Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Κύπρος: Ενδιάμεση Συμφωνία Ερήμην των Πολιτών

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Ασφυκτικές πιέσεις για «ενδιάμεση συμφωνία» που θα αποτυπώνει τις «συγκλίσεις» στο θέμα της διακυβέρνησης και ειδικότερα την πρόταση εκ περιτροπής άσκησης της εξουσίας από πλειοψηφούντες ‘Ελληνες και μειοψηφούντες Τούρκους στην Κύπρο, ασκεί το Λονδίνο δια μέσου του ΟΗΕ. Καλά πληροφορημένες διπλωματικές πηγές υπογραμμίζουν ότι σκοπός της Βρετανίας είναι να «κλειδώσει» στη συνέχεια την ελληνική παραχώρηση με ψήφισμα του ΟΗΕ, ανεξαρτήτως τελικής έγκρισης από τους ψηφοφόρους.

Το ζήτημα της εκ περιτροπής προεδρίας έχει κατέστη επίκεντρο νέου χάσματος “ελίτ”/κοινωνίας, ίσως βαθύτερου και αυτού του 2004, με αφορμή τότε το σχέδιο Ανάν. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ και τμήμα της ηγεσίας του ΔΗΣΥ, περιλαμβανομένου του Προέδρου του, υποστηρίζουν την εκ περιτροπής, την απορρίπτουν όμως με τεράστια πλειοψηφία οι πολίτες!

Οι Βρετανοί επικαλούνται την ανάγκη να «στηριχθεί» ο Ταλάτ στις εκλογές – αν και δεν είναι σαφές τι σχέση έχει αυτό με την ενδιάμεση συμφωνία. Στην πραγματικότητα, υπογραμμίζουν διπλωματικοί αναλυτές, ενδιαφέρονται να δεσμεύσουν την ελληνοκυπριακή πλευρά δια της υπογραφής επί του περιεχομένου της λύσεως, ανεξαρτήτως δημοψηφίσματος. Η διαπίστωση προόδου στις διαπραγματεύσεις απαλάσσει επίσης την Τουρκία από κατηγορίες ότι κωλυσιεργεί τη διαδικασία επίλυσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά εναντίον οποιασδήποτε κυβέρνησης θελήσει να αποφύγει παρόμοιες ρυθμίσεις, ευθυγραμμίζοντας την πολιτική της με τη λαϊκή βούληση.

Η «ενδιάμεση συμφωνία» θα πάρει τη μορφή ανακοινωθέντος για την πρόοδο των συνομιλιών που αναμένεται να εκδοθεί την επόμενη εβδομάδα. Η κυβέρνηση Χριστόφια αποδέχθηκε την ιδέα, αναφέρουν πληροφορίες από καλά ενημερωμένους κύκλους, συζητά όμως το περιεχόμενο του ανακοινωθέντος. Η βρετανική «πρεμούρα» εξηγείται από την εκτίμηση του Λονδίνου ότι μια ρύθμιση όπως η «εκ περιτροπής» πολύ δύσκολα θα εγκριθεί σε δημοψήφισμα, επιδιώκεται επομένως ο εγκλωβισμός δια της υπογραφής των ηγετών.

Η τελευταία δημοσκόπηση του Αντέννα Κύπρου δίνει 70% των Ελληνοκυπρίων κατηγορηματικά αντίθετο τόσο με την «εκ περιτροπής», όσο και την παραμονή 50.000 εποίκων (που αποδέχεται ο κ. Χριστόφιας), ακόμη κι αν Τουρκία και Ταλάτ ικανοποιήσουν όλα τα άλλα ελληνικά αιτήματα! Η δημοσκόπηση είναι η τελευταία μιας πληθώρας που κατέδειξαν πέραν αμφιβολίας τη σταθερότητα της διαφωνίας του λαού προς ένα κράτος όπου συντριπτική πλειοψηφία (82%) και μειοψηφία (18%) θα … εναλάσσονται στην εξουσία εφ’ όλης της νήσου! Η εκ περιτροπής όμως είναι το θεμέλιο των προτάσεων Χριστόφια στις διαπραγματεύσεις! Ακόμα και το ¼ των (παροιμιώδους πειθαρχίας) ψηφοφόρων του ΑΚΕΛ, διαφωνούν κατηγορηματικά με την πρόταση!

Η κυπριακή κοινή γνώμη τελεί εν πλήρει συγχύσει και συνήθως επιδεικνύει μεγάλη αδιαφορία για τις λεπτομέρειες των συνομιλιών, που διεξάγονται σε γλώσσα και όρους ακατανόητους και διέπονται από αφόρητο νομικισμό/βυζαντινισμό, σε σημείο που διερωτάται κανείς αν αυτά εφευρέθηκαν για να αποκρύπτουν από τους πολίτες το πραγματικό διακύβευμα των ρυθμίσεων. Στο ζήτημα όμως της εκ περιτροπής αντέδρασε έντονα, εκτιμώντας ότι θα ζει άλλοτε σε ελληνικό και άλλοτε σε τουρκικό κράτος, θα χάσει δηλαδή το κράτος που διαθέτει σήμερα και την προστασία του, προς όφελος μιας ρύθμισης ελάχιστα δημοκρατικής και αμφισβητήσιμης βιωσιμότητας. Ο μέσος Κύπριος αγανακτεί με την ιδέα πλήρους εξίσωσης του 18% με το 82% και μάλιστα με σύστημα «σταθμισμένης ψήφου» που υπολογίζει, κατά τρόπο παγκοσμίως πρωτοφανή, πέντε φορές λιγότερο τις ελληνικές από τις τουρκικές ψήφους!

Μια τόσο σημαντική απόκλιση λαού/ηγεσίας σε τόσο κεντρικό θέμα της διαπραγμάτευσης εγείρει, υπογραμμίζουν έγκριτοι συνταγματολόγοι και η ηγεσία των Κυπρίων Σοσιαλιστών, ζητήματα νομιμότητας μιας διαδικασίας που έχει μορφή διακοινοτικής διαπραγμάτευσης, εξελίσσεται όμως σε συντακτική διαδικασία. ‘Όπως και ευστάθειας της λύσης.

Οι διαμάχες αυτές είναι η αιτία της βαριάς πολιτικής ατμόσφαιρας στο νησί, μετά ιδίως την αποχώρηση της σοσιαλιστικής ΕΔΕΚ από την κυβέρνηση, που συνοδεύτηκε από έντονες καταγγελίες για αθέτηση της προεκλογικής συμφωνίας με το ΑΚΕΛ, που επέτρεψε την εκλογή του κ. Χριστόφια (ο Πρόεδρος εξελέγη όχι μόνο με ψήφους του ΑΚΕΛ, αλλά επίσης του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ και των Οικολόγων). Και τα τρία κόμματα, πέραν του ΑΚΕΛ, που υποστήριξαν το 2008 την υποψηφιότητά του διαφωνούν με τις προτάσεις που κατέθεσε στις διαπραγματεύσεις! (Να σημειωθεί ότι οι Σοσιαλιστές αποχώρησαν από την κυβέρνηση, παρά τα εντονότατα και ανοίκεια διαβήματα, δημόσια και παρασκηνιακά, του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος να μην το πράξουν!

Με τη φιλοδοξία να συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην άμβλυνση των πολιτικών παθών και στην προώθηση λύσης ετοιμάζεται να κατέλθει στις 12/4 στη Μεγαλόνησο ο Πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου. Ο κ. Παπανδρέου θα συναντηθεί τελικά όχι με το Εθνικό Συμβούλιο, όπως αντιμετωπιζόταν αρχικά και είχε γίνει στο παρελθόν από άλλους ‘Ελληνες Πρωθυπουργούς, αλλά με το Συμβούλιο Αρχηγών (στο οποίο δεν συμμετέχουν στελέχη όπως οι Βάσσος Λυσσαρίδης, Γιώργος Κολοκασίδης, Νίκος Κατσουρίδης). Η Αθήνα εκτιμά ότι υπάρχουν μεγαλύτερες ελπίδες προόδου στο κυπριακό απότι στα καθευατό ελληνοτουρκικά, εκτιμά όμως ότι πρέπει να ξεπερασθεί η εκτιμώμενη από την Αθήνα «απροθυμία» τομέων της ελίτ και της κοινωνίας για λύση, υποστηρίζουν κυβερνητικοί παράγοντες.

Στο μεταξύ βέβαια, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που τραβάει στην άκρη κάθε δυνατότητα ερμηνείας, για να στείλει τους Ελληνοκύπριους, θύματα της τουρκικής εισβολής και κατοχής σε κατοχικά όργανα για να βρουν το δίκηο τους αναφορικά με τις αρπαγμένες περιουσίες τους, υπογραμμίζει την διεθνή πολιτική απομόνωση της Κύπρου. Επί πολλά χρόνια, Κύπρος και Ελλάδα, εν ονόματι της ανάγκης διατήρησης του «καλού κλίματος» με την Τουρκία, είναι ουσιαστικά απούσες από όλα τα διεθνή φόρουμ ή εκφράζονται με νομικό, μη πολιτικό τρόπο. ‘Οποτε γίνεται συζήτηση διεθνώς για το κυπριακό, είναι παρόντα μόνο τα επιχειρήματα του εισβολέα, ο οποίος και φτιάχνει, αντιστάσεως μη ούσης, και το διεθνές πολιτικό κλίμα. Γίνεται περισσότερη φασαρία στην Ευρώπη για τη γενοκτονία των Αρμενίων προ εκατό ετών και καθόλου σχεδόν για τη συνεχιζόμενη κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους από τον τουρκικό στρατό! Σε όρους αστικού δικαίου, η συμπεριφορά του θύματος ενθαρρύνει και δικαιολογεί τη χρησικτησία!



ΒΡΕΤΑΝΙΑ - ΚΥΠΡΟΣ: Πάντα παρούσα η Αυτοκρατορία

Μπορεί να αλλάζουν οι περιστάσεις, να μεταβάλλεται η ρητορεία, οι κεντρικές επιδιώξεις όμως, αλλά και οι βασικές τακτικές της Βρετανίας στο κυπριακό παραμένουν αναλλοίωτες στο διάβα των δεκαετιών. Ποτέ η Αυτού Μεγαλειότης δεν χώνεψε την απαίτηση των κατοίκων της αποικίας της να ασκήσουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεσή τους. Πόσο μάλλον που η Κύπρος είναι νησί κολοσσιαίας στρατηγικής και, πιθανότατα, οικονομικής σημασίας.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολύ δύσκολο για το Λονδίνο, πολιτικά και στρατιωτικά, να διατηρήσει την αποικία του. Χρησιμοποίησε (και αργότερα η Ουάσιγκτον) πιο έμμεσους τρόπους, όπως την εισαγωγή του τουρκικού παράγοντα στο κυπριακό και τις κάθε είδους εσωτερικές διενέξεις του ελληνικού χώρου. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή απέσπασε σημαντικές υποχωρήσεις, χωρίς να δώσει τα ανταλλάγματα που υποσχέθηκε. Τρεις κλασικές περιπτώσεις χρήσης απατηλών υποσχέσεων (και παρασκηνιακών απειλών) ήταν:

- όταν έπεισε τον Μακάριο, υποσχόμενο την ανεξαρτησία, να αποκηρύξει την ένωση. Το Λονδίνο έδωσε μεν ανεξαρτησία, με τις συνθήκες όμως εγκαθίδρυσης του νέου κράτους δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις διαρκούς αμφισβήτησης της κυριαρχίας του

- όταν έπεισαν ΗΠΑ (και Καραμανλής) τον Μακάριο να αποδεχθεί διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, υποσχόμενο άμεση επιστροφή Αμμοχώστου, σύντομη λύση και αποχώρηση τουρκικών δυνάμεων. Η διζωνική-δικοινοτική παγιώθηκε, όμως η Αμμόχωστος παραμένει, όπως και όλη η Βόρεια Κύπρος, υπό τουρκική κατοχή

- τώρα επιδιώκει μια κρίσιμη αφαίρεση κυριαρχίας από τον κυπριακό λαό, με την αποδοχή της εκ περιτροπής προεδρίας,

Σε κάθε περίπτωση, η βρετανική διπλωματία διακρίνεται για τη σαφήνεια της στρατηγικής επιδίωξης στην οποία μένει πιστή με αξιοθαύμαστη σταθερότητα και για την υποταγή όλων των άλλων επί μέρους θεμάτων στην κεντρική αυτή επιδίωξη.

Κόσμος του Επενδυτή, 27.3.2010
Konstantakopoulos.blogspot.com

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Κυπριακή Δημοκρατία-Ελληνοκύπριοι: 'Ενα κράτος και μια εθνική ομάδα υποψήφιοι να αυτοκτονήσουν!

(Το πρόβλημα εξάρτησης/ανεξαρτησίας του ελληνικού χώρου μετά το 1821 και πως εξειδικεύεται στην περίπτωση της Κύπρου σήμερα)




«Για να σκλαβώσουν τους λαούς, αρχίζουν αποκοιμίζοντάς τους»
Ζαν-Πωλ Μαρά (1743-1793)


«Προσβλέπουμε σε μια λύση ... στο πλαίσιο της
οποίας η λειτουργία του κυπριακού κράτους θα
είναι υπόθεση των ίδιων των Κυπρίων, χωρίς
παρεμβάσεις ή επιδιαιτησίες ξένων»
Κάρολος Παπούλιας, Πρόεδρος της Ελληνικής
Δημοκρατίας, προσφώνηση στον Πρόεδρο της
Κυπριακής Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια
4.3.2008


«Θα βάζουμε ξανά και ξανά το σχέδιο Ανάν σε δημοψήφισμα μέχρι να πούνε ναι οι Ελληνοκύπριοι»
Σερ Ντέιβιντ Χάνει, συνέντευξη στο CNN-Turk , Μάρτιος 2004



Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Tο πρόβλημα εξάρτησης/ανεξαρτησίας είναι ένα κεντρικό, ίσως το πιο κεντρικό πρόβλημα του ελληνικού χώρου από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, ανεξαρτήτως των διαφορετικών μορφών και ιδεολογιών με τις οποίες εκδηλώνεται. Το νεοελληνικό κράτος γεννήθηκε και παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από ξένες δυνάμεις, ειδικά την Αγγλία και, στη συνέχεια, μετά το 1947, από τις ΗΠΑ. Η ανάπηρη ελληνική ανεξαρτησία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τα κοινωνικά μας προβλήματα και την ατελή, «ανολοκλήρωτη» μορφή της δημοκρατίας μας, είναι στη ρίζα των προβλημάτων και των γεωπολιτικών απειλών που αντιμετωπίζει ο ελληνικός χώρος. Η μεγαλύτερη απειλή για την εξωτερική ασφάλεια του ελληνικού λαού, προέρχεται όχι τόσο ή μόνο από το εξωτερικό της χώρας, αλλά από τον τρόπο που οι «ελίτ» του οργανώνουν την εξάρτησή τους από ξένες δυνάμεις.

Αυτό ακριβώς εξηγεί γιατί, τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκία μας έχει απελπιστικά ανάγκη για να προωθήσει την ένταξή της στην ΕΕ, έχουμε καταφέρει το «ακατόρθωτο», να εξακολουθούμε να συζητάμε σχέδια λύσης του κυπριακού που, όχι μόνο αναγνωρίζουν τα αποτελέσματα της στρατιωτικής εισβολής και κατοχής μετά το 1974, αλλά και τα επεκτείνουν επί των Ελληνοκυπρίων! Αυτά τα σχέδια απειλούν ευθέως την ύπαρξη συντεταγμένου κυπριακού κράτους, ύπαρξη που συνιστά, στις σημερινές συνθήκες, την πιο αναγκαία προϋπόθεση επιβίωσης, ελευθερίας και ευημερίας των Ελλήνων της Κύπρου. Η διατήρηση συντεταγμένου κυπριακού κράτους είναι επίσης η βασικότερη προϋπόθεση για να υπάρχει και στο μέλλον ο σημερινός βαθμός ανεξαρτησίας και κυριαρχίας της μητροπολιτικής Ελλάδας – με την έννοια αυτή η απειλή για την Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερη από μια κακή λύση του κυπριακού, απότι από τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο. Γιατί μια λύση μη βιώσιμη στην Κύπρο, θα καταστήσει την Αθήνα όιμηρο, εις το διηνεκές, της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Ουάσιγκτον και Λονδίνου.

Η απειλή είναι ίσως μεγαλύτερη σήμερα, παρά τη διαφορά στη μορφή της, απότι στην περίοδο 1972-74. ‘Ενα κράτος δεν καταλύεται μόνο με τη βία των τανκς, όπως επεχείρησε να κάνει η CIA με τον Ιωαννίδη και η Τουρκία. Καταλύεται επίσης με τη συγκατάθεση στην κατάλυσή του και μια τέτοια κατάλυση είναι πολύ αποτελεσματική, πόσω μάλλον νομιμοποιούμενη δια της υπογραφής εκλεγμένων ηγετών και δημοψηφίσματος, σε αντίθεση με βίαιη εισβολή ή πραξικόπημα, που δύσκολα μπορούν να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρων και θέτουν τον νικητή προ προφανών δυσκολιών.

Το 1974 έγινε το πραξικόπημα και η εισβολή, χρειάστηκε όμως να φτάσουμε το 2000-2004, για να επιχειρήσουν οι ίδιες δυνάμεις (Αγγλία, Αμερική, Τουρκία), που επετέθησαν στην Κυπριακή Δημοκρατία το 1974, να νομιμοποιήσουν και να ολοκληρώσουν το έργο τους προωθώντας με παραπλάνηση, απειλές και χρήση της επιρροής τους στα πολιτικά κόμματα, τους οικονομικούς παράγοντες και τα ΜΜΕ Κύπρου και Ελλάδας το σχέδιο Ανάν.

Το πρόβλημα της «ανολοκλήρωτης» αυτοδιάθεσης/ανεξαρτησίας των Ελλήνων, σε Ελλάδα και σε Κύπρο, αντανακλάται, εν κατακλείδι, και στην έλλειψη εμπεδωμένης κρατικής κουλτούρας, κατανόησης του κρατικού φαινομένου, που διακρίνει την πολιτική τάξη της Κύπρου και της Ελλάδας και τις δραματικές συνέπειες που μπορεί να έχει στην πράξη μια τέτοια έλλειψη κατανόησης, συνέπειες που θα μπορούσαν, στην πιο ακραία περίπτωση, να δρομολογήσουν ακόμα και μια πορεία σταδιακής εξαφάνισης των Ελλήνων από την Κύπρο.

Το μάθημα του σχεδίου Ανάν

Προτού εξηγήσουμε τι εννοούμε με τον όρο «κίνδυνος αυτοκτονίας», ας μας επιτραπεί να υπενθυμίσουμε ότι έχει ήδη γινει μια τέτοια απόπειρα αυτοκτονίας το 2002-2004 με το σχέδιο Ανάν. Η ουσία του σχεδίου αυτού ήταν ο μετασχηματισμός της κρατικής εξουσίας. Παρελάμβανε μια ακρωτηριασμένη, αλλά πρακτικώς λειτουργούσα και διεθνώς αναγνωρισμένη Δημοκρατία και την μετέτρεπε σε προτεκτοράτο, δια του αποφασιστικού λόγου που θα είχαν στα πράγματα της χώρας και σε όλες τις αποφάσεις που την αφορούσαν, τρεις ξένοι δικαστές οριζόμενοι από το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, και προφανώς απηχούντες την βούληση των ΗΠΑ και της Βρετανίας, δικαστές που θα επέλεγαν οι ίδιοι τους διαδόχους τους. (Πέραν των δικαστών, προβλεπόταν και μια ολόκληρη στρατιά ξένων αξιωματούχων, που θα αποφάσιζαν όλα τα ζητήματα των σχέσεων ανάμεσα στις κοινότητες). Η νέα Κύπρος θα ήταν ένα κράτος διοικούμενο από ξένους και διοικούμενο από δικαστές, όχι αιρετούς εκπροσώπους του λαού.

Οι κάτοικοι του «κράτους» εστερούντο επίσης του δικαιώματος της αυτοάμυνας, δηλαδή του δικαιώματος να διαθέτουν στρατό και να εισάγουν όπλα για την άμυνά τους, γεγονός αντίθετο με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και παγκοσμίως πρωτοφανές (τέτοιος όρος εις το διηνεκές δεν επεβλήθη ούτε στη ναζιστική Γερμανία και την Ιαπωνία μετά την ήττα τους, το 1945). Αντιθέτως, επετρέπετο η στάθμευση και το δικαίωμα επέμβασης ξένων δυνάμεων, Βρετανίας, Τουρκίας και Ελλάδας, η πρώτη μάλιστα διέθετε το δικαίωμα απεριόριστης στάθμευσης στρατιωτικών δυνάμεών της! (1) Τα επεμβατικά δικαιώματα των τριών δυνάμεων, αφορούσαν στην πραγματικότητα τις δύο από τις τρεις, γιατί η δράση ελληνικών στρατευμάτων στην Κύπρο είναι δύσκολη λόγω απόστασης και, κυρίως, λόγω περιορισμένης ανεξαρτησίας της Ελλάδας και των πολιτικών της, και μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο στα πλαίσια υπάρχοντος και συνεργαζόμενου κυπριακού κράτους. Επιπλέον, επεξετείνοντο και στα εσωτερικά των δύο «ομοσπόνδων» κρατών, που συνέστηνε το σχέδιο Ανάν.

Το όλο συμπληρωνόταν από ένα επαχθές καθεστώς «εσωτερικής» διχοτόμησης του νησιού, στο οποίο ασκήθηκε πολύ περισσότερη κριτική απότι στο πρηγούμενο σημείο, στο οποίο όμως δεν θέλω να σταθώ γιατί έχει εν τέλει δευτερεύουσα σημασία, συγκρινόμενο με την οικειοθελή κατάργηση της κρατικής κυριαρχίας της Κύπρου που προνοούσε το σχέδιο. Το γεγονός άλλωστε ότι η κριτική εστιάστηκε περισσότερο εκεί, μαρτυρά επίσης το έλλειμμα κρατικής κουλτούρας στην Κύπρο. Η προεκλογική συζήτηση στην Κύπρο, το 2007-2008, για το αν επροτάθη ή δεν επροτάθη η «επιστροφή» της Καρπασίας στις διαπραγματεύσεις φανερώνει ότι, ακόμη και σήμερα, δεν έγινε σε βάθος, πλήρως αντιληπτός ο «μετασχηματισμός Ανάν», η κατάργηση δηλαδή του κράτους. Εκεί ακριβώς στηριζόταν η παραπλάνηση, γιατί ο Κύπριος έτεινε να νομίσει ότι θα διατηρούσε το κράτος του και θα έλυνε ταυτόχρονα το κυπριακό, έστω με «οδυνηρή» λύση. Δεν θα επιστρεφόταν όμως καμμία Καρπασία, γιατί δεν θα υπήρχε που να επιστραφεί. Δεν θα υπήρχε το κυπριακό κράτος, αν γινόταν δεκτό το σχέδιο Ανάν. Θα υπήρχε ένα ελληνοκυπριακό κρατίδιο, υποκείμενο αφενός στην τελική εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, εκπροσωπούμενων υπό «τριών ξένων δικαστών» και «τριών ξένων στρατών», αφετέρου στα «καπρίτσια» της ‘Αγκυρας. Δεν υπήρχε κανένας υποχρεωτικός μηχανισμός και μέσο τήρησης ακόμα και του σχεδίου αυτού, το οποίο είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν τελικά θα εφήρμοζε η Τουρκία.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα μπορούσε και πιθανώς δεν θα ήθελε να «διορθώσει» τα «κακώς κείμενα». Δεν διαθέτει τέτοιους μηχανισμούς, δεν θα διέθετε τέτοιο δικαίωμα και, επιπλέον, έχει επιδείξει σε πάμπολλες περιπτώσεις την προθυμία της να αποδεχθεί κραυγαλέες παραβιάσεις του δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (λειτουργία δικτύου στρατοπέδων συγκέντρωσης και βασανιστηρίων τύπου Γκουαντάναμο, με χρήση μάλιστα και του αεροδρομίου Λάρνακας, αφαίρεση κάθε πολιτικού δικαιώματος από τους σλαβικής καταγωγής «ρωσσοφόνους» κατοίκους της Βαλτικής, παράνομος βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας και βίαιη απόσπαση του Κοσόβου από την σερβική κυριαρχία και άλλα πολλά, ων ουκ έστι αριθμός). Για να το πούμε γενικότερα, κάποιος που αντιστέκεται, ακόμη και εναντίον ισχυρών δυνάμεων, μπορεί να αναπτύξει κάποιες συμμαχίες και να απολαύσει κάποια συμπαράσταση. Κάποιος που οικειοθελώς παραδίδεται, κερδίζει μόνο την περιφρόνηση εχθρών και φίλων. Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες άμυνας ενός χώρου όπως η Κύπρος, ο μόνος όμως τρόπος για να υπάρξει αυτός ο χώρος, για να υπάρξει το κυπριακό κράτος, είναι να έχει τη θέληση να αμυνθεί.

Αν το σχέδιο Ανάν γινόταν δεκτό, η Κύπρος θα γινόταν, εσαεί και με τη δική της συγκατάθεση (!) όμηρος της καλής διάθεσης των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Τουρκίας. Φοβούμενη μια ανώμαλη κατάσταση στην Κύπρο, η κυβέρνηση της μητροπολιτικής Ελλάδας θα καθίστατο σταδιακώς δορυφόρος της ‘Αγκυρας, του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον (δεν θα μπορούσε π.χ. να κάνει την πολιτική που έκανε ο Καραμανλής στα Βαλκάνια ή με τη Ρωσία, ή να συμμετάσχει σε ένα αυριανό ευρωπαϊκό αμυντικό σχήμα, αν δημιουργηθεί). Ελλάδα και Κύπρος θα έχαναν κάθε υπόλοιπο ανεξαρτησίας διατηρούν σήμερα, στα πλαίσια μιας αμερικανοτουρκικής ζώνης νεοπροτεκτοράτων, που θα άρχιζαν από την Αδριατική και θάφταναν στον Καύκασο, το Κουρδιστάν και την Κύπρο. Η ζώνη αυτή θα παρεμβαλλόταν μεταξύ Ρωσίας και «θερμών θαλασσών», μεταξύ Γαλλογερμανίας και Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία θα γινόταν εκ των πραγμάτων μέλος της ΕΕ χωρίς υποχρεώσεις. Τόσο λόγω της θεσμοποιημένης επιρροής στις αποφάσεις της ΕΕ μέσω της ψήφου της Λευκωσίας, όσο και γιατί αν αύριο, η ΕΕ ήθελε να αυτονομηθεί στο ένα ή το άλλο ζήτημα, θα κινδύνευε να της προκύψει μια εθνοτική διαμάχη τύπου Βοσνίας ή Κοσόβου στο εσωτερικό της.

Δεδομένων των προνοιών του σχεδίου Ανάν, αλλά και της σοβαρότητας του τουρκικού κράτους, εν αντιθέσει με τη ραγιάδικη, ψοφοδεή νοοτροπία που επικρατεί διαχρονικά, με μικρές εξαιρέσεις, στο μεγαλύτερο μέρος του ελλαδικού και ελληνοκυπριακού πολιτικού προσωπικού, και δεδομένου ότι η Τουρκία είναι ήδη στο νησί, όχι μόνο δεν θα «αφομοιωνόντουσαν» οι Τουρκοκύπριοι και έποικοι από τους Ελληνοκύπριους, δεν θα «επικρατούσαν» οι Ελληνοκύπριοι, όπως νομίζουν οι δήθεν «συμφιλιωτές», αλλά μακροχρόνια θα κινδύνευαν να γίνουν, οι τελευταίοι, παρακμάζουσα μειοψηφία. Σε αντίθεση με τους λαούς των αποικιών, οι Ελληνοκύπριοι δεν θα είχαν τη συμπαράσταση κανενός, αφού θα είχαν οι ίδιοι καταργήσει, δια της ψήφου τους, τα δικαιώματά τους. Εχθροί και φίλοι θα τους περιφρονούσαν και θα τους οίκτιραν, όχι άδικα άλλωστε. Τον ξεσηκωμένο ραγιά, ακόμα κι αν τον πολεμάς, κάπου τον σέβεσαι. Τον εθελόδουλο όχι.

Βεβαίως το σχέδιο Ανάν απερρίφθη το 2004, εν μέρει και χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία (αλλαγή κυβέρνησης σε Ελλάδα και Κύπρο, καθυστέρηση Ερντογάν, «κλείδωμα» ένταξης Κύπρου, αποφασιστική στάση Προέδρου Παπαδόπουλου, στάση Καραμανλή). Σήμερα οι περισσότεροι πολιτικοί Κύπρου και Ελλάδας δηλώνουν ότι ανήκει στο «παρελθόν», περιλαμβανομένων και όσων τότε συμφώνησαν, αποφεύγουν όμως επί το πλείστον να εξηγήσουν σε τι ακριβώς διαφωνούν με αυτό που τότε συμφωνούσαν – το ζήτημα δεν είναι πως θα ονομάζεται, αλλά τι θα προβλέπει ένα σχέδιο «λύσης» του κυπριακού.

Δεν είναι φρόνιμο να ξεχάσουμε ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ελλαδικής και κυπριακής πολιτικής ελίτ, όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ υποστήριξε, με ή χωρίς ενθουσιασμό το σχέδιο Ανάν. ‘Οτι στην πραγματικότητα δεν ήταν σχέδιο Ανάν, αλλά το σχέδιο που έδωσαν στον Ανάν να παρουσιάσει οι πολιτικοί ηγέτες Ελλάδας και Κύπρου, και γι’ αυτό (και εξαιτίας των μυστικών διαβεβαιώσεων που προφανώς είχαν δώσει τα περισσότερα κόμματα) οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ηγέτες ήταν βέβαιοι ότι θα εγκρινόταν και διαμαρτύρονταν εκ των υστέρων γιατί απερρίφθη. ‘Οτι οι περισσότεροι συνταγματολόγοι και νομικοί και διεθνολόγοι της χώρας το καταδίκασαν μετά βδελυγμίας, αλλά μόνον μετά την καταψήφισή του, προηγουμένως είχαν καταπιεί τη λαλιά τους! Κι αυτό συνέβη όχι σε κάποιο δευτερεύον ή πρωτεύον ζήτημα πολιτικής, αλλά στα θεμέλια της κρατικής συγκρότησης του κυπριακού κράτους, δηλαδή στη βασική προϋπόθεση, στον σύγχρονο κόσμο, της ύπαρξης, ασφάλειας, ελευθερίας και ευημερίας των Ελλήνων της Κύπρου.




Μια «αναπηρία» στο κέντρο της ελλαδικής και κυπριακής κρατικής συγκρότησης

Η ίδια η εμφάνιση του εξωφρενικού σχεδίου Ανάν μαρτυρά ένα σοβαρό «έλλειμα» κρατικής οργάνωσης, κρατικής κουλτούρας, ανεξαρτησίας και δημοκρατικής συνείδησης που δεν απέβη μοιραία το 2004, μπορεί όμως να αποβεί στο μέλλον, μια βαθύτατη σύγχυση ως προς την ίδια την ιδέα του κράτους, της λαϊκής κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας και της δημοκρατίας. Ομολογεί επίσης την «ανεπάρκεια» του κράτους, του πολιτικού προσωπικού και των κοινωνιών Ελλάδας και Κύπρου.

Ο ελληνικός λαός πραγματοποίησε τρεις μεγάλες επαναστάσεις σε διάστημα δύο αιώνων: την Επανάσταση του 1821, τη δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή επανάσταση μετά τη γαλλική, την μεγαλειώδη εθνική αντίσταση (1940-1944), που απέκτησε επίσης στην πορεία έντονα κοινωνικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά και την επανάσταση της ΕΟΚΑ (1955-59), πρωτοπόρα στο κύμα εθνικοαπελευθερωτικών εξεγέρσεων που συγκλόνισε την ανθρωπότητα μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και έκανε την Κύπρο παράδειγμα προς μίμηση και θαυμασμό σε τρεις ηπείρους. Η Επανάσταση όμως του 1821 ήρθε πολύ αργά για να επωφεληθεί της απήχησης του Διαφωτισμού και των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και πολύ νωρίς για να εκμεταλλευθεί την προϊούσα αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επιπλέον, δεν φάνηκε να διαθέτει μια επαρκή κοινωνική βάση για το έργο που έθεσε στον εαυτό της. ‘Ηδη, ο εμφύλιος πόλεμος του 1823-24, υπονομεύει την Επανάσταση αυτή, που δεν αποτυγχάνει μεν εντελώς, οδηγεί όμως στη δημιουργία ενός κράτους εν πολλοίς προτεκτοράτου των τριών Μεγάλων Δυνάμεων και, ιδίως, της Μεγάλης Βρετανίας. Η εξάρτηση της Ελλάδας από ξένες δυνάμεις θα συμβάλει αργότερα αποφασιστικά (αν και δεν είναι ο μόνος παράγοντας) στην καταστροφή του 1922.

Αν η Επανάσταση του 1821 ήταν μια αστραπή στη νύχτα της Ιεράς Συμμαχίας, πούχε τότε καλύψει την Ευρώπη, η αντίσταση που προέβαλε ο ελληνικός λαός στον Χίτλερ και τον Μουσολίνι ήταν η πιο σημαντική, λαμβανομένου υπόψιν του μεγέθους της χώρας, που προβλήθηκε στο Τρίτο Ράιχ. Λίγοι λαοί, οι Σέρβοι, οι Σοβιετικοί, οι ‘Αγγλοι, οι Πολωνοί, μπορούν να καυχηθούν για τέτοιο ηρωϊσμό. Η εξάρτηση όμως της ηγεσίας της αντίστασης από το Κρεμλίνο και ο καθαρά ταξικός, «αντεθνικός» ρόλος του αστικού πολιτικού κόσμου, που έβλεπε τον ευατό του όχι ως ηγεσία της Ελλάδας αλλά ως προέκταση των αγγλικών συμφερόντων, οδήγησε σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο και στη μετατροπή της Ελλάδας σε προτεκτοράτο, της Βρετανίας αρχικά, των ΗΠΑ μετά το 1947. Η ηγεσία αυτού του αμερικανικού προτεκτοράτου ήταν που πρόδωσε, και δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς, με τις συνθήκες του Λονδίνου και της Ζυρίχης, το 1960, τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου και δεν τους επέτρεψε να ασκήσουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, που αναγνωρίστηκε σε τόσους και τόσους λαούς των αποικιών. Αυτό το αμερικανικό προτεκτοράτο, στην τελική και πιο υποτελή μορφή του, αυτή της χούντας του Ιωαννίδη, συμμετείχε, από κοινού με την Τουρκία, στην «δίπρακτη» επιχείρηση καταστροφής της Κυπριακής Δημοκρατίας και δολοφονίας του Προέδρου της που οργάνωσε ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Αμερικής Χένρι Κίσσινγκερ και η CIA το 1974. Χρειάστηκε να περιμένουμε το 2000-2004, για να δούμε την ελλαδική πολιτική ηγεσία να «καθοδηγεί» πάλι την ελληνοκυπριακή ηγεσία και πάλι στον δρόμο της υποταγής, αποκαλύπτοντας τον «κρυφό», «εσωτερικό», αλλά τόσο υπαρκτό μηχανισμό εξάρτησης του ελληνικού χώρου που παραμένει και σήμερα ενεργός, θέτοντας σε κίνδυνο της εθνική ασφάλεια του ελληνικού λαού σε Κύπρο και σε Ελλάδα. Η απόλυτα εύλογη και θεμιτή επιθυμία των Ελληνοκυπρίων να ενωθεί το νησί τους με την Ελλάδα (τόσο εύλογη και θεμιτή, όσο και η ανάγκη των Τουρκοκυπρίων να τύχουν κάθε προστασίας) ματαιώθηκε και στη θέση της δημιουργήθηκε ένα ανεξάρτητο κράτος εξ αρχής υποθηκευμένο στην εσωτερική λειτουργία του με τα υπέρογκα βέτο και διεθνώς με το σύστημα εγγυήσεων και επέμβασης, που χρησιμοποίησε η Τουρκία το 1974.

Το κυπριακό πρόβλημα είναι προπάντων ένα πρόβλημα αυτοδιάθεσης, ένα πρόβλημα αντιαποικιακό στην ουσία του, στο οποίο ήρθε να προστεθεί στη συνέχεια, με την συνδρομή του αποικιοκράτη, μια εμφύλια σύγκρουση, μια εθνοτική σύγκρουση και μια εισβολή τρίτης δύναμης. Είναι επίσης μια ακόμη εκδήλωση του προβλήματος εξάρτησης/ανεξαρτησίας του ελληνικού χώρου, που υποθήκευσε την ιστορική του ανάπτυξη, τον καταδίκασε συχνά σε αυταρχικά καθεστώτα και εμπόδισε την κρατική, εθνική ολοκλήρωση του ελληνικού λαού. Φυσικά οι ‘Ελληνες είμαστε ικανοί για εθνικισμό, για σωβινισμό και για εγκλήματα, όπως και όλοι, ανεξαιρέτως, οι λαοί και τα κράτη του κόσμου, περιλαμβανομένων των «φτωχών Τουρκοκυπρίων», που αξίζουν μεν τη συμπαράστασή μας αν εξεγείρονται εναντίον του τουρκικού στρατιωτικού καθεστώτος, δεν αξίζουν όμως καθόλου την «αγιοποίηση», όταν δέχονται να παίξουν τον ρόλο της εφεδρικής αστυνομίας των αποικιοκρατών ή της «στρατηγικής μειονότητας»-προσχήματος μιας εισβολής, που διεκδικεί προνόμια χάρη στην ισχύ του τουρκικού στρατού και όχι στο εύλογο των δικαιωμάτων της.

‘Οσοι επικαλούνται τα πραγματικά ή υποθετικά εγκλήματα κατά των Τουρκοκυπρίων, το κάνουν κυρίως για να δικαιολογήσουν την παραίτησή τους από την υπεράσπιση του δικαιώματος των Ελληνοκυπρίων να αυτοκυβερνώνται. Η υποδούλωση όμως των Ελληνοκυπρίων, της καταπληκτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του νησιού, στην Αγγλία, την Αμερική και την Τουρκία είναι επίσης έγκλημα, διαρκές και πολύ βαρύτερο από αυτά που επικαλούνται για να την δικαιολογήσουν. Ο μεγάλος Τούρκος ποιητής και κομμουνιστής, ο Ναζίμ Χικμέτ, συνιστούσε το 1955 στους συμπατριώτες του να μη δοκιμάσουν να σταματήσουν τον αγώνα των Κυπρίων για τη λευτεριά τους γιατί η Κύπρος είναι, όπως έλεγε, ένα ελληνικό νησί!

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πολύς διεθνισμός σε όλη την ψευτοπροσέγγιση ΕΚ και ΤΚ, από την οποία απουσιάζει παντελώς η ειλικρίνεια, υπάρχει κυρίως κυνισμός και προσπάθεια ωραιοποίησης. ‘Οπως είναι επίσης για κλάματα η προσπάθεια κατασκευής εκ του μη όντος μιας κυπριακής εθνικής ταυτότητας. Η Βρετανία έκανε στον ελληνικό χώρο αυτό που έκανε παντού αλλού με τις αποικίες: θεσμοθέτησε στις ρυθμίσεις που κληροδότησε την αρχή του «διαίρει και βασίλευε». ‘Οπως έκοψε ένα «φιλέτο» της Αραβίας και το ονόμασε Κουβέιτ, όπως οι Γάλλοι έκαναν το ίδιο με τον Λίβανο, έτσι ακρωτηρίασε και τον ελληνικό χώρο, δίνοντας με το ένα χέρι μια τυπική ανεξαρτησία στην Κύπρο και υπονομεύοντάς την παντοιοτρόπως με το άλλο. Ακόμη και στις μέρες μας, ένα βασικό θινκ τάνκ των ατλαντιστών, το Ιντερνάσιοναλ Κράιζις Γκρουπ, ζητάει να διακόψει η Αθήνα κάθε λειτουργία ενιαίου αμυντικού δόγματος. Αφού κατάφεραν να αποτρέψουν την ελληνική εθνική ολοκλήρωση στη δεκαετία του 1950 και του 1960, οι ‘Αγγλοαμερικανοί και οι Τούρκοι θέλουν αφενός να στερήσουν την Κυπριακή Δημοκρατία από την αλληλεγγύη (της στρατιωτικής αλληλεγγύης περιλαμβανομένης) της Ελλάδας και να «απαλλάξουν» την Ελλάδα από το κυπριακό. Δεν θέλουν την Ελλάδα να συνδράμει την Κύπρο, θέλουν όμως την Ελλάδα πιέζουσα την Κυπριακή Δημοκρατία να αυτοδιαλυθεί και θα θέλουν αύριο την Κύπρο ως μοχλό διαρκούς πίεσης και ομηρίας της Ελλάδας.

Γι’ αυτό και θα ήταν απολύτως γελοία, αν δεν ήταν ιδιοτελής και εθνικά επικίνδυνη, η διαχεόμενη από το ελλαδικό κατεστημένο άποψη ότι πρέπει, επιτέλους, να «απαλλαγούμε» από το κυπριακό. Με τέτοιες αντιλήψεις η Ελλάδα οδηγήθηκε στην αποστασία και στη δικτατορία, παρολίγον να οδηγηθεί σε γενικό πόλεμο με την Τουρκία και πληρώνει σήμερα τον μισό προϋπολογισμό της σε όπλα. Ελλάδα και Κύπρος είναι αμοιβαίως εξαρτημένες κατά τρόπο αναπόφευκτο – είναι καλύτερα να αναγνωρίσουν αμφότερες αυτή τη βαθιά στρατηγική πραγματικότητα, από το να προσπαθούν να την αποφύγουν, συσσωρεύοντας καταστροφές.

Η πολύ σύντομη αυτή ιστορική νύξη δεν γίνεται για να ξαναγράψουμε εκ των υστέρων την ιστορία, αλλά για δύο άλλους λόγους. Πρώτον, για να δείξουμε ότι στον ελληνικό χώρο (Ελλάδα και Κύπρο) λειτουργούν πάντα ισχυροί μηχανισμοί εξάρτησης από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία, που αντιστρατεύονται το καλώς νοούμενο εθνικό συμφέρον του ελληνικού λαού και των δύο κρατών που αυτός αναγνωρίζει ως δικά του. Δεύτερον, για να υπογραμμίσουμε ότι η στρατηγική του «καλού παιδιού», που συνήθως χαρακτηρίζει την ελλαδική και κυπριακή πολιτική ηγεσία, οδηγεί σε εθνικές τραγωδίες. Τρίτο, ότι η λογική, που δεν διατυπώνεται ποτέ ανοιχτά, υφέρπει όμως με σαφήνεια σε πολλές πολιτικές στρατηγικές, να δώσουμε την Κύπρο στους Αγγλοαμερικανούς για να βγάλουν από τη μέση την Τουρκία δεν ισχύει. Θα πάρουν ότι τους δώσουμε, δεν θα βγάλουν όμως την Τουρκία από την Κύπρο (άλλωστε οι ίδιοι την έβαλαν!).

Ο γράφων δεν είναι εναντίον των συμβιβασμών. Αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι προς το συμφέρον μας να τα βάλουμε με τις ισχυρότερες δυνάμεις του πλανήτη, ότι δεν θέλουμε πιθανώς να καταβάλουμε πάντα το τίμημα που απαιτεί μια μαχητικότερη υπεράσπιση των εθνικών μας δικαιωμάτων, ότι χρειάζονται στην πολιτική, όπως και στη ζωή, συμβιβασμοί. Επιπλέον, μια μικρή Κύπρος και μια Ελλάδα-μπάχαλο, κατάφεραν να μετατρέψουν πρακτικά τις θεμιτές εθνικές τους διεκδικήσεις σε μοχλό πίεσης εις βάρος τους, με το πολιτικό προσωπικό να εξαντλείται συχνά στην προσπάθεια να κοροϊδέψει τους πολίτες ως προς την ουσία των ρυθμίσεων που διαπραγματεύεται. ‘Ενας ισορροπημένος συμβιβασμός μπορεί να είναι σώφρων επιλογή. Αλλά το παν είναι να μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιοί συμβιβασμοί είναι αποδεκτοί, στα πλαίσια μιας α ή β κατάστασης, και ποιοί είναι απαράδεκτοι. Γιατί μερικές φορές το τίμημα του συμβιβασμού μπορεί επίσης να είναι πολύ μεγαλύτερο από το τίμημα της αντίστασης. Αλλά και γιατί η αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο ηθική ιδιότητα, είναι και προϋπόθεση εθνικής και κοινωνικής επιβίωσης.

Το δυσάρεστο είναι ότι πολλές φορές ο συμβιβασμός έχει γίνει στον ελληνικό χώρο «ιδεολογία», με την κατά Μαρξ έννοια του όρου – κυρίως γιατί η άρχουσα τάξη Ελλάδας και Κύπρου επιχειρεί έτσι να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Μιλάμε π.χ. για «λύση του κυπριακού» χωρίς να προσδιορίζουμε το περιεχόμενο αυτού του όρου, με τον οποίο άνετα συμφωνεί η ‘Αγκυρα και οι πάντες (το σχέδιο Ανάν «έλυνε» το κυπριακό καταλύοντας το κυπριακό κράτος). Μιλάμε για «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία», ως να είναι το απαύγασμα της παγκόσμιας πολιτικο-νομικής εξέλιξης, δεν απαντάμε όμως στο ερώτημα των ερωτημάτων: ποιός θα κάνει κουμάντο στη διζωνική-δικοινοτική ή όποια άλλη ομοσπονδία, ποιός θα έχει το νόμιμο δικαίωμα να παίρνει αποφάσεις και τα μέσα να τις εφαρμόζει. Καταλήγουμε έτσι αντί να συζητάμε τακτικές και στρατηγικές, να ανταλάσσουμε ιδεολογικές κατηγορίες, με την κυρίαρχη άποψη να παραμένει, αν και τραυματισμένη μετά το 2004, το «ανήκουμε εις την Δύσιν και ας κυττάξουμε να τα βρούμε στα εθνικά έστω και με κάποιο σκόντο» («ειρήνη ή πόλεμος;» συνόψισε το τρομοκρατικό του δίλημμα ο Κώστας Σημίτης), και από την άλλη μια «αμοιγής» εθνική άποψη, που θέλει μεν να αγωνιστεί υπέρ των εθνικών συμφερόντων, δεν αποδέχεται όμως καμμία έννοια τακτικής ή συμβιβασμού (εν αμύνει τελούσα)

Η έννοια της εξάρτησης/ανεξαρτησίας του ελληνικού χώρου, στην οποία αποδώσαμε τόση σημασία προηγουμένως, δεν είναι ένα απλό φαινόμενο, δεν πρέπει να γίνει κατανοητή μόνο ως «πολιτικοί πουλημένοι στους ξένους». Συμβαίνει και αυτό και συχνά μάλιστα, αλλά θα ήταν απλοποίηση και χυδαιοποίηση του προβλήματος να το ανάγουμε αποκλειστικά εκεί. Ποικίλα οικονομικά συμφέροντα, νοοτροπίες, παραδόσεις, λειτουργούν εδώ.

Η ιστορική εμπειρία μπορεί να είναι καλός σύμβουλος, μόνο όμως όταν γίνει κατάλληλη επεξεργασία της. Αλλοιώς είναι το ιδανικό μέσο για την παραπλάνηση ενός λαού, αφού τον οδηγεί στη χρήση όμοιων εργαλείων σε διαφορετικές καταστάσεις και άρα στην ήττα! Για πολλούς αιώνες, όσοι ένοιωθαν ‘Ελληνες ή Χριστιανοί, απλός λαός ή «ελίτ», έπρεπε να λειτουργούν στα πλαίσια της Οθωμανικής ή άλλων Αυτοκρατοριών. Εβγαλαν το συμπέρασμα, εν μέρει τουλάχιστον ορθό, στις συνθήκες της εποχής, ότι πρέπει «να φιλάς το χέρι που δεν μπορείς να δαγκώσεις». Μερικοί μάλιστα δεξιοί της «υποτέλειας» ή και «μαρξίζοντες αντιεθνικιστές» θέλουν να το γενικεύσουν, υποστηρίζοντας αφενός ότι κακώς έγιναν οι εθνικές επαναστάσεις που διέλυσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ότι τα έθνη είναι παντελώς αυθαίρετες «κατασκευές» οικονομικών συμφερόντων, ή ότι σήμερα τείνουν προς εξαφάνιση οι εθνικές διαμάχες και το εθνικό ζήτημα δεν υφίσταται. Πρόκειται για γελοίες, αν όχι υστερόβουλες απόψεις και δεν θα χρονοτριβήσουμε ανασκευάζοντάς τες. Το εθνικό ζήτημα και τα έθνη απεδείχθησαν οι ισχυρότερες κοινωνικές δομές στον εικοστό αιώνα και αρκεί να ανοίξει κανείς το δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση για να δει αν οι εθνικές διαμάχες είναι ξεπερασμένες. Το ζήτημα δεν είναι να τσουβαλιάζουμε εθνικισμούς καταπιεστών και καταπιεσμένων στο ίδιο τσουβάλι, ονομάζοντας διεθνισμό την υποταγή των δεύτερων στους πρώτους, αλλά να αντιμετωπίσουμε δημοκρατικά το πρόβλημα, αφού βέβαια πρώτα το αναγνωρίσουμε. Τα ηθικοπλαστικά κυρήγματα όχι μόνο δεν βοηθάνε στην επίλυση των υπαρκτών ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά την εμποδίζουν, γιατί κρύβουν την πραγματικότητα και τους λόγους της διένεξης, δηλ. το πρόβλημα που λένε ότι θέλουν να λύσουν και να αντιμετωπίσουν.

Επειδή έχουμε ζήσει αιώνες σε καθεστώς υποτέλειας, χωρίς να ολοκληρώσουμε ποτέ τη δημοκρατική μας επανάσταση, κι επειδή φάγαμε και τις «σφαλιάρες» του 1922, του 1955 και του 1974, η ιδεολογία της υποτέλειας παραμένει βαθιά ριζωμένη στην κοινωνική συνείδηση, πολύ περισσότερο στη συνείδηση της ελίτ, ο ραγιάς είναι μέσα στην ψυχολογία μας. Αυτό προκαλεί δύο αντίθετες στάσεις. Την κυρίαρχη, που ζητάει διαρκώς συμβιβασμούς, καταλήγοντας να διαπραγματεύεται την ίδια την κρατική κυριαρχία και ξεχνώντας ότι τις μεγαλύτερες καταστροφές τις πάθαμε όταν είμαστε περισσότερο υποτελείς στους ξένους, όχι όταν τους αντιστεκόμαστε. Και μια πιο περιθωριακή, που αρνείται να δει το πραγματικό πρόβλημα του συσχετισμού δυνάμεων, της τακτικής και της στρατηγικής, εν ονόματι μιας «αμοιγούς» εθνικής τοποθέτησης (επειδή τα τελευταία χρόνια τα μέσα είναι στα χέρια των φορέων της πρώτης άποψης, η δεύτερη παρουσιάζεται ως γραφική ή περιθωριακή). Κατά βάθος, η υποτέλεια ανταγωνίζεται με την εξεγερσιακή διάθεση στο ίδιο το DNA του ‘Ελληνα, αδυνατώντας συνήθως να συντεθεί σε μια ισορροπημένη στάση, που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής.

Η υποτέλεια ήταν ίσως μια σώφρων επιλογή στην Ελλάδα πριν το 1821, στην Κύπρο πριν το 1931. Μετά, δεν ήταν δυνατή ως στάση. Από τη στιγμή που αποκτήσαμε τα θεσμικά χαρακτηριστικά των ανεξαρτήτων κρατών, δεν μπορούμε να τα υπερασπιστούμε με τις μεθόδους των υποτελών στον Σουλτάνο ή στη Βασίλισσα της Αγγλίας. ‘Οσο «προσαρμοσμένη» κι αν είναι η πολιτική μας στους «πλούσιους και ισχυρούς», αυτοί δεν θέλουν κάτι λιγότερο από την κρατική μας υπόσταση και μας το είπαν οι ίδιοι επανειλημμένως (2). Γιατί αν είσαι κάπως ανεξάρτητο και δημοκρατικό κράτος, μπορεί σήμερα να είσαι φιλοαμερικανικό και αύριο να τους φύγεις. Αν όμως παραιτηθείς από την κρατική και διεθνή υπόστασή σου τότε δένεσαι για πάντα στο άρμα τους. (Θα μπορούσαν ενδεχομένως να μην το τραβήξουν ως εκεί, αλλά η «ευκαμψία» των ιθυνόντων μας τους ανοίγει την όρεξη). Κι επειδή ο τουρκικός στρατός είναι μετά το 1974 στην Κύπρο, θα είμαστε εντελώς ανόητοι για να μη συνειδητοποιήσουμε ότι, χωρίς στεγανοποίηση της Κύπρου από την Τουρκία, η τελευταία (υπό δημογραφική πίεση τελούσα) θα ακολουθήσει υποχρεωτικά μια πολιτική συνέχισης και έντασης του εποικισμού, θα είναι σχεδόν υποχρεωμένη από τη δυναμική του γεωποιλιτικού ανταγωνισμού να το κάνει, που θα αλλάξει τη δημογραφική σύσταση του νησιού, μόνο σίγουρο μέσο για τον έλεγχό του. Αν δε τελικά η Τουρκία ενταχθεί στην ΕΕ, η πολιτική αυτή θα ενταθεί ακόμα περισσότερο. (Το 1974, η Τουρκία δεν κατέλαβε ολόκληρη την Κύπρο, κυρίως γιατί ήξερε ότι δεν θα είχε τι να κάνει την ελληνική πλειοψηφία του νησιού. ‘Οπως είπε ο Ναπολέων, με τις λόγχες κάνεις τα πάντα, εκτός από το να καθήσεις απάνω τους. Τόσο οι «εθνικόφρονες» όμως, όσο και οι «ενδοτικοί» παρ’ημίν, δεν μπορούν να αναλύσουν σωστά την τουρκική πολιτική, γιατί δεν μπορούν να μπουν στη θέση υποκειμένου με αυτοπεποίθηση. Είτε τρομάζουν και πανικοβάλλονται, είτε αρνούνται τον κίνδυνο).

Η νοοτροπία του «καλού παιδιού» κερδίζει μόνο την περιφρόνηση των κυρίαρχων, που δεν ενδιαφέρονται μόνο για τα χαμόγελα των πολιτικών, αλλά θέλουν να πάρουν πίσω και τις «κολοβές» έστω θεσμικές κατακτήσεις των υποτελών. Απόγονοι ραγιάδων, πιστεύουμε ασυνείδητα ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα εναντίον Ηγεμόνων – δεν δίνουμε μεγάλη σημασία σε θεσμούς, συμφωνίες κλπ. – πλην των περιπτώσεων που εξεγειρόμαστε. Εμμένουμε στο δίκαιο, όχι για το διεκδικήσουμε, αλλά για να εκλιπαρήσουμε τρίτους να το εφαρμόσουν μόνοι τους υπέρ μας. Επειδή οι τρίτοι, με τους οποίους συναλλασόμαστε, δεν βλέπουν τον κόσμο με τα δικά μας μάτια, δεν θα ικανοποιηθούν ποτέ από τα γλοιώδη χαμόγελα της υποτέλειας – ζητάνε και τους θεσμούς, ζητάνε την υπογραφή μας για την αιώνια υποταγή μας. Γιατί ξέρουν ότι όσο δεν την έχουν πάρει, δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν και να διαιωνίσουν την υποταγή. Πρέπει λοιπόν να μάθουμε τεχνικές επίβίωσης που
ταιριάζουν στην παρούσα κατάσταση, εγκαταλείποντας μεθόδους που ίσως ήταν αποτελεσματικές το 1700.

Μερικοί θεωρούν ότι κακώς εξερράγη η κυπριακή επανάσταση του 1955-59. Είναι προφανώς ανόητο συμπέρασμα, γιατί οι επαναστάσεις δεν ρωτάνε ούτε τους ιστορικούς, ούτε τους φιλοσόφους, πότε και πως θα ξεσπάσουν, και γιατί χωρίς αυτές θα ζούσαμε ακόμα στα σπήλαια. Αλλά κι αν το υιοθετήσουμε αυτό το συμπέρασμα, για τις ανάγκες του συλλογισμού μας, πάλι δεν μπορούμε να γυρίσουμε την ιστορία πίσω από το 1955 ή το 1974. Δεν μπορούμε να «ξαναπαίξουμε» το 1960 γιατί έχουν αλλάξει οι συνθήκες. Θάχε μεγάλο νόημα να εξαντλήσουν οι ‘Ελληνες κάθε προσπάθεια ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων στην Κυπριακή Δημοκρατία, αυτό όμως είχε, αν είχε, νόημα, κυρίως μέχρι το 1974. Μπορούν να το κάνουν και σήμερα, γιατί όχι, αυτό όμως που προέχει στις σημερινές, πολύ αλλαγμένες συνθήκες, μετά το 1974, είναι να διατηρήσουν την κρατική τους κυριαρχία τουλάχιστον εκεί που μένουν! Δεν μπορεί το δευτερεύον, η λύση του κυπριακού, να υπερβαίνει την ανάγκη του πρωτεύοντος, την ασφάλεια και επιβίωση των Ελληνοκυπρίων, που δεν μπορεί να εξασφαλισθεί, σήμερα και όχι το 1700, παρά μόνο με την ανεμπόδιστη άσκηση της κρατικής κυριαρχίας τους, τουλάχιστον εκεί που ζοιυν. Αλλά το σχέδιο Ανάν καταργούσε το κυπριακό κράτος, υπήγαγε τους Κυπρίους στην εξουσία τριών ξένων δικαστών και τριών ξένων στρατών. Ορισμένοι απατεώνες επιχειρηματολόγησαν υπέρ του σχεδίου Ανάν το 2004 και υπέρ μιας λύσης «όπως-όπως» σήμερα, λέγοντας ότι τι να κάνουμε, χάσαμε τον πόλεμο, πρέπει να αναγνωρίσουμε τα τετελεσμένα. Αλλά τα τετελεσμένα είναι η ντε φάκτο κατοχή της Βόρειας Κύπρου, μη αναγνωριζόμενη από τη διεθνή κοινότητα. Αναγνώριση των τετελεσμένων θα μπορούσε να σημαίνει αναγνώριση του ψευδοκράτους έναντι εδαφών και περιορισμών στη δική του κυριαρχία, όχι να τεθούν οι ‘Ελληνες και η δική τους «ζώνη» υπό την κυριαρχία Αγγλοαμερικανών και Τούρκων. Αυτό είναι ολοκλήρωση της κατάληψης της Κύπρου!

Το 1972-74, οι δυνάμεις που ήθελαν να διαλύσουν το κυπριακό κράτος χρησιμοποίησαν τον ελληνικό και τουρκικό εθνικισμό, τις βόμβες και τις δολοφονίες. Σήμερα χρησιμοποιούν τον (ψευτο)διεθνισμό (της Αυτοκρατορίας) και την «αντιεθνικιστική» ιδεολογία. Πριν το 1974, θα μπορούσαμε ίσως να συζητήσουμε την άποψη ότι οι Τουρκοκύπριοι ήταν απειλούμενη μειονότητα. Μετά το 1974, είναι η δημογραφικώς μεν ασθενέστερη, στρατιωτικώς δε ισχυρότερη μειονότητα-πρόσχημα που χρησιμοποείται για την καταπίεση της πλειοψηφίας. ‘Οσο για τη φτώχεια και τα μύρια όσα προβλήματά τους, μάλλον υπεύθυνη είναι η ‘Αγκυρα και η ηγεσία τους και όχι οι διωγμοί των Ελληνοκύπριων. Αν χρησιμοποιήσουμε λάθος την εμπειρία του 1960-74 θα καταπολεμάμε τον ελληνικό εθνικισμό νομίζοντας ότι επανενώνουμε την Κύπρο, αντί να κινητοποιούμε τον εθνισμό της μεγάλης πλειοψηφίας των Κυπρίων για να αντισταθούμε στον ιμπεριαλισμό των Αγγλομερικανών και τον επεκτατισμό της Τουρκίας. Αυτό είναι επίσης ένα δεύτερο παράδειγμα λάθους χρήσης της ιστορικής εμπειρίας, μέσω του υστερόβουλου και καθοδηγούμενου από τις αποικιακές δυνάμεις μετασχηματισμού της σε «ιδεολογία». ‘Οπως έλεγε ο Λένιν, αλλά ξέχασαν πολλοί οπαδοί του, απαιτείται κάθε φορά συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης. (Αυτό ακριβώς έκανε, υπό την ηγεσία του Γκορμπατσώφ, το ΚΚΣΕ, αυτοκτόνησε δηλαδή. Θεώρησε ότι ο «εχθρός» ήταν οι «αντιδραστικοί» στις τάξεις του και ο φίλος, το πρότυπο, Δύση. ‘Ετσι και σήμερα, το υπό την ηγεσία του Χριστόφια ΑΚΕΛ νομίζει ότι εχθρός είναι ο ελληνικός εθνικισμός και φίλος ο διεθνής παράγων, που θα μας βοηθήσει να λύσουμε το κυπριακό. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής ολοκληρούμενης, θα είναι το ίδιο και στην περίπτωση, η αυτοδιάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αυτοκαταστροφή του ΑΚΕΛ, που, αν συμβεί, θα ολοκληρώσει εις βάρος του ελληνικού λαού τον κύκλο γεωπολιτικών μεταβολών στην Ευρώπη που εγκαινίασε η πτώση του τείχους του Βερολίνου).

Κράτος και ιδιοκτησία

Στην εποχή μας και στις κοινωνίες μας η έννοια της ιδιοκτησίας είναι δεδομένη. Κάθε αντικείμενο, ακόμα και ιδέες ή καλλιτεχνικά δημιουργήματα έχουν ιδιοκτήτη. Μπορούμε φιλοσοφικά να συζητήσουμε για την αξία του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας (που δεν ήταν πάντα και παντού τόσο εδραιωμένος όσο νομίζουμε σήμερα), αλλά δεν είναι του παρόντος. Γεγονός είναι ότι συνιστά ένα σύστημα θέσμισης των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που πρακτικά λειτουργεί και τις ρυθμίζει. Αν βέβαια ένα άτομο το παρακάνει προσβάλλοντας το δίκαιο θα διακινδυνεύσει ένα έγκλημα εναντίον του, αν μια τάξη το παρακάνει θα διακινδυνεύσει μια εξέγερση, γενικά όμως το σύστημα λειτουργεί, σε συνθήκες τουλάχιστο σχετικής ευημερίας και οικονοικής σταθερότητας. Κάθε αντικείμενο έχει ιδιοκτήτη, ακόμα και στα πλαίσια μιας οικογένειας, κι αυτή η κατάσταση έχει ορισμένα πλεονεκτήματα. ‘Ενας φρόνιμος πατέρας μοιράζει σαφώς την κληρονομιά στα παιδιά του – ακόμα κι αν έχουν κάκιστες σχέσεις μεταξύ τους δεν σκοτώνονται γιατί δεν υπάρχει αντικείμενο διαμάχης. Αν όμως δώσετε σε δύο καλούς φίλους μια περιουσία να τη μοιράσουν, πιθανώς θα τους κάνετε εχθρούς.

Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση, ίσως είναι προϊστορική και βάρβαρη στην πραγματικότητα, μπορεί να αντικατασταθεί σε εκατό ή χίλια χρόνια από έναν αληθινά «πολιτισμένο πολιτισμό», αυτή όμως είναι. Στο επίπεδο της διεθνούς ζωής, του συνταγματικού και του διεθνούς δικαίου, των διεθνών σχέσεων, το αντίστοιχο της ιδιοκτησίας είναι η κρατική κυριαρχία, το νόμιμο, διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα δηλαδή ενός λαού να κάνει αυτός κουμάντο στον τόπο του, να παίρνει τις αποφάσεις που τον αφορούν. Αν ορίζεται σαφώς ο έχων το νόμιμο δικαίωμα, τότε δυσκολεύονται οι διενέξεις των εχθρών. Αν δεν ορίζεται σαφώς, τότε και φιλικές δυνάμεις μπαίνουν στον πειρασμό της διένεξης.

Γι’ αυτό και τα κράτη που σέβονται τον εαυτό τους θεωρούν αιτίες πολέμου την κρατική τους κυριαρχία, δεν την παζαρεύουν όπως έγινε με το σχέδιο Ανάν! Το κράτος άλλωστε, με όλες τις ανεπάρκειες και τα ελαττώματά του, είναι η μόνη διεθνώς σταθερή και υπαρκτή δομή. Παραιτούμενος κάποιος από το κράτος του δεν θα βρεθεί σε μια παγκόσμια σοσιαλιστική ομοσπονδία ή σε κάποιον κόσμο όμορφο, αγγελικά πλασμένο, αλλά θα γίνει «κοινότης εις αναζήτηση κηδεμόνα». Ούτε καν η Ευρωπαϊκή ‘Ενωση δεν είναι κρατική οντότητα και δεν έχει τρόπο να υπερασπιστεί τα μέλη της. Η συμμετοχή στην ΕΕ μπορεί να είναι ατού, δεν λύνει το πρόβλημα εθνικής ασφάλειας.

Στην πραγματικότητα, η πείρα όλης της ευρωπαϊκής ιστορίας μετά το 1945, της Κύπρου περιλαμβανομένης, καταδεικνύει ότι όλες οι πολεμικές συγκρούσεις στην ήπειρο σημειώθηκαν σε καταστάσεις αμφισβητούμενης, θολής, μπερδεμένης κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι μπερδεμένες καταστάσεις με ξένους δικαστές και ξένους στρατούς που έχουν δικαίωμα επέμβασης είναι συνταγή προς καταστροφή.

Λεφτά, ειρήνη και πόλεμος

Ακούμε τώρα ότι αν η Κύπρος γίνει Σιγκαπούρη, όλα αυτά τα περί κρατικής κυριαρχίας χάνουν τη σημασία τους. Μέγα λάθος. Τα λεφτά δεν αποτρέπουν τους πολέμους, τους προκαλούν. Η Κύπρος είναι σήμερα, δεν θα γίνει αύριο «Σιγκαπούρη» και είναι τέτοια γιατί είναι διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος και γιατί δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία σε κανένα για το ποιός κάνει κουμάντο βορείως ή νοτίως της πράσινης γραμμής, άρα δεν υπάρχει γεωπολιτική αβεβαιότητα για την επιχείρηση που θα εγκατασταθεί στο νησί. Η ευημερία του νησιού δεν θα οδηγήσει στην ειρήνη, καθιστώντας περιττή την κρατική κυριαρχία, θα την καταστήσει περισσότερο αναγκαία, γιατί θα προσθέσει στη γεωπολιτική και την οικονομική επιβουλή.

Η ίδια η πείρα της Κύπρου επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ο Τούρκος διοικητής της το 1821 Μεχμέτ Κιουτσούκ ζήτησε από τον Σουλτάνο να προχωρήσει σε εκατοντάδες εκτελέσεις Ελλήνων, όχι τόσο γιατί το επέβαλε η επαναστατική τους δράση, όσο για να βρει την ευκαιρία να αρπάξει τις μεγάλες περιουσίες τους (Διονύση Διονυσίου, «Η ‘Αγνωστη Κύπρος του 1821», στο «1821, οι αθέατες όψεις», Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, Αθήνα, σελ. 107). Ενάμισυ αιώνα αργότερα, η Βυρηττός δεν είναι μακριά από την Κύπρο, για να την ξεχνάνε τόσο εύκολα οι Κύπριοι. Αξίζει να προσθέσουμε ότι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε σε μια περίοδο «παγκοσμιοποίησης», ακόμα πιο προχωρημένης από τη σημερινή και οι εμπορικές ανταλλαγές Γαλλίας και Γερμανίας έφτασαν στο ιστορικό ζενίθ τους την ημέρα που ξέσπασε ο πόλεμος. Η άποψη ότι η δημοκρατία και το ελεύθερο εμπόριο εμποδίζουν τους πολέμους αμφισβητείται από όλη την ιστορική εμπειρία της ανθρωπότητας, από την αρχαία Αθήνα και τη Μήλο, μέχρι την Αμερική και το Ιράκ.

‘Ενας Κύπριος πολιτικός πρώτης γραμμής, της αριστεράς, μου είπε μια μέρα ότι αν δώσουμε 5000 δολλάρια σε κάθε έποικο θα ξαναγυρίσει στην Τουρκία. ‘Ισως τέτοιες σκέψεις να θεωρούνται φυσικές σε ένα νησί με την ψυχοπαθολογική, «αρρωστημένη» σχέση της Κυπριακής ελίτ με το χρήμα. Με τέτοιες ιδέες όμως στα κεφάλια μας θα βρεθούμε κάποια μέρα όλοι μαζί στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Ο Τούρκος έποικος δεν είναι ένας απλός «φουκαράς», έχει πίσω του ένα πολύ σοβαρό κράτος, όχι τους δικούς μας διεφθαρμένους καραγκιόζηδες και βλαχοδήμαρχους! Είναι αλήθεια ότι οι Αγγλοαμερικανοί θάθελαν ένα νησί-προτεκτοράτο και χρηματιστηριακό κέντρο υπό τον έλεγχό τους. Στα Βαλκάνια, ευνόησαν την ανάδειξη σειράς μικροπροτεκτοράτων, κέντρων παντός οργανωμένου εγκλήματος και ανεξέλεγκτης δράσης ξένων μυστικών υπηρεσιών. Θα ήθελαν ίσως να κάνουν την Κύπρο μια τέτοια «Σιγκαπούρη». Και γιατί νομίζουν οι πανέξυπνοι «φωστήρες» μας, τύπου Βασιλείου, ότι θα αναθέσουν τη διοίκηση μιας τέτοιας Σιγκαπούρης στους αιρετούς εκπροσώπους της πλειοψηφίας των κατοίκων της; Το αντίθετο θα συμβεί. Θα ευνοήσουν τη μεταβολή επί το «πολυεθνικότερο» της δημογραφικής σύστασης του πληθυσμού, για να απαλλαγούν από την ενοχλητική «λεπτομέρεια» ότι οι κάτοικοι της Κύπρου είναι κατά 80% ‘Ελληνες κι όσο μένουν ‘Ελληνες, όλο και κάτι «θα ζητάνε» από το δικαίωμά τους να διαφεντεύουν την πατρίδα τους, το δικαίωμα σε πλήρη, απεριόριστη κρατική υπόσταση.


Το πεδίο «επιτρεπτών» λύσεων του κυπριακού

Αν μπούμε, με ένα νέο σχέδιο «λύσης» του κυπριακού, σε καταστάσεις «θολής», «ασαφούς», κρατικής κυριαρχίας στην Κύπρο, αυτό θα δημιουργήσει όχι συνθήκες ειρηνικής επίλυσης, αλλά εθνοτικής διαμάχης τύπου Βοσνίας ή Κοσόβου, με ότι συνεπάγεται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η ευημερία της Λευκωσίας θα αυξήσει, δεν θα μειώσει τον πειρασμό τρίτων να εκμεταλλευθούν τη «θολούρα» ως προς την κρατική κυριαρχία για της «βάλουν χέρι». Αυτό ακριβώς προσδιορίζει και το εύρος των δυνατών, επιτρεπτών «λύσεων» του κυπριακού. Αν παίξουμε εκτός αυτού του πλαισίου, θα έχουμε βάλει σε μεγαλύτερη προτεραιότητα την (θεωρτηική και προπαγανδιστική εν πολλοίς) «λύση του κυπριακού» και την «άρση της διχοτόμησης» από την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων, για να απαλλαγούμε από την κατηγορία ότι δεν θέλουμε λύση του κυπριακού. Το πιθανότερο αποτέλεσμα μιας τέτοιας ρύθμισης θα είναι μια τραγωδία χειρότερη από αυτή που είχαμε το 1963 και το 1974, ως αποτέλεσμα, και τότε, μιας κακής συμφωνίας.

Ο Πρόεδρος Χριστόφιας τάχθηκε, σε μια συνέντευξη στη αρχή της θητείας του, εναντίον της παρουσίας ξένων δικαστών και αξιωματούχων στο μέλλον κυπριακό κράτος. Ήταν μια πολύ θετική εξέλιξη, γιατί η παρουσία ή απουσία ξένων μπορεί να κάνει τη διαφορά κράτους και προτεκτοράτου . Και το προτεκτοράτο, με τη μορφή που το επαναφέρει ένα σχέδιο Ανάν ή Μπανάν, δεν είναι μόνο αναξιοπρεπής, είναι και καταστροφική λύση. (Η απουσία ξένων είναι η εσωτερική προϋπόθεση κράτους, η απουσία επεμβατικών δικαιωμάτων και ξένων στρατών, η πλήρης κατάργησή τους είναι η εξωτερική). Δυστυχώς όμως ο κ. Χριστόφιας δεν έμεινε πιστός στην υπόσχεσή του. Οι προτάσεις του που διέρρευσαν αφήνουν ξένο δικαστή να εμπλέκεται στις κυπριακές υποθέσεις. Απλώς, ο ρόλος του περιορίζεται στη δικαστική εξουσία και όχι στη νομοθετική ή εκτελιστική.

Επιπλέον, ο Δ. Χριστόφιας προσπάθησε να καταργήσει ορισμένους από τους μηχανισμούς του σχεδίου Ανάν, όπως οι τρεις ξένοι δικαστές ως τελική νομοθετική ή εκτελεστική εξουσία, χωρίς όμως να θέσει σε αμφισβήτηση τις αιτίες που τους παράγουν, εν προκειμένω την «αρχή» της «πολιτικής ισότητας», που ερμηνεύεται ως κατάργηση της «αρχής της πλειοψηφίας» και της αρχής «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», δηλαδή της δημοκρατίας. Οι τρεις δικαστές είχαν παρουσιαστεί για να μπορεί να κυβερνάται το νησί, δεδομένης της απόλυτης ισότητας πλειοψηφίας και μειοφηψίας. Επιχειρώντας να καταργήσει τους δικαστές, αλλά μην αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της πλειοψηφίας, ο Πρόεδρος της Κύπρου προτείνει τώρα να ασκείται εκ περιτροπής η εκτελεστική εξουσία – πότε ‘Ελληνας και πότε Τούρκος. Φαντάζεται κανείς τι θα γινόταν αν ήταν Τούρκος ο πρόεδρος το 1963 ή το 1974: θάπαιρνε το κράτος με τη διεθνή του αναγνώριση που θάφευγε. Το ΑΚΕΛ έχει προφανώς και την γελοία ιδέα ότι θα κυβερνάει αιωνίως το νησί μαζί με την τουρκοκυπριακή αριστερά. Αν κρίνουμε από τις πράξεις της τελευταίας, δεν μπορούμε να είμαστε καθόλιου βέβαιοι ότι θα προτιμάνε πάντα την αριστερή από την εθνική τους ταυτότητα και τον σύνδεσμο με την Τουρκία,όπως συνήθως έκαναν μέχρι τώρα. Επιπλέον, αν αύριο οι Κύπριοι βαρεθούν τις συνεργαζόμενες αριστερές τους, θα υποστηρίξουν τις δεξιές τους. Που μπορεί να συνεργασθούν, όπως και στο παρελθόν, διαλύοντας το κράτος.

Κράτος σημαίνει νόμισμα και στρατός. Η κυπριακή Κεντρική Τράπεζα θα διοικείται εκ περιτροπής. Κοινός Στρατός δεν θα υπάρχει, θα υπάρχουν όμως δύο αστυνομίες, που στην πραγματικότητα θα είναι παραστρατιωτικές δυνάμεις δύο κρατών σε συσκευασία ενός. Γι’ αυτό η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να αναθεωρήσει τη θέση της περί αποστρατιωτικοποίησης, που είναι άλλωστε κίβδηλη, αφού δεν προβλέπεται η αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων. Γιατί άλλωστε αποστρατιωτιικοποιημένη Κύπρος; Εξωτερικά, η Δημοκρατία δεν απειλεί κανένα με τον στρατό της. Εσωτερικά, αν θέλουμε κοινό κράτος με τους Τουρκοκύπριους, αν μπορούμε να δημιουργήσουμε βάσεις κοινού κράτους, τότε μπορούμε και πρέπει να δημιουργήσουμε και κοινό στρατό. Αν δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε, τότε δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε κοινό κράτος. Ποιός θα προστατεύει τα εξωτερικά σύνορα της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ο στρατός είναι εξάλλου και κατεξοχήν εργαλείο συγκρότησης συνείδησης κράτους. Αυτοί που λένε ότι πιστεύουν τόσο πολύ στην κυπριακή ταυτότητα, την ταυτότητα δηλαδή του γενημμένου στην Κύπρο πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, γιατί οι Κύπριοι δεν αποτελούν εθνότητα, γιατί θέλουν αποστρατιωτικοποιημένη Κύπρο; Μια Κύπρο δηλαδή στο έλεος των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, γιατί με τον όρο αποστρατιωτικοποίηση έχουμε καταλήξει να εννοούμε την οικειοθελή απεμπόληση από τους Κυπρίους του δικαιώματος της αυτοάμυνας. Ακόμη και το Βατικανό ή η Μάλτα διαθέτουν στρατιωτικές δυνάμεις. Γιατί δεν πρέπει να διαθέτει η Κύπρος, χώρα που έχει υποστεί εισβολή και βρίσκεται σε τόσο στρατηγικό σημείο; Γιατί πρέπει οι Κύπριοι να είναι εσαεί πολίτες δεύτερης κατηγορίας σε κράτος ειδικών αναγκών; Τι σημαίνει «αποστρατιωτικοποίηση» αν παραμείνουν τα βρετανικά στρατεύματα; Γιατί κάθε φορά που ξύνουμε την «κυπριακότητα», βρίσκουμε πάντα τη «βρετανικότητα» πίσω της;

Η διαδικασία των διακοινοτικών συνομιλιών άρχισε με μεγάλες προκαταβολικές ελληνικές παραχωρήσεις, με διορισμό σε υπεύθυνες θέσεις των αρχιτεκτόνων και πρωταγωνιστών του σχεδίου Ανάν, χωρίς σαφές πλαίσιο αναζήτησης λύσης. Γιατί οι κ. Χριστόφιας αναγνώρισε αμέσως μετά την εκλογή του τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, υπογράφοντας το μνημόνιο με τον Γκόρντον Μπράουν, θύτη της Κύπρου στον οποίο τρέχει κάθε τόσο και γιατί αποδέχθηκε την έννοια των «συνιστώντων κρατών» στο κοινό ανακοινωθέν με τον Ταλάτ της 23.5.2008; Ο κ. Ταλάτ που, όπως όλοι οι Τούρκοι αξιωματούχοι, δεν έχει έλλειμμα σοβαρότητας, το ξεκαθαρίζει σε κάθε περίπτωση. Θέλει το 50% της Κύπρου και την Τουρκία στην Κύπρο. Θέλει παραμονή όλων των εποίκων. Εμείς τι συζητάμε ακριβώς μαζί του; Για ποιό λόγο δεχόμαστε και μάλιστα προτού καλά-καλά αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις την παραμονή εποίκων; Πως θα διαφοροποιήσουμε τους Τουρκοκύπριους από τους εποίκους και την Τουρκία, όταν δεχόμαστε εμείς εξ αρχής την παρουσία τους, νομιμοποιώντας ένα από τα πιο κραυγαλέα εγκλήματα πολέμου της Τουρκίας στην Κύπρο; Εδώ δεν πρόκειται καν για υπερβολικές, απαράδεκτες τουρκοκυπριακές απαιτήσεις που γίνονται λόγω κάποιας «ανασφάλειας», προϊόντος μιας δικής μας «κακής συμπεριφοράς» στο παρελθόν (λες και εμείς δεν έχουμε υποστεί, εις την νιοστήν μάλιστα, την «κακή συμπεριφορά» της άλλης πλευράς). Εδώ πρόκειται για θρασείες απαιτήσεις, στηριγμένες στις λόγχες και στον «τσαμπουκά» (μην ασκείς κριτική στην Τουρκία, γιατί θα θυμώσει, είπε δημόσια ο κ. Ταλάτ στον κ. Χριστόφια).

Αυτού του είδους η διαπραγματευτική τακτική τείνει να αποθρασύνει την τουρκοκυπριακή και τουρκική ηγεσία, αποτρέποντας και όχι προκαλώντας διαφοροποίηση Τουρκοκυπρίων και Τουρκίας. (Το μαρτυρά άλλωστε η εκλογική επιτυχία του κ.’Ερογλου μετά από αυτές τις παραχωρήσεις).Τέτοια διαφοροποίηση μπορεί να προκληθεί από τη σταθερότητα και τη σαφήνεια, όχι από την ευελιξία. Βεβαίως πρέπει οι Τουρκοκύπριοι να νοιώσουν ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν και πολλά να κερδίσουν από τη συμμετοχή τους σε ένα κυπριακό σχέδιο. Αλλά η συμμετοχή τους σε ένα κυπριακό σχέδιο συνεπάγεται το κόψιμο του ομφάλιου λώρου με την Τουρκία – δεν μπορεί να τα έχουν όλα ταυτόχρονα. Ούτε μια μειοψηφία εν τέλει και οι απαιτήσεις της μπορούν να ανατρέψουν το δικαίωμα της ελληνικής συντριπτικής πλειοψηφίας να ασκεί εξουσία, να κάνει κουμάντο, στα κεντρικά θέματα του μελλοντικού κράτους. Ούτε μπορούν οι ‘Ελληνες να μην εκδηλώνουν τον εθνισμό και όχι εθνικισμό τους, γιατί θα παρεξηγηθούν οι Τούρκοι. Χρειάζεται να βρεθεί μια δύσκολη, σύνθετη ισορροπία, ανάμεσα στην απαραίτητη καλλιέργεια του εθνισμού, της εθνικής ταυτότητας, του ισχυρότερου όπλου ενός λαού που απειλείται και στην απαραίτητη καταπολέμηση ενός εθνικισμού, που δεν μας βγήκε ποτέ σε καλό. Δυστυχώς, συχνά οι πολιτικοί και οι δημόσιοι παράγοντες δυσκολεύονται πολύ, λόγω και της σύνθετης φύσης του προβλήματος, να βρουν έναν δρόμο ανάμεσα στα δύο άκρα.

Δεν μπορεί όμως να βρεθεί αξιοπρεπής και ασφαλής λύση του κυπριακού, όσες παραχωρήσεις κι αν κάνουμε, εφόσον δεν πιεσθεί η Τουρκία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι, αν πιεσθεί, θα ενδώσει. Η Αθήνα έχασε τη σημαντικότερη ευκαιρία που της δόθηκε μετά το 1974 στο κυπριακό, μην απαιτώντας από την ‘Αγκυρα την αποχώρηση του στρατού της από την Κύπρο, το 1999 και το 2004, όταν έδωσε το πράσινο φως στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας. Η Λευκωσία έχασε δύο ευκαιρίες. Το 2005 όταν ο Πρωθυπουργός της Γαλλίας δήλωσε ότι είναι αδιανόητη η έναρξη διαπραγματεύσεων ένταξης με μια Τουρκία που δεν αναγνωρίζει ένα μέλος της ΕΕ (ενώ η Μέρκελ, με επιστολή της, χαρακτήριζε απαράδεκτη την κατοχή της Κύπρου). Το 2006, όταν υπό την πίεση της κυβέρνησης της Αθήνας, η Λευκωσία συγκατατέθηκε να σταματήσει τα «μικρά βέτο» και να δεχθεί επανάκριση της Τουρκίας το 2009. Προσδιόρισε έτσι μόνη της την περίοδο μέχρι τότε ως περίοδο πιέσεων για την επαναφορά μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν. Και τέλος, το 2008, όταν αποδέχθηκε την επανέναρξη συνομιλιών για το κυπριακό.

Η Ελλάδα συγκατατέθηκε στην τουρκική ένταξη γιατί έτσι ήθελαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τον προφανή κίνδυνο να καταστρέψει η ίδια το στρατηγικό ώφελος από τη συμμετοχή της στην ΕΕ. ‘Οχι μόνο δεν αντήλλαξε το «ναι» με αξιοπρεπή λύση του κυπριακού, άρση της απειλής στο Αιγαίο, διακοπή του ανταγωνισμού εξοπλισμών κλπ., αλλά βρισκόμαστε τώρα στο σημείο η τουρκική ενταξιακή πορεία να καθίσταται μοχλός πίεσης στην Κύπρο και την Ελλάδα, με τους πολιτικούς μας να καλούνται να εξωραϊσουν την απώλεια της κυριαρχίας των κρατών μας, βαφτίζοντάς την «λύση του κυπριακού» ή «ελληνοτουρκική συμφιλίωση», βαφτίζοντας «πολυεθνικότητα» την υποτέλεια, «διεθνισμό» την υποταγή στην Αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα μια τέτοια πολιτική δεν οδηγεί στην ειρήνη και δεν προετοιμάζει συμβιβασμό, διαμορφώνει τους όρους μελλοντικών συγκρούσεων ή, στην «καλύτερη» περίπτωση, επιδεινώνει τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού χώρου. Ο ανταγωνισμός των δύο χώρων είναι μια πολύ δυσάρεστη και επικίνδυνη κατάσταση, δεν αντιμετωπίζεται όμως, επιδεινώνεται το πρόβλημα και καθίσταται αδύνατη η λύση του με τις διαρκείς υποχωρήσεις.

Παραμένει ακατανόητο γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ελλάδα δεν κάνουν και δεν στηρίζουν μια διεθνή πρόταση για αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής από την Κύπρο, με ανάπτυξη στα κατεχόμενα μιας ευρωπαϊκής δύναμης ασφάλειας, και με δέσμευση της Δημοκρατίας να μην επεκτείνει στον Βορρά την κυριαρχία της, έως ότου λυθεί το κυπριακό. Πως είναι δυνατόν να πετύχουν κάτι Ελλάδα και Κύπρος συμπεριφερόμενες ως διεθνείς επαίτες; Σήμερα, διεθνώς, ούτε η κυπριακή, ούτε η ελληνική διπλωματία κάνουν το παραμικρό για να ενημερώσουν τη διεθνή κοινή γνώμη για την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, το 1974, ή για τους λόγους που οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το σχέδιο Ανάν. Τι μπορεί να κερδίσει μια διπλωματία που φιλοδοξεί να μαζέψει όσα ψίχουλα, αν μείνουν, από τα τραπέζια διεθνών διαβουλεύσεων, όσα είναι διατεθειμένες να της αφήσουν Λονδίνο, Ουάσιγκτον και ‘Αγκυρα;

Σε ότι αφορά την ίδια την (αγγλικής βέβαια εμπνεύσεως, όπως και όλα στο κυπριακό) διαδικασία των διακοινοτικών δεν επιτρέπει, όπως είναι δομημένη, στην κοινωνία του νησιού να γίνει υποκείμενο, να αποφασίσει τι θέλει και γιατί το θέλει, να «μιλήσει». Βρισκόμαστε στο οξύμωρο σημείο να συζητούνται, εν κρυπτώ και εν παραβύστω, ακόμα και τα «ζητήματα καθημερινότητας»! Είναι άλλωστε ήδη σαφές ότι ο Δημήτρης Χριστόφιας και το ΑΚΕΛ έχουν υπερβεί ουσιαστικά τα όρια της νομιμότητας, διαπραγματευόμενοι επί θέσεων που δεν εγκρίνει ο κυπριακός λαός, ούτε και τα συγκυβερνώντα κόμματα, χάρη στην ψήφο των οποίων εξελέγη στον δεύτερο γύρο ο σημερινός Πρόεδρος και τις οποίες δεν γνωρίζουμε καν στις λεπτομέρειές τους!!! Από την άποψη αυτή, ο κ. Ταλάτ φέρεται πιο δημοκρατικά, ενημερώνοντας τους «βουλευτές» του λεπτομερώς για τις συνομιλίες.

‘Οταν οι Ελληνοκύπριοι λένε ότι θέλουν λύση του κυπριακού, εννοούν ότι θέλουν να παύσουν να βρίσκονται σε ειδικό καθεστώς, σε μια Κύπρο με κυπριακό. Ενστικτωδώς, και ορθά, διαισθάνονται ότι τελούν υπό απειλή με το κυπριακό άλυτο. Ο κίνδυνος είναι ο φόβος που δημιουργεί η απειλή να τους οδηγήσει να πάνε εκεί που φοβούνται, για να απαλλαγούν από το φόβο τους, με ένα μηχανισμό πασίγνωστο στους ψυχολόγους.Ο κίνδυνος είναι επίσης να νομίσουν ότι, επειδή έχουν συνηθίσει τον κίνδυνο, δεν υπάρχει. Αν δεχθούν, με οποιεσδήποτε προϋποθέσεις, συνθήκες, ανταλλάγματα ή υποσχέσεις την κατάλυση του κράτους τους, θα διακινδυνεύσουν την καταστροφή τους.

Δεν θέλησα στο σημείο αυτό να εστιάσω στις διάφορες λύσεις του κυπριακού και στα συγκριτικά υπέρ ή κατά τους για δύο λόγους. Πρώτο, είναι υπόθεση των ιδίων των Κυπρίων να αχθούν στο σημείο εκείνο που θα τους επιτρέψει να διατυπώσουν τις πραγματικές τους επιθυμίες και να συζητήσουν μεταξύ τους. ‘Οσο δεν το κάνουν, δεν μπορούν να υπερβούν την κατάσταση του αντικειμένου και όχι υποκειμένου της ιστορίας τους ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενός μονίμως αμυνόμενου υποκειμένου. ‘Εχω την αίσθηση ότι είμαστε ακόμα πολύ μακριά από αυτό το σημείο. Κανονικά, των συνομιλιών επίλυσης, θα έπρεπε να προηγηθεί μια ανοιχτή και ειλικρινής συζήτηση στην κυπριακή κοινωνία για το τι θέλει, ενδεχομένως μια προ-συντακτική συνέλευση ή και προ-δημοψηφίσματα. Δεν εκπονούνται συντάγματα σε μυστικές διαβουλεύσεις διπλωματών υπό την καθοδήγηση Αγγλων και Αμερικανών απεσταλμένων. Δεύτερο και κυριότερο, είναι αδύνατη η εξεύρεση οποιασδήποτε αξιοπρεπούς και ασφαλούς λύσης του κυπριακού με την παρούσα απροθυμία των πολιτικών ηγεσιών σε Ελλάδα και Κύπρο να χρησιμοποιήσουν τα πολιτικο-διπλωματικά όπλα που διαθέτουν για να πιέσουν την Τουρκία. Τρίτο, γιατί η απειλή κατάλυσης της Δημοκρατίας είναι τόσο μεγάλη και τόσο διαρκής που αναγκαστικά συγκεντρώνει κανείς εκεί την προσοχή του.’Ισως στο μέλλον μου δοθεί η ευκαιρία να κάνω μια ανάλυση των δυνατών λύσεων ή «μη λύσεων» του κυπριακού. Προς το παρόν όμως μοιάζουμε να έχουμε πάλι εγκλωβιστεί σε μια διαδικασία που κινδυνεύει να οδηγήσει σε «μονόδρομους» τύπου Ανάν, μονόδρομους που καταλήγουν στην αυτοκτονία των Ελλήνων της Κύπρου. Ελπίζω να έχω άδικο. Ελπίζω επίσης από την εμπειρία του σχεδίου Ανάν και του δημοψηφίσματος να μην έχουν αντλήσει μαθήματα μόνον οι εχθροί της Κύπρου. Εμείς πάντως, δεν πρόκειται να απαλλαγούμε από την εχθρότητά τους βαφτίζοντάς τους φίλους μας.

‘Οπως τώρα εξελίσσονται τα πράγματα, η ‘Αγκυρα θα περάσει αβρόχοις ποσίν την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, με μια παράταση ή άλλη φόρμουλα. Μετά, η Κύπρος θα πιεσθεί αφόρητα, να συγκατατεθεί στην αυτοδιάλυση του κυπριακού κράτους. Επειδή το διακύβευμα αφορά εν τέλει ένα μείζονα στρατηγικό στόχο των ΗΠΑ (τουρκική ένταξη και διακοπή σχέσεων με Ρωσία) και επειδή το διακύβευμα αυτό συνδέεται με τη σύγκρουση για τον έλεγχο της Ευρώπης από τις ΗΠΑ, μέσω και της διεύρυνσης, που είναι η υπ. Αρ. 1 επιδίωξη διεθνώς των ΗΠΑ, πρέπει να περιμένει κανείς την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο να εξαντλήσουν την επιρροή τους για να «λύσουν» το κυπριακό, μετερχόμενοι παντός δυνατού μέσου και επιχειρώντας να εξουδετερώσουν, με κάθε μέσο, κάθε εστία αντίστασης στον πολιτικό, επιχειρηματικό, εκδοτικό και διανοούμενο κόσμο της Κύπρου και της Ελλάδας.

Ενθαρρυντικό πρέπει να θεωρηθεί το γεγονός ότι, εδώ και αρκετούς μήνες, η κοινή γνώμη της Κύπρου δείχνει να απορρίπτει βασικά στοιχεία του «επερχόμενου» σχεδίου, όπως την εκ περιτροπής προεδρία. Ακόμη όμως κι αν μειώνει, χωρίς να εξαφανίζει την πιθανότητα να εγκριθεί τελικά ένα τέτοιο σχέδιο σε ένα δημοψήφισμα υπό συνθήκες εγκλωβισμού και εκβιασμού, οι ‘Ελληνες της Κύπρου θα καταβάλουν σοβαρότατο ποιλιτικο-διπλωματικό τίμημα, όσο εξακολουθούν να αποδέχονται ή να προτείνουν, νομιμοποιώντας τες, απαράδεκτες προτάσεις που συνιστούν κατ’ ουσίαν κατάλυση του συντεταγμένου, δημοκρατικού, κυρίαρχου κυπριακού κράτους

Οκτώβρης 2009, περιοδικό Τετράδια, τεύχος 57
konstantakopoulos.blogspot.com

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

"ΤΡΕΛΛΟ" ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΣΜΟΣ

Αν η Γερμανία είναι η οικονομική-βιομηχανική, η Γαλλία είναι η πολιτική καρδιά της Ευρώπης. Και το μόνο κράτος της ευρωζώνης που έθεσε ζήτημα λειτουργίας της ως μηχανισμού μεταφοράς πλεονασμάτων στη Γερμανία και στραγγαλισμού της ζήτησης και, κατά συνέπεια, και της οικονομικής ανάκαμψης. Μέχρι τώρα, η ελληνική κρίση ερμηνεύεται κυρίως, από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, της ελληνικής περιλαμβανομένης, ως αποτέλεσμα ελληνικών προβλημάτων και επιθέσεων “κερδοσκόπων”, όπως ονομάζονται κατ¨ ευφημισμόν οι μεγαλύτερες – κυρίως, αλλά όχι μόνο αμερικανικές - επενδυτικές τράπεζες. Αυτές οι ερμηνείες προφανώς δεν επαρκούν, γιατί τότε δεν θα υπήρχαν προβλήματα στην Πορτογαλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, αν όχι και Γαλλία. Τα ισπανικά δημόσια οικονομικά αίφνης είναι παραδειγματικά, αυτό όμως δεν εμπόδισε ούτε τη φούσκα ακινήτων, ούτε την ιδιωτική υπερχρέωση. ¨Όπως σημειώνει η γαλλική επιθεώρηση “Aλτερνατίβ Εκονομίκ”, επί χρόνια το αποκλειστικό ενδιαφέρον της Κομισιόν για τα ελλείμματα, καθιστούσε γραφικό οποιονδήποτε επεσήμαινε δομικές αδυναμίες της Ισπανίας. Ακόμα και πριν εμφανισθεί το ευρώ, αφαιρώντας από τα κράτη τη δυνατότητα υποτίμησης, ήταν αδύνατο σε οικονομίες με τόσο διαφορετικό επίπεδο παραγωγικότητας να οδηγηθούν σε σύγκλιση χωρίς αντισταθμιστικές πολιτικές. Για τις οποίες αγωνίστηκε και τις κέρδισε στην εποχή του ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Λίγο πίσω άλλωστε από το ζήτημα της “εσωτερικής λειτουργίας” του ευρώ έρχεται η αμφισβήτηση της εξωτερικής λειτουργίας. Μοιάζει όλο δυσκολότερο στην Ευρώπη να διατηρήσει την παραγωγή και τον πολιτισμό της, υποκείμενη στον ελεύθερο ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας και τις συνέπειες μιας γιγάντιας φούσκας εικονικού χρήματος.

Επισήμως, το Παρίσι δεν έφτασε στο σημείο να αμφισβητήσει το Μάαστριχτ, στην υιοθέτηση του οποίου η Γαλλία πρωταγωνίστησε. ¨Ολο και περισσότερο δυσφορεί όμως με τις “δυσλειτουργίες” της ευρωζώνης, την ύπαρξη μονομερούς προσήλωσης στην επιδίωξη τιθάσευσης των ελλειμμάτων, έστω και εις βάρος οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Δυσφορεί με τον στενό “κορσέ” του ευρώ, χωρίς να μοιάζει διατεθειμένη να το εγκαταλείψει.
Πολλοί αμφιβάλλουν αν πρόκειται καν για “δυσλειτουργίες” και όχι για σκοπούμενη, από σημαντικούς τραπεζικούς κύκλους και την υπερδύναμη, πραγματική λειτουργία του ευρώ. Από τα λαμπρότερα πνεύματα των σύγχρονων οικονομικών, ο Πωλ Κρούγκμαν εξηγούσε προ ημερών στους Νιου Γιορκ Τάιμς, ότι πολλές φορές μια πολιτική κρύβει μια άλλη. Είναι αδύνατο π.χ. να προτείνει μια παράταξη μείωση μισθών. Αντιθέτως, περικοπή φόρων και δαπανών είναι δημοφιλής πολιτική. Περικόπτοντας φόρους και δαπάνες επί σειρά ετών καθιστάς τελικά αναγκαίο, γράφει, αυτό που ήθελες εξαρχής, τη συμπίεση του κόστους εργασίας, που εμφανίζεται ως φυσική και όχι πολιτική επιλογή. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος της Γκόλντμαν Ζακς Ϊτμαρ Ϊσσινγκ οργανώνει την ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική, είναι πιθανό ότι δεν σφάλλει επειδή δεν προβλέπει την προβλέψιμη κρίση που θα προκαλέσει το οικοδόμημά του, αλλά ότι αποβλέπει σε αυτή για να πετύχει τις επιδιώξεις του! Η Ντώυτσε Μπανκ είναι αίφνης αντίθετη με την ιδέα μιας επιστροφής στον κεϋνσιανισμό, όπως αυτή που περίπου επαγγελόταν προεκλογικά ο Γιώργος Παπανδρέου. Δεν βγήκε να το πει ανοιχτά, αλλά ένας αξιωματούχος της δηλώνει στο τελευταίο τεύχος της Μοντ Ντιπλοματίκ ότι, αν οι περιφερειακές χώρες της Ευρώπης δοκιμάσουν μια τέτοια πολιτική, οι “αγορές” θα τις κατασπαράξουν.

Παρόλο που το οικοδόμημα του Μάαστριχτ είναι γαλλικό όσο και γερμανικό, πουθενά στην ήπειρο δεν δέχθηκε τόση αμφισβήτηση όσο στη Γαλλία. Η συνθήκη ενεκρίθη άλλωστε σε δημοψήφισμα, μόλις με 50.5%. Μια τεράστια, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση έγινε τότε στη Γαλλία, που … διέφυγε πλήρως της προσοχής σε μια Ελλάδα, οι “ελίτ” της οποίας είναι ενίοτε ευχαριστημένες και μόνο αν τους δέχονται ως περίπου αποικία τους ξένες δυνάμεις.

Η συζήτηση αναπαρήχθη με την ευκαιρία του δημοψηφίσματος για το ευρωσύνταγμα το 2005, αγκαλιάζοντας ευρύτατα λαϊκά στρώματα. Το πρώτο κύμα αμφισβήτησης εστάσθηκε στην εθνική κυριαρχία. Το επόμενο επικεντρώθηκε στις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές συνέπειες από τη “διαρκή απελευθέρωση” των αγορών και την αέναη διεύρυνση της ΕΕ. H απόρριψη του ευρωσυντάγματος ήταν κατ¨ ουσίαν απόρριψη του ίδιου του Μάαστριχτ και των συνθηκών που το ακολούθησαν. ‘Ηταν επίσης σαφής απόρριψη του φιλελευθερισμού και της ειδικής, ευρωπαϊκής εφαρμογής του, της ΕΕ και της ΟΝΕ. Απόρριψη που δεν αφορούσε μόνο λαϊκά στρώματα, αλλά και σημαντικά τμήματα των ιθυνουσών γαλλικών ελίτ.

Είναι βέβαια πολύ ευκολότερο να λες όχι απότι ναι. Το οικοδόμημα της πλήρους απελευθέρωσης των διεθνών αγορών, ανταλλαγών εμπορευμάτων και ροών κεφαλαίου, έχει στηθεί με επίμονη προσπάθεια τεσσάρων δεκαετιών. Δεν είναι τόσο απλή η μεταρρύθμισή του, πολύ περισσότερο η ρήξη του. Μπορεί να μη σου αρέσει το ευρώ, αλλά με κάτι πρέπει να το αντικαταστήσεις, ή τουλάχιστο να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις το κόστος εγκατάλειψής του.

Το 2005, οι “εναλλακτικές” προτάσεις ήταν περιορισμένες, σταδιακά όμως μια σειρά ριζοσπάστες διανοούμενοι επεξεργάστηκαν πιο συστηματικές απόψεις και οι προτάσεις τους έγιναν δημοφιλέστερες και σε τμήματα των ελίτ. Σημαντικός Γάλλος οικονομολόγος, ο Ζακ Σαπίρ παρουσίασε μια πρόταση ημιεπιστροφής στα εθνικά νομίσματα στο βιβλίο του “To τέλος του ευρωφιλελευθερισμού”. Υπογραμμίζει ότι δεν μπορεί να συνεχισθεί μια ενιαία νομισματική πολιτική που αντιστοιχεί στα γερμανικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα την αποσάθρωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ζητά επαναθέσπιση μερικώς μετατρέψιμων εθνικών νομισμάτων, ανταλλάξιμων διεθνώς μέσω του ευρώ, με ισοτιμίες περιοδικά αναπροσαρμοζόμενες. Σε προ μηνών συνέντευξη ο Σαπίρ προέβλεψε την ελληνική κρίση, ενώ υποστήριξε ότι το οικονομικό κόστος εγκατάλειψης του ευρώ αρχίζει και γίνεται συγκρίσιμο με το κόστος παραμονής στην ευρωζώνη για σειρά κρατών. Σε πιο πρόσφατο άρθρο του υπογραμμίζει ότι κύρια αιτία της ελληνικής κρίσης είναι η ανομοιογένεια των επιπέδων δομικού πληθωρισμού της ευρωζώνης, με μικρό ποσοστό συμμετοχής τα ελληνικά εσωτερικά προβλήματα (αναφέρεται και στη δολλαριακή δομή πολλών ελληνικών πόρων όπως η ναυτιλία) και καταλήγει ότι η Ελλάδα τίθεται ενώπιον του διλήμματος είτε εγκατάλειψης του ευρώ, είτε φτωχοποίησης του πληθυσμού της.

Βραβείο Νόμπελ Οικονομίας και φιλελεύθερος στις πεποιθήσεις του, ο Γάλλος οικονομολόγος Μωρίς Αλλέ επανακάμπτει τώρα στη “ζήτηση”, μετά από μακρά περίοδο απομόνωσης λόγω επικράτησης των μονεταριστών. Κάνει συντριπτική κριτική της παγκοσμιοποίησης, της πλήρους απελευθέρωσης των ροών κεφαλαίων, ζητώντας ταχεία επάνοδο σε καθεστώς ρυθμίσεων. Η εγκυρότερη γαλλική επιθεώρηση Μοντ Ντιπλοματίκ τιτλοφορεί το κύριο θέμα στο τελευταίο τεύχος: “Μπορεί να χρεωκοπήσουν τα κράτη;”. Το άρθρο υπογραμμίζει τα ενδεχόμενα πλεονεκτήματα μιας στάσης πληρωμών από μία χώρα και εξετάζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια τέτοια στάση θα μπορούσε να είναι επωφελής για όποιον την αποφασίζει!

Τις πιο ενδιαφέρουσες ίσως ιδέες διατυπώνει ένα πολύ δυνατό και ριζοσπαστικό μυαλό, ο Εμμανουέλ Τοντ, στον οποίο ο Ζακ Σιράκ χρωστάει την επιτυχή πολιτική στρατηγική του, αφού αυτός λάνσαρε στη δεκαετία του 1990 την ιδέα του κοινωνικού ρήγματος, που χρησιμοποίησε για να κερδίσει δύο προεδρικές εκλογές. Ο Τοντ υποστηρίζει ότι ο σημερινός τρόπος λειτουργίας ΟΝΕ-ΕΕ οδηγεί σε καταστροφή της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και ολοκληρωτισμό. Ο μόνος τρόπος για να σωθεί όχι μόνο η βιομηχανία, αλλά και η δημοκρατία, υποστηρίζει, είναι ο προστατευτισμός. Η Γαλλία, γράφει στο τελευταίο του βιβλίο, οφείλει “να αποδεχθεί ότι η Γερμανία είναι η βιομηχανική καρδιά της Ευρώπης και να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν να μπορούσε η Γαλλία να προστατευθεί μόνη της, να κάνει τους Γερμανούς να καταλάβουν ότι έχουν περισσότερα να κερδίσουν από μια ρελάνς της ευρωπαϊκής ζήτησης…να προειδοποιήσει ότι σε άλλη περίπτωση θα εγκαταλείψει την ευρωζώνη, που πρακτικά σημαίνει ότι θα την καταστρέψει…” Υποστηρίζει ότι η Γερμανία, “υποφέροντας η ίδια από το δυνατό ευρώ, τις μεταφορές επιχειρήσεων, τη διάλυση των μεσαίων τάξεών της, θα διαλέξει αναπόφευκτα και πραγματιστικά, δηλαδή επωφελώς για την ίδια, τον ευρωπαϊκό προστατευτισμό”. Στην Ελλάδα όμως, που συγκλονίζεται τώρα από την ευρωπαϊκή κρίση, οι προβληματισμοί αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν τέρα ινκόγκνιτα. Σε καλό να μας βγει.

Κόσμος του Επενδυτή, 20.3.2010
konstantakopoulos.blogspot.com

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΠΟΥ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Τις προάλλες έβλεπα μια συζήτηση στην κρατική τηλεόραση για τα μέτρα. Τέσσερις συνομιλητές, “μεσαιομεγάλα” ονόματα, ανάμεσά τους και ένας από τους αρχιτέκτονες του “βρώμικου ‘89”, συμφωνούσαν με την κυβέρνηση. Διερωτήθηκα μήπως έπρεπε να φωνάξουν και κάποιον που διαφωνεί, έτσι για τα μάτια του κόσμου βρε αδερφέ, μπορεί και να αυξανόταν η τηλεθέαση.

Δεν μούκαναν εντύπωση οι ασήμαντες εξυπνάδες που έλεγαν. Κάτι άλλο μούκανε εντύπωση. Δεν νοιάζονταν. Μιλούσαν για τη χώρα τους (;), τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών της, που κινδυνεύει να καταστραφεί. Το μόνο που τους ενδιέφερε όμως ήταν να εκστομίσουν μια “έξυπνη” ατάκα. Δεν αγνοούσαν μόνο το θέμα τους, αγνοούσαν και σε ποια χώρα ζουν και τι θα της συμβεί. Αγνοούσαν επίσης ότι κινδυνεύουν να θαφτούν κάτω από τη λάσπη των ελληνικών ερειπίων.

Χαρακτηριστικό των μεγάλων δομικών κρίσεων είναι η αδυναμία των ιθυνόντων στρωμάτων να αντιληφθούν το βάθος τους και να προτείνουν λύσεις. ¨Όπως οι βουλευτές, που εξακολουθούν να πραγματοποιούν ρουσφετολογικές προσλήψεις και να μην περιορίζουν τις αμοιβές των υπαλλήλων τους. Προφανώς δεν καταλαβαίνουν ότι ίσως αύριο να μην μπορούν να περπατάνε στον δρόμο.

Λιγότερο ή περισσότερο βολεμένοι, μπορούμε να καταδικάζουμε όσο θέλουμε τον ξυλοδαρμό του φίλου Παναγόπουλου, οι καταδίκες μας όμως δεν θα τον εμποδίσουν να αποδειχθεί μόνο η αρχή. Η αγανάκτηση και οργή που συσσωρεύονται γρήγορα στα έγκατα της κοινωνίας θα τα προκαλέσουν νομοτελειακά αυτά. Πόσο μάλλον που, τα φυσιολογικά αυτά και πολύ υγιή συναισθήματα, δεν μπορούν να βρουν καμία διέξοδο σε ένα χρεωκοπημένο πολιτικό-κομματικό σύστημα που μεταβλήθηκε, περιμένοντας τον νεκροθάφτη του, στη μεγάλη πληγή της χώρας.

Κοιμήθηκα με τη ΝΕΤ, ξύπνησα με γνωστό σχολιαστή μεγάλου ιδιωτικού ραδιοφώνου, που βάζει όλο το αναμφισβήτητο ταλέντο του στην υπηρεσία του εργοδότη του και του νεοφιλελευθισμού. Ε ρε και τι έσερνε στους δημοσίους υπαλλήλλους, αλλά και στη ΝΔ, επί των ημερών της οποίας, έλεγε, διογκώθηκε το δημόσιο. Υπήρχε βέβαια μια μικρή λεπτομέρεια που ο ίδιος δεν ανέφερε και οι ακροατές αγνοούσαν. Αυτός ο λαύρος ”κοινωνικός κριτής” διόρισε την άνευ καταλλήλων προσόντων σύζυγό του, με ικανοποιητικότατες αποδοχές, σε δημόσιο οργανισμό, το τελευταίο διάστημα της ΝΔ! Μετά το 1990, το θράσος έγινε η κυριαρχούσα αρετή σημαντικού τμήματος της ελληνικής δημοσιογραφίας. ¨Όπως και η ξετσιπωσιά, το ότι κανείς δεν ντρέπεται πια, κορυφαία εκδήλωση της εθνικής παρακμής.

Ποτέ δεν πολυσυμπάθησα τους δημοσίους υπαλλήλους και, όπως όλοι, έχω άπειρες φορές βλαστημήσει στις επαφές μου με το κράτος. Αγανακτώ όμως με αυτούς που τους κάνουν τώρα εξιλαστήρια θύματα, διοχετεύουν τερατωδίες εις βάρος τους και επιχειρούν να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες και να εκτονώσουν την οργή των εργαζομένων του ιδιωτικού στους εργαζόμενους του δημόσιου τομέα.

Τι θέλει π.χ. να μας πει ο κ. Πρόεδρος του ΣΕΒ που, κάθε λίγο και λιγάκι, υποστηρίζει ότι χρεωκόπησε το κράτος, αλλά υγιαίνουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Με όλο τον σεβασμό, δεν είμαστε τουρίστες. Ξέρει πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα που δεν χρηματοδοτήθηκαν άμεσα ή έμμεσα από το κράτος; Που δεν εκμεταλλεύθηκαν την αποδιοργάνωση και τη διαφθορά του; Προφανώς τη λειτουργία του κράτους δεν την καθόρισε ιστορικά η νοοτροπία των κλητήρων του. Τη νοοτροπία των κλητήρων καθόρισαν οι ανάγκες των πολιτικο-οικονομικών ιθυνόντων. Κι ας μη γελιέται ο κ. Πρόεδρος: όταν μια χώρα χρεωκοπεί, χρεωκοπούν όλοι, και χρεωκοπούν τόσο πιο γρήγορα, όσο λιγότερο το καταλαβαίνουν.

Στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ μια υπάλληλος τοποθετήθηκε σε κρίσιμη θέση. Ο προϊστάμενός της της εξήγησε ότι μπορεί να παίρνει εικονικά έξοδα μετακινήσεων. Εκείνη αρνήθηκε. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ησυχάσει επί δύο χρόνια, πόσο μάλλον που ο προϊστάμενος ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης του Πρωθυπουργού. Με αφορμή και πολλές ανάλογες περιπτώσεις, είπα μια μέρα σε ένα φίλο ότι η “ταξική πάλη” στην Ελλάδα, εκείνα τα χρόνια, ήταν σύγκρουση μεταξύ δύο κατηγοριών “πρασινοφρουρών”, των παληότερων και ιδεολογικότερων στελεχών του ΠΑΣΟΚ και των καιροσκόπων που το πλημμύρισαν μόλις οσμίστηκαν εξουσία.

Αντίθετα με ότι λένε οι Βούδες της αριστεράς, από φόβο ίσως σε ποια κατηγορία μπορεί να τους κατατάξουν και τους ίδιους, η “ταξική” σύγκρουση δεν γινόταν αναγκαστικά μεταξύ ανθρώπων με διαφορετική θέση στην ταξική πυραμίδα, ήταν κυρίως σύγκρουση ανθρώπων με διαφορετικά ηθικο-ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά. Δεν ήταν σύγκρουση διαφορετικών ιδεολογιών, αλλά ανθρώπων που είχαν και ανθρώπων που δεν είχαν ιδεολογία. Οι δεύτεροι κέρδισαν και χάσαμε όλοι!

‘Eνας γνωστός μου προτίμησε να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα από την πολεοδομία, μη θέλοντας να ενταχθεί στην παρανομία, ένας άλλος αναγκάστηκε να το βουλώσει όταν τον απείλησε πασίγνωστος επιχειρηματίας, γιατί διαπίστωσε τεράστιας έκτασης λαθρεμπορία καυσίμων. Μια συμφοιτήτριά μου, πεισματάρα ΚΝίτισσα, πήγαν να την κλείσουν στο τρελοκομείο γιατί επέμενε να κάνει τη δουλειά της. Μπορεί να γίνεται χάος στις προμήθειες των ενόπλων δυνάμεων, να μη βρίσκει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, σε κάθε διεύθυνση προμηθειών υπάρχει όμως ένας, αμετάθετος επί δεκαετίες υπάλληλος, που ξέρει απέξω κι ανακατωτά όλους τους κωδικούς, πως λειτουργεί όλο το σύστημα και εξασφαλίζει το interface κράτους-λαμογίων.

Η διάλυση του ελληνικού κράτους είναι η αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου και για την ξένη εξάρτηση της χώρας, οι δύο αυτές λειτουργίες δεν είναι παρά οι δύο όψεις της λειτουργίας του ελληνικού Λαμογιστάν. Από τη μια διογκώνει το κράτος, διορίζοντας σε μεγάλο νοσοκομείο 45 ηλεκτρολόγους, που χτυπάνε κάρτα το πρωί και φεύγουν, από την άλλη αποφεύγει να διορίσει 50 χειρουργούς που λείπουν στο πιο κεντρικό νοσοκομείο της πρωτεύουσας, ώστε να πηγαίνει η πελατεία στην ιδιωτική, αλλά κρατικοδίαιτη και χειρότερης ποιότητας ιατρική. ¨Όταν ένας άξιος ¨Ελληνας διπλωμάτης στη Μόσχας έγραψε πέρυσι σε υπηρεσιακή έκθεση την αλήθεια για τους αγωγούς, τον παρέλαβε ολόκληρο το σύστημα ΥΠΕΞ και μόνο που δεν τον πέταξαν από την υπηρεσία προς παραδειγματισμό και των υπολοίπων. Ποιος συνάδελφός του θα τον μιμηθεί τώρα;

Οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι αυτοί που είναι γιατί “διατάχθηκαν” να γίνουν τέτοιοι – κι αυτό που κυρίως πρέπει να τους προσάψουμε είναι ότι υπήρξαν, οι περισσότεροι, πειθήνια όργανα της εξουσίας. Διατάχτηκαν από τους πολιτικούς, τους επιχειρηματίες, τους εν γένει ιθύνοντες, που τέτοιους τους θέλουν, έστω και αν κατά καιρούς αγανακτούν με το αποτέλεσμα της δικής τους δράσης ή αβελτηρίας. ‘Αλλωστε, το δημόσιο δεν λειτουργεί με αυτοδιαχείριση, έχει κάθετη οργάνωση. Αρκεί να μπουν συγκεκριμένοι στόχοι και συγκεκριμένο, μετρήσιμο έργο σε κάθε επίπεδο. Αλλά οι προϊστάμενοι του ελληνικού δημοσίου χρειάζονται ένα διαλυμένο και πειθήνιο δημόσιο.

¨Εχουν και οι ίδιοι οι υπάλληλοι σημαντικό μερίδιο ευθύνης, είτε γιατί ορισμένοι έβαλαν το χέρι στο μέλι, είτε γιατί δεν έθεσαν τα ζητήματα, προτίμησαν να δωροδοκούνται με εικονικές υπερωρίες, επιδόματα, εύνοιες προϊσταμένων και υπουργών, λαμπρές καριέρες συνδικαλιστών που δεν θυμούνται πότε δούλεψαν. Αλλά υπάρχει τεράστια δόση υποκρισίας, απάτης και υστεροβουλίας στην άποψη ότι φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι για την οικονομική κρίση, ή ότι φταίει εν γένει ο λαός, η κοινωνία, ο παληοχαρακτήρας μας. Δεν εξισώνονται οι ευθύνες του περιπτερά και του πρωθυπουργού, ούτε είμαστε όλοι ίδιοι. Μόνο οι ένοχοι και όσοι επιδιώκουν διαιώνιση του συστήματος έχουν συμφέρον από μια τέτοια ερμηνεία. Επιπλέον, υπάρχουν και υπάλληλοι που εκτελούν άψογα τα καθήκοντά τους.

Σε αυτούς θάπρεπε κανονικά να στηριχθεί μια προσπάθεια αναμόρφωσης, επανίδρυσης του κράτους. Συνδέοντας εξέλιξη-αποδοχές με απόδοση, θέτοντας μετρήσιμους, συγκεκριμένους στόχους σε κάθε υπάλληλο και κλιμάκιο, προστατεύοντας τους κρατικούς λειτουργούς από την αυθαιρεσία προϊσταμένων και υπουργών.

Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση πήρε συλλήβδην τους υπαλλήλους των 1200, 1500, 1800 ευρώ, συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων και τους μείωσε τον μισθό. Ταυτόχρονα τους ενοχοποίησε συλλήβδην ως ανίκανους και διεφθαρμένους. Εσείς τι λέτε; Θα ορθοποδήσει η διοίκηση; Θα κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους; Τώρα τους απειλεί με άρση μονιμότητας. Μα υπάρχουν νόμοι που επιτρέπουν την απόλυση υπαλλήλων, απλώς δεν εφαρμόζονται. Στη σημερινή κατάσταση η κατάργηση της νομιμότητας θα οδηγήσει στο να διορίζει κάθε κυβέρνηση τους δικούς της υπαλλήλους, όπως ακριβώς γινόταν προτού θεσπισθεί!

Καμμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πετύχει χωρίς πολύ διαφορετικό δημόσιο. Ούτε ανάπτυξη θα υπάρξει, γιατί δεν διαθέτουμε αστική τάξη με αίσθηση ιστορικής αποστολής και δυνατότητα υποκατάστασης του κράτους. Πουθενά και ποτέ στον κόσμο, σε οικονομίες πολύ ισχυρότερες της δικής μας, δεν υπήρξε βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς στρατηγική εμπλοκή, άμεση ή έμμεση, του κράτους και χωρίς εθνική ηγεσία με στρατηγική ανάπτυξης. Μια ηγεσία που νοιώθει ότι απολογείται στην ιστορία του έθνους της, όχι στην Ουάσιγκτων και τις Βρυξέλλες και ακολουθεί τη συμβουλή του Κρούγκμαν: Μην κάνετε αυτά που σας λέμε, κάντε αυτά που κάνουμε! (Δίπλα μας άλλωστε έχουμε το παράδειγμα Ερντογάν. Ζημιώθηκε η Τουρκία γιατί δεν έχει πειθήνιους ηγέτες;)

Η ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Αλλά για να γίνει οτιδήποτε, χρειαζόμαστε κυρίως εθνικό όραμα. Τουλάχιστο επί ένα τέταρτο αιώνα, σε αυτή τη χώρα, αποκαθηλώνονται, αποδομούνται, γελοιοποιούνται, εξευτελίζονται στην πράξη όλες οι συλλογικές αξίες, αριστεράς ή δεξιάς, παράδοσης ή νεωτερικότητας, κάθε ατομική και κοινωνική έννοια ηθικής. Είτε πρόκειται για τις αξίες του έθνους, του καλώς νοούμενου πατριωτισμού, του χριστιανισμού, είτε πρόκειται για τις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης και του σοσιαλισμού. Ακόμα και οι νέοι της Ελλάδας, όταν ξεσηκώθηκαν τόσο βίαια το 2008, γιατί ένοιωσαν πριν από μας το μεγάλο κενό και το καθολικό αδιέξοδο, δεν είχαν που να στραφούν για να δώσουν νόημα στην εξέγερσή τους.

Δεν πρόκειται για αποκλειστικά ελληνική τάση, εδώ όμως παίρνει τώρα τόσο επικίνδυνες διαστάσεις. Δεν είναι η μόνη αιτία της κρίσης, είναι μόνο η εσωτερική συνιστώσα. Διαπλέκεται όμως με τις οικονομικές και γεωπολιτικές πιέσεις στη χώρα, γιατί καθορίζει τη δυνατότητα επιτυχούς ή όχι απόκρουσής τους.

Κανένα “σύστημα” δεν μπορεί να επιβιώσει με κύρια οργανωτική αρχή “προτίμα τον ανίκανο από τον ικανό, τον ανήθικο από τον ηθικό, τον δικό μας από τον άλλο”, κατευθυντήρια αρχή ενός συστήματος μηδενικού κοινωνικού κεφαλαίου. Στην ιατρική είναι πασίγνωστο το φαινόμενο που κάθε κύτταρο ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, πολλαπλασιαζόμενο χωρίς περιορισμούς και αδιαφορώντας για το σύνολο, Λέγεται καρκίνος.

Καμμιά κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει όταν καταστρέψει όλες τις κοινωνικές αξίες, όλες τις κοινότητες απόψεων, συμφερόντων και στόχων, βάζοντας μόνο έναν ξετσίπωτο ατομικισμό, ένα εγωϊστικό κενό στη θέση τους. Μια τέτοια κοινωνία αναπόφευκτα παρακμάζει και πεθαίνει.

konstantakopoulos.blogspot.com
Επίκαιρα, 18.3.2010

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

ΣΤΟΝ ΚΑΙΑΔΑ ΤΟΥ ΔΝΤ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

Των Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου και Δημοσθένη Γεωργόπουλου

‘Εστω και με ωραιοποιημένο «περιτύλιγμα», οι πρώτες αποφάσεις των Βρυξελλών, αυτές που είναι τουλάχιστο γνωστές καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, παραπέμπουν ουσιαστικά την Ελλάδα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και, πάντως, σε συνταγή ΔΝΤ.

Τι σημαίνει ΔΝΤ

Το που θα οδηγήσει αυτό δεν χρειάζεται να συζητηθεί, γιατί υπάρχει πλουσιότατη και παγκόσμια ιστορική πείρα. Η Ρωσία εφήρμοσε τις συνταγές του ΔΝΤ στη δεκαετία του 1990 με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και δημογραφική καταστροφή στην ιστορία του βιομηχανικού κόσμου, του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου περιλαμβανομένου. Τον Αύγουστο του 1998, μερικές μέρες αφότου ο Γενικός Διευθυντής του ΔΝΤ κ. Καμντεσού την επαινούσε για τη διαχείρισή της, βραβεύοντας τον τότε Υπουργό Οικονομικών της και «βασιλιά των ιδιωτικοποιήσεων» Ανατόλι Τσουμπάις με το βραβείο του «Υπουργού Οικονομικών της χρονιάς», η χώρα κήρυξε πτώχευση! Εξίσου καταστροφικά υπήρξαν τα αποτελέσματα της συνεπέστατης νεοφιλελεύθερης διαχείρισης στη Λατινική Αμερική, οδήγησε τελικά και στη χρεωκοπία της Αργεντινής. Η ήπειρος προσπαθεί ακόμα να συνέλθει από το πέρασμα του Ταμείου.

Στην Ελλάδα δεν κινδυνεύουν μόνο τα κεκτημένα γενεών, κινδυνεύει και η εθνική της κυριαρχία, κινδυνεύει και η Κύπρος, γιατί είναι πολύ αμφίβολο ότι μια κοινωνία σε τέτοια κατάσταση μπορεί να βρει τη δύναμη να αντισταθεί σε μεγάλες εξωτερικές απειλές. Η κοινωνική μπορεί να γίνει προάγγελος εθνικής καταστροφής. Πόσο μάλλον που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τελεί υπό την ασφυκτική επιρροή των ΗΠΑ, δύναμης της οποίας οι επιδιώξεις στην Αν. Μεσόγειο συγκρούονται με ζωτικά ελληνικά συμφέροντα.

Αν πράγματι πάντως πρέπει να θεωρηθεί, στις συνθήκες που φτάσαμε, αναγκαία η προσφυγή στο ΔΝΤ, αυτό συνιστά πιστοποιητικό πλήρους χρεωκοπίας όχι αυτής ή της προηγούμενης κυβέρνησης μόνο, αλλά ολόκληρου του πολιτικού κόσμου και του συστήματος εξουσίας της μεταπολίτευσης. Και θα του καταλογισθεί όταν κατακαθίσει λίγο ο διασπειρόμενος τώρα από τα ΜΜΕ κουρνιαχτός. Αλλά παραμένει πάντως ακατανόητο και δυσεξήγητο γιατί η Αθήνα έφτασε στην κατάσταση αυτή χωρίς τουλάχιστο να διερευνήσει τις δυνατότητες εξωτερικού δανεισμού από την Κίνα και τη Ρωσία, ή ακόμα και γιατί δεν απευθύνθηκε πολύ νωρίτερα διμερώς στο Παρίσι και το Βερολίνο, αλλά προτιμά να ακολουθεί πολιτική ευθυγράμμισης άνευ ανταλλαγμάτων προς Ουάσιγκτον και Λονδίνου, των δύο κύριων εχθρών της Ελλάδας.

Αν είναι δεδομένη η ευθύνη όσων κυβέρνησαν τη χώρα μετά τη μεταπολίτευση για αυτό το κατάντημα, φέρει επίσης ιστορική ευθύνη και η ‘Αγκελα Μέρκελ που πιθανώς διαπράττει στρατηγικής σημασίας σφάλμα αφήνοντας αβοήθητη και σπρώχνοντας την Ελλάδα στο ΔΝΤ και υπερασπιζόμενη μέχρι το τέλος μια μη βιώσιμη αρχιτεκτονική της ευρωζώνης (αν δηλαδή τελική επιδίωξη δεν είναι η αποβολή της Ελλάδας). Το Βερολίνο υπονομεύει την ίδια την ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και τον ρόλο που επιθυμεί να παίξει στα ευρωπαϊκά πράγματα.

Η κρίση του Ευρώ και η κρίση της Ελλάδας

Η κρίση δεν είναι μόνο ή κυρίως ελληνική, είναι ευρωπαίκή και παγκόσμια, πλήττει όμως, όπως είναι φυσικό, τον πιο αδύνατο κρίκο. To be or not to be, διερωτήθηκε ο ‘Αμλετ. Το ίδιο πρόβλημα τίθεται σήμερα για το Ευρώ, το «τρελλό νόμισμα», που συμβολίζει την Ευρώπη, αλλά κινδυνεύει τώρα να γίνει το εργαλείο της καταστροφής της. Σε πολύ μεγάλο βαθμό, η σημερινή ελληνική κρίση είναι ευρωπαϊκή κρίση και, σε επίσης μεγάλο βαθμό, η ευρωπαϊκή κρίση είναι η κρίση του ευρωπαϊκού νομίσματος.

Το δίλημμα για τους Ευρωπαίους είναι αν θα περάσουν από τη νομισματική σε μια αληθινή οικονομική και πολιτική ένωση και τι μορφή μπορεί να πάρει μια τέτοια ‘Ενωση, ή αν θα διαλυθούν στα εξ ων συνετέθησαν. Το ζήτημα για τους ‘Ελληνες είναι αν πρέπει να παραμείνουν στην ΟΝΕ και υπό ποίους όρους μπορούν να παραμείνουν ή να φύγουν. (Το ζήτημα μάλιστα στη δική μας περίπτωση είναι πιο περίπλοκο, γιατί δεν είμαστε μόνο στο επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, αλλά και σε ζώνη έντονα αντιτιθέμενων γεωπολιτικών δυνάμεων και με κατεστραμμένες, λόγω της πολύπλευρης κρίσης μας, πολλές από τις δυνατότητας χάραξης στρατηγικής).

Αν φύγουμε από την ευρωζώνη, πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την αποπληρωμή του χρέους, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου το χρωστάμε σε γερμανικές και γαλλικές τράπεζες; Στρατηγικά που θα πάμε αν φύγουμε; Θα γίνουμε αποικία των Αμερικανών, που θέλουν να μας βάλουν σε μια «νεοοθωμανική» ζώνη υπό την εποπτεία της ‘Αγκυρας, αφού δώσουμε ένα σημαντικό κομμάτι του εθνικού μας χώρου στην Τουρκία ή το θέσουμε υπό αγγλοαμερικανική διαιτησία; Θα τα βρούμε με τους Ρώσους και τους Κινέζους; Αν πάλι μείνουμε στην ευρωζώνη, πως μπορούμε να αναπτυχθούμε στα πλαίσια μιας ‘Ενωσης, οι παροχές της οποίας τελειώνουν και μιας ευρωζώνης που συνιστά, με τους κανόνες και το πανάκριβο νόμισμά της, ασφυκτικό κορσέ στην ανάπτυξή μας, εργαλείο κυριαρχίας της Γερμανίας επί των φτωχότερων μελών της ‘Ενωσης, οδηγώντας μας σε άνευ προηγουμένου οικονομική και κοινωνική καταστροφή; Μπορούμε να οικοδομήσουμε μια διαφορετική, πιο ισότιμη στρατηγική σχέση με μια Γαλλογερμανία που μας χρειάζεται, όπως κι εμείς τη χρειαζόμαστε, αλλά φαίνεται τώρα να απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο.

Δημόσιοι Υπάλληλοι

Δύσκολα ερωτήματα, αλλά που δεν έχουν καν αρχίσει να τίθενται και να συζητιώνται στη χώρα μας, πολύ περισσότερο αντικείμενο παρά υποκείμενο, πόσο μάλλον να αχνοφαίνονται κάποιες απαντήσεις. Στην Ελλάδα, αν και είμαστε τα πρώτα θύματα της κρίσης και απειλούμεθα με κάποιας μορφής χρεωκοπία, αλλά και απώλεια εθνικής κυριαρχίας, δεν έχουμε καν αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται, τι μας συμβαίνει. Νομίζουμε και συζητάμε σοβαρά στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις ότι το πρόβλημα της χώρας είναι τα … επιδόματα των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, που, ας μας επιτραπεί στο σημείο αυτό μια παρένθεση, που επιβάλλει η επικαιρότητα, είναι από τους πιο κακοπληρωμένους της Ευρώπης και τους λιγότερο προστατευμένους απέναντι στις αυθαιρεσίες των διαπλεκομένων εκπροσώπων του κομματικού, ιδιωτικοποιηθέντος κράτους.

Δεν έχουμε κράτος όχι γιατί οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες και διεφθαρμένοι - όσοι δηλαδή είναι, γιατί στη γενίκευση περιέχεται και μεγάλη δόση υστερόβουλης εμπάθειας και αδικίας - γιατί διατάχθηκαν να γίνουν. Γιατί τέτοιους χρειάζονται αυτοί που μας διοικούν και μας λεηλατούν για να κάνουν τη δουλειά τους. Το ελληνικό «κλεπτοκρατικό» σύστημα, που αγκαλιάζει εξίσου δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, είναι που έχει ως δομικές αρχές του «προτίμησε πάντα τον ανίκανο από τον ικανό, τον ανέντιμο από τον έντιμο». ‘Όχι, θα άφηναν οι διαπλεκόμενοι να επιζήσουν έντιμοι και παραγωγικοί υπάλληλοι στις Πολεοδομίες, τις Εφορίες, τη Δίωξη Λαθρεμπορίου Καυσίμων, τις Διευθύνσεις Προμηθειών των Ενόπλων Δυνάμεων κ.ο.κ.! Είναι προφανές ποιους βολεύει να συζητάμε στη χώρα αυτή για τους υπαλλήλους, χωρίς μάλιστα να κάνουμε τίποτα, να μη συζητάμε όμως ποιοί ακριβώς κέρδισαν δηλητηριάζοντας τα ποτάμια μας και τινάζοντας στον αέρα τα νοσοκομεία μας, πως βρέθηκε με τη BMW o πιτσιρικάς της διπλανής πόρτας, από πού ξεφύτρωσαν τα χιλιάδες οικοκτόνα τζιπ-νεκροφόρες στους δρόμους μας, οι θεόρατες όσο και ακαλαίσθητες βίλες στις παραλίες και τα βουνά μας, όλος αυτός ο ορατός και αφορολόγητος πλούτος, όπου κατέληξε το μεγαλύτερο μέρος και από τα περίφημα ΚΠΣ, αφήνοντας στα πρόθυρα της καταστροφής τη χώρα.


Από την ένωση στη διάσπαση της Ευρώπης;

Τις τελευταίες εβδομάδες, με τη συζήτηση για το ενδεχόμενο οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα, αναφέρθηκε ο όρος της συνθήκης του Μάαστριχτ που απαγορεύει την οικονομική βοήθεια μέλους της ευρωζώνης από τα άλλα μέλη. Ας αφήσουμε προς στιγμήν τις ήδη ορατές οικονομικές συνέπειες μιας τέτοιας πρόβλεψης. Και μόνο η συμπερίληψή της στη συνθήκη φανερώνει τον τερατώδη χαρακτήρα του σημερινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αυτό βέβαια απεκρύβη την εποχή της έγκρισης της συνθήκης μόνο και μόνο γιατί η παγκόσμια οικονομία γνώρισε ένα τεράστιο μπουμ επί δύο δεκαετίες και γιατί ολόκληρη η ανθρωπότητα τάχασε από τον απόηχο της σοβιετικής κατάρρευσης. Πως είναι δυνατόν να φτιάξεις μια ενωμένη Ευρώπη, μια ‘Ενωση, ή ένα ενωμένο οτιδήποτε, ξεκινώντας από την απαγόρευση της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών και λαών της ‘Ενωσης;

Φυσικά και δεν είναι δυνατό. Αν υπάρχει ένας τέτοιος όρος, είναι γιατί αντανακλά την πραγματική πρόθεση των συντακτών της συνθήκης του Μάαστριχτ, που δεν ήταν να φτιάξουν μια δημοκρατική ευρωπαϊκή ομοσπονδία, αλλά να θεσμοποιήσουν μια Αυτοκρατορία του Χρήματος, της Παγκοσμιοποίησης και των Τραπεζών, o μηχανισμός της οποίας είναι η σταδιακή κατάργηση όλων των φραγμών στην αύξηση του περιθωρίου κέρδους και η «καρδιά» της οποίας πάλλεται περισσότερο εκτός, παρά εντός Ευρώπης (γι’ αυτό άλλωστε και η συνθήκη εγκαθίδρυσης της ΟΝΕ περιέχει και όρο υποταγής στο ΝΑΤΟ!).

Εν ονόματι της υπερεθνικής ολοκλήρωσης, απήχθη εθνική κυριαρχία, υπό τη μορφή ιδίως νομισματικής πολιτικής και προστατευτικών φραγμών από τα έθνη-κράτη της Ευρώπης, αλλά αυτή η κυριαρχία δεν επανεμφανίσθηκε σε κάποιο δημοκρατικό υπερεθνικό κέντρο. Μέσω των κανόνων λειτουργίας του κοινού νομίσματος και με εργαλείο την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η κυριαρχία μεταφέρθηκε στις «αγορές», σε ένα πολύ περιορισμένο δηλαδή αριθμό «ευρωατλαντικών» χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τύπου Γκόλντμαν Ζακς και Μούντις. Είναι οι «αγορές» που υποχρέωσαν το 2008 τα κράτη να τις σώσουν με δημόσιο χρήμα και αγωνίζονται τώρα να αναγκάσουν τους Ευρωπαίους εργαζόμενους να πληρώσουν το χρέος που δημιούργησε η σωτηρία τους.

Οι Γάλλοι δέχθηκαν να υποδουλωθούν με τη συνθήκη του Μάαστριχτ στο παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο γιατί τους έσκιαζε ο υφέρπων, σχεδόν παθολογικός φόβος τους μιας ισχυρής Γερμανίας. Οι Γερμανοί επέβαλαν αυτή την ανοησία γιατί τους έσκιαζε ο φόβος του πληθωρισμού που κατέστρεψε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, γιατί ήθελαν να είναι Ευρωπαίος ηγεμόνας αλλά όχι και να πληρώνουν κάτι τις και γιατί εμπιστεύονταν τις εξαγωγικές τους ικανότητες για να ευημερήσουν στο περιβάλλον του πιο αχαλίνωτου παγκόσμιου ανταγωνισμού.

Μη αλληλεγγύη μεταξύ των μελών, αλλά και μη εναρμόνιση κοινωνικών και φορολογικών στάνταρτς, κατάργηση όλων των προστατευτικών φραγμών, κατάργηση ακόμα και των εργαλείων έμμεσου προστατευτισμού όπως η νομισματική πολιτική και, στην κορωνίδα όλων αυτών ένα ευρώ ισχυρό από το ίδιο το «σύνταγμα» της ‘Ενωσης, απαγόρευση επεκτατικής οικονομικής πολιτικής μέσω του συμφώνου σταθερότητας, σταδιακή κατάργηση της κοινής αγροτικής και των πολιτικών συνοχής, διαρκής διεύρυνση με συμπερίληψη όλο και πιο φτωχών χωρών. Με δύο λόγια μια ‘Ενωση που κατεδαφίζει το κοινωνικό κράτος της Ευρώπης, οργανώνοντας τον ανταγωνισμό από την αγορά εντός και εκτός των συνόρων της, δια της εξίσωσης προς τα κάτω.

Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Η Κίνα ξεπέρασε ακόμα και τη Γερμανία ως πρώτη εξαγωγική δύναμη παγκοσμίως, όσο για τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου κατακλύζονται από έναν συνδυασμό γερμανικών και κινεζικών εξαγωγών που έπνιξε τη βιομηχανία τους. Για να ανταπεξέλθουν, οι νότιες χώρες δανείστηκαν, το δημόσιο στην Ελλάδα, οι ιδιώτες στην Ισπανία και τώρα δεν έχουν να πληρώσουν τα δανεικά και απειλούνται με κατάρρευση. Αλλά δεν είναι μόνο οι «διεφθαρμένοι ‘Ελληνες» (από τη Ζήμενς παρεπιπτόντως!) που έχουν το πρόβλημα, τα τελευταία στοιχεία για το σύνολο της ευρωζώνης αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να ανακάμψει η ευρωπαίκή οικονομία στο σύνολό της.

Οι ευρωπαϊκοί λαοί εκφράζουν άλλωστε όλο και μεγαλύτερη δυσφορία με μια ‘Ενωση που τους «φόρεσαν» καπέλο και στην οποία αποδίδουν ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος των δεινών τους. Ανοχύρωτη απέναντι στα κινέζικα εμπορεύματα, η ‘Ενωση είναι εξίσου ανοχύρωτη απέναντι στα νομισματικά παιχνίδια της Ουάσιγκτον και ένα δολλάριο που έχει πίσω του κυβέρνηση και ιδία βούληση.

Η παρούσα κρίση είναι η σοβαρότερη στην ιστορία του ευρώ και απειλεί να θέσει την Ευρώπη προ του διλήμματος είτε μιας ριζικής αναδιάρθρωσης των κανόνων του Μάαστριχτ, αλλά και αναθεώρησης των παγκόσμιων κανόνων απόλυτα ελεύθερης ροής κεφαλαίων και εμπορευμάτων, που εφαρμόζονται τα τελευταία σαράντα χρόνια, είτε μιας καταστροφής της ευρωζώνης.

Στην Ελλάδα το μείγμα είναι ιδιαιτέρως εκρηκτικό γιατί η οικονομική κρίση συνδυάζεται αφενός με πλήρη εσωτερική κατάρρευση κράτους και κοινωνίας, αφετέρου με έντονες γεωπολιτικές πιέσεις από Κύπρο μέχρι Βόρειο Ελλάδα, καθιστώντας πιθανή την εμφάνιση «χαοτικών» εξελίξεων. Τέτοια χαοτική περιδίνηση την καθιστά πιθανότερη η εμφανής αδυναμία και αστάθεια ενός «εικονικού» πολιτικού συστήματος που, όχι μόνο δεν μπορεί να διαχειρισθεί την κρίση της χώρας, δεν διαθέτει άλλωστε ούτε τα διανοητικά εργαλεία για να την αναλύσει, αλλά και κινδυνεύει να προκαλέσει κολάπς, κατάρρευση του συστήματος δια των άναρχων ταλαντώσεών του σε διάφορες κατευθύνσεις.

Μια χώρα σε αυτή την κατάσταση πρέπει να βρει τον τρόπο να αλλάξει γρήγορα στο εσωτερικό, αλλά και να αναζητήσει από μηχανής θεούς στο εξωτερικό, καθιστώντας την ασυναγώνιστη γεωπολιτική της θέση από πρόβλημα προσόν. Η Αθήνα θάπρεπε τώρα να διευρύνει στον μέγιστο βαθμό και με έξυπνο τρόπο όλες τις σχέσεις της με τη Μόσχα και το Πεκίνο, κάτι που προσκρούει βέβαια μονίμως στον επαρχιωτισμό και την υποτέλεια στις ΗΠΑ της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελληνικών «ελίτ», στην αδυναμία του ελληνικού κράτους να διαπραγματευθεί διεθνώς.

Δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσουμε να αποφύγουμε ορισμένες τουλάχιστο από τις καταστροφές που μας απειλούν. Τουλάχιστο όμως και ελλείψει μετρητών, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τα προβλήματά μας και τις πιθανές λύσεις. Η σκέψη, η στρατηγική ευφυία είναι το πιο φτηνό και πιο αποτελεσματικό όπλο μιας χώρας και μιας κοινωνίας.
15.2.2010
Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό HellenicNexus του Μαρτίου 2010

Δευτέρα, 15 Μαρτίου 2010

ΕΛΛΑΔΑ, ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Πριν από είκοσι χρόνια, άρτι ενοποιηθείσα, η Γερμανία, στην πρώτη πράξη “στρατηγικής ενηλικίωσής” της, “αποτέλειωσε” την πολυεθνική, ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία, επιβάλλοντας στους εταίρους της την αναγνώριση των Δημοκρατιών. Το αποτέλεσμα ήταν, πρώτον, μια αλυσσίδα πολέμων που κατέστρεψαν τη Βαλκανική, χωρίς να λύσουν κανένα της πρόβλημα, δεύτερο, ο θάνατος, εν τη γενέσει της, της κοινής εξωτερικής-αμυντικής πολιτικής της Ευρώπης και, τρίτο, η πανηγυρική επιστροφή των ΗΠΑ σε ρόλο απολύτου κυρίαρχου στη ΝΑ Ευρώπη.

‘Όλα αυτά όμως θα μοιάζουν με απλό πταίσμα, συγκρινόμενα με όσα μπορεί να συμβούν τώρα, ως αποτέλεσμα του δογματικού και ακραία εγωϊστικού και κοντόφθαλμου τρόπου με τον οποίο το Βερολίνο, υπερασπίζεται τους κανόνες του Μάαστριχτ, διατεθειμένο, κατά τα φαινόμενα, να ρίξει έναν ή περισσότερους εταίρους του, και μάλιστα του “σκληρού πυρήνα”, της Ευρωζώνης, στον “Καιάδα” μιας οικονομικής και κοινωνικής καταστροφής.

Τώρα, με την “ελληνική”, αύριο με την “ισπανική”, “πορτογαλλική” ή κάποια άλλη κρίση, το διακύβευμα δεν είναι απλώς η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική και η μοίρα των Βαλκανίων, αλλά η ίδια η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης που κινδυνεύει να πεθάνει, μαζί με το κοινό νόμισμά της, όπως ήδη σημειώνουν οι πιο οξυδερκείς πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές στην Ευρώπη και διεθνώς. Αν το 1990-91, η γερμανική πολιτική εδραίωσε τον… ρόλο των ΗΠΑ στην ΝΑ Ευρώπη, η σημερινή γερμανική πολιτική οδηγεί στην σταθεροποίηση για δεκαετίες του κλονιζόμενου σήμερα ηγεμονικού τους ρόλου στα ευρωπαϊκά, αν όχι παγκόσμια πράγματα Τέτοια κολοσσιαία, ιστορικά σφάλματα δεν είναι πρωτόγνωρα στη γερμανική ιστορία: σήμερα το Βερολίνο υπερεκτιμά την οικονομική του δύναμη, όπως υπερτίμησε τη στρατιωτική του στις δεκαετίες του 1910 και 1930, συμβάλλοντας στην καταστροφή της Ευρώπης και της ίδιας της Γερμανίας με τους δύο παγκοσμίους πολέμους.

Το Βερολίνο είναι το κυρίως ωφελημένο από την καθιέρωση του κοινού νομίσματος και τον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ, αρνείται όμως τώρα να “βάλει το χέρι στην τσέπη” για να στηρίξει τους πιο αδύναμους. Δεν υπερασπίζεται την Ευρώπη ούτε εξωτερικά, απέναντι στις επιθέσεις των κυριαρχούμενων από τους Αγγλοαμερικανούς διεθνών τραπεζών και του χρηματιστικού κεφαλαίου, που ονομάζονται ευσχήμως “αγορές”. Δεν την υπερασπίζεται ούτε εσωτερικά, όχι μόνο αρνούμενη να συμπαρασταθεί, αλλά και λοιδορώντας, έναν υποτιθέμενο εταίρο της, την Ελλάδα, τη στιγμή που αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης.

Η Γερμανία έχει δίκηο όταν υποστηρίζει ότι, ενεργώντας έτσι, υπερασπίζεται τους κανόνες του Μάαστριχτ, που απαγορεύουν κάθε αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια μεταξύ των μελών της ΕΕ και επιβάλλουν, εις τον αιώνα τον άπαντα, μια νομισματική πολιτική που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Οι κανόνες αυτοί ανταποκρίνονται στα γερμανικά συμφέροντα, όπως τα αντιλαμβάνονται οι κυρίαρχοι τουλάχιστο κύκλοι του Βερολίνου και, κυρίως, ανταποκρίνονται στα συμφέροντα των τραπεζών και εν γένει κατόχων χρηματιστικού κεφαλαίου. Τα δικά τους κέρδη εγγυάται το Μάαστριχτ, σε συνδυασμό με το οικοδόμημα πλήρους απελευθέρωσης των ανταλλαγών κεφαλαίου και εμπορευμάτων, που απαγορεύουν άμεσα και έμμεσα στους Ευρωπαίους να ασκήσουν πληθωριστική, κεϋνσιανή, αντικυκλική πολιτική όταν χρειάζεται, αλλά και να αμυνθούν απέναντι στον εξωτερικό οικονομικό ανταγωνισμό, από τις ΗΠΑ ή την Κίνα.

Υποστηρίζοντας όμως, ορθώς, ότι τη σημερινή πολιτική της την υπαγορεύει το ίδιο το Μάαστριχτ, που πρέπει να τηρείται ως Ευαγγέλιο, το Βερολίνο αποκαλύπτει άθελά του τον τερατώδη χαρακτήρα του σημερινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος, κοινή λογική φτάνει, για να καταλάβει ότι καμιά ‘Ενωση, κανενός είδους, ανθρώπων, λαών, κρατών, οτιδήποτε, δεν μπορεί να μακροημερεύσει στηριγμένη στην … απαγόρευση της αλληλεγγύης! Οι λαοί της Ευρώπης δεν συγκατατέθηκαν στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης για να … καταστραφούν, συγκατατέθηκαν για να αποκτήσουν περισσότερη ασφάλεια και ευημερία.

Στέλνοντας τους εταίρους της να … κόψουν το κεφάλι τους στην πρώτη δυσκολία, η γερμανική ηγεσία απονομιμοποιεί η ίδια, σε μεγάλο βαθμό, και την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης και την ιδέα του κοινού νομίσματος και τη δική της φιλοδοξία να ηγείται της Ευρώπης. Ο μόνος λόγος που απομένει στα πληττόμενα μέλη της ευρωζώνης να παραμένουν σε αυτή, είναι ο φόβος από τις συνέπειες μιας αποχώρησης (και διάφορα ιδιοτελή συμφέροντα ιθυνόντων κύκλων τους). Για πόσο καιρό όμως θα είναι επαρκής, ιδίως στην πιθανή περίπτωση εμβάθυνσης της οικονομικής κρίσης, που θα οδηγήσει σε “λατινοαμερικανοποίηση” μεγάλων περιοχών της Ευρώπης; ‘Όπως και στον Εικοστό Αιώνα, η Γερμανία θα πληρώσει και η ίδια τελικά το τίμημα του εγωϊσμού της, πολιτικά υπονομεύοντας τον ρόλο της, οικονομικά στραγγαλίζοντας τους αγοραστές των προϊόντων της, αλλά κινδυνεύει να το συνειδητοποιήσει όταν θα είναι πολύ αργά για να επανορθώσει.

Είναι προφανές ότι η ελληνική κρίση δεν έχει να κάνει μόνο ή κύρια με τα καθόλου ασήμαντα εσωτερικά προβλήματα της χώρας και το ίδιο το υπάρχον πολιτικό σύστημα, πηγή απέραντης διαφθοράς και ίσως σημαντικότερη από την Τουρκία απειλή για τη χώρα. Αυτοί είναι παράγοντες που προσδιορίζουν όμως τη μορφή, τον χρόνο εκδήλωσης, τις δυνατότητες απάντησης στην κρίση, δεν είναι εκεί το αίτιό της, όπως αποδεικνύει η εμφάνισή της στην Ισπανία, την Πορτογαλία και αλλού. Στην Ελλάδα μπορεί να εκδηλώνεται ως κρίση δημόσιου χρέους, στην Ισπανία ιδιωτικού, εκδηλώνεται όμως παντού. Αντανακλά την μακροχρόνια αδυναμία των πιο αδύνατων μελών της ‘Ενωσης να ανταπεξέλθουν στο περιβάλλον αφενός μιας νομισματικής πολιτικής κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της Γερμανίας και των διεθνών τραπεζών, αφετέρου στην άρση κάθε εξωτερικού προστατευτικού φραγμού της ευρωζώνης.

Η «εσωτερική» λειτουργία του κοινού νομίσματος, ελλείψει αντισταθμιστικών μηχανισμών, οδηγεί σε διαρκή μεταφορά υπεραξίας από τον ευρωπαϊκό νότο στον βορρά. Η «εξωτερική» λειτουργία μιας ευρωζώνης που έχει οικειοθελώς απαγορεύσει στον εαυτό της κάθε προστασία από τον βορειοαμερικανικό και κινεζικό ανταγωνισμό, οδηγεί στην καταστροφή της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας, αρχής γενομένης από τους πιο αδύνατους. Η βιομηχανία μας μεταναστεύει από τη Βόρειο Ελλάδα στα Βαλκάνια, οι τουρίστες αποφεύγουν τη χώρα του ακριβού ευρώ, προτιμώντας τα τουρκικά παράλια. Το πρόβλημα θα επιδεινωθεί με τον τερματισμό οσονούπω των πολιτικών συνοχής. Το δικό μας, εσωτερικό δομικό ζήτημα ασφαλώς παρόξυνε, δεν είναι αυτό όμως που δημιούργησε το ζήτημα.

Τα προβλήματα αυτά δεν τα αντιμετωπίζει μόνο η Νότια Ευρώπη, τα διακρίνει και τα αντιμετωπίζει και η περισσότερο κεντρική, μητροπολιτική Γαλλία. Είναι στη ρίζα της απόρριψης από τον γαλλικό λαό του ευρωσυντάγματος το 2005. Σημαντικοί Γάλλοι διανοούμενοι έκτοτε έχουν επισημάνει το αδέξοδο στο οποίο οδηγείται η ευρωζώνη. Ο δημογράφος Εμανουέλ Τοντ, από τους αρχιτέκτονες της πολιτικής στρατηγικής των γκωλικών τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά και ο πρώην διευθυντής της Μοντ Ντιπλοματίκ Μπερνάρ Κασέν για παράδειγμα υπογραμμίζουν ότι είναι αδύνατο στην παραγωγική και κοινωνική Ευρώπη να επιβιώσει χωρίς κάποιας μορφής προστατευτισμό. Η εμμονή στους σημερινούς κανόνες της ευρωζώνης οδηγεί και προϋποθέτει ολοκληρωτισμό, υποστηρίζει ο Τοντ, που προτείνει στο Παρίσι να απαιτήσει από το Βερολίνο τη ριζική μεταρρύθμιση της ευρωζώνης, απειλώντας το με αποχώρηση σε αντίθετη περίπτωση. Ο γνωστός Γάλλος οικονομολόγος Ζακ Σαπίρ υποστηρίζει μια “ημιεπιστροφή” στα εθνικά νομίσματα, με την επιστροφή σε μερικώς μετατρέψιμα, μέσω του ευρώ και, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, εθνικά νομίσματα. O φιλελεύθερος οικονομολόγος Μωρίς Αλλέ, βραβείο Νόμπελ Οικονομίας, τονίζει ότι η Ευρώπη οδηγείται σε καταστροφή με το υπερφιλελεύθερο σύστημα ανταλλαγών και την κατάργηση της κοινοτικής προτίμησης από τις Βρυξέλλες.

Μέχρι τώρα, οι ιδέες αυτές δεν μπορούσαν να εφαρμοσθούν, γιατί δεν υπήρχε πίσω τους πολιτική βούληση. Θα είναι μεγάλη κατάρα, τραγωδία για τον ελληνικό λαό αν, εξαιτίας του τρόπου που το πολιτικό σύστημα διαχειρίζεται τη χώρα, πληρώσουμε με το τίμημα της καταστροφής μας την αναγκαία ενέργεια για μια μεταρρύθμιση του ευρώ, που ίσως θα γίνει, αν γίνει, όταν θα είναι πολύ αργά για να επωφεληθούμε από αυτή.

Επίκαιρα, 11.3.2010