστικές θέσεις, την βρετανική και αμερικανική διπλωματία να του ζητάνε και αυτές περισσότερες υποχωρήσεις και στο εσωτερικό να του ασκούν κριτική ακόμα και οι συμπολιτευόμενοι. Εξεγείρεται με τις ελληνικές παραχωρήσεις ακόμα και ο διευθυντής της εφημερίδας Αφρίκα Σενέρ Λεβέντ, εμβληματική μορφή της τουρκοκυπριακής αντίστασης στην τουρκική κατοχή, με δολοφονικές απόπειρες, βόμβες στην εφημερίδα του και αναρίθμητες καταδικαστικές αποφάσεις στην πλάτη του, από το καθεστώς Ντενκτάς. Μίλησε, σε πρόσφατο άρθρο του, για σύνδρομο της Στοκχόλμης των Ελληνοκυπρίων, το σύνδρομο δηλαδή των ομήρων που ταυτίζονται με τους απαγωγείς τους!

Τα καλά της Λισσαβώνας και το κόστος της αμέλειας

Στις 17 Μαρτίου ο Επίτροπος για τη Διεύρυνση Στέφαν Φούλε, γνωστός για τις έντονα ατλαντικές αντιλήψεις του, διαβίβασε στο Ευρωκοινοβούλιο με τη διαδικασία omnibus τον παγωμένο κανονισμό για το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα. Μέχρι τότε, η Λευκωσία και η Αθήνα θα μπορούσαν να σταματήσουν τη διαδικασία, με διαβήματα στον Πρόεδρο Μπαρόζο. Τα διαβήματα δεν έγιναν και οι πιθανότητες τελικής έγκρισης του κανονισμού είναι τώρα σημαντικές, χάρη στις νέες ρυθμίσεις που εισήγαγε η συνθήκη της Λισσαβώνας. Για ακόμα μια φορά, Αθήνα και Λευκωσία αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του διεκπεραιωτικού τρόπου με τον οποίο αποδέχονται πρακτικά τη συντριπτική πλειοψηφία των ρυθμίσεων της ΕΕ.

Είναι απορίας άξιον γιατί ο κ. Φούλε δεν ενημέρωσε για τις προθέσεις του τους Μάρκο Κυπριανού και Δημήτρη Δρούτσα με τους οποίους συναντήθηκε πρόσφατα. Ακόμα πιο αξιοπερίεργοι είναι οι εκ των υστέρων ισχυρισμοί του Μπαρόζο και της Κυπρίας Επιτρόπου ότι δεν γνώριζαν καν τις προθέσεις του Επιτρόπου και της Επιτροπής!

Οι κινήσεις Φούλε-Κομισιόν είναι ακόμα περισσότερο προκλητικές, γιατί παραβιάζουν συμφωνία κυρίων για το θέμα, αλλά και συμπίπτουν με την επιβεβαίωση της άρνησης του Ερντογάν να ανοίξει τα τουρκικά λιμάνια και αεροδρόμια στα κυπριακά σκάφη, παρά τη σχετική υποχρέωση της ¨Αγκυρας. Η Κομισιόν, αντί να διαμαρτύρεται για αυτά, επιβραβεύει την Αγκυρα. Λιγότερο όμως από την ενόισχυση των Τουρκοκυπρίων, η Κομισιόν ενδιαφέρεται στην πραγματικότητα να πιέσει και αυτή, με τη δαμόκλειο σπάθη της ημιαναγνώρισης των κατεχομένων, τους Κυπρίους να αποδεχθούν ρυθμίσεις με τις οποίες διαφωνούν, προκειμένου να κλείσει άρον-άρον το κυπριακό, σημαντικότερο εμπόδιο στην τουρκική ένταξη στην ΕΕ.
Το θέμα του κανονισμού παραμένει εκκρεμές στο Συμβούλιο Υπουργών από το 2006. Τότε, όπως αποκαλύπτει σήμερα, μιλώντας στον Κ.τ.Ε., ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Λιλλήκας, είχε επιτευχθεί μυστική συμφωνία με τον Ταλάτ που προέβλεπε το άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου για το εμπόριο των κατεχομένων, με αντάλλαγμα την επιστροφή της πόλης-φάντασμα στους κατοίκους της. ¨Όταν πληροφορήθηκε τη συμφωνία ο κ. Ερντογάν έγινε έξαλλος με τον Ταλάτ και τον υποχρέωσε να την ακυρώσει, αποδεικνύοντας, για μια ακόμα φορά, το προφανές, ότι στην κατεχόμενη Κύπρο κάνει κουμάντο η κατέχουσα δύναμη!
Ενδεχόμενη έγκριση του Κανονισμού από την Ευρωβουλή, θα χρησιμοποιηθεί για άσκηση ισχυρότατων πιέσεων στη Λευκωσία για να πετύχει έγκριση και σε επίπεδο Συμβουλίου, όπου δεν θα διαθέτει βέτο, αφού ο Φερχόιγκεν είχε προνοήσει το 2004, να θέσει τον Κανονισμό υπό το άρθρο 133 της Συνθήκης, που προβλέπει ειδική πλειοψηφία και όχι ομόφωνη έγκριση. Μάλιστα το άρθρο 133 αφορά εμπόριο Ε.Ε και τρίτων «κρατών», που αναβαθμίζει την παράνομη οντότητα των κατεχομένων. Ακόμα και σε περίπτωση διαφωνίας του Συμβουλίου, το θέμα παραπέμπεται σε επιτροπή διαιτησίας μεταξύ συμβουλίου και ευρωβουλής.
Τώρα οι Κύπριοι μπορούν να επικαλεσθούν τον «Συμβιβασμό του Λουξεμβούργου», μια πολιτική συμφωνία του 1965 χωρίς νομική ισχύ, σύμφωνα με την οποία η Ε.Ε είθισται να αναστέλλει την διαδικασία έγκρισης μιας απόφασης, εάν ένα κράτος-μέλος της Κοινότητας επικαλεστεί βλάβη «ζωτικού εθνικού συμφέροντος». Ωστόσο, ο «Συμβιβασμός του Λουξεμβούργου» στερείται νομικής βάσης και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια και κατ’ επέκταση στην αλληλεγγύη που θα επιδείξουν οι εταίροι της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε.
Konstantakopoulos.blogspot.com
Κόσμος του Επενδυτή, 02.04.2010

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

LA CRISE GRECQUE: PREMIÈRE «BATAILLE» D’ UNE «GUERRE» POUR L’EUROPE

Bookmark and Share


De Dimitris Konstantakopoulos

konstantakopoulosd@yahoo.gr
konstantakopoulos.blogspot.com

«Nous ne mourrons pas pour Dantzig», disaient les Français il y a soixante-dix ans. «Nous ne paierons pas pour les Grecs», disent aujourd’hui les Allemands. Et si, entre temps, la force de l’argent a remplacé, en Europe, celle des armes, cela ne l’a pas rendue moins mortelle (ni même, en fin de compte, moins autodestructive).
L’attaque dont la Grèce fait l’objet de la part de forces «géo-économiques» puissantes, à savoir celles du capital financier totalement libéré de tout contrôle, d’un Empire de l’Argent en gestation, a une importance énorme au niveau mondial qui dépasse de loin la dimension de ce petit pays. C’est la première d’une série de batailles, qui vont déterminer l’avenir des États et des pays européens, celui de l’idée d’une Europe unie, indépendante, sociale, celle de notre démocratie et de notre civilisation.
La question à laquelle on essaie de répondre, en Grèce, est de savoir qui va payer la dette cumulée de l’économie mondiale, y compris celle due au sauvetage des grandes banques, en 2008. Est-ce que ce sera la population des pays développés, au prix de la suppression des droits sociaux et démocratiques acquis durant trois siècles de lutte, autrement dit, de la civilisation européenne? Ou bien les pays tiers? Va-t-on la payer par la destruction de l’environnement? Les banques vont-elles l’emporter sur les États, ou bien ces derniers l’emporteront-ils sur les banques?
L’Europe pourra-t-elle dominer de nouveau le monstre que constitue le capital financier totalement deregle, en rétablissant une réglementation des flux de capitaux, dans le cadre d’un protectionnisme raisonnable et d’ une politique de croissance, en contribuant à la construction d’un monde multipolaire, donnant ainsi un exemple d’ordre mondial? Ou bien va-t-elle périr dans des conflits internes sans merci, en consolidant le rôle dominant, quoique vacillant aujourd’hui, des USA et demain peut-être, celui d’autres puissances, voire même de totalitarismes, au niveau mondial ou regional?

La crise grecque
Les gouvernements européens et leur Union, qui ont dépensé des sommes colossales pour le sauvetage des banques, imposent à la Grèce de prendre de mesures qui constituent la plus grande régression dans l’histoire du pays, exceptée la période de l’occupation allemande de 1941-1944, tout en la poussant dans la plus importante récession qu’elle ait connue depuis des décennies, la privant de toute perspective de croissance pendant un temps indéterminé. Ce qui, d’ailleurs, risque de rendre impossible le remboursement de sa dette, c’est-à-dire risque de faire de la Grèce une Lehman Brothers dans la nouvelle phase de la crise mondiale commencée en 2008.
Nous sommes arrivés à un point où la Banque Centrale Européenne prête aux banques à un taux de 1%, afin que celles-ci prêtent à l’État grec au taux de 6% ou 7%. Au meme temps, les gouvernements europeens refusent de consentir a l’ edition des euro-obligations par. ex., pouvant servir a la normalisation des taux payes par l’ Etat grec.

L’Allemagne contre l’Europe
Il y a vingt ans, l’Allemagne, nouvellement réunifiée, atteignant sa pleine «majorité stratégique», «acheva», par sa première action, la Yugoslavie multinationale et fédérale, en imposant à ses partenaires la reconnaissance des différentes Républiques. Le résultat en a été tout d’abord une série de guerres qui ont semé la ruine et la mort dans les Balkans, sans résoudre pour autant aucun de leurs problèmes, puis la mort dans l’œuf de la politique étrangère et de défense de l’ UE et, enfin, le retour solennel des USA dans leur rôle de maître absolu du Sud-est européen.
Tout cela pourtant fera figure de simple délit, devant ce qui risque de se passer maintnenant, comme conséquence de la courte vue de Berlin et de la manière dogmatique, extrêmement égoïste dont elle défend les règles de Maastricht, disposée, semble-t-il, à sacrifier un ou plusieurs de ses partenaires, appartenant même au «noyau dur» de l’ UE, la zone euro, en les faisant plonger dans le désastre économique et social.
Aujourd’hui, l’enjeu de la crise «grecque», de la crise «espagnole», «portugaise» ou d’ une autre demain, n’est pas seulement la politique européenne commune ni le sort des Balkans. C’est bien l’idée même de l’Europe unie qui risque de mourir, et sa monnaie commune avec elle, comme l’ont déjà noté les hommes politiques et les analystes économiques les plus pénétrants en Europe et au niveau international. Si en 1990-91, la politique allemande avait établi le… rôle des USA en Europe du Sud-est, la politique allemande actuelle conduit à la consolidation de leur rôle hégémonique aujourd’hui ébranlé dans les affaires européennes, sinon mondiales. Tout en privant l’Europe de la possibilité de jouer, en s’appuyant sur ses idées et sa civilisation, un rôle d’avant-garde dans la refonte si necessaire du système mondial.
Des erreurs historiques si colossales ne sont pas sans précédent dans l’histoire allemande : aujourd’hui, Berlin surestime sa puissance économique, comme il avait surestimé sa puissance militaire dans les années 1910 et 1930, contribuant ainsi à la destruction de l’Europe et de l’Allemagne elle-même, lors des deux Guerres Mondiales. (1)
L’établissement de la monnaie unique et le mode de fonctionnement de l’UE, ont profité surtout à l’Allemagne qui refuse pourtant d’ «ouvrir sa bourse» à ses partenaires en difficulté. Elle ne défend pas l’Europe ni à l’extérieur, contre les attaques des banques internationales dominées par les Anglo-américains ni contre celles du capital financier, nommés par euphémisme «les marchés». Elle ne la défend pas non plus à l’intérieur, non seulement parce qu’elle refuse d’assister un soi-disant partenaire, en l’occurrence la Grèce, mais aussi en l’insultant, par une campagne sadique et raciste des media allemands, au moment où elle affronte des difficultés vitales ! (2)

L’ Allemagne et le Maastricht
L’Allemagne a raison lorsqu’elle soutient que, en agissant de la sorte, elle défend les règles de Maastricht, qui interdisent toute sorte de solidarité et d’entraide entre les membres de l’UE et imposent, jusqu’à la fin des temps, une politique monétaire qui n’existe nulle part ailleurs au monde. Ces règles correspondent aux intérêts allemands, du moins tels que les conçoivent les milieux dominants de Berlin, et, surtout, à ceux des banques et plus généralement des grands détenteurs du capital financier. C’est leurs profits que garantissent les règles de Maastricht, en association avec le régime de libéralisation totale des échanges de capitaux et de marchandises, qui interdisent explicitement ou implicitement aux Européens d’exercer une politique inflationniste, keynésienne, anticyclique, quand il le faut, mais aussi de se défendre contre l’antagonisme économique extérieur, de la part des USA ou de la Chine.
En soutenant cependant, à juste titre, que sa politique actuelle est dictée par le traité de Maastricht, qui doit être respecté comme l’Évangile, Berlin dévoile, malgré lui, le caractère monstrueux de l’actuel édifice européen. On n’a nullement besoin d’être économiste, le sens commun suffit, pour comprendre qu’aucune Union d’aucune sorte de personnes, de peuples, d’États, ni de quoi que ce soit, ne peut avoir une vie bien longue, si elle est fondée sur… l’interdiction de solidarité entre ses composantes ! Les peuples de l’Europe n’ont pas consenti à l’idée de l’unification européenne pour … se ruiner ; ils y ont consenti pour acquérir davantage de sécurité et de prospérité.
En disant à ses partenaires … d’aller se faire voir ailleurs, à la première difficulté, les dirigeants allemands délégitiment eux-mêmes, dans une grande mesure, aussi bien l’idée de l’Europe unie que celle de la monnaie unique, ainsi que leur propre ambition d’être à la tête de l’Europe. A quoi sert une Union qui a mobilisé tous ses moyens pour sauver les banques qui avaient provoqué la crise de 2008, et qui refuse de sauver un peuple européen menacé par ces mêmes banques renflouées au moyen de l’argent public ? La seule raison pour laquelle les membres de la zone euro, qui sont touchés par la crise, y demeurent encore, est leur crainte des conséquences d’un retrait (et divers intérêts de leurs milieux dirigeants). Mais pour combien de temps encore cette raison sera-t-elle suffisante, surtout dans le cas d’une éventuelle aggravation de la crise économique, qui transformera de vastes zones européennes en une sorte d’Amérique Latine ? De même qu’au XXe siècle, l’ Allemagne paiera de nouveau, elle aussi, le prix de son égoïsme, politiquement, en minant son propre rôle et économiquement, en étouffant les acheteurs de ses produits. Mais elle risque de s’en rendre compte quand il sera trop tard pour réparer la situation.

La crise grecque comme crise de l’ eurozone
Il est presque évident que la crise grecque n’a pas à voir uniquement ni même essentiellement avec les problèmes intérieurs assez importants du pays, la faiblesse de son etat et son système politique existant, source d’une vaste corruption. Ces problèmes, ainsi que le fait que la Grece depense des sommes colossales pour se defendre d’ une Turquie revisioniste, sont cependant des facteurs qui déterminent la forme, le moment d’apparition de cette crise et la capacité du pays à y faire face. Mais ils n’en constituent pas la cause, comme le prouve la crise en Espagne, au Portugal et ailleurs également. En Grèce, elle peut prendre l’aspect d’une crise de la dette publique, en Espagne de l’endettement privé, elle est cependant présente partout. Elle reflète l’incapacité de long terme des pays les plus faibles de l’Union à faire face, d’une part à une politique monétaire modelée sur les intérêts de l’Allemagne et des banques internationales, et d’autre part à la suppression de toute barrière de protection extérieure de la zone euro.
Le fonctionnement «intérieur» de la monnaie unique, faute de mécanismes compensatoires, conduit à un transfert permanant de plus-values du sud de l’Europe vers le nord. Le fonctionnement «extérieur» d’une zone euro qui s’est volontairement interdit toute protection contre la concurrence américaine et chinoise, toute politique industrielle et sociale, toute harmonisation fiscale conduit à la dégradation de la capacité européenne de production dans l’ ensemble de l’Europe, en commençant par les plus faibles. L’ industrie grecque par exemple se délocalise de la Grèce du Nord vers les Balkans, les touristes désertent le pays d’une monnaie chère, l’euro, préférant le littoral turc. (4). Le problème va s’aggraver avec la fin, bientôt, des politiques de cohésion. Le problème structurel grec a certes accentué la situation et a amené la Grece en plein milieu de la crise européenne, mais ce n’est pas lui qui l’ a créé.
L’Europe du Sud n’est pas la seule à faire face à ces problèmes. La France, un pays plus central et métropolitain, coeur politique de l’ Europe, si l’ Allemgne en constitute le coeur industriel, les a également recensés et doit les affronter. Ils sont à l’origine du rejet de la constitution européenne par le peuple français en 2005. Depuis lors, d’importants intellectuels français ont mis en évidence l’impasse vers laquelle se dirige la zone euro. Par exemple Emmanuel Todd, Jacques Sapir, Bernard Cassen et l’ ATTAC, Maurice Allais pour ne citer que quelques uns, soulignent qu’il est impossible qu’une Europe productive et sociale puisse survivre sans quelque forme de protectionnisme. L’obstination dans les règles de la zone euro telles qu’elles se présentent actuellement mène au totalitarisme, dit Todd. L’Europe se dirige vers la catastrophe avec le système ultralibéral d’échanges et la suppression de la préférence communautaire par les autorités de Bruxelles.
Jusqu’à présent, les idées de réforme de la zone euro ne pouvaient pas être appliquées, faute de volonté politique. Ce serait une tragédie pour le peuple grec si, a cause, entre autres, de la façon dont le système politique grec et une elite politique en pleine degenerescence gère le pays, il était appelé payer au prix de sa catastrophe l’énergie nécessaire à une réforme de l’euro, qui serait mise en place, si elle l’est un jour, trop tard pour que la Grece puisse en profiter.

Economie et Geopolitique
Pour ce qui est cependant de la dimension géopolitique du problème, les dirigeants allemands ne semblent pas avoir tiré les enseignements de leur propre histoire, c’-est-a-dire se rappeler leur incapacité, durant les décennies qui avaient précédé la Première Guerre Mondiale, d’encaisser les profits attendus de leurs progrès scientifiques et technologiques. Le Capitalisme-casino, engendré par le dérèglement de ces dernières décennies et auquel ils ont consenti de façon intéressée, caractérisée par l’absence totale de perspicacité stratégique, est un enfant anglo-américain. Aucun joueur, si bon et si fort qu’il soit, ne l’a jamais emporté sur le propriétaire du casino!
On est en droit de se demander si quelque plan stratégique ne se cache derrière la crise déclenchée actuellement non seulement par raport a la dette grecque, mais aussi contre l’euro, au moment même où ce dernier s’apprêtait à devenir une devise mondiale. D’autant plus que, maintenant nous le savons, Goldman Sachs se trouvait derrière l’attaque contre la Grèce et l’ euro.
En se barricadant derrière le traité de Maastricht, dans une Europe-«dictature des banques», les Allemands ont certes profité de leur suprématie économique, mais ont en même temps permis que soit tendu un énorme piège potentiel, qui vient d’être activé, contre l’Europe unie. Il fallait, d’ailleurs, s’attendre à ce que les choses évoluent dans ce sens, quand on voit par exemple l’architecte de la politique monétaire européenne n’étant autre que l’homme de Goldman Sachs, Otmar Issing. Un, du reste, dans un vaste reseaux d’ influence de cette banque en Europe.
On voit donc peut-être aujourd’hui se développer le plan stratégique qui intègre la géopolitique et la géoéconomie dans l’architecture du traité de Maastricht. La crise était inscrite dans le traité-meme avec deux aboutissements possibles: soit la transformation de l’Europe en une structure totalitaire assujettie, soit sa dissolution en ses composantes, ou en tout cas son maintien dans un état de déchirement dû à ses problèmes internes, qui l’empêche de gagner son autonomie vis-à-vis des USA et d’imposer des règles au capital financier mondial.
La politique de Berlin semble être fondée sur l’espoir de tirer meilleur profit dans le cadre de la mondialisation que s’il revendiquait pour le compte d’une Europe réformée d’être sur un pied d’égalité avec les USA, dans le cadre d’un monde multipolaire aux flux des capitaux et des marchandises règlementés. Justement parce qu’il a sans doute encore le souvenir de ses défaites, quand il avait recherché l’hégémonie europeene et mondiale. Mais, ceci faisant, il semble oublier que la mondialisation est dominée par le secteur financier et du credit, et point par l’industrie qui constitue le point fort de l’ Allemagne. Qui risque, en fin de compte, de se retrouver dans la même situation qu’elle avait connue vers la fin du «grand» siècle libéral, à la veille de la Première Guerre Mondiale.
Les dirigeants allemands pensent peut-être qu’un «renvoi» ou un retrait forcé de la Grèce de la zone euro serait une solution qui, d’une part «servirait d’exemple» pour les autres membres de l’Union et aurait augmenté, d’autre part, l’homogénéité d’un noyau dur européen qui s’est trop «ramolli». L’idée d’une «Europe de plusieurs vitesses» et de cercles homocentriques, telle que l’avait formulée Karl Lammers, reste très populaire en Allemagne. Seulement, les cercles risquent finalement de s’avérer hétérocentriques.
Il est évident que pour la Grèce, mais aussi pour d’autres membres de la zone euro, le problème se posera de lui-même et, à ce qui parait, plus tôt et non plus tard qu’on ne l’imagine. Rester dans la zone euro n’a un sens pour la Grèce et pour d’autres pays que si celle-ci est réformée très vite et en profondeur. Mais il n’est pas du tout certain qu’un ou plusieurs retraits aient pour l’Allemagne les avantages auxquels elle s’attendrait.
En persévérant dans cette politique, Berlin risque de plonger la zone euro et l’UE dans une crise très grave. Il mènera, en même temps, à une défaite stratégique majeure de l’Europe dans l’Est méditerranéen, contribuant ainsi à la réalisation de l’objectif stratégique central des USA dans la région, à savoir la constitution d’une zone d’influence américano-turque depuis la mer Adriatique jusqu’au Caucase et Chypre.
Une telle zone, dans l’optique de «l’occupation du centre» de «l’échiquier stratégique» selon Brzesinski, s’interposerait entre l’Europe et les hydrocarbures du Moyen Orient, entre la Russie et les «mers chaudes». Elle participerait en plus à l’Union Européenne. Elle serait, en d’autres termes, un des centres d’une Eurasie dominée par les USA, un outil qui servirait à la «paralysie stratégique» de l’Europe et une base de «containement» contre la Russie. On devrait savoir, en Europe, mais il est douteux que l’on veuille le savoir, depuis les fameux rapports de Wolfovitch et de Jeremia qui ont crystallise la strategie post-guerre froide des Etats-Unis, que l’objectif stratégique de Washington est le non avènement de forces antagonistes, et pour y parvenir elle applique des politiques propres à empêcher dès maintenant une telle éventualité, en «programmant» si possible de crises ou en mettant des obstacles à des collaborations et des alliances entre divers pôles du système international. Dans un cas, l’ Allemagne l’ a bien compris, quand elle a decide de construire le geazoduc NordStream, la liant directement avec la Russie, mais en general elle continue d’ etre strategiquement aveugle.

Athènes, 20 Mars 2010

NOTES
La classe ouvrière allemande suit maintenant ses dirigeants avec une discipline exemplaire, exactement comme elle l’a fait au XXe siècle, en acceptant la baisse de ses revenus en contrepartie d’une stabilisation du chômage. Il nous faudrait un nouveau Heggel pour décrire comment la discipline, incarnation suprême de la Raison et le plus grand atout de l’Allemagne, semble se transformer en sa plus grande faiblesse. Mais il est assez utopique d’espérer que les acquis des Allemands vont être préservés, dans une Europe qui tourne en ruine sociale. Brecht a très bien décrit ce processus: Au début, tout le monde avait observé passivement ce qui se passait concernant les communistes. Puis on a observe tout aussi passivement ce qui se passait avec les Juifs. Finalement, il n’ y eu personne pour défendre qui que ce soit.
Il nous faudrait peut-être recourir à la psychanalyse pour comprendre le mécanisme suivant lequel un écrasement, tel que celui subi par les Allemands en 1945, semble les empêcher toujours de digérer leur propre histoire, surtout l’histoire des tragédies qu’ils ont subies et infligées. En tout cas, la campagne des media allemands contre la Grèce relève d’un caractère ouvertement sadique et raciste et nous apprend plus sur l’Allemagne que sur les Grecs. Je suppose que l’humanité se souviendra plus longtemps de la Vénus de Milo, telle que l’a présentée le magazine allemand Focus pour insulter le peuple grec, que du centre commercial de Sony, que l’Allemagne a choisi de bâtir à la place du Mur, symbole d’un Rien égoïste et absolu qui menace de mort la civilisation européenne. Quant aux media allemands, ils ne sont pas très prolixes sur les déficits commerciaux continus de la Grèce envers l’Allemagne, du fait que celle-ci a profité des Travaux Publiques grecs et a acheté les meilleures firmes grecques à des prix avantageux, en faisant payer par la compagnie Ziemens les politiciens grecs socialistes ou conservateurs, ni sur le fait que l’Allemagne n’ a pas encore versé à la Grèce des dédommagements pour les ravages massifs qu’elle a provoqués au pays pendant la Seconde Guerre Mondiale. Berlin n’a même pas restitué les réserves d’or de la Banque de Grèce, volées par les troupes allemandes nazi à l’époque!

konstantakopoulosd@yahoo.gr
konstantakopoulos.blogspot.com