Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Εξ αριστερών ρήγμα στην οιμοφωνία υπέρ της τουρκικής ένταξης

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας όσο καιρό η χώρα αυτή παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, δεν εφαρμόζει καλή γειτονία και κατέχει στρατιωτικά τμήμα κυπριακού εδάφους, ζήτησε με δήλωσή του ο Πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Αλέκος Αλαβάνος, σπάζοντας για πρώτη φορά τη «σχεδόν ομοφωνία» του ελληνικού πολιτικού κόσμου στην υποστήριξη της τουρκικής ένταξης (που συνιστά και κεντρική αμερικανική «απαίτηση»).
«Οι προκλήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο είναι ακραίες, αλλά και η πλήρης απουσία εξωτερικής πολιτικής από την κυβέρνηση της ΝΔ είναι επίσης ακραία και ανησυχητική για τον τόπο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο κ. Αλαβάνος. Η τοποθέτηση του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ σηματοδοτεί μείζονα στροφή στις θέσεις της αριστεράς στα λεγόμενα εθνικά θέματα, αλλά και απηχεί την αποφασιστικότητα του ίδιου να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του σχηματισμού του με μια «φυγή στην πολιτική». Προηγήθηκε άλλωστε αίτημα του Παν. Λαφαζάνη να ανοίξει επιτέλους ο «φάκελος της Κύπρου» και η προειδοποίησή του ότι, ίσως, αυτά που συζητώνται στην Κύπρο, είναι «χειρότερα από το σχέδιο Ανάν».
Μια τέτοια «φυγή στην πολιτική», σημειώνουν πολιτικοί παρατηρητές, συνιστά τομή εν σχέσει με την πολιτική «ισορροπιών» και «καρτέλ τάσεων» που οδήγησε την αριστερά είτε σε «αφωνία» στα θέματα εξωτερικής (και όχι μόνο) πολιτικής, είτε στην ταύτισή της με ένα «λόμπυ» πανεπιστημιακών-στελεχών που θεωρούν πρώτη προτεραιότητα την καταπολέμηση του «ελληνικού εθνικισμού», σε συνθήκες μάλιστα εντεινόμενης τουρκικής επιβουλής και καθημερινών προκλήσεων κατά Ελλάδας-Κύπρου. Η τάση αυτή πρακτικά επικρατούσε μέχρι τώρα στη δημόσια έκφραση της αριστεράς, παρόλο που δεν απηχούσε την πλειοψηφία των στελεχών, ιδίως δε τη βάση της. «Ο Αλαβάνος συνειδητοποιεί σήμερα το προσωπικό και παραταξιακό κόστος του «εύκολου οπορτουνισμού», της προσπάθειας να «μη στενοχωρήσει» κανένα, που οδήγησε την αριστερά να μην παράγει πολιτική, αν δεν βοήθησε να καταστεί αποδιοπομπαίος τράγος», υπογραμμίζει στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, προσθέτοντας: «δεν μπορούμε να χαρίζουμε στους ακροδεξιούς το μονοπώλιο του πατριωτισμού».
Τον ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε το ΚΚΕ που, με δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής και πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα στον «Ριζοσπάστη», κατήγγειλε τις ελληνοτουρκικές στρατιωτικές συνομιλίες για το Αιγαίο στη Σμύρνη ως «μέρος και συνέχεια σχεδίου (ΝΑΤΟϊκής) διευθέτησης» των «διαφορών» στο αρχιπέλαγος, χαρακτηρίζοντας «υποκριτική» τη στάση της κυβέρνησης ότι αναγνωρίζει ως μόνο πρόβλημα την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. (Είναι πάντως τραγικό για την ελληνική πολιτικο-στρατιωτική ηγεσία ότι κανείς δεν είχε κουκούτσι μυαλό να σκεφτεί, αν μη τι άλλο, ότι δεν επιτρέπεται να σε βάζουν να κάνεις τέτοιες συνομιλίες την επέτειο της τουρκικής απόβασης στην Κύπρο και να το δέχεσαι). Το ΚΚΕ βεβαίως θέλει να αμφισβητήσει κάθε χρησιμότητα στην ΕΕ και να διαφοροποιηθεί οπωσδήποτε από τον ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό και επικρίνει επίσης την άποψη ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «χαρτί» της Ελλάδας το βέτο στην τουρκική ένταξη.

Αλλεπάλληλα χαστούκια

Στη Θράκη, τουρκόφωνα έντυπα ζητούν την παραίτηση του Περιφερειάρχη, στο Αν. Αιγαίο και την Κατσελλόριζο πυκνώνουν καθημερινά οι στρατιωτικές προκλήσεις, στην Κύπρο η Τουρκία δηλώνει ότι θέλει τα πάντα δικά της και στην Ευρώπη πολλαπλασιάζονται τα «χαστούκια». Μπιλντ και Φερχόιγκεν αποδίδουν τώρα στην Ελλάδα και στους ‘Ελληνες την ευθύνη για την παρουσία του τουρκικού στρατού στην Κύπρο, αλλά και τη λεηλασία της πολιτιστικής της κληρονομιάς! Οι ίδιοι πολιτικοί δεν θα τολμούσαν να πουν κουβέντα για τους Αρμένιους. Οι Αρμένιοι πολιτικοί και διπλωμάτες δεν ντρέπονται όμως να υπερασπίσουν τη χώρα και τον λαό τους διεθνώς! Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ουδείς καταγγέλλει διεθνώς την Τουρκία για την πολιτική της σε Κύπρο-Αιγαίο. Την ίδια ώρα που δύο μεγάλες εφημερίδες της Ελλάδας, χώρας στην οποία οι ΗΠΑ επέβαλαν το 1967 δικτατορία για να «λυθεί το κυπριακό», δημοσίευαν άρθρα αθωωτικά για το ρόλο της Ουάσιγκτον στο πραξικόπημα κατά Μακαρίου, βρέθηκε στην Κύπρο ένας «λεβέντης», ο Τουρκοκύπριος Λεβέντ, για να θυμίσει με άρθρο του στον «Πολίτη» τις ευθύνες Κίσσινγκερ στην κυπριακή τραγωδία!

"Κόσμος του Επενδυτή", 25.7.2009

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ "ΕΙΣΒΟΛΗ" ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΣΕ ΚΥΠΡΟ-ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε μια από τις αμέτρητες πλέον επιδείξεις αποθράσυνσης, που συναντούν πρακτικά την «μη αντίδραση» της Αθήνας, η ‘Αγκυρα προχώρησε στην δημοσίευση απόφασής της στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την οποία προσδιορίζει τέσσερα σημεία ερευνών σε ελληνική και κυπριακή υφαλοκπρηπίδα νοτίως και ανατολικά του Καστελλόριζου. Η περιοχή μάλιστα ενός από τα σημεία αυτά συμπίπτει μερικά με ζώνη όπου εξήγγειλε έρευνες η Κυπριακή Δημοκρατία. Ταυτόχρονα με τη δημοσίευση των χαρτών, το τουρκικό ναυτικό πραγματοποίησε παραβιάσεις των ελληνικών χωρικών υδάτων γύρω από το Καστελλόριζο.

Διπλωματικοί αναλυτές αποδίδουν τη νέα τουρκική πρόκληση σε ευρύ φάσμα ταυτόχρονων επιδιώξεων της Τουρκίας:

- να παρενοχλήσει τις κυπριακές έρευνες για πετρέλαια, σε μια περιοχή που εμφανίζεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα
- να εγγράψει πάγιες υποθήκες διεκδίκησης στην ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα
- να εντείνει τις πιέσεις σε Λευκωσία-Αθήνα να μη φέρουν αντιρρήσεις στη συνέχιση της τουρκικής ενταξιακής πορείας
- να «πλήξει», «γκριζάρει» τη θαλάσσια περιοχή γύρω από το Καστελλόριζο, που είναι ο στρατηγικός «κρίκος» που συνδέει τον ελληνικό με τον κυπριακό χώρο και, ταυτόχρονα, θεμελιώνει μεγάλα ελληνικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο.
- να πλήξει τον αμυντικό δεσμό Ελλάδας-Κύπρου, ώστε να εντείνει το αίσθημα απομόνωσης των Κυπρίων και το αίσθημα «ωχ αδερφέ με την Κύπρο» των Ελλαδιτών, διευκολύνοντας έτσι την έγκριση μη βιώσιμης λύσης στο κυπριακό, σύμφωνης με τις επιδιώξεις της

Προς το παρόν, στο ελληνικό και κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών η μόνη αντίδραση που αποφάσισαν είναι η ενημέρωση των Ευρωπαίων ομοιλόγων τους κατά το Συμβούλιο της Δευτέρας. Η κυπριακή κυβέρνηση επανέλαβε τη θέση της ότι είναι αδύνατο, υπό τις σημερινές συνθήκες, να ανοίξει το κεφάλαιο «ενέργεια» των τουρκικών ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είχε μπλοκάρει η προκάτοχός της.

Κατά τα άλλα πάντως, η Αθήνα συνεχίζει την ακραία υποτονική στάση της απέναντι και σε αυτή και στον ορυμαγδό πάσης φύσεως τουρκικών προκλήσεων. Η Κυρία Μπακογιάννη περιορίζεται στις δηλώσεις της (που σχεδόν πάντα αρχίζουν με ένθερμη υποστήριξη της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας!) να διαπιστώνει «τουρκική προκλητικότητα» (κάτι που μπορεί να διαπιστώσει και ο τελευταίος αναγνώστης εφημερίδας) και συστήνει «ψυχραιμία», ενώ το Υπουργείο ανακοινώνει ότι οι ενέργειες της Τουρκίας δεν μεταβάλλουν σε τίποτα τη θέση και τα δικαιώματα της Ελλάδας. Υποθέτει κανείς ότι αυτό το τελευταίο δεν το έχουν αντιληφθεί οι Τούρκοι αξιωματούχοι και γι’ αυτό συνεχίζουν απτόητοι την «άσκοπη» πρακτική τους να εγείρουν έργω και λόγω παντός είδους διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου. Κάπου κάπου υπάρχει και η υπόμνηση από την Αθήνα των ενταξιακών «υποχρεώσεων» της Τουρκίας, μόνο που αυτή δεν μεταφράζεται ποτέ σε λήψη πρακτικών μέτρων. Μόλις προ τριών εβδομάδων, Ελλάδα και Κύπρος έσπευσαν να ανοίξουν ένα ακόμα κεφάλαιο (για τη φορολογία) της ενταξιακής διαπραγμάτευσης.

Γεγονός πάντως είναι ότι πέραν των γεωπολιτικών ζητημάτων που σχετίζονται με το κυπριακό, ο εντοπισμός εικαζομένων μεγάλων αποθεμάτων πετρελαίου στην περιοχή της Κύπρου και, εκτιμούν ειδήμονες στη Λευκωσία, ειδικά στην περιοχή που συναντώνται οι υφαλοκρηπίδες Ελλάδας, Κύπρου και Λιβύης, έχει ανοίξει την όρεξη και αμερικανικών εταιρειών όπως η Chevron, αλλά και της ‘Αγκυρας. Βεβαίως, μόνο οι γεωτρήσεις θα δώσουν οριστική απάντηση, σε κάποια όμως από τα θαλάσσια «οικόπεδα» (blogs) οι τρισδιάστατες έρευνες (3D) είναι πολύ θετικές.

Η κυβέρνηση Παπαδόπουλου στην Κύπρο συνήψε συμφωνίες οριοθέτησης της κυπριακής οικονομικής ζώνης αποκλειστικής εκμετάλλευσης (ΑΟΖ) με την Αίγυπτο και τον Λίβανο, που καταχωρήθηκαν στον ΟΗΕ, παρά τις τουρκικές αιτιάσεις. (Η ΑΟΖ «συμπαρασύρει» και την υφαλοκρηπίδα, σε θάλασσες με το βάθος της Μεσογείου). Ο ‘Εχουντ ‘Ολμερτ είχε απαντήσει στη Λευκωσία ότι το Ισραήλ δεν επιθυμεί τέτοια συμφωνία, γιατί δεν έχει ποτέ μέχρι τώρα επισημοποιήσει τα σύνορά του, εντούτοις υιοθετεί, ως θέση αρχής, τη μέση γραμμή για την οριοθέτηση και δεν έχει αντίρρηση σε έρευνες από την Κύπρο στη βάση αυτή.

Η Λευκωσία είχε τότε προτείνει και στην Αθήνα την οριοθέτηση και μεταξύ τους των ΑΟΖ, όπως και με τη Λιβύη, η ελληνική κυβέρνηση προτίμησε να μην προχωρήσει, επικαλούμενη τον φόβο τουρκικών αντιδράσεων. Τελικά και οι αντιδράσεις ήρθαν και η ελληνική ΑΟΖ δεν οριοθετήθηκε. Ανεπιτυχείς ήταν επίσης οι προσπάθειες οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ τόσο με την Αίγυπτο, που χειρίστηκε αρχικά η διεύθυνση Δ1 του Υπουργείου Εξωτερικών και τορπίλισε η ‘Αγκυρα, όσο και με τη Λιβύη, λόγω των τεραστίων απαιτήσεων της τελευταίας.

Αυτό όμως που φάνηκε να αλλάζει ριζικά τα πολιτικά δεδομένα ήταν το ενδιαφέρον αρχικά της αμερικανικής Noble και, ακόμη περισσότερο, της γιγαντιαίας Chevron για τα κυπριακά πετρέλαια. Η Noble υπέγραψε συμφωνία με την Κύπρο για την εκμετάλλευση του «οικοπέδου 12» της κυπριακής ΑΟΖ, ενώ ο ίδιος ο Αμερικανός Πρέσβης στη Λευκωσία προανήγγειλε πρόσφατα την έναρξη εργασιών, προειδοποιώντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς όσους θα ήθελαν να τις «παρενοχλήσουν», όπως συνέβη πέρυσι με την αποστολή τουρκικών σκαφών στην περιοχή, μετά την οποία η κυβέρνηση Χριστόφια έδωσε εντολή στο νορβηγικό ερευνητικό πλοίο να αποχωρήσει. Η Noble υπέγραψε επίσης συμφωνία με το Ισραήλ για εκμετάλλευση κοιτασμάτων αερίου πολύ κοντά στην κυπριακή ΑΟΖ.

Η Chevron, από την πλευρά της, αγόρασε από τη νορβηγική PGS (Petroleum Geo-Services) Geophysical AS που συνεργάζεται με το κυπριακό κράτος δισδιάστατα σεισμικά δεδομένα για μια περιοχή 4795 τετραγωνικών χιλιομέτρων,όπως και δύο αντίγραφα της έκθεσης ερμηνείας σεισμικών δεδομένων από το Υπουργείο Εμπορίου της Κύπρου, καταβάλλοντας άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ. Η γαλλική Beicip – Franlab, συμβουλευτικός οίκος της Κύπρου ετοιμάζει νέα έκθεση αξιολόγησης και ερμηνείας όλων των δεδομένων που προέκυψαν από νέες έρευνες της PGS, η οποία έχει ήδη προχωρήσει σε περαιέρω έρευνες που καλύπτουν έκταση 12.500 τετρ. χλμ.

Γεγονός είναι ότι το δεύτερο σκέλος αδειοδοτήσεων έχει ήδη καθυστερήσει αρκετούς μήνες. Η κυπριακή κυβέρνηση επιδιώκει να εμπλέξει ρωσικές και αραβικές εταιιρείες, συναντά όμως επιφυλάξεις λόγω του μεγάλου βάθους των κοιτασμάτων, ίσως και τουρκικών αντιδράσεων. Οι επόμενοι μήνες θα δοκιμάσουν τόσο την αποφασιστικότητα της Λευκωσίας να συνεχίσει την εκμετάλλευση κοιτασμάτων που ανήκουν πέραν κάθε αμφιβολίας στην Κύπρο, όσο και της Αθήνας να υπερασπιστεί τόσο την ελληνική όσο και την κυπριακή κυριαρχία.

Προς το παρόν, οι πολιτικοί μας δηλώνουν ότι υπάρχει πάντα το «ενιαίο αμυντικό δόγμα» Ελλάδας-Κύπρου, η (πανάκριβη όμως) αφρόκρεμα του ελληνικού ναυτικού έχει διατεθεί στον «δυτικό παράγοντα» για επιχειρήσεις στη Σομαλία και στον Κόλπο. Το ελληνικό ναυτικό και η αεροπορία, που συντηρούνται με τεράστιο κόστος για τον ελληνικό λαό, σπανίως εμφανίζονται στο Καστελλόριζο και ποτέ στην Κύπρο. Αντιθέτως, η αεροπορία και το ναυτικό της Τουρκίας, χώρας που η Αθήνα υποστηρίζει με φανατισμό την ένταξη στην ΕΕ, εμφανίστηκαν μεγαλοπρεπώς στην Κύπρο, για να εορτάσουν την επέτειο της απόβασης στο νησί, πριν από 35 χρόνια.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

Κυπριακό: η γεωπολιτική συμπύκνωση του "ελληνικού προβλήματος"

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου (*)

H Κύπρος είναι από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία στον κόσμο, με τεράστια και προφανή γεωπολιτική σημασία (όπως και γεωοικονομική, λόγω των υδρογονανθράκων της θαλάσσιας περιοχής της). Βρίσκεται σε απόσταση «αναπνοής» από το Τζεϊχάν, κεντρικό κόμβο μεταφοράς των πετρελαίων της Κασπίας (σύμφωνα με τον αμερικανοτουρκικό σχεδιασμό), όπως και από το Ισραήλ, τον Λίβανο, τη Συρία, τη διώρυγα του Σουέζ. Ειδικά από την Κύπρο είναι εφικτή η ηλεκτρονική παρακολούθηση μιας τεράστιας περιοχής, περιλαμβανομένης της Κεντρικής Ασίας, ενώ τεράστια είναι η σημασία των βρετανικών βάσεων για τους πολέμους και τις επεμβάσεις ΗΠΑ και Βρετανίας στη Μέση Ανατολή. Για το Ισραήλ, η Κύπρος είναι ένα είδος στρατηγικής «εφεδρείας». Σε συνδυασμό με την Ελλάδα και ειδικά την Κρήτη, ο ελληνικός χώρος στο σύνολό του (τμήμα του οποίου αποτελεί η Κύπρος, αν τον ορίσουμε με την εθνικότητα της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων του) ελέγχει ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου και την έξοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο, παρεμβάλλεται μεταξύ «Γαλλογερμανίας» και Μέσης Ανατολής και συνιστά ορμητήριο για τις αποικιακές εξορμήσεις στην τελευταία.

Αυτή η «στρατηγική», «γεωπολιτική» εξίσωση είναι μόνιμη και έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην «κακοδαιμονία» των Ελλήνων, όχι σε αντίθεση, αλλά σε αλληλεπίδραση με τις εσωτερικές πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές τάσεις, όπως άλλωστε παγίως συμβαίνει (Η προσπάθεια μηχανικού διαχωρισμού «εσωτερικών» και «εξωτερικών» αιτιών δεν έχει κανένα νόημα στην πραγματικότητα). Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός, έγραφε στην κυβέρνησή του ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα Sir Lyons το 1844, η Ελλάδα θα είναι είτε ρωσική, είτε αγγλική, κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική θα είναι αγγλική. ‘Εναν αιώνα αργότερα, ο εκπρόσωπος της Βρετανικής κυβέρνησης δήλωνε, εννοώντας την Κύπρο, ότι ορισμένες κτήσεις δεν θα γίνουν ποτέ ανεξάρτητες. Οι επεμβάσεις Βρετανών και ΗΠΑ στην Ελλάδα ήταν μόνιμο φαινόμενο μετά το 1821 (των ΗΠΑ μετά το 1947), από την ενδεχόμενη συμμετοχή στη δολοφονία του Καποδίστρια έως την Βρετανική επέμβαση στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1944, άμεσα υπεύθυνη για την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. Μετά το 1947, όταν οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν τον έλεγχο της Ελλάδας και ιδρύουν κατ’ ουσίαν το σύγχρονο ελληνικό κράτος, υπό την υψηλή εποπτεία του Πρέσβη τους Πιουριφόι, οι επεμβάσεις είναι διαρκείς, με κορυφαία την ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου το 1965 και την επιβολή της δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα από τη CIA, επεμβάσεις που δεν ερμηνεύονται τόσο από την εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας, όσο από την επιθυμία να ελεγχθεί ο ελλαδικός και κυπριακός χώρος, να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και να προωθηθούν οι επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή. Για τις επεμβάσεις της χώρας του έφτασε στο πρωτοφανές σημείο να ζητήσει συγγνώμη ο ίδιος ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Κλίντον.

Στην περίπτωση της Κύπρου, αντιμέτωπο με μια επανάσταση (1955-59) που δεν μπορούσε, πολιτικά και στρατιωτικά, να αντιμετωπίσει, το Λονδίνο (και αργότερα η Ουάσιγκτον του Κίσσινγκερ), χρησιμοποίησε όλο το οπλοστάσιο της γνωστής και από παμπολλες άλλες περιπτώσεις αποικιοκρατικής «πανουργίας» του:

Α) χρησιμοποίησε κάθε είδους αντιθέσεις εντός του ελληνικού χώρου (π.χ. αριστερά-δεξιά, κομμουνιστές- εθνικιστές, Γ. Παπανδρέου-Κ. Καραμανλής κοκ)

Β) χρησιμοποίησε εντατικά τον τουρκοκυπριακό και τουρκικό παράγοντα, προκαλώντας και εκμεταλλευόμενο την δευτερογενή αντίθεση που προκλήθηκε (Τούρκοι ερευνητές έχουν εντοπίσει τον ρόλο του Φόρειν ‘Οφις, ως «εισηγητή» του πογκρόμ των Ελλήνων της Πόλης, αλλά ακόμα και της προβοκάτσιας στο σπίτι του Κεμάλ στη Θεσαλλονίκη που το προκάλεσε)

Γ) χρησιμοποίησε την πλήρη εξάρτηση (π.χ. Ευάγγελος Αβέρωφ) και τις φιλοδοξίες των Ελλήνων πολιτικών (Κωνσταντίνος Καραμανλής), για να αναγκάσει την ηγεσία των εξεγερμένων Κυπρίων να συγκατατεθεί στον ακρωτηριασμό της κυριαρχίας του κράτους, που η ένοπλη επανάστασή τους ανάγκασε το Λονδίνο να παραχωρήσει εν τέλει. Το 1959-1960, υπογράφοντας τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, η κυβέρνηση Καραμανλή διακήρυσε πανηγυρικά ότι έλυσε το κυπριακό ενώ στην πραματικότητα εγκαινίαζε μια νέα, πιο τραγική και αιματηρή φάση τόσο του ίδιου του κυπριακού, όσο και της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης. Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε όταν ακούμε τόσα λόγια για την ανάγκη λύσης του κυπριακού.

Απολύτως ιστορικά τεκμηριωμένος, ο αποικιοκρατικός κυνισμός των Βρετανών έναντι του ελληνικού λαού, ενός λαού που έκανε το 1821 τη μεγαλύτερη Επανάσταση μετά τη Γαλλική στην Ευρώπη και που πολέμησε, όσο κανείς άλλος τον Χίτλερ, μπορεί να συγκριθεί μόνο με την υποτέλεια και έλλειψη πατριωτισμού μιας πλειάδας Ελλήνων πολιτικών. Υπήρξε τόσο μεγάλος αυτός ο κυνισμός που έκανε να αγανακτήσουν ακόμα και οι άνθρωποι των Βρετανικών υπηρεσιών – ο Τσώρτσιλ απέσυρε για τον λόγο αυτό τον Μάγιερς από την Ελλάδα της κατοχής και αργότερα «φόρτωσαν» τον πράκτορά τους Πάκαρντ σε ένα αεροπλάνο, εξηγώντας του ότι δεν βρίσκονται στην Κύπρο για να λύνουν, αλλά για να δημιουργούν προβλήματα! Αλλά και η δουλοπρεπής ψυχολογία πολλών Ελλήνων πολιτικών ομοίως εντυπωσίασε αρκετούς ξένους μελετητές των ελληνικών πραγμάτων, όπως αίφνης ο Ζακ Μεϊνώ, συγγραφέας μιας κλασικής μελέτης για τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις.

Οι Βρετανοί έκοψαν στην πραγματικότητα, με τις συμφωνίες του 1960, ένα «φιλέτο» του ελληνικού χώρου, όπως έκαναν π.χ. με το Κουβέιτ (ή όπως έκαναν οι Γάλλοι με τον Λίβανο) και, στη συνέχεια, προικοδότησαν το υποτιθέμενο ανεξάρτητο κράτος, στη δημιουργία του οποίου συγκατατέθηκαν τελικά, με ένα σύνταγμα που ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί (και το οποίο οι επιφανέστεροι δικοί τους νομικοί χαρακτήρισαν ως το χειρότερο στον κόσμο, εκτός ίσως του κενυατικού). Για νάναι μάλιστα βέβαιοι ότι το νέο κράτος θα καταρρεύσει, ενεθάρρυναν οι ίδιοι τον Μακάριο να ζητήσει την αναθεώρησή του, προκειμένου να δημιουργήσουν ένα πρόσχημα για την εξαπόλυση των διακοινοτικών ταραχών και να χαράξουν για πρώτη φορά την «πράσινη γραμμή». Από το 1970-72, οι (συνειδητοί ή ασυνείδητοι) πράκτορες των αμερικανικών υπηρεσιών επιχειρούν να ανατρέψουν και/ή να εξοντώσουν τον Μακάριο. Το 1974, βρίσκεται επιτέλους ένας «’Ελληνας» αξιωματικός, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, να διατάξει την επιχείρηση κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και δολοφονίας του Μακαρίου, που δεν είναι παρά η πρώτη πράξη του δίπρακτου έργου που διηύθυνε ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσσινγκερ («ελληνικό» πραξικόπημα-τουρκική εισβολή-δολοφονία Μακαρίου-εγκατάσταση Γλαύκου Κληρίδη).

Τριάντα χρόνια αργότερα, το 2004, επεχειρήθη στην πραγματικότητα η «ολοκλήρωση» του «ημιτελούς» έργου του 1972-74, με πολύ διαφορετικά μέσα και ιδεολογία, αλλά με το αυτό περιεχόμενο, την κατάλυση δηλαδή του κυπριακού κράτους, της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλ. της υπάρχουσας και διεθνώς αναγνωρισμένης θεσμικής έκφρασης της κυριαρχίας του κυπριακού λαού στον τόπο του. Δια του σχεδίου Ανάν, που ο κυπριακός λαός απέρριψε πανηγυρικά στο δημοψήφισμα, δεν επιχειρήθηκε να αναγνωριστούν απλώς τα «τετελεσμένα» - επιχειρήθηκε να καταλυθεί το κράτος, δηλ. να επεκταθεί θεσμοποιούμενος ο «μετααποικιακός» έλεγχος των Αγγλοαμερικανών (και τα δικαιώματα της Τουρκίας) σε όλη την Κύπρο. Η ιδεολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν ο «αντιεθνικισμός» (δηλ. η μη διεκδίκηση από τα θύματα της εισβολής και τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού των φυσικών και νομίμων δικαιωμάτων του) και η ανάγκη «λύσης του κυπριακού» (μια φόρμουλα με την οποία μπορούν άνετα να συμφωνήσουν οι πάντες, αφού δεν προσδιορίζεται ποτέ το περιεχόμενό της και ειδικά ποιός και με ποιά μέσα θα κάνει κουμάντο, θα ασκεί νόμιμη εξουσία στο νησί), η ανάγκη προσέγγισης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, μιας προσέγγισης όμως όχι στη βάση της δικαιοσύνης, αλλά στη βάση μιας αδικίας που έφερε μέσα της τον σπόρο μελλοντικών συγκρούσεων. Το 1972-74 χρησιμοποιήθηκε ο εθνικισμός, οι βόμβες, οι μητροπολίτες, σήμερα επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί ο (αγγλοασξωνικός!) «διεθνισμός» της αυτοκρατορίας, ακόμα και η αριστερά.

Ας ανοίξουμε στο σημείο αυτό μια παρένθεση. Στα χέρια των Ελλήνων, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού του, το νησί συνιστά μείζονος σημασίας ελληνική «θέση» στην Ανατολική Μεσόγειο. Στα χέρια άλλων δυνάμεων, ή μέσω μη βιώσιμων ρυθμίσεων, όπως αυτές που παρολίγον να επιβληθούν με το σχέδιο Ανάν, το νησί και οι κάτοικοί του μπορούν να γίνουν:

- είτε μοχλός ελέγχου, «ομηροποίησης» και «προτεκτοροποίησης» ολόκληρου του ελληνικού χώρου,
- είτε θρυαλλίδα νέου γύρου ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης,

για τον απλούστατο λόγο ότι καμμιά κυβέρνηση της Αθήνας, όσο κι αν το θέλει, δεν θα μπορέσει να αδιαφορήσει για την τύχη των Ελλήνων της Κύπρου. ‘Οπως το διατύπωσε παραστατικά, αν όχι με μια δόση ελάχιστα συγκαλυμμένης απελπισίας ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, «δεν μπορούμε να χωρίσουμε από την Κύπρο».

Για την άμυνα της Ελλάδας το νησί έχει κρίσιμη σημασία. Αν Αθήνα και Λευκωσία οργανώσουν την άμυνά του με αποφασιστικότητα, ολοκληρώνει την άμυνα του ελληνικού χώρου απέναντι στις τουρκικές δυνάμεις που παρατάσσονται από τη Θράκη μέχρι την κατεχόμενη σήμερα Κύπρο. Στην αντίθετη περίπτωση, το νησί θα αποτελεί εσαεί αχίλλειο πτέρνα της ελλαδικής άμυνας και μέσο εκβιασμού της Ελλάδας (1).

Σήμερα, η ύπαρξη κράτους στην Κύπρο συνιστά την πιο ζωτική, αναγκαία προϋπόθεση για την ευημερία, ελευθερία, αλλά και την ίδια την επιβίωση των Ελληνοκυπρίων, όπως και για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματά τους. ‘Αδηλο παραμένει το μέλλον της ΕΕ, ενώ οι πολεμικές εξελίξεις και απειλές σε Μέση Ανατολή και πρώην ΕΣΣΔ και η βαθιά παγκόσμια οικονομική κρίση, έχουν κονιορτοποιήσει τα (ιδιοτελή) ιδεολογήματα της «ευτυχούς παγκοσμιοποίησης» και τις απίστευτες ανοησίες που χρησιμοποιήθηκαν για να «πουληθεί» το σχέδιο Ανάν και η ανισοβαρής ελληνοτουρκική «προσέγγιση», της οποίας υπήρξε προϊόν. ‘Οτι δηλαδή δήθεν οι εθνικοί ανταγωνισμοί, αν όχι τα ίδια τα έθνη ανήκουν σε ένα παρωχημένο παρελθόν ή ότι έχουν ως αιτία μια ιδιόμορφη αντίληψη και ψυχολογία «καθυστερημένων» ανθρώπων και ομάδων. Αν επρόκειτο αύριο να καταργηθούν τα κράτη, διαλυόμενα σε μια ευρωπαϊκή ή παγκόσμια συνομοσπονδία αδελφωμένων λαών, θα μπορούσαμε να κάνουμε κι εμείς το πείραμα. Μόνο που στην Κύπρο, με το σχέδιο Ανάν, δεν κατηργούνταν το κράτος, η κυριαρχία, η εξουσία. Καταργούνταν η Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή το ανεξάρτητο, δημοκρατικό κυπριακό κράτος προς ώφελος της εξουσίας και κυριαρχίας τριών ξένων δικαστών διορισμένων από τον Ανάν (δηλαδή τη Βρετανία και τις ΗΠΑ) που θα διόριζαν τους διαδόχους τους! Η «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρος του Ανάν θα ήταν το πρώτο κράτος στον κόσμο οι κάτοικοι του οποίου θα απαγόρευαν στον εαυτό τους το δικαίωμα και το μέσο της αυτοάμυνας, θα αναγνώριζαν όμως δια της ψήφου τους, το δικαίωμα τριών ξένων στρατών να επεμβαίνουν στον τόπο τους, ενώ θα εγκαθίδρυαν ένα συνταγματικό χάος χωρίς προηγούμενο παγκοσμίως (2). Συνοψίζοντας σε μια φράση την κριτική στο σχέδιο Ανάν, ο συνταγματολόγος Δημήτρης Τσάτσος δήλωσε ότι μόνο ένας παράφρων θα μπορούσε να το συντάξει.

Η ίδια η εμφάνιση αυτού του σχεδίου, προϊόντος ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης υπό την αιγίδα Λονδίνου και Ουάσιγκτον, και πολύ περισσότερο η αποδοχή του από την πλειοψηφία των ελλαδικών και κυπριακών πολιτικών δυνάμεων, αριστεράς και δεξιάς, είναι η πιο τρανή απόδειξη ότι, δύο σχεδόν αιώνες μετά την Επανάσταση του 1821, δεν κατορθώσαμε να αποκτήσουμε τη στοιχειώδη ανεξαρτησία και κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών, παρόλο που τη χρειαζόμαστε ίσως περισσότερο από κάθε άλλο κράτος της ηπείρου. Η ελληνική κρατική κουλτούρα παραμένει στην «προνεωτερική» εποχή, για να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς την φρασεολογία του «εκσυγχρονισμού», βαθειά βουτηγμένη στην παράδοση ενός έντονου ραγιαδισμού, που ανταγωνίζεται, στον ελληνικό χώρο, ισχυρότατες ανεξαρτησιακές, δημοκρατικές, εξεγερσιακές και επαναστατικές καταβολές (4). Η «στρατηγική» της ελληνικής ελίτ είναι η πολιτική του «καλού παιδιού», συνιστά συνήθως μια σύγχρονη εκδοχή του μεσαιωνικού ευγενούς, που προσήρχετο στον Ηγεμόνα, τον προσκυνούσε και ανέμενε το έλεός του. Επειδή η Κύπρος, όπως και συνολικά ο ελληνικός χώρος έχουν λίαν αυξημένη σημασία για τον σύγχρονο Ηγεμόνα, επειδή ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η Τουρκία και επειδή η τελευταία, παρά τους δεσμούς εξάρτησης από τις ΗΠΑ, διαθέτει κράτος και ελίτ με εθνική συνείδηση, η τακτική του «καλού παιδιού» οδήγησε παγίως σε καταστροφικά αποτελέσματα, όπως π.χ. οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1960, η εισβολή του 1974, ή ο εξαναγκασμός της Ελλάδας σε μια καταστροφική κούρσα εξοπλισμών έκτοτε. Αυτά τα διαπίστωσαν κατά καιρούς και πάμπολλοι ξένοι μελετητές του ελληνικού χώρου, που δεν έχουν το συμφέρον των δικών μας να εξωραϊζουν την πραγματικότητα.

Επειδή βεβαίως αυτά τα προβλήματα παραμένουν και σήμερα ισχυρά, επειδή δεν έχουμε αποκτήσει καλύτερη ελίτ και κρατική κουλτούρα, και γιατί επιπλέον αλληλοτροφοδοτούνται με τη βαθιά, «συστημική» και έκδηλη πλέον κρίση της ελληνικής κοινωνίας (κρίση πολιτικού συστήματος, κρίση κράτους, κρίση κοινωνίας και ιδεολογίας, εξάντληση του «κλεπτοκρατικού» τρόπου συσσώρευσης και αποσύνθεση της χώρας υπό την επιρροή της ιδεολογίας που τροφοδοτεί), ο κίνδυνος για το κυπριακό κράτος παραμένει και σήμερα σοβαρός, ίσως σοβαρότερος και από αυτόν που το απείλησε το 1972». Η βαθύτατη σύγχυση γύρω από τα ίδια τα θεμέλια της κρατικής κυριαρχίας, της δημοκρατίας, της ανεξαρτησίας, που αποκαλύφθηκε το 2002-04, παραμένει δυστυχώς ενεργή και συνιστά απειλή εθνικής ασφάλειας για τους ‘Ελληνες πολύ σοβαρότερη της όποιας εξωτερικής απειλής.

‘Ενα κράτος δεν καταλύεται μόνο με τη βία των όπλων, καταλύεται επίσης και δια των διεθνών συμφωνιών που συνομολογεί. Συχνά μάλιστα, οι ιδέες είναι περισσότερο επικίνδυνες από τις σφαίρες και τα τανκς. Στις συνθήκες του 1970, η κατάλυση του κυπριακού κράτους επιχειρήθηκε με την υποδαύλιση του ελληνικού και τουρκικού εθνικισμού, προκειμένου η σύγκρουσή τους να διαλύσει τη Δημοκρατία. Σήμερα, επιχειρείται με την υποτιθέμενη κατάργηση των εθνικών ταυτοτήτων και έναν «διεθνισμό» που «λύνει» τις εθνικές διαφορές, καθιστώντας όλα τα έθνη υπηκόους της Αυτοκρατορίας και χρησιμοποιεί τα δικαιώματα των μειονοτήτων για να στερήσει τις πλειοψηφίες από τα δικαιώματά τους! Η παντοειδής επίθεση στο ανεξάρτητο, δημοκρατικό και κυρίαρχο κράτος, η διάλυση του κόσμου, των εθνών και των λαών, σε μια «κοινότητα κοινοτήτων», είναι μια κεντρική ιδεολογική και πολιτική επιδίωξη της Αυτοκρατορίας στις μέρες μας, τις μέρες δηλαδή που ακολούθησαν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1989-91 και την παγκόσμια άνοδο των νεοφιλελεύθερων δογμάτων.

Στην Κύπρο π.χ. ανακαλύφθηκε η λεγόμενη «πολιτική ισότητα» πλειοψηφίας και μειοψηφίας, όπως και διάφορες άλλες πολιτικές «αρχές», made in London, που δεν σκέφτηκε να εφαρμόσει κανένα άλλο από 200 κράτη στον κόσμο (φαίνεται ότι η ελληνική ράτσα -και ιδίως οι ηγέτες της - είναι πολύ εξυπνότερη από τις υπόλοιπες!). Αλλά η πολιτική ξέρει δύο μόνο τρόπους για να καταργεί την αριθμητική, τις πλειοψηφίες και τις μειοψηφίες: τη δικτατορία και τη γενοκτονία. Μια άλλη παγκόσμια πρωτοτυπία, με την οποία μάλιστα συμφωνεί (!!!) η μεγάλη πλειοψηφία των κυπριακών πολιτικών κομμάτων, είναι η απαγόρευση στους Κυπρίους να ασκούν το ιερό δικαίωμα στην αυτοάμυνα και να έχουν στρατό. Η «αποστρατιωτικοποιημένη» Κύπρος, μόνο τέτοιο «κράτος» στον κόσμο αν υπάρξει, θα φιλοξενεί βέβαια ένα σωρό ξένους στρατούς και βάσεις στην πραγματικότητα! Καταντά δύσκολο ακόμα και να σχολιάσει κανείς ευπρεπώς και λογικά το είδος των γελοιοτήτων που οι εκπρόσωποι του ελληνικού και κυπριακού κράτους και οι πολιτικοί ηγέτες Ελλάδας και Κύπρου, όχι μόνο αποδέχονται, αλλά και συχνά προτείνουν οι ίδιοι!

Μετά το δημοψήφισμα του 2004, Λονδίνο και Ουάσιγκτον επεξεργάστηκαν μια στρατηγική «ψυχολογικού πολέμου» που επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον φόβο, την ενοχή και την ιδιοτέλεια, για να παραπλανήσει τον κυπριακό λαό, εγκλωβίζοντάς τον σε μια πορεία στο τέλος της οποίας θα συγκατατεθεί αυτοβούλως σε ένα σχέδιο Ανάν, που ο σχεδιασμός του προβλέπει να φτάσουμε σε ένα δημοψήφισμα τον Σεπτέμβριο του 2009, όπου τα δύο μεγάλα κόμματα της Κύπρου και τα περισσότερα αν όχι όλα τα κόμματα της Ελλάδας θα ταχθούν υπέρ ενός ελαφρά αναθεωρημένου σχεδίου Ανάν, και οι Κύπριοι θα βρεθούν προ του διλήμματος να ξαναπούν όχι, εναντίον όλου του κόσμου και ενός σχεδίου που θα φέρει την υπογραφή Χριστόφια, χωρίς να έχουν εξηγήσει ούτε καν γιατί είπαν όχι την πρώτη φορά, και δρώντες υπό την πίεση εκβιαστικού δήθεν διλήμματος «λύση ή διχοτόμηση». Δεν γνωρίζουμε αν αυτή τη φορά θα τα καταφέρουν, γνωρίζουμε όμως ότι έως τώρα ο σχεδιασμός αυτός που περιγράφεται άλλωστε ανοιχτά στα ντοκουμέντα του International Crisis Group (όπου επίσης επισημαίνεται η ανάγκη αντικατάστασης του Παπαδόπουλου) βαίνει σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα.

Ο φόβος είναι ο φόβος της «απομόνωσης» και ο φόβος της Τουρκίας. Η ανάμνηση των ηττών του 1922 και του 1974 και των εξευτελισμών της δεκαετίας του 1950, διατρέχει όλη την ελληνοτουρκική «εξίσωση» και αποτελεί τον άξονα τόσο της τουρκικής πολιτικής απέναντι στην Αθήνα (όχι γιατί οι Τούρκοι είναι βάρβαροι, αλλά γιατί, πολύ ορθολογικά, είδαν ότι αποδίδει η στρατηγική του εκβιασμού, εξευτελισμού και τρομοκράτησης), όσο και του «φοβικού συνδρόμου» της ελληνικής ελίτ, φόβου που «ορθολογικοποιεί» το συμφέρον της όπως η ίδια το αντιλαμβάνεται. Η ελληνική ελίτ θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον της η καλύτερη δυνατή ενσωμάτωσή της στο δυτικό σύστημα, έστω και με όρους εξευτελιστικούς για τη χώρα και δεν έχει διάθεση να μπει στην «περιπέτεια» μιας σθεναρής υπεράσπισης των ελληνικών εθνικών συμφερόντων που, εκτός από τους κινδύνους μιας αντιπαράθεσης με την ‘Αγκυρα, θα την φέρει, εκτιμά, σε τροχιά σύγκρουσης με τους δυτικούς «προστάτες».

Χωρίς να θέλει κανείς να πάρει αψήφιστα τουτς κινδύνους που συνεπάγεται η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, πρέπει να υπογραμμίσει ότι ο ελληνικός χώρος ποτέ δεν έμοιαζε σε τόσο καλή αντικειμενική κατάσταση για να αντιμετωπίσει εξωτερικές απειλές (το βασικό του πρόβλημα είναι η εσωτερική «συστημική» κρίση κι αυτή θα χρησιμοποιηθεί για να κάμψει την αντίστασή του). Ελλάδα και Κύπρος είναι μέλη ενός ισχυρού κλαμπ όπως η ΕΕ, Ελλάδα και Τουρκία είναι χοντρικά σε κατάσταση «στρατηγικής ισοτιμίας», με μια ενδεχόμενη σύγκρουση να αποτρέπεται από τα ευκόλως προβλεπόμενα αμοιβαία καταστροφικά αποτελέσματα, μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα ήταν καταστροφική για τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, Ελλάδα και Κύπρος είναι οχυρωμένες έναντι νομισματικών επιθέσεων. Η Τουρκία αντιμετωπίζει μια τεράστια εσωτερική κρίση με τους Κούρδους και έχει θέσει ως στρατηγική της επιδίωξη την ένταξή της στην ΕΕ. Θα ήταν τρέλλα από την πλευρά της οποιαδήποτε περιπέτεια στην Κύπρο ή στο Αιγαίο, την οποία θα επιχειρούσε μόνο αν ήταν βέβαιη ότι η εδώ πλευρά θα την άφηνε να εξελιχθεί χωρίς αντίδραση.

Δυστυχώς βέβαια ο φόβος βρίσκει έρεισμα στην κοινωνική ψυχολογία των Κυπρίων. Στο συλλογικό τους ασυνείδητο είναι εγγεγραμμένη η εμπειρία μακραίωνης επιβίωσης υπό τον κατακτητή. Ο ραγιαδισμός είχε στοιχείο ορθολογισμού, στους αιώνες που ήταν αδύνατη η εθνική διεκδίκηση. Είναι λογικό για μια απειλούμενη και διαρκώς προδιδόμενη από τη «μητέρα πατρίδα» εθνική κοινότητα, όπως οι Ελληνοκύπριοι, να φοβούνται νάρθουν σε «αντιπαράθεση» με τον ισχυρό γείτονά τους και τους δυτικούς «προστάτες» του. Στην πραγματικότητα όμως δεν μπορούν να τους κάνουν πολλά πράγματα. Η Τουρκία και οποιοσδήποτε άλλος δεν μπορεί, όχι μόνο για στρατιωτικούς, πρωτίστως για πολιτικούς λόγους να καταλάβει την ελεύθερη και διεθνώς αναγνωρισμένη Κύπρο, κι αν ακόμα μπορούσε να την καταλάβει, δεν θάχει τι να την κάνει (αυτός ήταν ο λόγος που διέκοψε μόνη της την προέλασή της το 1974).

Ο βασικός κίνδυνος προέρχεται από το ότι σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική ψυχολογία των Κυπρίων αντανακλά, κατά τρόπο ασυνείδητο, συνθήκες του παρελθόντος που έχουν αλλάξει θεμελιωδώς. Στην εποχή της κραταιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι εθνικές και θρησκευτικές ομάδες της ελάχιστα σκέφτονταν την ανεξαρτησία τους και η Πύλη γνώριζε ότι δεν αντιμετώπιζε μεγάλη τέτοια απειλή. Η οικονομική δύναμη των ραγιάδων και η ικανότητα του Κύπριου εμπορευόμενου να ξεγελάει τον συναλασσόμενο μαζί του ήταν μεγάλα ατού. Ο έλεγχος του χώρου από την κεντρική εξουσία εξασφαλιζόταν από ένα αλισβερίσι παραχωρήσεων και καλής συμπεριφοράς (ή απειθαρχιών και καταπίεσης). Τώρα, όσο υπάρχει ανεξάρτητο και διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, ο μόνος πολιτικά εφικτός τρόπος για τον έλεγχο του χώρου είναι η κατάλυση αυτού του κράτους. Και πιθανώς δεν φτάνει ούτε καν αυτή, χρειάζεται και η αλλαγή της δημογραφίας. ‘Οσο για την οικονομική δύναμη των Κυπρίων τους παραπλανά – αυξάνει την όρεξη των άλλων να βάλουν χέρι και στο τέλος οι Ελληνοκύπριοι αστοί κινδυνεύουν να διαπιστώσουν ότι η κουτοπονηριά τους (στην οποία εν μέρει οφείλεται η μη σαφής διεκδίκηση αυτού που θέλουν και η παραπομπή σε ατέλειωτα ανατολίτικα παζάρια) θα τους οδηγήσει στην καταστροφή. ‘Οταν ο οθωμανικός ζυγός ήταν ακλόνητος, η μη διεκδίκηση της ελευθερίας ήταν τρόπος επιβίωσης και αυτό σφράγισε το συλλογικό ασυνείδητο. Μόνο που τώρα, στις σημερινές συνθήκες η μη διεκδίκηση της ελευθερίας, εν προκειμένω της ύπαρξης και κυριαρχίας κυπριακού κράτους, είναι συνταγή για καταστροφή. Η ιδεολογία του ραγιαδισμού είχε έναν ορθολογικό πυρήνα όταν αναπτύχθηκε, είναι σήμερα αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ενοχή. Ενοχή γιατί οι Κύπριοι διεκδίκησαν, και μάλιστα ενόπλως, την ελευθερία τους, ενοχή γιατί «κυνήγησαν» τους Τουρκοκυπρίους, γιατί δεν «κάθησαν φρόνιμα», γιατί «έκαναν λάθη» κλπ. Αυτό είναι το νόημα των διαφόρων εκδοχών της «θεωρίας των χαμένων ευκαιριών», της σύγχυσης εθνισμού και εθνικισμού, της απάλειψης κατά το δυνατόν της ανάμνησης της τουρκικής εισβολής και κατοχής και των δραματικών της συνεπειών κ.ο.κ., η παρουσίαση του κυπριακού ως προβλήματος καταπίεσης μιας απειλούμενης μειονότητας, των Τουρκοκυπρίων από την πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων και όχι της πλειονότητας των Ελληνοκυπρίων από τις επεκτατικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (Βρετανία, ΗΠΑ, Τουρκία) που χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν το ζήτημα της «μεινότητας» για να αρνηθούν στην «πλειονότητα» την άσκηση των δικαιωμάτων της. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι οι Ελληνοκύπριοι φέρουν και φέρουν όντως ευθύνη για τα εθνοτικά προβλήματα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την συνεργασία της τουρκοκυπριακής ηγεσίας με την αποικιακή δύναμη, ούτε και το γεγονός ότι η τουρκική εισβολή και κατοχή ξεπέρασε κατά πολύ οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη απάντηση στο πραξικόπημα της χούντας. Η οποία χούντα δεν ήταν άλλωστε στην πραγματικότητα ελληνικό προϊόν, αντίθετα, η δικτατορία επεβλήθη στον ελληνικό λαό από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους πράκτορές τους στην Ελλάδα για να γίνει δυνατή η κατάλυση του κυπριακού κράτους. Πάει πολύ να φορτώνουμε στα θύματα, τον ελληνικό λαό, την ευθύνη για αυτό που του κάνανε!

Το τρίτο στοιχείο στο οποίο εδράζεται ο ψυχολογικός πόλεμος είναι η ιδιοτέλεια. Η επικράτηση, σε Ελλάδα και Κύπρου, ενός οικονομικού μοντέλου που στηρίζεται σε διεθνείς παρασιτικές δραστηριότητες, σε κοινοτικά κονδύλια, στην εσωτερική «κλεπτοκρατία», που κάνει την ελληνική ελίτ διεθνώς εκβιάσιμη, σε μια λίγο παραγωγική οικονομική δομή και στην ιδεολογία που αυτή παράγει, μας δίνει ένα χώρο που δύσκολα μπορεί να υπερασπιστεί τα εθνικά του συμφέροντα. ‘Ολοι έχουν τον πειρασμό κάπου να «πουληθούν» και συχνά υποκύπτουν. Η κύρια προσπάθεια της πλειοψηφίας της ελληνικής «ελίτ» δεν συγκεντρώνεται στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, αλλά στον εξωραϊσμό μιας πολιτικής που τα υπονομεύει!

Δυστυχώς όσα είδαμε μετά το δημοψήφισμα και τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, ήρθαν να επιβεβαιώσουν τον μεγάλο κίνδυνο για την ύπαρξη του κυπριακο΄κράτους και κατ’ επέκταση για τον ελληνικό χώρο στο σύνολό του

- το όχι του 2004 παρέμεινε ορφανό. Κανείς δεν το υπεράσπισε προπαγανδιστικά διεθνώς και εσωτερικά, με έστω και ελάχιστα καταληπτά επιχειρήματα. Η κυπριακή κυβέρνηση κυιρολεκτικά κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου με αποτέλεσμα να χάσει και τις εκλογές
- δεν το υπεράσπισε κανείς και πολιτικά, αφού Ελλάδα και Κύπρος (η δέυτερη υπό την πίεση είναι αλήθεια της πρώτης) συμφώνησαν για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας, με την ‘Αγκυρα να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και να διατηρεί στρατό κατοχής! (Κι αυτό παρόλο που και η Κυρία Μέρκελ πριν γίνει Καγκελλάριος και ο Πρωθυπουργός Βιλπέν έθεσαν ζητήματα κατοχής και αναγνώρισης). Αυτό δεν είναι καν διπλωματία κατευνασμού, τύπου Τσάμπερλαιν, είναι διπλωματία του Καραγκιόζη. Ποιός θα πάρει στα σοβαρά ένα κράτος που δεν απαιτεί τη δική του αναγνώριση!
- Υπό την πίεση της λαϊκής βάσης του, το μεγαλύτερο κόμμα της κυπριακής αριστεράς, το ΑΚΕΛ, αποφάσισε την τελευταία στιγμή να αντιταχθεί στο σχέδιο Ανάν, το 2004. ‘Εκτοτε όμως, τα στελέχη που πρωταγωνίστησαν στο ‘Οχι εκκαθαρίσθηκαν από την κομματική ηγεσία. Η στάση του ΑΚΕΛ το 1931, το 1955 και το 2004, αποδεικνύει, συχνά με την ομολογία των δικών του ντοκουμέντων, πέραν αμφιβολίας, βαθύ πρόβλημα μη κατανόησης του εθνικού φαινομένου, που το οδηγεί σε συχνή ταύτιση στα πράγματα με τις επιδιώξεις του ιμπεριαλισμού (χωρίς αυτό να προδικάζει τη μελλοντική του στάση γιατί, όπως είπαμε, το ΑΚΕΛ είναι και ένα λαϊκό κόμμα). Το ΑΚΕΛ και ο Χριστόφιας, που αγωνίζονται, είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, να διατηρήσουν ζωντανή την εντύπωση ότι διαθέτουν ακόμα μια αίσθηση ιστορικής αποστολής, βρίσκονται υπό την ισχυρή πίεση των Αγγλοαμερικανών να «δώσουνι» το κράτος με αντάλλαγμα τη διακυβέρνηση του χώρου, βαφτίζοντας το όλο «λύση του κυπριακού για να αποφευχθεί η διχοτόμηση». Με άλλα λόγια, το ΑΚΕΛ καλείται να κάνει αυτό που έκαναν οι σύντροφοί του της Ανατολικής Ευρώπης μετά το 1989, να «δώσουν» δηλαδή τα κράτη τους σε αντάλλαγμα της δυτικής εύνοιας. Το αστείο, αν μπορούμε να το ονομάσουμε έτσι, είναι ότι η Κύπρος είναι τόσο καθυστερημένη κοινωνία και κράτος που το παγκόσμιο κύμα του 1989 έφτασε στο νησί όταν ο υπόλοιπος κόσμος αρχίζει και αμφισβητεί πια σοβαρά την αμερικανική ηγεμονία!
- Οι συνομιλίες που διεξάγονται εν κρυπτω και εν παραβύστω, λες και αφορούν τις προσωπικές σχέσεις του «ζευγαριού» Χριστόφιας-Ταλάτ και όχι το σύνταγμα ενός υποτίθεται ενιαίου κράτους, ήδη απειλούν την ίδια την ύπαρξη του κυπριακού κράτους και παραβιάζουν την εντολή του κυπριακού λαού το 2004. ‘Ηδη προτού αρχίσουν, ο κ. Χριστόφιας αναγνώρισε αυτοβούλως και χωρίς αντάλλαγμα τις «υποχρεώσεις» για την Κύπρο από τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (!), περιλαμβανομένου του δικαιώματος εγκατάστασης βρετανικών στρατιωτικών βάσεων (έδωσε δηλ. μόνος του το σημαντικότερο διπαραγματευτικό «χαρτί» που είχε), κατεδάφισε το πιο ορατό σύμβολο της τουρκικής στρατιωτικής κατοχής, το οδόφραγμα της Λήδρας, χωρίς ικανοποίηση των ελληνικών όρων, διόρισε τους αρχιτέκτονες του σχεδίου Ανάν επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, ενώ αποδέχθηκε την πρωτοφανή πρόβλεψη υποχρεωτικής εκ περιτροπής πρεδρίας του κράτους από ‘Ελληνα και Τούρκο Πρόεδρο (!).

Πίσω από την κινητικότητα για «λύση του κυπριακού» βρίσκεται πρωτίστως η επιδίωξη της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου να αφαιρέσουν το κυπριακό από την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας (βάζοντας ταυτόχρονα την Τουρκία από το παράθυρο στην ‘Ενωση, ήδη από τώρα, αλλά και εξασφαλίζοντας έναν ελεγχο της ίδιας της Κύπρου που δεν διέθεταν ποτέ μέχρι τώρα). Πρόκειται για μια επιδίωξη καταστροφική για τα ελληνικά εθνικά και για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, που υποστηρίζουν Αθήνα και Λευκωσία, είτε γιατί θέλουν να κερδίσουν την εύνοια της Ουάσιγκτον, είτε γιατί φοβούνται να τα βάλουν μαζί της. Τουλάχιστο όμως θα έπρεπε να ανταλλάξουν μια τέτοια υποστήριξη με πολύ μεγάλες παραχωρήσεις της ‘Αγκυρας, με μια αξιοπρεπή και κυρίως σταθερή και βιώσιμη επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών. ‘Οσο δεν το κάνουν, όχι μόνο αφήνουν αναξιοποίητη μια τεράστια, ιστορική ευκαιρία, την πρώτη που παρουσιάστηκε τα τελευταία πενήντα χρόνια, αλλά και οργανώνουν στην πραγματικότητα έναν νέο ελληνοτουρκικό «γύρο», σε Κύπρο, Θράκη και Αιγαίο, από πολύ χειρότερες μάλιστα θέσεις.

Αλλά θα χρειαζόμαστε για να το κάνουμε ηγεσίες επιπέδου από Βενιζέλο και πάνω! Που να τις βρούμε? Ποιά κοινωνία να τις παράγει? ‘Ετσι όπως διεξάγονται, οι συνομιλίες Χριστόφια-Ταλάτ αποσκοπούν στην επαναφορά του σχεδίου Ανάν, στην κατάλυση δηλαδή του κυπριακού κράτους και τον εξωραϊσμό μιας τέτοιας λύσης με διάφορα φραστικά τερατουργήματα. Απορεί κανείς γιατί πραγματικά πολλοί Ελληνοκύπριοι ηγέτες προτιμούν μια τέτοια λύση, που συνδυάζει διχοτόμηση και κατάλυση του κυπριακού κράτους, από μια επώδυνη μεν, αλλά όντως λύση, που θάταν η αναγνώριση των κατεχομένων έναντι πολύ μεγάλων εδαφικών ανταλλαγμάτων και άλλων παραχωρήσεων. Ο γράφων δεν την υποστηρίζει μια τέτοια λύση, στο μέτρο όμως που ούτε οι ελληνικές ηγεσίες, ούτε η κοινωνία Κύπρου και Ελλάδας δείχνουν διατεθειμένες να υπερασπισθούν τα πιο ζωτικά εθνικά τους συμφέροντα, τότε καλύτερα θα ήταν να βρουν το θάρρος να προτείνουν μια τέτοια λύση, παίρνοντας μεγάλα ανταλλάγματα, μια λύση που θα άφηνε τουλάχιστο τους Ελληνοκύπριους υπό κρατική προστασία, αντί να συγκεντρώνουν τις προσπάθειές τους στο εξωραϊσμό μιας καταστροφικής λύσης. Στο κάτω-κάτω, αν Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θέλουν μετά να ανασυστήσουν μια μορφή θεσμικής οντότητας, ελεύθεροι είναι να το κάνουν. Ούτε κι αυτό όμως δεν φαινόμαστε ικανοί να κάνουμε.

Καράκας, Βενεζουέλα, Οκτώβριος 2008

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(*) Το κείμενο αυτό είναι η συμβολή του συγγραφέα στον συλλογικό τόμο "Κύπρος, Γεωπολιτικές εξελίξεις στον 210 αιώνα", επιμ. Β. Χωραφάς-Λ. Ριζάς, εκδ. Monthly Review, Αθήνα 2009



(1) Εκτός αν υιοθετήσουμε την άποψη ότι δεν υτάρχει τουρκική απειλή, κάτι που θα θέλαμε πολύ, δυσκολευόμαστε όμως να εκλάβουμε τις επιθυμίες μας για πραγματικότητα. Οι τουρκικές δυνάμεις στο Αιγαίο, τη Θράκη και την Κύπρο μάλλον δεν παρατάσσονται για ... τουριστικούς λόγους. Να μην είμαστε εθνικιστές (με τη «νοσηρή» τουλάχιστο έννοια του όρου) ή σωβινιστές, να επιδιώκουμε λύση των ελληνοτουρκικών διαφορών και ειρήνη, αλλά δεν προωθούμε τέτοιες επιδιώξεις εξωραϊζοντας την πραγματικότητα ή ξεχάνώντας ότι η Τουρκία απειλεί επισήμως με πόλεμο την Ελλάδα και έχει καταλάβει στρατιωτικά τη μισή Κύπρο, εκδιώκοντας 200000 ‘Ελληνες, δια πυρός και σιδήρου, από τα σπίτια τους. Αν οι ‘Ελληνες πολιτικοί πιστεύουν ότι η τουρκική απειλή είναι «εθνικιστικός μύθος» πρέπει να εξηγήσουν γιατί ξοδεύουν τον μισό προιϋπολογισμό σε εξοπλισμούς. Αν όχι, πρέπει να πάρουν σοβαρότερα την άμυνα της χώρας.

(2) Για μια κριτική του σχεδίου Ανάν, βλ. π.χ. Μίκη Θεοδωράκη, Γιατί ξαναλέμε ‘Οχι στο Σχέδιο Ανάν, Κυριακάτικη Καθημερινή, 3.5.2004, Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου, Η Αρπαγή της Κύπρου, Λιβάνης, Αθήνα 2004 ή Η Κύπρος σε Παγίδα, Λιβάνης, Αθήνα 2008

(3) Ο ελληνικός λαός πραγματοποίησε στο διάστημα των τελευταίων δύο αιώνων τρεις μεγάλες επαναστάσεις, εθνικές αλλά και κοινωνικές, με παγκόσμια σημασία και ακτινοβολία. Η επανάσταση του 1821 υπήρξε η δεύτερη μεγάλη επανάσταση στην Ευρώπη μετά τη γαλλική, αστραπή στη σκοτεινή νύχτα της Ιεράς Συμμαχίας. Η αντίσταση του ελληνικού λαού στον Χίτλερ (1941-44) υπήρξε η σπουδαιότερη στην Ευρώπη, αναλογικά με το μέγεθος της χώρας. Η επανάσταση της ΕΟΚΑ (1955-59) εναντίον της βρετανικής κατοχής υπήρξε μια από τις πρώτες που συγκλόνισαν την αποικιοκρατία (ακόμα παραμένει ζωντανή η ανάμνηση του Μακάριου και του Λυσσαρίδη στην Ασία και την Αφρική). Οι επαναστάσεις αυτές παρέμειναν όμως ανολοκλήρωτες και «προδόθηκαν» από την άρχουσα «ελίτ» Ελλάδας και Κύπρου, που συχνά έθεσε τους δεσμούς της με το δυτικό σύστημα, όπως η ίδια τους αντιλαμβανόταν (με όρους δηλ. υποτελούς του Μεσαίωνα και όχι ευρωπαίου ηγέτη), υπεράνω και των πιο ζωτικών εθνικών συμφερόντων του λαού της. Το αποτέλεσμα ήταν μια (ουσιαστικά) υποθηκευμένη ανεξαρτησία της Ελλάδας και μια (και τυπικά) υποθηκευμένη ανεξαρτησία της Κύπρου.

Το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος ήταν το αποτέλεσμα της βρετανικής (1944) και αμερικανικής επέμβασης (1947) και του εμφυλίου πολέμου. Δεν μπορούσε και δεν ήθελε, σε τελική ανάλυση, παρά να κάνει αυτό που του ζητούσε το Λονδίνο, δηλ. να ματαιώσει ουσιαστικά την άσκηση του δικαιώματος των Κυπρίων στην αυτοδιάθεση, που, πολύ φυσικά και δίκαια, την ονειρεύονταν ως ένωση με την Ελλάδα. Αβέρωφ και Καραμανλής αναγνώρισαν στην Τουρκία δικαίωμα επί της Κύπρου και επέβαλαν στην ηγεσία των εξεγερθέντων τις αποικιακές συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, στην ανεφάρμοστη δομή των οποίων εμπεριείχετο το σπέρμα, η δυνατότητα της κυπριακής τραγωδίας που ακολούθησε, συμπαρασύροντας και την Ελλάδα στη δίνη μισού αιώνα αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Στο κυπριακό αποκρυσταλλώθηκε η μισο-χρεωκοπία του σχεδίου της ελληνικής ανεξαρτησίας, στην εξωτερική και στην εσωτερική του διάσταση.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

"Κόλαση" στο Αιγαίο μέχρι τον Δεκέμβρη

Για συμφωνία διαπραγμάτευσης-διαιτησίας με την Ελλάδα για το Αιγαίο μιλάει η 'Αγκυρα

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε εν εξελίξει διαδικασία διαπραγμάτευσης-διαιτησίας για το Αιγαίο αναφέρθηκε, προκαλώντας απορίες του πολιτικού κόσμου και διάψευση του ελληνικού ΥΠΕΞ, ο εκπρόσωπος του τουρκικού ΥΠΕΞ Μουράτ Ουζούργκεργκιν. Αν η δήλωσή του αληθεύει, θα επρόκειτο για μείζονα ανατροπή της πάγιας, πολυετούς και διακηρυγμένης επίσημης πολιτικής της Αθήνας, υπό διαφορετικές κυβερνήσεις, για μη διαπραγμάτευση του καθεστώτος του Αιγαίου και μη αποδοχή διαιτησίας.

Αναφερόμενος στο Αιγαίο, ο κ. Ουζούγκεργκιν δήλωσε τα εξής: «Καθόμαστε με καλή πρόθεση και συζητάμε τα μεταξύ μας προβλήματα, τα δε στοιχεία πάνω στα οποία δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμφωνία τα πάμε σε τρίτες πλευρές». Στη δήλωση του Τούρκου αξιωματούχου δεν διευκρινίζεται ρητά ούτε στα πλαίσια ποίου φόρουμ ή σε ποιό επίπεδο γίνονται αυτές οι «συζητήσεις» για το Αιγαίο, ούτε ποιές είναι οι «τρίτες πλευρές». Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με πληροφορίες από αξιόπιστες διπλωματικές πηγές (βλ. άρθρο Δημ. Απόκη σε διπλανές στήλες) έχει συνομολογηθεί τριμερής (Ελλάδα, ΗΠΑ, Τουρκία), «άτυπος» μηχανισμός «αποφυγής εντάσεων» στο Αιγαίο. Οι «εντάσεις» όμως στο Αιγαίο είναι κυρίως προϊόν αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και η «αποφυγή» τους παραπέμπει σε συζητήσεις για την κυριαρχία.

Ο εκπρόσωπος πάντως του ελληνικού ΥΠΕΞ, ερωτηθείς από τον «Κ.τ.Ε.», διέψευσε τον Τούρκο ομόλογό του, λέγοντας ότι δεν γίνεται διαπραγμάτευση και επιδιαιτησία και επιμένοντας ότι το μόνο ζήτημα είναι η υφαλοκρηπίδα και μόνη μέθοδος η Χάγη. Σε ερώτησή μας για το κατά πόσον τα Υπουργεία Εξωτερικών ή ‘Αμυνας έχουν συνομολογήσει λειτουργία κάποιου τριμερούς μηχανισμού αποφυγής εντάσεων είπε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε τέτοιο. Από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης εκφράζεται απορία για τις τουρκικές δηλώσεις και έλλειψη ικανοποίησης από τις κυβερνητικές εξηγήσεις. Σημαντική σκλήρυνση της στάσης του στα ευρωτουρκικά εκδήλωσε και ο ΣΥΡΙΖΑ με ερώτηση του κ. Λαφαζάνη που ζητά να τεθεί ως απαίτηση συνέχισης ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας η άρση των διεκδικήσεών της. ‘Αλλες διπλωματικές πηγές υποστηρίζουν πάντως ότι είναι αδύνατο η κυβέρνηση ή το ΥΠΕΞ να έχουν μπει σε τέτοιου είδους διαδικασία μυστικής διαπραγμάτευσης με την Τουρκία.

Αναθεώρηση Λωζάννης στο Αιγαίο, σχέδιο Ανάν για Κύπρο οι επιδιώξεις των ΗΠΑ

Πάντως τα ζητήματα Αιγαίου είναι (μαζί με το κυπριακό) πολύ ψηλά στην ατζέντα της αμερικανικής πολιτικής, όπως καταδεικνύουν επανειλημμένες δημόσιες αναφορές του αμερικανού Πρέσβη στην Αθήνα, αλλά και του αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών στην Κέρκυρα, που κάλεσε σε σχετικό ελληνοτουρκικό διάλογο. Η επίλυση των ελληνοτουρκικών «διαφορών» και του κυπριακού συνιστά για Ουάσιγκτον και Λονδίνο πρωταρχική επιδίωξη για τη διευκόλυνση της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας, που αξιολογείται τον Δεκέμβριο, αλλά και πάγιων στρατηγικών τους επιδιώξεων. Κι όταν λένε «λύση» εννούν «ξανακύταγμα» του καθεστώτος της Λωζάννης και παραλλαγή του σχεδίου Ανάν με άλλη ονομασία.

Οι πιέσεις βρίσκουν μια Αθήνα με έλλειψη στρατηγικής και διπλωματική ασάφεια απέναντι στην Τουρκία (αφού δεν ζητάει ρητά την άρση της πολεμικής απειλής και του μέσου της, όπως και των εδαφικών και λοιπών διεκδικήσεων, προ της προσφυγής στη Χάγη), αλλά και σύγχυση στον ίδιο τον πυρήνα της ελληνικής αμυντικής ποιλιτικής. Η τοποθέτηση Τούρκου πτεράρχου στη Λάρισα και οι συζητήσεις για διασύνδεση των ελληνικών και τουρκικών ραντάρ, τη στιγμή που δύο τεράστιοι στρατοί παρατάσσονται ο ένας απέναντι στον άλλο από τη Θράκη μέχρι την Κύπρο, εισάγει ένα επικίνδυνο στοιχείο παραφροσύνης στο κέντρο της ελληνικής άμυνας, σε μια άτεχνη προσπάθεια καταστροφής της «εικόνας του εχθρού» στις τάξεις των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, εικόνας που οφείλει να είναι στο κέντρο οποιασδήποτε αμυντικής διάταξης, αν θέλει να επιτελέσει την αποστολή της! Η ένταση στο Αιγαίο είναι προϊόν των «διαφορών», όχι το αντίθετο!

Το "θερμό επεισόδιο" ως άσκηση ψυχολογικού πολέμου

«Πλήρης ένταξη, πλήρης συμμόρφωση» είναι η διακηρυγμένη πολιτική της Αθήνας απέναντι στην Τουρκία, προς το παρόν όμως πίεση ασκείται μάλλον επί Ελλάδος και Κύπρου να «συμμορφωθούν» εκείνες στις τουρκικές διεκδικήσεις.

‘Εγκυροι διπλωματικοί και αμυντικοί αναλυτές προβλέπουν ότι θα γίνει «κόλαση» τους επόμενους μήνες στο Αιγαίο, προκειμένου να πιεσθεί η Αθήνα. «Κόλαση» όμως, διευκρινίζουν, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση σοβαρό «θερμό επεισόδιο», γιατί ένα τέτοιο επεισόδιο θα κινδύνευε να ανατρέψει και όχι να διευκολύνει τόσο την τουρκική, όσο και την αμερικανική πολιτική, με πολύ δυσάρεστες συνέπειες για την ‘Αγκυρα και την Ουάσιγκτον (η μόνη περίπτωση να γίνει τέτοιο επεισόδιο θα ήταν αν ήταν σίγουροι για μη αντίδραση της Αθήνας). «Θέλουν να τρομάξουν, δεν θέλουν να ξυπνήσουν τους ‘Ελληνες». Η διασπορά, από κυβερνητικές/κρατικές πηγές, εκτιμήσεων περί επικείμενου θερμού επεισοδίου (ή και εξέγερσης στη Θράκη!), αφενός αντανακλά έναν τρίτης κατηγορίας ψυχολογικό πόλεμο κατά της Ελλάδας, που δεν έχει αξιόπιστους/ανεξάρτητους μηχανισμούς ανάλυσης της τουρκικής πολιτικής, αφετέρου χρησιμοποιείται συχνά από τις ελληνικές κυβερνήσεις για να δικαιολογήσουν την πολιτική τους, υπονομεύοντας όμως την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση της χώρας.

"Κόσμος του Επενδυτή", 18.7.09

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

"Δεύτερο Κύμα" αντπαράθεσης στον ΣΥΡΙΖΑ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Κρίσιμο τεστ για τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ελπιζόμενο από την ηγεσία του «τέλος εσωστρέφειας» η σημερινή και αυριανή συνεδρίαση του πανελλαδικού συντονιστικού διεξάγεται σε συνθήκες έντονης απογοήτευσης της βάσης της αριστεράς για την συμπεριφορά και την ανεπάρκεια της ηγετικής του ομάδας πριν και μετά τις εκλογές. Οι μεγάλες αποφάσεις για τη δομή και την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αναβάλλονται για το φθινόπωρο, έστω κι αν το «Δεύτερο Κύμα», ένας πολιτικο-ιδεολογικά ετερόκλιτος σχηματισμός «ανέναχτων», με μεγάλη δόση κλασικού αριστερισμού («δεν μας ενδιαφέρει η διακυβέρνηση», είναι το μότο του) επιδιώκει να εγγράψει από τώρα στην ατζέντα την αναγνώριση πλήρων δικαιωμάτων στα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ και τη δημοκρατική του οργάνωση. Κάτι που δεν θέλει η ηγεσία του, επιμένοντας στη λειτουργία ενός «ενιαίου καθοδηγητικού κέντρου» στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, κέντρου όμως που ο Αλέξης Τσίπρας δεν θάθελε να υποσκελίσει τον ΣΥΝ.

Οι μετεκλογικές αντιδράσεις (προφανώς η συμπεριφορά Αλαβάνου) έκαναν μεγαλύτερο κακό από το εκλογικό αποτέλεσμα. Τάδε έφη η απόφαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ. Ευτυχώς υπάρχουν και βάρβαροι, είναι μια κάποια λύσις, θα παραγράφαμε τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Αν το πρόβλημα ήταν κυρίως η συμπεριφορά Αλαβάνου, γιατί έπεσαν πάνω του να μην παραιτηθεί; ‘Ενα μήνα μετά τις ευρωεκλογές, ουδείς σε ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να διαθέτει μια ελάχιστα ικανοποιητική εξήγηση του πως ένας σχηματισμός που άγγιξε προ διετίας το 20% στις δημοσκοπήσεις, προσγειώθηκε στο 4,7% με τάσεις κατολίσθησης έκτοτε.

Από την άποψη της αλληλεγγύης που θάπρεπε να διακρίνει αρσιτερά στελέχη, είναι καταδικαστέο το «ψυχόδραμα», «συριζική» παραλλαγή «Βασιληά Ληρ», μεταξύ Τσίπρα και Αλαβάνου, «γιού» και «πατέρα», της οποίας μόλις τέλειωσε η δεύτερη πράξη. Αν ξενίζουν τα προσωπικά (και ηλικιακά!) χαρακτηριστικά που προσέλαβε η διαμάχη, η αδυναμία των προσώπων να την ενδύσουν με πολιτικά προτάγματα (με την μερική εξαίρεση της κάρτας-μέλους του ΣΥΡΙΖΑ, όπου εμμένει ο Αλαβάνος), δεν αντανακλά τον επιφανειακό, αλλά μάλλον τον βαθύ χαρακτήρα της κρίσης.

Διαμάχες για κύρος-εξουσία είναι σχεδόν μόνιμο, έστω υφέρπον χαρακτηριστικό πολιτικών ομάδων και πραγματικό ασυνείδητο τουλάχιστον κίνητρο πολλών ηγετών/στελεχών – συνήθως όμως οργανώνονται γύρω από πολιτικά προτάγματα, υποτάσσονται σε πολιτικές επιδιώξεις, πολώνουν ρεύματα και απόψεις. Η αδυναμία πολιτικοποίησης της διαμάχης προδίδει τεράστια αμηχανία απέναντι στις εξελίξεις και την εποχή.

Δεν συνέβη μόνο στην αριστερά. Προ διετίας ήταν η σειρά του ΠΑΣΟΚ να αντιμετωπίσει μια «καταστροφικών» χαρακτηριστικών κρίση (διαμάχη Βενιζέλου-Παπανδρέου). ‘Ισως δεν θα αργήσει η σειρά της ΝΔ. Ο αδιέξοδος, απολίτικος χαρακτήρας της κρίσης των ελληνικών πολιτικών σχηματισμών, αντανακλά την ανεπάρκειά τους απέναντι στο βάθος των προβλημάτων της χώρας, την αδυναμία της πολιτικής τάξης να τα αντιμετωπίσει. «Είναι σαν μια απελπισμένη κοινωνία να επιδράμει ως τσουνάμι σε αναζήτηση λύσης, σηκώνει όπως ο ανεμοστρόβιλος τον α’ ή β΄ σχηματισμό και μετά τον παρατάει να πέσει με δύναμη ανάλογη αυτής που προς στιγμήν τον σήκωσε», λέει ένας από τους παλαιότερους ‘Ελληνες «δημοσκόπους».

Ως αποτέλεσμα του εκλογικού αποτελέσματος, έχουμε τώρα τριχοτόμηση του ΣΥΝ. Οι «ανανεωτές» ονειρεύονται την επαναφορά ενός προ δεκαπενταετίας ελκυστικού «ευρωπαϊσμού», με τον ίδιο τρόπο που το ΚΚΕ νομίζει ότι χάλασε ο κόσμος όταν πέθανε ο Στάλιν (‘Ενωση άλλωστε δεν ήταν μόνο η Σοβιετική, είναι και η Ευρωπαϊκή για όσους χρειάζονται έξωθεν κύρος). Το «αριστερό ρεύμα» διχάστηκε μεταξύ «σκληρού πυρήνα» και μάλλον «τσιπρικής» ημι-περιφέρειας. Για τους πρώτους, συνοδοιπόρους δεκαετιών, προέχει η αλληλεγγύη της ομάδας, του μηχανισμού. Οι δεύτεροι νομίζουν ότι αρκεί ο δυναμισμός των «τριαντάρηδων» για να γίνουν σύντομα πλειοψηφία – η αντίθεση όμως Τσίπρα/Αλαβάνου και η άβυσσος με τους ανανεωτές καθιστούν μάλλον αδύνατο το εγχείρημα.

«Ας βγούμε και εκτός Βουλής, συνεργασία οποιουδήποτε τύπου με ΠΑΣΟΚ δεν θα κάνουμε σε καμμιά περίπτωση», είναι η πολιτική έκφραση της οργανωτικής αναδίπλωσης, που επιλέγει ο «σκληρός πυρήνας». Καθιστά έτσι μια κανονικά τακτική επιλογή ζήτημα αρχής και «ιδεολογίας». Μοιάζει στον αντίποδα της θέσης του 1989 (η εμπειρία άλλωστε εκείνη σκιάζει τη σκέψη της ηγεσίας). Στην πραγματικότητα, και σήμερα και το 1989, το πολιτικο-ψυχολογικό υπόβαθρο είναι ταυτόσημο: αποφυγή της πολιτικής, του μπλεξίματος, του ρίσκου, διατήρηση ενός «αμόλυντου», «καθαρού» πόλου, αμηχανία διατύπωσης ριζοσπαστικής αριστερής διεξόδου από την κρίση, αδυναμία συγκεκριμένης ανάλυσης και παρέμβασης σε συγκεκριμένη κατάσταση. Σε συνθήκες βαθιάς κρίσης, «εθνικού αδιεξόδου», η κοινωνία παρακάμπτει όμως χωρίς πολλές φιοριτούρες όσους δεν προτείνουν κάτι. Η μονότονη επανάληψη ενός μαξιμαλιστικού προγράμματος διεκδικήσεων, εκτός πραγματικότητας, στις παραδόσεις της ανδρεοπαπανδρεϊκής και ΚΚΕδικης δημαγωγίας δεν ελκύει ούτε κουρασμένους από την πολιτική κοροϊδία μεσήλικες, ούτε καχύποπτους πιτσιρικάδες («Καλά, ληγμένα παίρνει;», ήταν η αντίδραση ενός «Δεκεμβριστή» που άκουγε, σε ένα από τα αναρίθμητα χάπενινγκ της εξέγερσης, ένα μεσαίο αριστερό στέλεχος να βγάζει τον παραδοσιακό φιλιππικό του).

Παρόμοια στάση συνιστά συνταγή για μεγάλη αποτυχία. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε νεο-«λουδήτες», εξεγερμένους νέους που «τα σπάνε», ούτε κόμματα-συνδικάτα. Με δημόσιο-ιδιωτικό χρέος δύο ΑΕΠ, εξαγωγές Λουξεμβούργου, διαλυμένη κοινωνία και κράτος, δεν φτάνει να ζητάς δικαιότερη διανομή πλούτου – πρέπει να τον βρεις εκεί που υπάρχει, μεγάλη ακίνητη περιουσία, πολυτελή τρόπο ζωής, παρασιτικές δραστηριότητες μεσαίων στρωμάτων, αλλά και να προτείνεις διεύρυνση παραγωγικής βάσης. Δεν μπορείς να είσαι απλώς συμπαθής συνήγορος κάθε διεκδίκησης που θα απηύθυνε μια απαθής κοινωνία σε ένα χρεωκοπημένο, διεφθαρμένο κράτος.

Μια χαρά τα κατάφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στις κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση της δημόσιας εκπαίδευσης ή ασφαλιστικών κεκτημένων. Αυτά είναι όμως καθαρά αμυντικά κινήματα. Δεν ακούστηκαν σπουδές ιδέες για βελτίωση μιας παιδείας-«μπάχαλου», ενός ευρύτερου δημόσιου-«μπάχαλου». Η Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ έφαγε τον καιρό της να συζητάει αν πρέπει να δοθεί ή όχι αποζημίωση στις τράπεζες που θα εθνικοποιήσει, γεγονός που δεν εμπόδισε τους τραπεζίτες να κοιμηθούν! Δεν μπόρεσε ούτε καν να σκεφτεί αυτό που λέγεται ότι σκέφτηκε ο δεξιός διοικητής του ΙΚΑ Νεκτάριος, να περάσει υπό τον έλεγχο των εργαζομένων το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, λύνοντας και το ασφαλιστικό και το τραπεζικό πρόβλημα!

Ούτε οι «επαναστατικές πρωτοπορείες», συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, απασχόλησαν φαιά ουσία και ξόδεψαν ενέργεια να φτιάξουν κίνημα καταναλωτικών και αγροτικών συνεταιρισμών που θα χτυπούσε έμπρακτα την ακρίβεια (όπως το πολύ επιτυχές συνεργατικό του ΑΚΕΛ), ή να αναδείξουν ζητήματα που πλήττουν τους πολίτες πολύ περισσότερο από την κλασική «κλοπή της υπεραξίας» που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο της βιομηχανικής Αγγλίας του 19ου αιώνα - πάνε είκοσι χρόνια πούχει φύγει π.χ. από τη δημόσια ατζέντα το φακελάκι στα νοσοκομεία, και μύριες όσες άλλες, λίαν αντιπαραγωγικές και αντικοινωνικές πραγματικότητες, που γνωρίζει και ο τελευταίος ‘Ελληνας. Στην οικολογία, οι παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πρωτοποριακές αλλά αποσπασματικές. Δεν τόλμησε να χτυπηθεί μετωπικά με το αυτοκίνητο, ιδίως πολυτελές, που σκοτώνει την πρωτεύουσα, ούτε το εργολαβιστάν που καταστρέφει τη χώρα. ‘Οταν κάποιο στέλεχος πρότεινε να απαγορευθεί η ιδιωτική απασχόληση στους αρχιτέκτονες του δημοσίου μόνο που δεν τον σκότωσαν! Καλή η αλληλεγγύη με τους μετανάστες, κάποιος όμως πρέπει να σκεφτεί και τους φτωχούς ‘Ελληνες, που «τρελλαίνονται» με το πανώ «’Οχι σύνορα για τους εργάτες», της συνιστώσας «Κόκκινο» στην προεκλογική συγκέντρωση του 2007 – στο «κόκκινο» δεν υπάρχει ούτε μισός εργάτης. Εκτός από τη σοσιαλδημοκρατία υπάρχουν κι άλλοι τρόποι «ένταξης» στο «σύστημα»: ο αριστερισμός, που παραπέμπει οποιαδήποτε πραγματική αλλαγή στην Τρίτη χιλειτηρίδα και ο «αντιεθνικισμός», πολύ χρήσιμη υπηρεσία σε ένα κατεστημένο διατεθειμένο να πουλήσει το μισό Αιγαίο και την Κύπρο για μια φωτό με την Χίλλαρι.

Στο «αριστερό ρεύμα» τοποθετείται και ο Αλαβάνος, παρόλο που του προσάπτουν «μη συλλογική» συμπεριφορά και χαρακτήρα που μάλλον εγγυάται νέες πρωτοβουλίες που θα ξαφνιάσουν φίλους και συντρόφους. Από όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΣΥΝ, ο Αλέκος Αλαβάνος συνειδητοποίησε ότι έπρεπε με κάποιες πρωτοβουλίες να αναζητήσει ένα ριζοσπαστικό δρόμο που να μην είναι ούτε δεύτερο ΚΚΕ, ούτε εκδοχή «σοσιαλφιλελεύθερης» σοσιαλδημοκρατίας. Οι πρωτοβουλίες όμως απεδείχθησαν συχνά χωρίς την απαραίτητη πολιτική συνοχή που θα προέκυπτε από μια γενική ιδέα,ένα «σχέδιο» ριζοσπαστικής αλλαγής της χώρας. Οι «προγραμματικές επεξεργασίες» ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, είναι για κλάματα, ένα ατέλειωτο ευχολόγιο που δεν διάβασαν ολόκληρο ούτε οι συντάκτες του!

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν εμπιστεύθηκαν τους «ανένταχτους» που, ενθουσιασμένοι από το δημοσκοπικό 18%, ξαναθυμήθηκαν τις καταβολές τους και που, κατά τεκμήριο, είναι υγιέστεροι από το στελεχιακό δυναμικό και, πάντως, δεν έχουν ίδιον συμφέρον αναπαραγωγής μηχανισμών, θέσεων, επιχορηγήσεων, δεν θέλουν να κάνουν πολιτική για τους ίδιους. Παρόλες τις συχνές αναφορές στη δημοκρατία, η πολύχρωμη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προτίμησε να μη δώσει την «αριστερά στους αριστερούς», να κρατήσει για τον εαυτό της το μονοπώλιο αποφάσεων και πολιτικής λειτουργώντας, όπως όλη η χώρα, στη λογική καρτέλ. ‘Ισως μόνο εμπιστευόμενη την υγεία, αγωνιστικότητα, ευθυκρισία της βάσης της, ιδίως της επαρχιακής και λαϊκότερης, μπορεί να βγει από το αδιέξοδο αποφεύγοντας ένα Βατερλώ.

"Κόσμος του Επενδυτή", 18/07/2009

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Στο μάτι της Ουάσιγκτων το status quo στο Αιγαίο

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Σε άνοιγμα της Χάλκης προσανατολίζεται η κυβέρνηση Ερντογάν, στα πλαίσια μιας σειράς δευτερευουσών «παραχωρήσεων» προς Ελλάδα-Κύπρο, αναφέρουν αξιόπιστες πηγές στην τουρκική πρωτεύουσα. «Παραχωρήσεις» που συνιστούν ουσιαστικά αυτοτελείς υποχρεώσεις, ενόψει της ευρωπαϊκής αξιολόγησης τον Δεκέμβριο. Η Χάλκη είναι άλλωστε και ζήτημα αμερικανικού και όχι ειδικά ελληνικού συμφέροντος.

Οι «παραχωρήσεις» αυτές, αν, όταν και όσες γίνουν, γιατί η ‘Αγκυρα συνηθίζει να υπόσχεται και να μην τηρεί, συνδυάζονται και δεν αντιφάσκουν με τις έντονες πιέσεις που ασκούνται ταυτόχρονα (π.χ. Αιγαίο) στην επιδίωξη όχι μόνο να συνεχισθεί απρόσκοπτη η τουρκική ενταξιακή πορεία, αλλά και να επιτύχει η ‘Αγκυρα πολύ κεντρικές επιδιώξεις σε πρωτεύοντα θέματα κρατικής κυριαρχίας σε Αιγαίο/Κύπρο.

Η ‘Αγκυρα ζητάει «αμοιβαιότητα», δηλαδή ελληνική παραχώρηση, κάθε φορά που έστω σκέπτεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Στην περίπτωση της Χάλκης απαιτεί διπλωματικά διεύρυνση των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη. Ταυτόχρονα, ο Τούρκος πρόξενος στην Κομοτηνή έχει «υπερδραστηριοποιηθεί», περιφερόμενος και ρητορεύων από χωρίου εις χωρίον και ενεργώντας πρακτικά μάλλον ως «πολιτικός ηγέτης» της «τουρκικής μειονότητας», παρά ως ξένος διπλωμάτης, παρά τις επανειλημμένες συστάσεις που του έγιναν από τον Περιφερειάρχη. (Στο τέλος, αντί να συμμορφωθεί ο διπλωμάτης, σταμάτησε ο περιφερειάρχης να πηγαίνει σε αρκετές εκδηλώσεις που πάει ο πρόξενος!). ‘Οσο για την ηγεσία του ΥΠΕΞ, μοιάζει να μη θέλει να εξετάσει καν τα στοιχεία που της παρέχουν οι υπηρεσίες της σχετικά με τις τουρκικές δραστηριότητες, πιστεύοντας ίσως ότι οι ίδιοι οι διπλωμάτες μας θέλουν να «τορπιλίσουν» την πολιτική εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων!

Αυτά όλα μπορούν και γίνονται, υποστηρίζουν διπλωμάτες, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι πολιτικά και διπλωματικά παρούσες στον ευρωπαϊκό χώρο οι τουρκικές κατηγορίες περί αντιμειονοτικής πολιτικής της Αθήνας. Αντίθετα, ουδείς ‘Ελλην αρμόδιος τόλμησε ποτέ να υπενθυμίσει στην θέτουσα θέμα αμοιβαιότητας ‘Αγκυρα τι ακριβώς συνέβη στην ελληνική μειονότητα στην Τουρκία, την «αμοιβαιότητα» της οποίας με τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ρητά προβλέπει η Συνθήκη της Λωζάννης. Η Κυρία Μπακογιάννη αίφνης, σε πρόσφατη συνέντευξή της σε τουρκική εφημερίδα, έκανε λόγο για ‘Ελληνες που έφυγαν από την Πόλη, χωρίς όμως να εξηγήσει αν έφυγαν για τουρισμό, ως μετανάστες ή εκδιώχθηκαν εξαιτίας οργανωμένου πογκρόμ του τουρκικού κράτους! Σήμερα, πολύ περισσότερα στοιχεία δημοσιεύονται από τουρκικές παρά από ελληνικές πηγές για την εκδίωξη και τα παραμένοντα προβλήματα των Ελλήνων της Πόλης!

Στο μεταξύ για λύσεις «εδώ και τώρα» σε όλο το πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων της Ελλάδας (κυπριακό, Αιγαίο, μακεδονικό) πιέζει τώρα η Ουάσιγκτον. Εμμέσως πλην σαφώς οι Αμερικανοί διπλωμάτες θέτουν ζήτημα «επανεξέτασης» του status quo στο Αιγαίο (συνθήκη Λωζάννης). Εξαιρετικά φιλότουρκος ο Υφυπουργός Εξωτερικών του Ομπάμα κ. Γκόρντον αποδοκίμασε μεν τις χαμηλές πτήσεις πάνω από το Αγαθονήσι, ουσιαστικά όμως ζήτησε η διακοπή των ενεργειών αυτών να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό διάλογο επί των «επίμαχων ζητημάτων», ζητημάτων κυριαρχίας.

Με τη λογική αυτή βέβαια, η ‘Αγκυρα μπορεί να θέτει λόγω και έργω ότι της κατεβαίνει στο κεφάλι, παρουσιάζοντας μετά ως παραχωρήσεις την άρση τους και ζητώντας ελληνικές «αντιπαροχές»! Αυτή την έως τώρα αποδοτική τακτική ακολουθεί και ο Ταλάτ στην Κύπρο, αρνούμενος την επιστροφή ακόμη και της Μόρφου ή της Καρπασίας στους Ελληνοκύπριους κατοίκους τους. Η τακτική καθίσταται «αποδοτική», γιατί Ελλάδα και Κύπρος είναι «στοχοπροσηλωμένες» στη διατήρηση πάση θυσία «καλού κλίματος». Η άλλη πλευρά δεν κάνει τις απαραίτητες «θυσίες», το αντίθετο, άρα πρέπει να τις κάνει η εδώ.

Το ερώτημα σημειώνουν διπλωματικοί παρατηρητές, είναι κατά πόσον οι ΗΠΑ προχωρούν στην ανακίνηση θέματος Αιγαίου με δική τους πρωτοβουλία, ή αν έχουν ενθαρρυνθεί από τις βολιδοσκοπήσεις τους στην Αθήνα. ‘Οτι και να συμβαίνει όμως, γεγονός είναι ότι η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα τείνει να γίνει αποτρεπτικός παράγων για οποιαδήποτε περαιτέρω παραχώρηση και ανάληψη σχετικού πολιτικού κόστους. Ο πρωθυπουργός έχει γίνει δέκτης εισηγήσεων για «σκλήρυνση» της ελληνικής στάσης ενόψει Δεκεμβρίου, με δεδομένο μάλιστα ότι η ‘Αγκυρα εμφανίζεται πιο «σκληρή» από ποτέ άλλοτε. Χρειάζεται βέβαια πολύ προσπάθεια για να πεισθεί η ‘Αγκυρα για τη σοβαρότητα της Αθήνας – η «σκλήρυνση» της στάσης στο μεταναστευτικό αίφνης, και η απειλή διασύνδεσης με την ενταξιακή πορεία, δεν εμπόδισε, την περασμένη εβδομάδα, την Αθήνα να δώσει τη συγκατάθεσή της στο άνοιγμα ενός ακόμα κεφαλαίου ενταξιακής διαπραγμάτευσης (φορολογία).

Είναι πάντως αδύνατο πλέον για την κυβέρνηση να μην παίρνει υπόψιν της την κοινή γνώμη, με αποτέλεσμα να βρίσκεται διαρκώς προ του διλήμματος να χαλάσει το «κλίμα» με τους Τούρκους ιθύνοντες ή τους ψηφοφόρους της! ‘Ετσι η Υπουργός Εξωτερικών, παρά τη μαχητικότητα που υποστηρίζει την τουρκική ένταξη, θεώρησε επιβεβλημένο να δηλώσει ότι δεν θα ανοίξουν τα οκτώ μπλοκαρισμένα κεφάλαια διαπραγμάτευσης, όσο η ‘Αγκυρα αρνείται να ανοίξει τα λιμάνια και αεροδρόμια στα κυπριακά σκάφη. Προκαλώντας την οργή του αρμόδιου Τούρκου Υπουργού Εγκεμέν Μπαγκίς, που απάντησε εκνευρισμένα σε «αυτοκρατορικό στυλ».

Η αντίδραση Μπαγκίς, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές, επιβεβαίωσε ότι το λεγόμενο «καλό κλίμα» Ελλάδας και Τουρκίας βασίζεται αποκλειστικά στην προσδοκία της ‘Αγκυρας για μεγάλες ελληνικές παραχωρήσεις. Και ο Ερντογάν άφησε να εννοηθεί ότι Καραμανλής-Μπακογιάννη θα ήθελαν να «λύσουν» μερικά ζητήματα στη Θράκη, εμποδίζονται όμως από τα ΜΜΕ! Το ερώτημα είναι κατά πόσον η ελληνική πολιτική ηγεσία και διπλωματία μεταφέρει όντως στην ‘Αγκυρα τις θέσεις που θεωρούνται καταρχήν αδιαπραγμάτευτες στην ελληνική εξωτερική πολιτική.
Οπως έδειξε περίτρανα η εμπειρία του σχεδίου Ανάν το 2004, η ελλαδική και κυπριακή πολιτική ηγεσία έχουν την τάση να συνομολογούν ρυθμίσεις που δεν είναι ούτε γνωστές, ούτε αποδεκτές από την ελληνική κοινή γνώμη. Το αποτέλεσμα είναι οι μεν ρυθμίσεις να μην εφαρμόζονται, οι δε σχέσεις με την Τουρκία να κινδυνεύουν με νέες κρίσεις. Υποτίθεται ότι η τακτική αυτή ακολουθείται για να βελτιώνει το κλίμα Αθήνας-‘Αγκυρας, στην πραγματικότητα όμως μάλλον δημιουργεί κινδύνους σοβαρών «παρεξηγήσεων» και στις ελληνοτουρκικές και στις σχέσεις πολιτικών-ψηφοφόρων!

Τμήμα της κυβέρνησης μοιάζει να το έχει συνειδητοποιήσει, γι’ αυτό και κινείται ενστικτωδώς προς μια «σκλήρυνση», που είναι άλλωστε τακτικά απαραίτητη για στοιχειώδη αποκατάσταση της διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας. «Πρέπει να πούμε όχι σε όλα. Τίποτα δεν θα γίνει. Πάει άλλωστε ο Ερντογάν που ξέρουμε. Αυτός εδώ έχει μετατραπεί σε νεοωθωμανό», λέει χαρακτηριστικά κυβερνητικός παράγων. ‘Ομως, οι κυβερνητικοί παράγοντες δικαιολογούσαν επί χρόνια την «υπερμετριοπαθή» πολιτική τους με την εκτίμηση ότι θα διευκόλυνε την επικράτηση των ισλαμιστών επί του στρατού. Αυτό που όντως διευκολύνθηκε ήταν η μετατόπιση των ισλαμιστών σε εθνικιστικές θέσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι τακτικό, αλλά στρατηγικό. Η Ελλάδα διακήρυξε την πολιτική «πλήρης ένταξη, πλήρης συμμόρφωση», πρακτικά όμως συγκατατέθηκε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων χωρίς να θέσει ζήτημα άρσης τουρκικών διεκδικήσεων και απειλών στο Αιγαίο ή αναγνώρισης της Κύπρου. Η «τακτική» αυτή οδήγησε την ‘Αγκυρα σε εξαιρετικά πλεονεκτική win-win θέση. Είτε θα συνεχίσει τη σκληρή στάση, αποσπώντας ενδεχομένως μεγαλύτερες ελληνικές παραχωρήσεις, είτε θα συμφωνήσει με όσα τώρα της ζητάμε, φέρνοντας σε δύσκολη θέση Αθήνα και Λευκωσία! Π.χ., αν ανοίξει τα λιμάνια, θα φανεί παράξενο να τεθεί νέο βέτο στο άνοιγμα κεφαλαίων γιατί δεν αναγνωρίζει την Κύπρο! Η απαίτηση για παραπομπή στη Χάγη των ελληνοτουρκικών δεν συνοδεύτηκε από απαίτηση προκαταβολικής άρσης εδαφικών διεκδικήσεων, άρα τυχόν αποδοχή του ελληνικού όρου οδηγεί σε ανεπιθύμητη συζήτηση για γκρίζες ζώνες στο Διεθνές Δικαστήριο. Δεν κάνει νόημα να τεθούν μείζονα ζητήματα προστασίας της ελληνικής και κυπριακής κυριαρχίας από απειλές, κατοχές και διεκδικήσεις στο τέλος της ενταξιακής διαδικασίας. Γιατί είτε αυτή η διαδικασία θα διακοπεί, χωρίς να κερδίσει τίποτα Ελλάδα-Κύπρος, είτε θα δεχθούμε τελικά εντός της ΕΕ την Τουρκία με το σύνολο των διεκδικήσεών της. (Εκτός αν βρούμε μετά πολλά χρόνια το θάρρος που τώρα μας λείπει, διακινδυνεύοντας και μια πολύ σοβαρότερη κρίση με την ‘Αγκυρα, εφόσον θα θεωρηθούμε υπεύθυνοι της τελικής ματαίωσης των προσδοκιών της, χωρίς μάλιστα ποτέ να της έχουμε εξηγήσει τι πραγματικά ζητάμε.)

Κόσμος του Επενδυτή, 11.7.2009

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2009

ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Μεταξύ Ζυρίχης και σχεδίου Ανάν
ΣΚΗΝΙΚΟ 2004 ΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Συνπειες για την Ελλάδα από μη βιώσιμη λύση του κυπριακού

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

«Σκηνικό 2004», με (απατηλές) υποσχέσεις/απειλές, στήνει ήδη ο διεθνής (ατλαντικός) “παράγων“ στη Λευκωσία. Pροχθές, ο Σουηδός ΥΠΕΞ Μπίλντ (θιασώτης του διαμελισμού και βομβαρδισμού της Γιουγκοσλαβίας προ δεκαετίας) προεδρεύων της ΕΕ (αν και προωθεί κραυγαλέα τα αμερικανοτουρκικά συμφέροντα), εμμέσως πλην σαφώς, απείλησε, κατά πρωτοφανή τρόπο την Κύπρο, μέλος της ΕΕ, ότι θα αφεθεί στο έλεος του τουρκικού στρατού αν δεν συγκατατεθεί σε λύση του κυπριακού εντός του έτους! Για να φύγει το κυπριακό από την τουρκική ενταξιακή πορεία που αξιολογείται τον Δεκέμβριο! (Οι δηλώσεις Μπιλντ επιβεβαιώνουν την πλήρη αφασία κυπριακής-ελλαδικής διπλωματίας! Διερωτώνται μάλιστα πολλοί τι ακριβώς συζητούν Μπιλντ και Μπακογιάννη κατά τις συχνές συναντήσεις τους, μία από τις οποίες διήρκεσε 2,5 ώρες!)

Λονδίνο-Ουάσιγκτον επιδιώκουν το «κλείσιμο» όπως-όπως κυπριακού και ελληνοτουρκικών, με συνοπτικές διαδικασίες και λύσεις αντίστοιχες του απορριφθέντος Ανάν, ώστε να ανοίξει ο τουρκικός δρόμος προς την ΕΕ, αλλά και να ικανοποιηθούν πάγιες στρατηγικές επιδιώξεις τους.

Στη Λευκωσία έσπευσαν ήδη Μπαρόζο, Μπράιζα, Φερχόιγκεν κλπ., ζητώντας άμεσο κλείσιμο κυπριακού (που ουδόλως τους απασχολούσε 35 χρόνια!). Υπόσχονται, λέγεται, και Νόμπελ σε Χριστόφια-Ταλάτ, σε σκηνικό που θυμίζει κάπως Μόσχα της περεστρόικα. Τότε, η παγκόσμια δεξιά-ακροδεξιά (Κολ, Ρήγκαν, Θάτσερ) πήγαιναν μέρα παρά μέρα στην πρωτεύουσα του “διεθνούς κομμουνισμού” για να στηρίξουν και να ενθαρρύνουν τον αρχηγό του Γκορμπατσώφ και την πολιτική του. Είναι τέτοια π.χ. η «χημεία» Μπαρόζο-Χριστόφια, που ο αποτυχημένος Πρόεδρος της Κομισιόν (σύμβολο, λόγω Αζορών, υποτέλειας στον Μπους) θεωρεί τον «κομμουνιστή Χριστόφια» από τους μεγαλύτερους «συμμάχους» στην ανανέωση της θητείας του. Ο Κύπριος Πρόεδρος όχι μόνο τον υποστηρίζει για τη θέση του επικεφαλής της Κομισιόν, αλλά και δεν έφερε αντίρρηση, όπως πράττει πάγια η κυπριακή κυβέρνηση, στην απαίτησή του να συναντήσει τον Ταλάτ στο “προεδρικό μέγαρο” του ψευδοκράτους!

Το μενού συνδυάζει κολακείες και απειλές, “για να μην ξεχνιόμαστε”. Το Ρώυτερ, επικαλούμενο ξένο διπλωμάτη, χαρακτήρισε τους Χριστόφια-Ταλάτ “μαθητευόμενους μάγους”, χωρίς νομική μόρφωση, που τσακώνονται για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν. Πολλοί ερμήνευσαν το τηλεγράφημα ως “παιδιά τελειώνετε επιτέλους!”.

“Λύση από Κύπριους για Κύπριους”, είναι το σύνθημα Χριστόφια, κανείς όμως Κύπριος δεν γνωρίζει τι γίνεται στις συνομιλίες! Οι “διακοινοτικές” μετηλλάγησαν προ πολλού σε διαδικασία εκπόνησης συντάγματος νέου κράτους, υπό συνθήκες μυστικοπάθειας απαράδεκτης και αντιδημοκρατικής για τα μεταμεσαιωνικά δεδομένα της Ευρώπης, υπογραμμίζουν έγκριτοι Κύπριοι νομικοί, που διερωτώνται μήπως πρέπει τώρα να γίνει δημοψήφισμα για το περίγραμμα τουλάχιστο της επιδιωκόμενης λύσης! Ο Ταλάτ πάντως συμπεριφέρεται δημοκρατικότερα, κοινοποιώνυτας στους “βουλευτές“ του πρακτικά των συνομιλιών, που δεν γνωρίζουν ούτε οι αρχηγοί των “συγκυβερνώντων” ελλήνοκυπριακών κομμάτων!

H σύγχυση επί των θεμελίων της συνζητούμενης ρύθμισης είναι δυστυχώς κανόνας! Ο κ. Χριστόφιας σε συνέντευξη απέκλεισε ξένους δικαστές στο νέο κράτος. Στις ελληνοκυπριακές προτάσεις που κατετέθησαν στο Εθνικό Συμβούλιο εμφανίστηκε ένας ξένος δικαστής. Στην επόμενη συνεδρίαση ο κ. Χριστόφιας απέδωσε την παρουσία του σε τυπογραφικό λάθος, ενώ ο σύμβουλός του κ. Τσιελεπής δήλωσε ότι «μάλλον γλυτώσαμε τους δικαστές”. Προ ημερών ο Ταλάτ μίλησε για τρεις ξένους δικαστές!

Διπλωματικοί κύκλοι αναγνωρίζουν ομόφωνα τον κεντρικό ρόλο του Βρετανού Πρέσβη Μίλετ στο συντονισμό του “διεθνούς παράγοντα”, αλλά και στο “στρίμωγμα” Χριστόφια, αν δεν παίξει τον ρόλο που του επιφυλάσσει το βρετανικό “master plan”. Το οποίο δεν είναι άλλο από την κινητοποίηση της ισχύος της κυπριακής αριστεράς εναντίον του ελληνικού εθνισμού. Μόνο έτσι, ελπίζει η Γηραιά Αλβιών, υπάρχει περίπτωση να πεισθούν/πιεσθούν οι ¨Ελληνες, 80% του πληθυσμού, να παραιτηθούν από τα πιο αυτονόητα δικαιώματα…

Την Κυριακή ο Μίλετ δήλωσε δημοσίως ότι η δουλειά των δύο ηγετών είναι “να πουλήσουν τη λύση στις κοινότητές τους”, προβλέποντας προσωρινή συμφωνία τον Οκτώβριο και δημοψήφισμα τον Ιανουάριο. Το μόνο που μοιάζει να ανησυχεί τον Μίλετ και τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ Ντάουνερ είναι η κοινή γνώμη – ο Ντάουνερ μάλιστα προκάλεσε σκάνδαλο όταν γνωστοποιήθηκαν σχόλιά του κατά των εφημερίδων “Φιλελεύθερος” και “Σημερινή”.

Τρία αγγλοαμερικανικά σενάρια

Συγκλίνουσες πληροφορίες από πολύ αξιόπιστες πηγές αναφέρουν τρία εναλλακτικά σενάρια που επεξεργάστηκαν Λονδίνο-Ουάσιγκτον (κατά σειρά πρότίμησης):

1. υιοθέτηση παραλλαγής του σχεδίου Ανάν, επίλυση ελληνοτουρκικών, ταχεία ένταξη Τουρκίας πριν από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χρηματοδοτικές αποφάσεις (2013)

2. προσωρινή συμφωνία τον Οκτώβριο που θα “κλειδώσει” τις ελληνικές υποχωρήσεις, απαλάσσοντας την τουρκική ενταξιακή πορεία

3. άνοιγμα τουρκικών αεροδρομίων-λιμανιών, αφού, όπως ορθώς υπογράμμισε, επικαλούμενος την Ταϊβάν, ο Εγκεμέν Μπαγκίς, εμπόριο δεν σημαίνει αναγνώριση. Τι θα κάνουν τότε Λευκωσία και Αθήνα, που, κατά τρόπο εξευτελιστικό για τις ίδιες, δεν ζήτησαν αναγνώριση της Κύπρου πριν αρχίσουν διαπραγματεύσεις, όπως ζητούσε όχι ο Πρωθυπουργός της Κύπρου ή της Ελλάδας, αλλά της Γαλλίας, από το 2005;!

Διπλωμάτες στις Βρυξέλλες εξηγούν την κινητικότητα περί το κυπριακό, υπογραμμίζουν ότι, πέραν της επιδίωξης διευκόλυνσης της τουρκικής αξιολόγησης τον Δεκέμβριο, το ατλαντικό “λόμπυ” θέλει «με ένα σμπάρο να πετύχει τρία τρυγόνια». ‘Όχι μόνο να “λύσει“ το κυπριακό αλλά και:

α) να αποκτήσει από τώρα η ‘Αγκυρα, πολλά από τα δικαιώματα των μελών της ΕΕ, δια του θεσμικού ρόλου που θα αποκτήσει επί της κυπριακής ψήφου. Αν αυτό γίνει, θα είναι δυσκολότατο στην ΕΕ να πει μελλόντικά όχι στην ‘Αγκυρα, χωρίς να διακινδυνεύσει να «ανατιναχθεί» η συνταγματική ευστάθεια και εξωτερική ασφάλεια ενός μέλους της!

β) να αποκτήσουν οι Βρετανοί δια των ξένων δικαστών, της διαιώνισης του καθεστώτος βάσεων και σειράς άλλων συζητούμενων ρυθμίσεων, μόνιμη, μη αναστρέψιμη επιρροή στην Κύπρο που δεν είχαν ποτέ μετά το 1960.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Το ΒΙΩΣΙΜΟ ΤΗΣ ΛΥΣΗΣ

Η αθηναϊκή ελίτ τηρεί «αποστάσεις ασφαλείας» από τις διαπραγματεύσεις της Λευκωσίας, αφήνοντας τον κ. Χριστόφια να βγάλει μόνος του το «φίδι από την τρύπα». Μεγάλο τμήμα της επιθυμεί διακαώς να “απαλλαγεί” από το κυπριακό, μόνο που αν η συμφωνία δεν αποδειχθεί βιώσιμη, κινδυνεύει να το δει μπροστά της με πολύ χειρότερη μορφή. Θολές λύσεις και “εποικοδομητικές” ασάφειες δημιουργούν δυνατότητα εθνοτικών συγκρούσεων, με ότι συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι πολύ εύκολο να υπονομευθεί μια λύση μέσω κακών ρυθμίσεων στην εκτελεστική εξουσία, που θα αφίστανται των ισχυόντων στη Δύση, προειδοποίησε προσφάτως, καλώντας σε ιδιαίτερη προσοχή στον τομέα αυτό, ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα εξωτερικής πολιτικής Ανδρέας Λοβέρδος.

Η πολιτική αστάθεια στην Αθήνα καθιστά λιγότερο προβλέψιμες τις τελικές θέσεις των κομμάτων επί μίας λύσεως – ουδείς επιθυμεί σήμερα να καταβάλει κόστος για να στηρίξει ελληνικές υποχωρήσεις και την τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Ενώ και αρκετοί ανησυχούν μήπως το κυπριακό «φίδι», αν δεν προσεχθεί, «δαγκώσει» τελικά και την μητροπολιτική Ελλάδα. Σημαίνων παράγων της ΝΔ υπογράμμισε, μιλώντας στον “K.t.E” υπό τον όρο ανωνυμίας: «Μη βιώσιμη λύση θα καταστήσει την Αθήνα όμηρο ‘Αγκυρας, Λονδίνου και Ουάσιγκτον, για να μην πάθουν τίποτα 750.000 ‘Ελληνες χωρίς κανονική κρατική προστασία».

¨Εγκριτοι παρατηρητές υπογραμμίζουν ότι το “κλειδί βιωσιμότητας” της λύσης είναι η διατήρηση του πυρήνα των θεμελιωδών δικαιωμάτων αυτοκυβέρνησης, αυτοάμυνας, ανεξαρτησίας για τους ¨Ελληνες, τουλάχιστο εκεί που θα ζήσουν. Αν αναγνωριστεί σε οποιονδήποτε τρίτο, μη αιρετό εκπρόσωπο της πλειοψηφίας (δικαστή , Τούρκο συμπρόεδρο κλπ.) δικαίωμα απόφασης επ¨ αυτής δημιουργείται αμέσως έδαφος σύγκρουσης. Εξωφρενική και παράλογη χαρακτηρίζουν ορισμένοι την πρόταση των Ελληνοκυπρίων να αποποιηθούν του δικαιώματος της αυτοάμυνας, μόνοι μεταξύ όλων των κρατών του κόσμου (και μάλιστα κράτος στη Μεσόγειο που υπέστη εισβολή). Tέτοια πρόταση έγινε και για το παλαιστινιακό κράτος – δεν τη σκέφτηκε όμως κανείς Παλαιστίνιος, ο Νετανιάχου θέλει να την επιβάλει! Και φυσικά, είναι ακατανόητη, υποστηρίζουν οι ίδιοι, η αναγνώριση, με οποιαδήποτε μορφή, μονομερή ή πολυμερή, σε τρίτες χώρες δικαιώματος επέμβασης.

Οι διακοινοτικές ταραχές του 1963-64 προκλήθηκαν από τους παραλογισμούς των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, που επικαλέσθηκε η ‘Αγκυρα και το 1974. Οι συνθήκες ήταν απαράδεκτες γιατί μπλόκαραν τη κρατική λειτουργία με το βέτο που παραχώρησαν στη μειονότητα. Με το σχέδιο Ανάν, ή το σύστημα εκ περιτροπής προεδρίας, δεν προβλέπεται καν βέτο για την πλειονότητα!