Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

H ΤΟΥΡΚΙΑ ΔΡΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΚΑΡΠΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΤΗΣ (και της αδυναμίας των γειτόνων της)

Οι Ισλαμιστές και το όνειρο ανασύστασης της Αυτοκρατορίας

Στρατηγική αξία αποδίδει αριθμός αναλυτών στην τουρκική απόφαση ματαίωσης της ισραηλινής συμμετοχής σε στρατιωτική άσκηση στο Ικόνιο, ταυτόχρονα με τη σύναψη στρατηγικής συμφωνίας ‘Αγκυρας-Δαμασκού. Στρατηγική για τη διεθνή τοποθέτηση της ‘Αγκυρας, αλλά και τον εσωτερικο συσχετισμό δυνάμεων ισλαμιστών/στρατιωτικών. Ενδεικτική επίσης της αυξανόμενης αυτοπεποίθησης μιας Τουρκίας, που βρίσκεται τώρα εν τω μέσω της πιο φιλόδοξης, πολύπλευρης διπλωματικής καμπάνιας της ιστορίας της, σε όλα τα μέτωπα, πιστή στο «αξίωμα» Νταβούτογλου, «μηδέν προβλήματα με τους γείτονες» (αν και, παρατηρεί ειρωνικά σχολιαστής στον Anatolian, δεν είναι και πολύ δύσκολο να πετυχαίνεις «μηδέν προβλήματα» όταν οι γείτονες συνθηκολογούν!). Κορωνίδα των πρωτοβουλιών της, η ‘Αγκυρα επιδιώκει να είναι το άνοιγμα του δρόμου για τη διευθέτηση του κουρδικού και η παράκαμψη των εμποδίων για την ένταξή της στην ΕΕ τον Δεκέμβριο.

Ορισμένοι Ισραηλινοί αναλυτές διερωτώνται τώρα αν η πολιτική υποστήριξή τους προς την Τουρκία δεν βοήθησε στην ανάδυση ενός «τέρατος». Ανακαλύπτουν με κάποια έκπληξη, ότι ο «νεοοθωμανισμός» μπορεί να μην είναι ακριβώς ανατολίτικη γραφικότητα, ούτε μόνο «κρίση μεγαλείου» της ελίτ μιας πολύ φτωχής και υπανάπτυκτης χώρας, που θέλει να αντισταθμίσει, πολιτικο-ψυχολογικά, την καθυστέρησή της με τη νοσταλγία της Αυτοκρατορίας. Η ισραηλινή Χααρέτζ μοιάζει να ταλαντεύεται ανάμεσα στην ειρωνεία και την ανησυχία, καθώς ανακαλύπτει τις «ιμπεριαλιστικές τάσεις» της ‘Αγκυρας που αποτυπώνονται στην «ειδική αποστολή», το «ειδικό βάρος που φέρει ο Τούρκος», έκφραση που χρησιμοποιούν οι Τούρκοι ιθύνοντες της ‘Αγκυρας, αποτυπώνοντας τη φιλοδοξία ενός «ειδικού ρόλου» σε όλη την περιοχή και τον ισλαμικό κόσμο. «Μας χρειάζεστε περισσότερο από εμάς», είναι το χαρακτηριστικό (αμετροεπές) μήνυμα της ‘Αγκυρας προς τις Βρυξέλλες, που σηματοδοτεί και την πρόθεσή της να ενταχθεί στην ‘Ενωση με τους δικούς της όρους. Φιλοδοξία που διατρέχει τη νεώτερη τουρκική ιστορία, παρά την αποκήρυξη της Αυτοκρατορίας από τον Κεμάλ, έκδηλη σε πολιτικούς όπως οι Μεντερές, Οζάλ, Τζεμ. Και που μοιάζει τώρα πιο κοντά από ποτέ στην υλοποίηση. Τηλεφωνικές συνομιλίες Γκιούλ με Ομπάμα (για κυπριακό) και Μεντβέντιεφ, συμφωνίες αγωγών, ταξίδια στα Βαλκάνια, πατρονάρισμα Σκοπίων για την ενταξιακή τους πορεία και Βόσνιων Μουσουλμάνων που επιδιώκουν «ισχυροποίηση» τοιυ βοσνιακού κράτους, είναι ο απολογισμός μιας βδομάδας - «ζαλίζεται» κανείς και μόνο να παρακολουθήσει πια την τουρκιή διπλωματική δραστηριότητα.

Μετά το 1945 η Τουρκία υπήρξε το «μακρύ χέρι» των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και βασικό ανάχωμα απέναντι στην ΕΣΣΔ (έστω και αν διέθετε και τότε πολύ σημαντικότερο βαθμό αυτονομίας από το ελληνικό κράτος-προτεκτοράτο, που άφησε κληρονομιά σε μας ο εμφύλιος, μια διαφορά που υπήρξε καταλυτική για τις ελληνικές ήττες του 1955, 1960, 1974). Η ‘Αγκυρα εξακολούθησε να βλέπει τον εαυτό της σε μεγάλο βαθμό υπό αυτό το πρίσμα και μετά το 1989-91. Η «διείσδυσή» της σε Υπερκαυκασία, Κεντρική Ασία και Βαλκάνια, υπό τη σημαία και τα σύμβολα του «τουρκισμού» και του «γκρίζου λύκου», προς αναζήτηση της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής «λείας» που άφησε «ορφανή» η σοβιετική αυτοδιάλυση, ήταν ταυτόχρονα και δυτική, αμερικανική διείσδυση. Για να την ενισχύσουν στον ρόλο αυτό, ΗΠΑ και Ισραήλ τη συνέδραμαν παντοιοτρόπώς στην εξουδετέρωση των Κούρδων (σύλληψη Οτσαλάν) και το άνοιγμα του δρόμου προς την ΕΕ (1999). Η «ευρωπαϊκή προοπτική» ήταν κάτι στο οποίο δεν μπορούσε (ακόμα κι αν δεν την ήθελε) να πει όχι ο στρατός και μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οι ισλαμιστές διεκδικώντας την εξουσία.

Η απόφαση της ‘Αγκυρας το 2003 να μην επιτρέψει τη διέλευση των αμερικανικών στρατευμάτων εισβολής στο Ιράκ από το έδαφός της, υπήρξε το πρώτο σημαντικό βήμα, τομή στον δρόμο για μεγαλύτερη ανεξαρτησία, αυτονομία και διεθνή επανατοποθέτηση. (Προς κατάπληξη πολλών δικών μας, που δεν μπορούν, ούτε θέλουν να φαντασθούν ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, το τουρκικό «‘Οχι» του 2003 προκάλεσε μεν φοβερή οργή στην Ουάσιγκτων, τελικά όμως απέδωσε το πολλαπλάσιο στην Τουρκία πολιτικο-διπλωματικά). Τώρα, η ρήξη με το Ισραήλ, η εντυπωσιακή προσέγγιση με Συρία και Ρωσία (προϊόν της οποίας πρέπει να θεωρηθεί ο ετεροβαρής, υπέρ της ‘Αγκυρας, συμβιβασμός με την Αρμενία) συνιστούν ολοκλήρωση μιας πορείας σχετικής αυτονόμησης και ανεξαρτοποίησης, που ξεκίνησε το 2003 και συνδέθηκε με την ισλαμική άνοδο και την τόνωση της «μεσανατολικής» ταυτότητας.

Βεβαίως, τα βήματα αυτά γίνονται κάπως εκ του ασφαλούς, αλλά και στηρίζονται περισσότερο στην επιδέξια εκμετάλλευση των αδυναμιών και δυσκολιών των άλλων, παρά στην προβολή μιας γνήσιας γεωπολιτικής ή οικονομικής ισχύος. Ομπάμα και Μπρεζίνσκι, στην προσπάθειά τους να «διορθώσουν» τη μεσανατολική πολιτική των νεοσυντηρητικών, που διέλυσε τη Μέση Ανατολή και τους άφησε χάος στην Αραβία και ισχυρό, ανερχόμενο Ιράν, χρειάζονται απολύτως την Τουρκία, ως αντιστάθμισμα και της Τεχεράνης και των Ισραηλινών. Αυτή η συνθήκη επιτρέπει στην ‘Αγκυρα των Νταβούτογλου και Ερντογάν τη δημόσια ρήξη, χωρίς δυσανάλογο κόστος, με το Ισραήλ. Αλλά φέρνει και σε δύσκολη θέση τους Τούρκους στρατιωτικούς - δεν μπορούν πολιτικά να υπερασπιστούν τους Ισραηλινούς, αλλά φαίνεται ότι έχουν εκχωρήσει πια στην κυβέρνηση βασικές αρμοδιότητες χάραξης στρατηγικής και αμυντικής πολιτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρχικά, η Τουρκία δεν έδωσε καμιά εξήγηση για τη ματαίωση της ισραηλινής συμμετοχής στην άσκηση. ‘Ηταν ο Νταβούτογλου που τη συνέδεσε με τη Γάζα.

Πολιορκημένη και λιμοκτονούσα, η Γάζα έχει γίνει το σύμβολο της ανημπόριας και διαφθοράς όλου του αραβικού κόσμου. Τα κέντρα της παληάς του δόξας έχουν διαλυθεί. Ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη των Αράβων, το Ιράκ είναι διαμελισμένο ερείπιο. Η Αίγυπτος είναι μια χώρα που έχει καταρρεύσει σε τέτοιο σημείο που και οι ίδιοι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, η μόνη δημοφιλής πολιτική δύναμη, με ικανότητα κινητοποίησης εκατομμυρίων, δεν επιθυμούν να διεκδικήσουν την εξουσία (γιατί, όπως οι ίδιοι λένε, «δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε, δεν έχουμε σχέδιο για τη χώρα», λέει παρατηρητής με άριστη γνώση των μεσανατολικών πραγμάτων. Η Αλγερία της μεγάλης Επανάστασης ζει κι αυτή καιρούς παρακμής. Ο αραβικός ισλαμισμός είναι ριζοσπαστική δύναμη αντίστασης, στρέφονται σε αυτόν για στήριξη και αντίσταση οι μουσουλμανικοί λαοί, δεχόμενοι επιθέσεις, δυσκολεύεται όμως να προτείνει όραμα για το μέλλον, στους καιρούς του ‘Ιντερνετ και του Αλ Τζαζίρα. Αυτό το «κενό» εκμεταλλεύεται η Τουρκία για να «σβήσει» τις αναμνήσεις του αποικιακού παρελθόντος της και να εμφανισθεί αξιόπιστος «εκπρόσωπος», ηγέτης ενός αραβομουσουλμανικού κόσμου που βιώνει οδυνηρά ιστορικό αδιέξοδο. (Η Αθήνα είχε κάποτε ισχυρότατα ερείσματα και μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο στην περιοχή, το έχει όμως προ πολλού εγκαταλείψει ή διασπαθίσει).

Βεβαίως, υπάρχει και άλλη όψη του νομίσματος. Η ‘Αγκυρα εξακολουθεί να στηρίζεται στη γεωπολιτική της «πρόσοδο», όχι στις πραγματικές προόδους της κοινωνίας και της οικονομίας της, μεταφέρει, δεν παράγει ενέργεια, «αυτοδιαφημίζεται» ως μεγάλη δεξαμενή φθηνού (και άγρια εκμεταλλευόμενου) εργατικού δυναμικού. Οι «ευρωπαϊκές φιλοδοξίες» της έχουν να κάνουν περισσότερο με τη συμμετοχή της τουρκικής ελίτ σε ένα ισχυρό κλαμπ, πολύ λιγότερο έως καθόλου με την αφομοίωση των μεγάλων επιτευγμάτων του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα αν το κουρδικό άνοιγμα θα ενισχύσει ή θα εξασθενήσει μακροχρόνια τη συνοχή της. Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις με την περιφέρειά της εξασθένησαν, υφίσταται όμως μεγάλο λανθάνον δυναμικό επαναφοράς τους. Το Ισραήλ παραμένει πολύ υπολογίσιμη δύναμη, και τα γεράκια του, με επιρροή αισθητή στους στενότερους συνεργάτες του Ομπάμα (Μπάιντεν, Κλίντον), δεν έχουν ίσως πει την τελευταία λέξη. Η ‘Αγκυρα θα χρειαστεί μεγάλη μαεστρία και αρκετή τύχη για να πετύχει την ταυτόχρονη «κατάληψη» της Βιέννης και της Βαβυλώνας, χωρίς να «εκραγεί» η ίδια από τις τεράστιες αντιφάσεις που θέλει να «γεφυρώσει» με τη διπλωματική της «υπερεπέκταση». Αναμφισβήτητα όμως, μετετράπη, χάρη στις ικανότητες, τον δυναμισμό και την ανεξαρτησία της ηγεσίας της σε σημαντικότατο διεθνή παίκτη.

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2009

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ: Τουρκία, Ευρώπη και Ελλάδα

Kράτος-ζουρλομανδύας στην Κύπρο

Ξανά στο επίκεντρο ευρωπαϊκής και διεθνούς πολιτικής, οι σχέσεις ΕΕ και Τουρκίας συνιστούν ταυτόχρονα μεγάλη ευκαιρία και μεγάλο κίνδυνο για Ελλάδα-Κύπρο, με αφορμή και την αξιολόγηση του Δεκεμβρίου, όταν λήγει η τριετής παράταση που είχε δοθεί στην ‘Αγκυρα για το άνοιγμα λιμανιών και αεροδρομίων σε κυπριακά σκάφη.

Μεγάλη ευκαιρία είτε για μια πραγματική λύση των σοβαρότατων προβλημάτων που Ελλάδα/Κύπρος έχουν με την γείτονα, είτε για σύμπηξη στρατηγικών συμμαχιών με την καρδιά της μητροπολιτικής Ευρώπης. Ισχυρές πολιτικές δυνάμεις στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστρία, επιδιώκουν να αναστείλουν, επιβραδύνουν ή και ματαιώσουν οριστικά την τουρκική ένταξη. Πολύ εχθρική είναι και η στάση της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών. Ο λόγος αυτός οδηγεί αυτές τις δυνάμεις στο να συμπαρασταθούν ενεργά, για πρώτη φορά, σε ελληνικά-κυπριακά αιτήματα, εάν και εφόσον διατυπωθούν τέτοια αιτήματα και συνδεθούν με την ενταξιακή πορεία (πόσο μάλλον που μπορούν να είναι αιτήματα αυτονόητα, από την άποψη διεθνούς δικαίου, ευρωπαϊκής τάξης και κοινής λογικής). Η ελληνική στάση τώρα μπορεί να καθορίσει αποφασιστικά τη διεθνή θέση της χώρας, αλλά και την πιθανότητα να δούμε μελλοντικά μια ευρωπαϊκή στρατηγική επέκταση στην Αν. Μεσόγειο. Που παραμένει, παρά την ένταξη Ελλάδας-Κύπρου στην ΕΕ, υπό ασφυκτική αγγλοαμερικανική «στρατηγική επίβλεψη».

Αν η συγκυρία συνιστά μεγάλη ευκαιρία, συνιστά και τεράστιο κίνδυνο. Το αμερικανικό ενδιαφέρον για την τουρκική ένταξη είναι τεράστιο. Η Ουάσιγκτον θεωρεί την ένταξη της Τουρκίας προνομιακό εργαλείο για την εξάρτηση εις το διηνεκές της Ευρώπης από τις ΗΠΑ και την αποτροπή οποιασδήποτε δυνατότητας μελλοντικής προσέγγισής της με τη Ρωσία. ‘Οπως υπογραμμίζουν διπλωμάτες στην αμερικανική πρωτεύουσα, πρέπει να θεωρείται δεδομένη η άσκηση ισχυρότατων πιέσεων σε Λευκωσία-Αθήνα, για να «παραμερίσουν» από τον δρόμο της ‘Αγκυρας, «βγάζοντας» από αυτόν κυπριακό και ελληνοτουρκικά. Αποδεχόμενες θολές, επικίνδυνες ρυθμίσεις, παραχωρώντας κυριαρχία, συνομολογώντας τη διάλυση του κυπριακού κράτους σε ιδιόμορφο μόρφωμα, μέσω μιας παραλλαγής του διαβόητου σχεδίου Ανάν. «Καρδιά» της ελληνοτουρκικής στρατηγικής αντιπαράθεσης, το κυπριακό δεν συνιστά το μόνο, συνιστά όμως το δυσκολότερο εμπόδιο για την τουρκική ένταξη.

Γι’ αυτό άλλωστε έχουν κινητοποιήσει όποιον Ευρωπαίο πολιτικό κατάφεραν να βρουν υπέρ της τουρκικής ένταξης, «νεκρανασταίνοντας» και διάφορους «απόστρατους», όπως ο Γάλλος Μισέλ Ροκάρ, στα πλαίσια της Επιτροπής Αχτισάαρι. Θέλουν να δημιουργήσουν πολιτικό αντίβαρο στον Νικολά Σαρκοζί και την ‘Αγκελα Μέρκελ. Σε επίπεδο κυβερνήσεων, ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοεί τον ατλαντικό άξονα, όπως όμως συνέβη και στη διάσπαση της ΕΕ για το Ιράκ, το 2003, σε «Παλαιά» (κάπως ανεξάρτητη) και «Νέα» (ατλαντική) Ευρώπη, οι Σαρκοζί και Μέρκελ φέρουν αφενός το ιστορικό βάρος των δύο χωρών που ίδρυσαν την ‘Ενωση, αφετέρου εκφράζουν τη βούληση των ευρωπαϊκών λαών.

Ο Αχτισάαρι είναι «άνθρωπος ειδικών αποστολών». ‘Οταν το Συμβούλιο Ασφαλείας τον έστειλε να διερευνήσει την σφαγή των Παλαιστινίων στη Τζενίν, αυτός πήρε την εντολή, δεν πήγε όμως ποτέ να κάνει την έρευνα! ‘Ηταν επίσης ο άνθρωπος που μετέφερε στον Μιλόσεβιτς το τελεσίγραφο ότι θα του διαλύσουν τη χώρα από αέρος αν δεν συμφωνήσει στο Κόσοβο. Τώρα τριγυρνάει τον κόσμο, σε στενή συνεργασία με τον ανθέλληνα Σουηδό Υπουργό Εξωτερικών Καρλ Μπιλντ, εξηγώντας γιατί θα ζημιωθεί η Ευρώπη, αν δεν εντάξει την Τουρκία στους κόλπους της και πόσο χαρούμενος θα είναι αν μια μέρα προεδρεύει της ΕΕ ο κ. Γκιουλ. Ενθαρρύνοντας την τουρκική ηγεσία να κάνει όλο και πιο αμετροεπείς δηλώσεις, όπως η τελευταία του Αχμέτ Νταβούτογλου, σύμφωνα με τον οποίο «η ΕΕ έχει μέλλον μόνον καθιστάμενη δύναμη παγκόσμιου διαμετρήματος», κάτι που θα πετύχει μόνο εντάσσοντας την Τουρκία. ‘Η του Ταγίπ Ερντογάν που, όχι μόνο δεν σκέφτεται να κάνει οποιαδήποτε «παραχώρηση» στο κυπριακό, αλλά και επαίρεται δηλώνοντας:

«Καταφέραμε να αλλάξουμε τις ισορροπίες (στην Κύπρο), χωρίς να αποσύρουμε ούτε έναν Τούρκο στρατιώτη. Μας ζητούσαν να αποσυρθούν τα τουρκικά στρατεύματα, αλλά εμείς δεν αποσύραμε ούτε έναν».

Ο Νταβοιύτογλου είναι σαφέστερος, δηλώνοντας: «Θα συνεχίσουμε να πιέζουμε την Ελλάδα για να λυθεί το κυπριακό». Και ο Νταβούτογλου, και ο σημερινός Πρόεδρος Γκιουλ (με παλαιότερη δήλωσή του στον «Κ.τ.Ε.») θεωρούν ότι το κυπριακό είναι θέμα των «μητέρων-πατρίδων», που πρέπει να πιέσουν αποτελεσματικά τα «παιδιά» τους και αποβλέπουν σε πίεση Αθήνας στους Ελληνοκύπριους. Και επειδή, εκτός της Κύπρου, υπάρχει και το Αιγαίο, η Τουρκία δεν περίμενε ούτε 48 ώρες από τις εκλογές προτού παρενοχλήσει ένα σουηδικό αεροσκάφος της Frontex, που πετούσε πάνω από ελληνικό νησί.

Με δεδομένη την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, δηλαδή την αξιοσημείωτη σκλήρυνση της τουρκικής στάσης απέναντι σε Ελλάδα/Κύπρο, μετά την άρση του ελληνικού βέτο στην ένταξη, υψηλά ιστάμενα στελέχη του ελληνικού ΥΠΕΞ εκτιμούν (σχετικές εισηγήσεις είχαν γίνει και προς τον κ.Καραμανλή) ότι επιβάλλεται μια στρατηγική επανεξέταση και αναθεώρηση της ελληνικής στρατηγικής υποστήριξης της τουρκικής ένταξης. Μια τέτοια άποψη παραμένει όμως εξαιρετικά μειοψηφική στην ελληνική ελίτ (μόνον Σημίτης, Αλαβάνος και Βερέμης την υποστήριξαν δημόσια). Οπωσδήποτε δεν είναι η άποψη του νέου Πρωθυπουργού. Ο οποίος θα κληθεί επομένως να καθορίσει νέο, «επικαιροποιημένο», οδικό χάρτη «υποχρεώσεων» για την Τουρκία.

‘Εως τώρα, η Ελλάδα ζητούσε την παραπομπή της διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η θέση αυτή δεν είναι «πλήρης», γιατί μια τέτοια «παραπομπή», «συμπαρασύρει» αναπόφευκτα και το εύρος των χωρικών υδάτων και το ζήτημα των εδαφικών διεκδικήσεων της Τουρκίας στο Αρχιπέλαγος. Με δεδομένη την κατηγορηματική δήλωση του νέου Πρωθυπουργού ότι δεν τίθεται ζήτημα μεταβολής του στάτους κβο στο Αιγαίο και παραχωρήσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων, δεν νοείται παραπομπή στη Χάγη χωρίς προηγούμενη άρση των τουρκικών διεκδικήσεων (μόνο άλλωστε έτσι έχει νόημα, όπως και με άρση του casus belli και του μέσου του, των αποβατικών δυνάμεων απέναντι από τα ελληνικά νησιά). Μέχρι τώρα, η ‘Αγκυρα όχι μόνο δεν φαίνεται διατεθειμένη να πράξει κάτι τέτοιο, αλλά και προσθέτει συστηματικά νέες διεκδικήσεις, που τις υποστηρίζει μάλιστα εμπράκτως με τη δράση της αεροπορίας και του ναυτικιού της.

Ακόμα πιο μπερδεμένα είναι τα πράγματα στην Κύπρο, όπου συνεχίζονται μεν οι διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ, σε περιβάλλον όμως μεγάλης σύγχυσης για το τι επιδιώκει η ελληνική πλευρά και αν οι επιδιώξεις της είναι συμβατές με τις παγκοσμίως καθιερωμένες αρχές κρατικής συγκρότησης. Πολλοί διερωτώνται αν από αυτές τις συνομιλίες θα προκύψει κάπως «φυσιολογικό» κράτος ή ένας «ζουρλομανδύας», συνταγή για να «ξανανοίξει» σύντομα με αιματηρή μορφή το κυπριακό, όπως συνέβη στο παρελθόν με τις συνθήκες του 1960. Υποχρεωτικές εκ περιτροπής προεδρίες (πότε ‘Ελληνας, πότε Τούρκος), στάθμιση ψήφων ανάλογα με την εθνικότητα των κατοίκων (πρωτοφανής παγκοσμίως ρύθμιση), εναλασσόμενες πλειοψηφίες στα όργανα διαιτησίας, ξένοι δικαστές που παρεμβαίνουν στις εσωτερικές διαδικασίες του κράτους, κατάργηση του δικαιώματος αυτοάμυνας και του μέσου του (στρατός), είναι μερικές από τις συζητούμενες ρυθμίσεις, που μοιάζουν να περιγράφουν «δύο κράτη σε συσκευασία ενός». Σε αντίθεση με το 2004, όλα τα κόμματα της Ελλάδας έχουν προτιμήσει να μην τοποθετηθούν επί της ουσίας της συζητούμενης ρύθμισης. Αν όμως η Κύπρος μετατραπεί σε γιγαντιαία ‘Ιμβρο ή Τένεδο, θα απειληθεί ζωτικά και η εθνική ασφάλεια, κυριαρχία και ακεραιότητα της μητροπολιτικής Ελλάδας. Δύσκολη και επείγουσα δουλειά περιμένει τον κ. Παπανδρέου, όχι μόνο στην εσωτερική, αλλά, ακόμα περισσότερο, στην εξωτερική πολιτική τις βδομάδες και τους μήνες που ακολουθούν.

«Κόσμος του Επενδυτή», 10-12-2009