Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

ΠΟΥΤΙΝ, ΝΑΜΠΟΥΚΟ ΚΑΙ Η "ΕΚΤΕΛΕΣΗ" ΕΝΟΣ ΔΙΠΛΩΜΑΤΗ

Οι Αμερικανοί ξανάρχονται, καταλαμβάνουν κυβέρνηση και τορπιλίζουν τον αγωγό.
"Μακαρθικές" τεχνικές στο Υπουργείο Εξωτερικών

Πριν τρία χρόνια, ο Πρόεδρος της ΓΚΑΖΠΡΟΜ Αλεξέι Μίλeρ ήρθε στην Αθήνα για να μας πει ότι, όταν τελειώσει η τωρινή σύμβαση για το αέριο, θα προμηθεύονται όλες τις ποσότητες μέσω Τουρκίας. Ο Μεσούτ Γιλμάζ, σε συμμαχία με την ιταλική ΕΝΙ, είχε φροντίσει να κατεβάσει έναν υποθαλάσσιο αγωγό μέσω Μαύρης Θάλασσας, ανακουφίζοντας τους Ρώσους από το ουκρανικό made in USA εμπόδιο. O Γιλμάζ πλήρωσε την «αποκοτιά» του, η Τουρκία όμως απέκτησε τον αγωγό. Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις, και με τους ισλαμιστές και με τους κεμαλιστές, έπιαναν ιστορικό ζενίθ.

Μερικούς μήνες αργότερα, η Ντόρα Μπακογιάννη κουβέντιαζε με την παρέα της στο ξενοδοχείο Μεζντουναρόντναγια της Μόσχας. Κάποιος, γνώστης των συνομιλιών Μίλερ, τη ρώτησε: «Γιατί δεν φτιάχνετε έναν αγωγό αερίου παράλληλο του Μπουργκάς/Αλεξανδρούπολη?». Η Υπουργός έδειχνε τότε να ενδιαφέρεται κυρίως για το θαλασσίως μεταφερόμενο υγροποιημένο και πεπιεσμένο αέριο.

Η ιδέα όμως τράβηξε την προσοχή του Κώστα Καραμανλή και του Κάρολου Παπούλια. Το ίδιο και του δραστήριου Ρώσου Πρέσβη Αντρέι Βντόβιν, που αναζητούσε εκείνη την εποχή «υλικό» περιεχόμενο για τον τόσο παθιασμένο, πλην «πλατωνικό» έρωτα της Ελλάδας με τη Ρωσία, έψαχνε να μετασχηματίσει την ιδεολογική σε στρατηγική σχέση. Από όλα αυτά γεννήθηκε η ιδέα του αγωγού Σάουθστρημ, ενός από τους στρατηγικότερους στον κόσμο. Παρακάμπτει και την Ουκρανία και την Τουρκία, επιτρέποντας τον απευθείας εφοδιασμό της Ευρώπης με ρωσικό αέριο. Και φυσικά παρακάμπτει και τον υπόγειο αμερικανικό πόλεμο, δια του «τηλεχειρισμού» της Νέας Ευρώπης…
Εκτός του Σάουθστρημ, μπήκε στα σκαριά και ένα πρόγραμμα εξοπλιστικής συνεργασίας.

‘Όταν έμαθαν τα νέα, στην Ουάσιγκτον χτύπησε συναγερμός σε Πεντάγωνο, Στέητ Ντηπάρτμεντ, CIA και NSC. Ο αμερικανός Πρέσβης στην Αθήνα Τσαρλς Ρις ήταν ο πρώτος που την πλήρωσε: Μετατέθηκε δυσμενώς στη Βαγδάτη, σε θέση αναντίστοιχη με τον βαθμό του. Στη συνέχεια άρχισε η κάθε είδους και μορφής επίθεση εναντίον των προσώπων-φορέων και οπαδών της ελληνορωσικής προσέγγισης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (Σόρος, Μπρεζίνσκι κλπ.) χαραλκτήρισαν την Ελλάδα και τον Παπαδόπουλο στην Κύπρο «Δούρειους ‘Ιππους» της Ρωσίας. Την ίδια ώρα ο Πούτιν παρασημοφορούσε τον ‘Ελληνα Υπουργό Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα και τον Πρέσβη του στην Αθήνα, σε μια σαφή εκδήλωση της μεγάλης σημασίας που απέδωσε στον Σάουθστρημ και στην όλη συνεργασία με την Ελλάδα.

Αν για την Αθήνα, η ελληνορωσική προσέγγιση είναι η μόνη σήμερα διαθέσιμη σοβαρή εναλλακτική πολιτική απέναντι στις αμερικανικές πιέσεις και την υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς την ‘Αγκυρα, αν είναι ζήτημα στοιχειώδους εθνικής ασφάλειας να μην εισάγει όλο το αέριό της από έναν δυνητικό έστω αντίπαλο, όπως η Τουρκία, και να διαφοροποιήσει κάπως τους στρατιωτικούθς εξοπλισμούς της, για την Αμερική τα πολλά «πάρε-δώσε» με τη Μόσχα είναι casus belli. Τη διαχρονική «στρατηγική εξίσωσή» μας την διατύπωσε από το 1844 ο Βρετανός Πρέσβης Σερ Λάιονς, σε ένα υπόμνημα: «Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα θα είναι είτε ρωσική, είτε αγγλική. Κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αγγλική». Το ενδεχόμενο να υπάρξει μια στενότερη ελληνορωσική σχέση προκαλεί πάντα σχεδόν υστερία σε Αμερικανούς, που συχνά μας κατατάσσουν σε έναν όχι φιλικό «ορθόδοξο» κόσμο!

Ο Καραμανλής είχε δίκηο στη ρώσικη πολιτική του – πολιτική σχεδόν φορσέ για τη χώρα. Αλλά το παιχνίδι είναι «χοντρό» και πρέπει να μπορείς να το παίξεις. Αν μη τι άλλο, πρέπει τουλάχιστο να συμφωνεί το … Υπουργείο Εξωτερικών σου! Η Κυρία Μπακογιάννη δεν ήταν αυτής της σχολής, όπως φάνηκε καθαρά στην περίπτωση της αντιβαλλιστικής άμυνας (και, λένε οι κακές γλώσσες, με τα τωρινά μπλεξίματα με Γεωργιανούς και Ρώσους στον ΟΑΣΕ). Η ελληνική κυβέρνηση ανοίχτηκε σε μια τολμηρή πολιτική, χωρίς καν την αναγκαία εσωτερική ενότητα και χωρίς ίσως να έχει ακριβώς προβλέψει τις συνέπειες.

Αντιμέτωπος με πίεση, ο Πρωθυπουργός έκανε δύο λάθη στο σκάκι, υποστηρίζουν συνεργάτες του: ξόδεψε το πολυτιμότερο μέρος του ηθικο-πολιτικού κεφαλαίου του, υπερασπιζόμενος μη υπερασπίσιμους “αξιωματικούς” (Βουλγαράκη και Ρουσόπουλο), ενώ δεν υπερασπίστηκε αυτούς που υλοποιούσαν τις πολιτικές του, εκτιμώντας, εσφαλμένα, ότι η «θυσία» τους θα κατεύναζε το «θηρίο». Από τον Νοέμβριο, φάνηκε να αποδέχεται την εισήγηση του ΥΠΕΞ ότι έχει σημασία να τα φτιάξουμε με τον Ομπάμα και ας πάνε πίσω τα ρωσικά. Μάταια ο Ρώσος Πρέσβης ολόκληρο το φθινόπωρο, αναζητούσε απάντηση στο γιατί δεν προχωράνε οι εξοπλιστικές συμφωνίες. Οι αρμόδιοι δεν τούβγαιναν στο τηλέφωνο!!!… Κάμποσοι «αναλυτές» των media, που υμνούσαν την ελληνορωσική προσέγγιση, ανακάλυψαν ξαφνικά τη σημασία της «διαφοροποίησης» των πηγών ενεργειακής προμήθειας.

Μετά, άρχισαν οι αλλαγές στα πρόσωπα. Ο κ. Φώλιας, που, λένε οι κακές γλώσσες, δεν αντιλήφθηκε ακριβώς τι του είπε ο Πρέσβης Σπέκχαρτ «ανασχηματίστηκε» και στη θέση του μπήκε ο νεοφιλελεύθερος φίλος της Υπουργού Εξωτερικών κ. Χατζηγάκης, οπαδός των εναλλακτικών προς τον Σάουθστρημ αγωγών. Θεωρούμενος από πολλούς ως αρχιτέκτων της ελληνορωσικής σχέσης και από τους σοβαρότερους διπλωμάτες μας, ο Κωνσταντίνος Μπίτσιος πήρε μετάθεση δια προαγωγής από το διπλωματικό γραφείο του Πρωθυπουργού. Ο Πρέσβης στη Μόσχα κ. ΚΛης, συνταξιοδοτήθηκε.

Στη Μόσχα υπήρχε ακόμα ένας διπλωμάτης στον οποίο είχε ανατεθεί η στενή παρακολούθηση των ενεργειακών θεμάτων και έγραφε κάθε τόσο υπομνήματα για ενημέρωση της Αθήνας. Επρόκειτο μάλλον περί παράφρονος, αφού έκανε συστηματικά τη δουλειά του, την οποία φαινόταν και να αγαπάει, ενημερωνόταν για τη βιβλιογραφία και είχε και το θάρρος της άποψής του! Οι συνάδελφοί του είχαν εντυπωσιασθεί από την αναλυτικότητα των δεδομένων που παρέθετε στις εκθέσεις του και από την ποιότητα και διάρθρωση των επιχειρημάτων του, που, ως γνωστόν, δεν είναι το δυνατό σημείο ούτε του κράτους μας, ούτε καν των πανεπιστημίων μας. Κείμενά του δημοσίευσε επανειλημμένα το ΚΑΣ του ΥΠΕΞ στο δελτίο του, ενώ μια εξαιρετική εργασία του δημοσιεύτηκε επίσης στο περιοδικό «Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική» (τεύχος 10, Απρίλιος – Ιούνιος 2008). ‘Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο είναι μία από τις ελάχιστες, καλύτερες και πιο τεκμηριωμένες εργασίες στα ελληνικά για ενεργειακά θέματα άμεσου, ζωτικού ελληνικού ενδιαφέροντος. Φυσικά, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε να συμφωνήσει κανείς με τα συμπεράσματα του συγγραφέα, ούτε να τα ενστερνισθεί η πολιτική ηγεσία. Θα είχε ενδιαφέρον να πληροφορούμεθα με εξίσου αναλυτικό τρόπο και τα επιχειρήματα των αντιπάλων της ελληνορωσικής προσέγγισης, που ελπίζουμε να μην εξαντλούνται στο «προσκύνα τους δυνατούς»! Μια αληθινή, δι’ επιχειρημάτων συζήτηση θα ήταν πολύ ωφέλιμη για την ελληνική εξωτερική και όχι μόνο πολιτική, μόνο που δεν συνηθίζεται! Τα σοβαρά κράτη όχι μόνο την ανέχονται, την επιδιώκουν και την προκαλούν.

Δεν είναι η ελληνική μέθοδος αυτή. Ο Πρέσβης στην Ουκρανία κ. Δημητρίου, ένας από τους αποδέκτες του τελευταίου αναλυτικού σημειώματος από τη Μόσχα, αποφάσισε ξαφνικά να του απαντήσει. ‘Όχι, όπως φαίνεται, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματα του συναδέλφου του, αλλά με πρωτοφανή υπονοούμενα, ότι δηλαδή ο συντάκτης γράφει πιο φιλορωσικά και από Ρώσο υπάλληλο! Ο συντάκτης του υπομνήματος του απάντησε με προσωπική επιστολή επιχειρηματολογώντας και υπερασπιζόμενος τον εαυτό του, την οποία κοινοποίησε στους υπόλοιπους αποδέκτες. Το αποτέλεσμα ήταν, κατά τρόπο υπηρεσιακά πρωτοφανή, ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου να τον καλέσει σε απολογία, με την κατηγορία της έλλειψης του προσήκοντος σε ανωτέρους σεβασμού, κατηγορίας που είναι περίπου είδος «ιδιώνυμου» για διπλωμάτη και μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην καριέρα του. Αντιθέτως, ουδείς ενόχλησε τον Πρέσβη κ. Δημητρίου, για τους τόσο ανοίκειους χαρακτηρισμούς του. Πέραν όμως της όποιας προσωπικής διαμάχης, η σημασία της υπόθεσης είναι άλλη: η κλήση σε απολογία του κύριου έλληνα διπλωμάτη που παρακολουθεί από κοντά τα ενεργειακά θέματα και υποστηρίζει με επιχειρήματα το επίσημο ελληνο-ρωσικό σχέδιο, στέλνει και ένα προφανές μήνυμα σε όλη τη διπλωματική υπηρεσία («ο ΣάουθΣτρημ είναι σε δυσμένεια και μην παραασχολείστε με αυτόν). ‘Οσο για τα επιχειρήματα περί Ρώσων πρακτόρων στο ελληνικό κράτος, τι να πει κανείς? Στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί! Συνεργάτες της Κυρίας Μπακογιάννη επιμένουν ότι η Υπουργός δεν είχε ιδέα για την υπόθεση και καμμία ανάμειξη. Είμαστε υποχρεωμένοι να το δεχθούμε, αλλά κι έτσι αν είναι, καλό θα ήταν οι ανώτεροι υπηρεσιακοί παράγοντες και το περιβάλλον της Υπουργού να την προστατεύουν από ενέργειες που, έστω κακοβούλως, θα μπορούσαν να αποδοθούν σε χρήση αθέμιτων μέσων για να υπονομευθεί μια πολιτική.

Λέγεται ότι ο Πρωθυπουργός δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα. Αλλά παραμένει ασαφές το τι επιδιώκει τελικά ο κ.Καραμανλής με το «ένα βήμα μπρος, δύο πίσω» στα ελληνορωσικά. Μετά από μια περίοδο ταλάντευσης, αποφάσισε προχθές το μεσημέρι να πάει τελικά στην ενεργειακή διάσκεψη της Σόφιας, παρά την ματαίωση της παρουσίας εκεί του Βλαντιμίρ Πούτιν. Καλά πληροφοημένες πηγές σε Αθήνα και Μόσχα, υποστηρίζουν ότι ο Πούτιν δεν πάει γιατί η διάσκεψη κινδυνεύει να γίνει αμερικανική «φιέστα», υπό την κάλυψη της ατλαντικής πτέρυγας της Κομισιόν, υπέρ του αγωγού Ναμπούκο, ευθέως ανταγωνιστικού, όχι μόνο του ΣάουθΣτρημ, αλλά ακόμα και αυτού του Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία. Στη Σόφια θα μεταβεί ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος, δεν θα εκπροσωπηθούν όμως σε πολιτικό επίπεδο, Γερμανοί, Ιταλοί και Γάλλοι. Η Γκαζπρόμ άρχισε στο μεταξύ λόμπυ διαμαρτυρόμενη γιατί η ΕΕ δεν χαρακτηρίζει προτεραιότητα τον ελληνο-βουλγαρο-ρωσικό αγωγό.

Ο αγωγός «Τουρκία-Ελλάδα-Ιταλία» είναι ανταγωνιστικός του Σάουθστρημ. Αλλά ο αγωγός Ναμπούκο, πέραν του παντελώς αντιοικονομικού του χαρακτήρα, είναι επόισης αγωγός που παρακάμπτει την Ελλάδα και αναβαθνμίζει κολοσσιαία την Τουρκία. Αναδεικνύει έντονα τον ενεργειακό ρόλο της (αμερικανικής) Νέας Ευρώπης, εις βάρος της «Παλαιάς» και της Ρωσίας, διαιωνίζοντας την αμερικανική και εξωευρωπαϊκή εξάρτηση της Νέας. Οι αγωγοί χρησιμοποιούνται υπονομεύοντας κάθε δυνατότητα ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας και ευρωρωσικής συνεργασίας! ‘Εχουμε εθνικό συμφέρον, για να μην κακοκαρδίσουμε την Ουάσιγκτον, να υποστηρίξουμε εμμέσως τέτοια σχέδια? Γιατί αυτά που μπορεί να κάνει το τουρκικό κράτος με τους Ρώσους, τους ‘Αραβες ή τους Ιρανούς, δεν επιτρέπεται να τα κάνει η Ελλάδα?

"Κόσμος του Επενδυτή", 25-4-2009

Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ: Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Ο Καραμανλής στη Λευκωσία
ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΓΙΑ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Στη ζωή έρχεται μια ώρα να αποφασίσεις με ποιόν θα πας και ποιόν θα αφήσεις. Τριάντα πέντε χρόνια μετά την εισβολή στην Κύπρο, η στιγμή, κατά πάσα πιθανότητα, ήρθε. Και για την Κυπριακή Δημοκρατία, που δεν μπορεί ούτε πέντε λεπτά να υπάρξει χωρίς την Ελλάδα και για την Ελλάδα. Γιατί, όπως είπε σε μια ιστορική ομιλία του ο μακαρίτης Ανδρέας Παπανδρέου, “αν η Κύπρος χαθεί και η Ελλάδα θα χαθεί”. Δύσκολα θα επιβιώσει δεύτερης κυπριακής καταστροφής ή νέου γύρου ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, υπό πολύ δυσμενέστερους όρους.

Φταίνε λένε οι έποικοι, 100.000 στους 16 0.000 ψηφοφόρους του ψευδοκράτους που έβγαλαν τον ¨Ερογλου. Μα οι ίδιοι εξέλεξαν τον Ταλάτ! Στ’ αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι θα αποφασίσει Ταλάτ ή ‘Ερογλου πως θα λυθεί το κυπριακό; ‘Αν κάτι αποδεικνύει η εκλογή είναι ότι η ελληνική πολιτική, φτιαγμένη από πολύ καρότο και καθόλου μπαστούνι, προκαλεί το μόνο λογικά αναμενόμενο αποτέλεσμα: σκληραίνει την άλλη πλευρά. Πολύ θα θέλαμε να διαβάσουμε τις επ’ αυτού αναλύσεις του ‘Ελληνα Πρέσβη στη Λευκωσία που εστάλη, δέκα χρόνια αφότου επέβλεψε την παράδοση Οτσαλάν στην Τουρκία, να παρακολουθήσει από κοντά το κλείσιμο του κυπριακού, στη συμβολικά και ουσιαστικά σημαντικότερη θέση της ελληνικής διπλωματίας!

Η τακτική έχει σημασία υπαρχούσης στρατηγικής. Πίσω από τις δύο δειλές μας χώρες και την ακατάσχετη λοδογιάρροια που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί μας, συνήθως για να μας εξαπατήσουν, δεν κρύβεται παρά η απροθυμία Λευκωσίας και Αθήνας, είτε να αγωνιστούν όντως εναντίον της «εισβολής και κατοχής», είτε να περιγράψουν έναν οδυνηρό, αλλά τουλάχιστο μη καταστροφικό «ιστορικό συμβιβασμό».

Τώρα όμως, Λονδίνο, Ουάσιγκτον και ‘Άγκυρα είναι αποφασισμένοι να αποκαλύψουν την ελληνική μπλόφα, να αναγκάσουν την πλευρά μας να υπογράψει τη συμφωνία που ετοιμάζουν δεκαετίες με τις φόρμουλες που πλασάρουν. Πείτε μου, εσείς, νοήμονες αναγνώστες, πίσω από τον επίσημο λόγο Ελλάδας και Κύπρου, κάποια καταληπτή απάντηση για το ποιος θα κυβερνά αυτό το μοναδικό στα διεθνή χρονικά «κράτος-εύρημα» που συζητάνε τώρα στη Λευκωσία. Ποιος θα κάνει κουμάντο, το 80% των Ελληνοκυπρίων, το 20% των Τουρκοκυπρίων, μαζί με τους εποίκους, ή ξένοι στρατοί και δικαστές; Με ποια αστυνομία, με ποιόν στρατό θα ασκείται η κυριαρχία και θα αμύνεται το “κράτος”; Ποιος θάχει δικαίωμα πάνω του; ‘Εχουν εφαρμοσθεί αυτά πουθενά αλλού στον πλανήτη;

Λόγια, λόγια, λόγια από πολιτικούς δεξιάς και αριστεράς, που, αν αποκτήσουν όντως αντίκρισμα, ξαναγράφοντας συνταγματικό, ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, εγκυμονούν τον κίνδυνο νέας τραγωδίας. Οι καλοί λογαριασμοί δεν κάνουν απαραίτητα καλούς φίλους, χωρίς σαφήνεια όμως στο συμβόλαιο ο καυγάς είναι συνήθως σίγουρος και μεταξύ φίλων!

Κι ύστερα, είναι η περίφημη τουρκική ένταξη στην ΕΕ. Για την πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών συνιστά – τουλάχιστο σήμερα – χαριστική βολή στην Ευρώπη, όπου μας ενέταξε ο Καραμανλής ώστε, με τα δικά του λόγια, μια επίθεση της Τουρκίας εναντίον μας να θεωρηθεί επίθεση κατ’ αυτής. Παρήλθε ο κίνδυνος; Γιατί υποστηρίζοντας την τουρκική ένταξη και παύοντας και να διαμαρτυρόμαστε ακόμα για την τουρκική πολιτική εις βάρος μας, αποθρασύναμε την ‘Αγκυρα και φτιάξαμε τις … σχέσεις της με την Ουάσιγκτον; Μπορεί η καινούρια πολιτική νάναι σωστή, δεν θάπρεπε όμως να συζητηθεί στη χώρα, δεν θάπρεπε να διαβάσουμε μια-δύο μελέτες που να την εξηγούν βρε αδελφέ, να πεισθεί κι ο ελληνικός λαός, αντί νάχει την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ακόμη φρούτο εισαγωγής, προϊόν προσαρμογής στα ατλαντικά κελεύσματα; Πως και γιατί ο πρωτεργάτης αυτής της επιλογής Κώστας Σημίτης, εμφανίστηκε προ διετίας, όσο ξαφνικά την υιοθέτησε, το ίδιο ξαφνικά να την αποκηρύσσει; (και προτού συζητήσουμε για την ένταξη της Τουρκίας, μήπως θάπρεπε κάποιος να κάνει απολογισμό της προηγούμενης μεγάλης διεύρυνσης και των καταστροφικών αποτελεσμάτων για την ΕΕ;)

Τα ψέμματα τελειώσαν. Η παρούσα γενιά Ελλήνων πολιτικών καλείται να λάβει ιστορικές αποφάσεις. Η Ιστορία δεν θα τη ρωτήσει αν έχει τα φόντα και τη σπονδυλική στήλη. Αν κάνει λάθος, θα συντρίψει και πολιτικούς και παρατάξεις. Κινδυνεύει όμως να συντρίψει και τον ελληνικό λαό.

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

"Λύση" κυπριακού εδώ και τώρα θέλουν οι ΗΠΑ

Με τον εκπρόσωπο του κατοχικού καθεστώτος στην Κύπρο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ επρόκειτο να συναντηθεί χθες η Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλλαρυ Κλίντον, στην τελευταία από τις αναρίθμητες πλέον «σφαλιάρες» που έρχονται απανωτές - χωρίς αντίδραση - σε Λευκωσία και Αθήνα. Από μία Ουάσιγκτον που προφανώς εκτιμά ότι όσες περισσότερες τέτοιες «σφαλιάρες» δίνει, τόσο πιο δεδομένες κάνει Λευκωσία και Αθήνα. ‘Ισως, ο κ. Ομπάμα, να πιστεύει ότι το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, τουλάχιστο στη δική μας περίπτωση…

Ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ (ΗΠΑ) στην Κύπρο Αλεξάντρ Ντάουνερ υποστήριξε ότι οι άμεσες ξένες παρεμβάσεις δεν θα είναι αποτελεσματικές για την «επίλυση του κυπριακού», αφήνοντας όμως να αναρωτιόμαστε τι γίνεται με τις έμμεσες. Γιατί το «Λύστε το κυπριακό και λύστε το τώρα», είναι ο άξονας της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή μας, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές στην Ουάσιγκτον, αλλά και μια πληθώρα εκθέσεων των σημαντικότερων αμερικανικών και διεθνών think tanks, που, αυτοί τουλάχιστον, όταν λένε λύση εννοούν λύση παραπλήσια της απορριφθείσης το 2004. Γιατί, λένε, πρέπει να «ξεμπλοκάρει» ο δρόμος της Τουρκίας προς την ΕΕ, αλλά και γιατί η ‘Αγκυρα, θα αποκτήσει, ήδη από τώρα, μέσω ρυθμίσεων παραπλήσιων του σχεδίου Ανάν, θεσμική και πολιτική επιρροή στο εσωτερικό της ‘Ενωσης. Και για να «ελεγχθεί», ει δυνατόν, ο ελληνικός χώρος στο σύνολό του, αφού, όπως σημείωνε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων προ διετίας, Ελλάδα και Κύπρος είναι οι «Δούρειοι ‘Ιπποι» της Μόσχας στην ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό επ’ αυτού και δημοσίευμα του βρετανικού Observer σύμφωνα με τον οποίο, η Ουάσιγκτον υποσχέθηκε στην Τουρκία να συνηγορήσει για την ενσωμάτωσή της, ήδη από τώρα, στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Υπηρεσία, αμυντικό βραχίονα της ΕΕ, παρόλο που δεν είναι μέλος της ‘Ενωσης. Αν όμως η διεύρυνση ενταφίασε μάλλον το όνειρο μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας, η τουρκική εμπλοκή κινδυνεύει να αποδειχθεί η χαριστική βολή, φοβούνται τώρα σε Παρίσι, Βιέννη και Βερολίνο (όχι όμως στην Αθήνα).

Αν στο κυπριακό η αμερικανική διπλωματία τείνει να «εξισώσει» το ψευδοκράτος με την Κυπριακή Δημοκρατία (αρνούμενη μάλιστα ότι υπάρχει στρατιωτική κατοχή στην Κύπρο), στο ζήτημα της Θράκης «εξισώνει», για πρώτη φορά, τα αιτήματα για επαναλειτουργία της Χάλκης, με τις τουρκικές απαιτήσεις σχετικά με τη μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα. Μετά την κ. Χίλλαρυ και ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος φέρεται ότι τα μετέφερε στον Πατριάρχη, κατά την «ντροπαλή» συνάντησή τους στην Κωνσταντινούπολη προ ημερών, συνδέοντας μάλιστα δύο απολύτως άσχετα ζητήματα. Αν η Ουάσιγκτον αποδέχεται τη σύνδεσή τους, ουδείς ‘Ελληνας διπλωμάτης ή πολιτικός υπενθυμίζει, κατ’ ιδίαν ή δημοσίως, ότι η μεν μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα ευημέρησε, ενώ η ελληνική στην Τουρκία εξεδιώχθη βιαίως και απαλλοτριώθηκε η περιουσία της. Η τύχη των Ελλήνων στην Τουρκία, η κατοχή στην Κύπρο και το casus belli στο Αιγαίο, με ευθύνη της ελληνικής διπλωματίας και πολιτικής ηγεσίας, απουσιάζουν και από την ευρωπαϊκή διπλωματία και από την ευρωπαϊκή πολιτική.

Στην ίδια την Κύπρο στο μεταξύ, ο νεοεκλεγείς (μετά τις έμμεσες κατηγορίες Χριστόφια κατά του ανθυποψηφίου του) Γραμματέας του ΑΚΕΛ ‘Αντρος Κυπριανού, εκπρόσωπος της «ρεαλιστικής» σχολής («δεν μπορεί να λυθεί το κυπριακό χωρίς τον διεθνή παράγοντα»), συναντήθηκε με τον Νίκο Αναστασιάδη του ΔΗΣΥ, επικεφαλής αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων. Η πρώτη αυτή επίσκεψη του ΑΚΕΛ στα γραφεία του ΔΗΣΥ μετά το 1976, θύμισε σε ορισμένους παρατηρητές μια «κυπριακή εκδοχή» του «ιστορικού συμβιβασμού» που επεχείρησε προ δεκαετιών το Ιταλικό ΚΚ του Μπερλίνγκουερ. Τη συνάντηση φέρεται να υπαγόρευσε η ανάγκη «ενότητας» για τη λύση του κυπριακού, αν όμως ο κ. Χριστόφιας υπεσχέθη προεκλογικά μη επαναφορά του σχεδίου Ανάν, ο κ. Αναστασιάδης ήταν ο φανατικότερος θιασώτης και υπερασπιστής του.

Αν το ΑΚΕΛ πλησιάζει τον ΔΗΣΥ, πυκνώνουν εντός των συμμάχων του οι τριβές για το αν πρέπει να συνεχισθεί η κυβερνητική συνεργασία με το ΑΚΕΛ. Το θέμα έθεσε ο αντιπρόεδρος του ΔΗΚΟ Νικόλας Παπαδόπουλος, γιος του πρώην Προέδρου και ανερχόμενο «αστέρι» της κυπριακής πολιτικής και θα συζητηθεί στη Κεντρική Επιτροπή μετά το Πάσχα. Κατά τον κ. Παπαδόπουλο, ο Πρόεδρος διαπραγματεύεται σε βάση που δεν έχει συμφωνηθεί με τους συμμάχους του, με αποτέλεσμα να φεύγουν ανικανοποίητοι οι ψηφοφόροι του ΔΗΚΟ προς άλλες κατευθύνσεις. Ο κ. Παπαδόπουλος διαφωνεί με την εκ περιτροπής προεδρία του νέου κράτους και άλλες προτάσεις της ελληνικής πλευράς. Αλλά και από τους σοσιαλιστές της ΕΔΕΚ ακούγονται διαμαρτυρίες γιατί ο κ. Χριστόφιας ενημερώνει τα πολιτικά κόμματα της Κύπρου, περιλαμβανομένων των συμμάχων του, κατόπιν εορτής, αφού δηλαδή έχουν υποβληθεί και έχουν τρόπον τινά δεσμεύσει την ελληνική πλευρά οι προτάσεις του. Ο κ. Ομήρου απέκλεισε πάντως, επί του παρόντος, αποχώρηση από την κυβέρνηση.

Να σημειωθεί ότι οι εξελίξεις στο κυπριακό και γενικότερα στα ελληνοτουρκικά και ελληνοαμερικανικά ανησύχησαν και τους ομοϊδεάτες του κ. Χριστόφια στην Αθήνα. Προ ημερών, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Λαφαζάνης προειδοποίησε με άρθρο του ότι ο ελληνισμός αντιμετωπίζει το φάσμα μιας εθνικής κρίσης ακόμα χειρότερης από την οικονομική και κοινωνική που βιώνουμε, ενώ εξέφρασε τον φόβο του ότι στην Κύπρο συζητείται μια λύση «χειρότερη από το σχέδιο Ανάν». Την αντίθεσή του στο σχέδιο αυτό υπενθύμισε πρόσφατα και ο ίδιος ο Αλέκος Αλαβάνος. Και στην Κουμουνδούρου και στον Περισσό, ελπίζουν ότι δεν θα βρεθούν ποτέ ενώπιον ενός σχεδίου που θα τους θέσει οδυνηρά διλήμματα, προκαλώντας ενδεχομένως και στην ελληνική αριστερά εσωτερικές διαφωνίες. Το φάντασμα άλλωστε της Ζυρίχης και του Λονδίνου, όσο κι αν απωθείται, παραμένει πάντα ενεργό στο «πίσω μέρος» του μυαλού των πολιτικών μας, στοιχειώνει τρόπον τινά όλο το φάσμα της ελληνικής πολιτικής…

Τον δυνάμει εκρηκτικό χαρακτήρα της κατάστασης στην Κύπρο, ήρθε εξάλλου να υπογραμμίζει η ενέργεια Κυπρίου Εθνοφρουρού που πέρασε σε μη επανδρωμένο τουρκικό φυλάκιο και απέσπασε τουρκική σημαία. Το περιστατικό καταδικάστηκε από τα πολιτικά κόμματα και θεωρείται μεμονωμένο, αλλά δείχνει πόσο εύκολο είναι, αν οι πολιτικές συνθήκες στο νησί το επιτρέψουν, να πραγματοποιηθούν διάφορα «γεγονότα» που θα εκτρέψουν την πολιτική διαδικασία, από την αναγκαία νηφάλια συζήτηση μεταξύ των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας για το είδος του κράτους στο οποίο θέλουν να ζουν. ‘Αλλωστε, στην κυπριακή ιστορία αυτός υπήρξε ο προνομιακός τρόπος δράσης των ξένων μυστικών υπηρεσιών, είτε μέσω της ΤΜΤ, είτε μέσω της ΕΟΚΑ Β’.

Η πολιτική κουλτούρα του νησιού συνοψίζεται συχνά στο «άλλα λέμε, άλλα εννοούμε, άλλα κάνουμε», με αποτέλεσμα το 80% των πολιτών, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να μην καταλαβαίνει τι είναι η «διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα» στην οποία θα κληθεί να ζήσει! Από τον καιρό της εισέτι ανερμήνευτης αποδοχής από τον Μακάριο της ανεξαρτησίας, μέσω μιας συνέντευξης σε μια Βρετανή δημοσιογράφο, μέχρι τα ‘Όχι που σημαίνουν Ναι και τα Ναι που σημαίνουν ‘Όχι, πολλοί Κύπριοι πολιτικοί έχουν τη συνήθεια, αντί να αναλαμβάνουν το κόστος της ευθείας πολιτικής διεκδίκησης ενός κάπως κανονικού κράτους, να στήνουν υποτιθέμενες «παγίδες» στις οποίες τελικά πέφτουν μόνο οι ίδιοι.
Το 2004 απεδείχθη ότι το 76% των Ελληνοκυπρίων ετάσσοντο κατά μιας λύσης την οποία όμως απεδέχετο η πολιτική ηγεσία Κύπρου και Ελλάδας. Κάποια στιγμή πρέπει όμως να ευθυγραμμισθούν λόγια και πράξεις, διπλωματία και εσωτερικός πολιτικός λόγος, ηγεσία και «ελίτ», μέσω μιας σαφήνειας που ταιριάζει περισσότερο στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες της τελευταίας και λιγότερο στα κατάλοιπα της τουρκοκρατίας ή της αποικιοκρατίας, λέει καλός γνώστης της κυπριακής ιστορίας. ‘Αλλωστε δεν μιλάμε ακριβώς για την τιμή της βενζίνης ή τα ραπανάκια, αλλά για το αν θα υπάρχει και τι είδους κράτος στην Κύπρο, θέμα αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον Κύπρου και Ελλάδας, που έκρινε μάλιστα την ελληνική πολιτική ιστορία στον 20ό αιώνα. ‘Ισως, λέει μέλος του κυπριακού Εθνικού Συμβουλίου στον «Κ.τ.Ε», «θάταν καλύτερα να κάναμε τώρα ένα δημοψήφισμα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων για το τι επιτέλους θέλουμε και τι στο καλό εννοούμε ως λύση του κυπριακού»

Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

"Πίεσε Λευκωσία, στήριξε 'Αγκυρα" - εισηγήσεις Μπρζεζίνσκι-Κίσσινγκερ στον Ομπάμα

Παραμονές της επίσκεψης Ομπάμα στην Τουρκία, το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών των ΗΠΑ (CSIS) ολοκλήρωσε την πολύμηνη σύνταξη έκθεσης για την ΅Εξελισσόμενη Δυναμική της Τουρκίας΅ και τις ΅Στρατηγικές Επιλογές για τις σχέσεις ΗΠΑ_Τουρκίας”, που αποσκοπεί εμφανώς στον προσανατολισμό της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.

Η έκθεση του CSIS (στη διεύθυνση του συμμετέχει ο αρχιτέκτων του 1974 Κίσσινγκερ) υπογραμμίζει τον ρόλο της Τουρκίας και τη στήριξη που πρέπει να της προσφερθεί σε μια σειρά ζητήματα, και ζητήματα ζωτικού ελληνικού συμφέροντος. Αποδίδει κεντρικότατη
σημασία στο κυπριακό, ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την τουρκική ενταξιακή πορεία που θα κριθεί εν πολλοίς φέτος. Συνιστά απερίφραστα άσκηση «σθεναρών πιέσεων» στη Λευκωσία. Εξισώνει την Κυπριακή Δημοκρατία με το ψευδοκράτος. Θεωρεί ότι η εκλογή Χριστόφια και η παρουσία Ταλάτ προσφέρουν την καλύτερη ευκαιρία για επίτευξη λύσης, «πιθανώς μιας παραλλαγής του σχεδίου Ανάν με άλλο όνομα», αλλά εκφράζει ανησυχία για το τι θα γίνει αν καθυστερήσει η λύση και αλλάξει το κλίμα.

Η έκθεση στηρίζει τη σημασία της Τουρκίας ως ενεργειακής γέφυρας και των αντίστοιχων σχεδίων (ανταγωνιστικων των ελληνορωσικών Σάουθστρημ και Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη) Zητά να μη ψηφισθεί το νομοσχέδιο για την αρμενική γενοκτονία.

Η έκθεση, πολλές από τις συστάσεις της οποίας εφαρμόζονται ήδη, αντανακλά τη σημασία που αποδίδει η στον τουρκικό ρόλο, αλλά και την πολυετή, πολυδάπανη και αποτελεσματικότατη τουρκική δραστηριότητα σε διπλωματικό και ΅λομπίστικο΅ επίπεδο. Αυτά συμβαίνουν παρόλα τα πολλά προβλήματα που δημιουργεί κατά καιρούς η ¨Αγκυρα στην Ουάσιγκτον (ή μήπως εξαιτίας αυτών?).

Μόνο θλίψη προκαλεί στον ¨Ελληνα αναγνώστη η πλήρης απουσία, κυριολεκτικά, της Ελλάδας και της Κύπρου, ως παραγόντων των οποίων τα εθνικά συμφέροντα και η ασφάλεια κάπως πρέπει να ληφθούν υπόψιν! Είναι σαν να μην υπάρχουμε ως κράτη. Μια απουσία που αντανακλά πολυετή “παράλυση” της ελληνικής διπλωματικής και “λομπικής” δράσης, εκτίμησης ότι Αθήνα-Λευκωσία είναι ΅πιέσιμες΅, ακόμη και σε ζωτικά θέματα, απουσίας εν τέλει ευκρινών στρατηγικών στόχων μιας ελληνικής διπλωματίας που έχει εξελιχθεί κυρίως σε συνήγορο της τουρκικής ένταξης! Είναι προφανές στον αναγνώστη, ότι δεν υφίσταται κανενός είδους και επιπέδου στρατηγικός διάλογος Αθήνας-Ουάσιγκτον, ανάλογος του αμερικανοτουρκικού.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ CSIS

Το CSIS έχει ιδρυθεί από τον Μπρζεζίνσκι και είναι ένα από τα σοβαρότερα συντηρητικά θινκ τανκ της Ουάσιγκτον με μεγάλη επιρροή στην αμερικανική πρωτεύουσα. Το διευθύνει ο Σαν Ναν, μια μεγάλη μορφή της αμερικανικής στρατηγικής και διπλωματίας, ενώ στο συμβούλιό του συμμετέχουν σημαίνοντες παράγοντες, που έχουν παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αμερικανική στρατηγική τον τελευταίο μισό αιώνα, όπως ο Κίσσινγκερ, ο επίτιμος Πρόεδρος της Μέριλ Λιντς, ο Πρόεδρος της Κόκα’Κόλα, οι Σλέσινγκερ, Νάι, Κοέν, Καρλούτσι, Χαλιλζάντ και πολλοί άλλοι, μεταξύ τους και ο Τζωρτζ Αργυρός. Τη σύνταξη της έκθεσης επέβλεψε ομάδα υπό τον Μπρζεζίνσκι, από τους κύριους διαμορφωτές της αμερικανικής στρατηγικής και σύμβουλος του Ομπάμα και τον πτέραρχο Σκώουκροφτ, Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας του πατρός Μπους. Στην ομάδα συμμετείχαν οι Πρέσβεις Αμπράμοβιτς και Χολμς (που είναι και Πρόεδρος του Αμερικανο’τουρκικού Συμβουλίου), ο πρώην υποδιοικητής των αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, πτέραρχος Τζέιμερσον και ο Τζων Λόγκλιν του Πωλ Νίτσε Σκούλ στο Πανεμιστήμιο Τζων Χόπκινς. Μεταξύ των συγγραφέων της έκθεσης είναι ο Μπουλέντ Αλιριζά, συγγενής του Ντενκτάς. Συντάκτης του τμήματος της έκθεσης που αοφρά την Κύπρο είναι ο Ϊαν Λέσσερ, συνεργάτης της Ραντ Κορπορέισιον, στον οποίο το ΕΛΙΑΜΕΠ είχε ΅συναναθέσει΅ στο παρελθόν τη σύνταξη ενός εγχειριδίου για την ελληνική εξωτερική πολιτική! Τον συντονισμό της σύνταξης είχε η Κάλεϊ Λέβιτ, ειδική βοηθός της έδρας Κίσσινγκερ στο CSIS, πρώην μαθητευόμενη του Νιού ‘Ισραελ Φαντ.

Κυπριακό και ΕΕ

Η έκθεση δίνει μεγάλο βάρος στο κυπριακό, λόγω της ανάγκης προώθησης της τουρκικής ένταξης στην ΕΕ, που η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να στηρίζει πάση θυσία, παρά τις προφανείς δυσκολίες, αλλά και της όλης σχέσης Τουρκίας-Δύσης. Η Κύπρος έπαυσε πλέον να είναι κεντρική στην αμερικανοτουρκική σχέση (λόγω της ελληνοτουρκικής ύφεσης), επηρρεάζει πολύ όμως την ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας, υπογραμμίζει η έκθεση, προσθέτοντας ότι ”ο ερχομός της κυβέρνησης Χριστόφια, με τον Ταλάτ στην εξουσία της ΤΔΒΚ, συνιστά την καλύτερη προοπτική για λύση του κυπριακού μετά την αποτυχία του σχεδίου Αννάν΅, μια λύση που «θα είναι πιθανώς μια εκδοχή του σχεδίου Ανάν υπό άλλη ονομασία». Ακόμη και αυτό θα είναι πρόβλημα, αφού οι συντάκτες εκτιμούν ότι ο τουρκικός στρατός δύσκολα θα ξανααποδεχθεί το σχέδιο Ανάν χωρίς ΅σοβαρά ανταλλάγματα΅ σε κάποιον άλλο τομέα και δεν θα του αρέσει η ιδέα μιας σύντομης αποχώρησης από την Κύπρο. Επιπλέον η «απέλαση των εποίκων από την Ανατολία θα προκαλέσει ισχυρή αντίδραση από την Τουρκία», όπως και οποιαδήποτε ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Κύπρου (στρατιωτικές στο κείμενο, λες και είναι πιθανή κυπριακή εισβολή στην Τουρκία!)

Η έκθεση εκφράζει εμμέσως πλην σαφώς ανησυχία για την ΅εμπλοκή (involvement) της ρωσικής κυβέρνησης με ελληνοκυπριακά κυβερνητικά, εμπορικά και εγκληματικά στοιχεία” (!), για την “παραδοσιακή συμπάθεια της Ρωσίας για τα ελληνικά συμφέροντα”, ενώ καταγράφει τις ανησυχίες των Τούρκων σχεδιαστών για τον εξοπλισμό της Κύπρου με ρωσικά όπλα και την εν γένει ρωσική παρουσία στο νησί, σημειώνοντας ότι ΅αν η επικρατούσα ύφεση της Τουρκίας με την Ελλάδα διαλυθεί, υπάρχει κάποια δυνατότητα για την Κύπρο να επανεμφανισθεί ως στοιχείο της περιφερειακής στρατιωτικής ισορροπίας με την Αθήνα, ως πλεονέκτημα για την προβολή τουρκικής ισχύος στο Αιγαίο ή ως μειονέκτημα σε μια μελλοντική διένεξη΅.

Με βάση αυτά προτείνει

1. “ήσυχη αλλά επίμονη αμερικανική διπλωματία με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ως τον αποτελεσματικότερο τρόπο υποστήριξης των ενταξιακών συζητήσεων της Τουρκία”,

2. ως το ΅πιο αποτελεσματικό βραχυπρόθεσμο μέτρο“ για να βοηθηθεί η ένταξη της Τουρκίας να προσφερθούν (“αμερικανικά) διπλωματικά μέσα και επιρροή για να επιτευχθεί λύση΅, περιλαμβανομένου διορισμού ανώτερου επίσημου για να δουλέψει με τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ.

3. “Η διπλωματία της Ουάσιγκτον προς την Τουρκία πρέπει να συνδυασθεί με σθεναρή (firm) πίεση στην ελληνοκυπριακή κυβέρνηση να έρθει σε συνεννόηση με την εκλεγμένη κυβέρνηση της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου (ΤΔΒΚ) και στην ΕΕ να τερματίσει την οικονομική απομόνωση της ΤΔΒΚ και στην τουρκική κυβέρνηση να κάνει ανταποδοτικές χειρονομίες, συνεπείς προς τις δεσμεύσεις της προς την ΕΕ για ομαλοποίηση των σχέσεων με τη Λευκωσία” (οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Ο σχολιασμός ιδίως της τρίτης από τις προτάσεις περιττεύει. Τριάντα πέντα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχει πλέον από τη μια ΅ελληνοκυπριακή κυβέρνηση΅, επί της οποίας πρέπει να ασκηθούν πιέσεις, παρόλο που προχώρησε ήδη σε πολύ μεγάλες παραχωρήσεις στις διαπραγματεύσεις και η ίδια η έκθεση αναγνωρίζει την προθυμία της για λύση και από την άλλη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, άνευ λοιπόν εισαγωγικών. Και προφανώς οι συντάκτες δεν θα χρησιμοποιούσαν αυτή τη γλώσσα σε ένα δημόσιο κείμενο, αν εκτιμούσαν ότι θα κινδύνευε να είναι «αντιπαραγωγική». Για κάποιο λόγο, υποθέτουν ότι θα είναι αποτελεσματικότερη η πίεση από τον κίνδυνο να προκαλέσουν αντίδραση.

Κυπριακό και ελληνοτουρκικά

Η έκθεση υπογραμμίζει επίσης με ελάχιστα συγκαλυμμένη ικανοποίηση τις προόδους της «αποσύζευξης» (decoupling) Ελλάδας και Ελληνοκυπρίων και την σημασία της «ελληνοτουρκικής ύφεσης που μετασχημάτισε το στρατηγικό περιβάλλον στην Ανατολική Μεσόγειο», με αποτέλεσμα να παύσει η Κύπρος να είναι «σημαντικό σημείο για τις διμερείς σχέσεις». Η έκθεση υπογραμμίζει την υποστήριξη της Αθήνας στην ενταξιακή πορεία της ‘Αγκυρας και την απογοήτευσή της από την απόρριψη του σχεδίου Ανάν και εκτιμά ότι το κυπριακό θα εξαρτηθεί κυρίως από τις εσωτερικές δυναμικές στο νησί και ότι «είτε μια κυβέρνηση ΝΔ, είτε μια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ» θα αποδεχθούν οποιοδήποτε αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης.

Γιατί πρέπει να γίνουν αυτά όλα_ Γιατί, κατά τους συντάκτες τρης έκθεσης,μια αποτυχία να κρατηθούν ζωντανές οι διαπραγματεύσεις και να επιτευχθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση στην Κύπρο, θα είχε μείζονες συνέπειες για το μέλλον της Τουρκίας στην ΕΕ και, ως αποτέλεσμα, για την σχέση της Τουρκίας με τη Δύση ευρύτερα»
Προνομιακή Σχέση Τουρκίας

Παρά την εντονότατη υποστήριξή της προς την ενταξιακή προοπτική της ¨Αγκυρας, η έκθεση αναγνωρίζει τα τεράστια εμπόδια. Υποστηρίζει ότι η ιδέα μιας ΅ειδικής σχέσης΅ παραμένει ασαφής και μη αποδεκτή από την ¨Αγκυρα. Τονίζει τη μεγάλη σημασία να συνεχίσουν οι ΗΠΑ να βοηθούν, αν όχι να καθοδηγούν το όλο σχέδιο, με πολύ ΅ντελικάτες΅, διακριτικές μεθόδους. Αν παρόλα αυτά αποπτύχει, ελπίζουν ότι μια ενδεχόμενη μετεξέλιξη της ΕΕ σε ΅πολλών ταχυτήτων΅ θα επιτρέψει μια κάπως ομαλή προσγείωση.


Τουρκία’Ρωσία’ενέργεια

Η έκθεση σημειώνει, όχι χωρίς κάποια απόχρωση ανησυχίας, ως ιστορική εξέλιξη τη ρωσοτουρκική προσέγγιση του τελευταίου εξαμήνου (που συμπίπτει με την περίοδο σχετικού ΅παγώματος΅ της ελληνορωσικής προσέγγισης) και τους αυξανόμενους εμπορικούς, επενδυτικούς και ενεργειακούς δεσμούς, όπως και την προσωπική σχέση Ερντογάν-Πούτιν. Καταγράφουν τις τουρκικές διαβεβαιώσεις για πλήρη ένταξη στο δυτικό στρατόπεδο, δεν επαρκούν όμως αυτές για να εξαφανίσουν κάθε ανησυχία για το θέμα.

Οι συντάκτες δείχνουν κατανόηση στην τουρκική απροθυμία για περισσότερες δυνάμεις στο Αφγανιστάν, στηρίζουν τον ενεργό ρόλο της ¨Αγκυρας στον Καύκασο και τον ναυτικό ρόλο της, με Βουλγαρία, Ρουμανία και Ουκρανία στη Μαύρη Θάλασσα, ως αντιστάθμισμα της ρωσικής παρουσίας. Τονίζουν με μεγάλη έμφαση την ανάγκη να στηριχθεί περαιτέρω ο ρόλος της Τουρκίας και του νότιου διαδρόμου ως ενεργειακής γέφυρας, κι αυτό παρόλο που αναγνωρίζουν τις τεράστιες αντικειμενικές και πολιτικές δυσκολίες (ο νότιος διάδρομος είναι ευθέως ανταγωνιστικός προς τα ελληνορωσικά σχέδια). Στα πλαίσια αυτά υπογραμμίζεται η σημασία του αγωγού Τουρκίας’Ιταλίας Ελλάδας και εκφράζεται σκεπτικισμός για την πιθανότητα κατασκευής σύντομα του Μπουργκάς’Αλεξανδρούπολη.

Κουρδικό παρόν στις τουρκικές εκλογές

Εκρηκτική (επαν)εμφάνιση έκανε το τεράστιο κουρδικό πρόβλημα της Τουρκίας στις τελευταίες τοπικές εκλογές, ενώ σημαντική ήττα υπέστη ο Πρωθυπουργός Ερντογάν και το ισλαμικό κόμμα του ΑΚΡ, όχι όμως τέτοιας έκτασης που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ικανότητα να συνεχίσει τη διακυβέρνηση.

Το DTP, δηλαδή η μετωπική΅΅, νόμιμη πολιτική οργάνωση του ΡΚΚ στην πραγματικότητα, κάτι σαν την ΕΔΑ στην Ελλάδα όταν ήταν απαγορευμένο το ΚΚΕ, να πραγματοποιεί σημαντικές προόδους, κερδίζοντας 99 δήμους, μεταξύ των οποίων οκτώ πρωτεύουσες νομών της ΝΑ Τουρκίας και πρώτα και κύρια το Ντιαρμπακίρ (65%), παρά τη λυσσώδη προσπάθεια των Ισλαμιστών του ΑΚΡ (συνεπικουρούμενων στην περίπτωση αυτή και από το φάσμα των εθνικιστών) να τις κερδίσουν.

Λαοθάλασσες με κουρδικά χρώματα και πορτραίτα σε μερικές περιπτώσεις του φυλακισμένου Οτσαλάν, υποδέχτηκαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ενώ ο αρχηγός του DTP Αχμέτ Τουρκ δήλωσε ότι «ο λαός μας ο οποίος ζει με την ελπίδα της επίλυσης του κουρδικού προβλήματος, μετά την απογοήτευση που ένοιωσε πήρε πίσω τις ψήφους της παρακαταθήκης (προς το ΑΚΡ). .. H πολιτική άρνησης και καταστροφής έπεσε στο κενό. Παράλληλα, παρουσιάστηκε και μια νέα ευκαιρία για την επίλυσή του μέσω μιας ειρηνικής και δημοκρατικής λύσης»

Πρόκειται για μείζονα ήττα της κουρδικής πολιτικής Ερντογάν )και όχι μόνο= , που επιβεβαιώνει την ισχύ της κουρδικής εθνικής ταυτότητας, παρά τις περιπέτειες του κουρδικού ανταρτικού κινήματος και τη τελική διατήρηση της συνοχής του ΡΚΚ, παρά την ομηρία’σύλληψη του ηγέτη του Οτσαλάν. Οι παραχωρήσεις του τουρκικού κράτους προς τους κουρδικούς πληθυσμούς ήρθαν πολύ αργά και ήταν πολύ λίγες για να αναστρέψουν την τάση αυτή, τουλάχιστον στη ΝΑ Τουρκία. ¨Ηταν όμως ταυτόχρονα αρκετές για να διευκολύνουν την πολιτική δράση των Κούρδων, που οδήγησε στις σημερινές τους επιτυχίες.

Τα αποτελέσματα όμως ήταν δυσάρεστα για το κυβερνών ΑΚΡ του Ερντογάν και στο σύνολο της τουρκικής επικράτειας, κυρίως γιατί ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έκανε τις εκλογές προσωπικό του στοίχημα, βάζοντας τον πήχυ της επιτυχίας στο 47%. Αντ’ αυτού, πήρε 39%, δηλαδή 8% λιγότερο, πληρώνοντας κατά τα φαινόμενα την αλαζονεία του, τις επιθέσεις στον τύπο, την υποτίμηση των πολιτών με τα διάφορα αγαθά )ψυγεία κπλ= που μοίραζε, τη διαφθορά και, κυρίως, την οικονομική κρίση που έχει γίνει αισθητή ιδίως στα ποσοστά της ανεργίας (η οποία πλησιάζει το 15%, ενώ η πτώση του ΑΕΠ έπιασε ετήσιο ρυθμό 5%, κατά το τέταρτο τρίμηνο 2008). Οι Τούρκοι πολίτες, που στήριξαν ουσιαστικά το ΑΚΡ απέναντι στις απειλές του στρατιωτικο-γραφειοκρατικού πόλου εξουσίας, προχώρησαν τώρα σε μια σημαντική διόρθωση, «εξισορρόπηση» της ψήφου τους, προκαλώντας την πρώτη μείωση της εκλογικής απήχησης των ισλαμιστών από τότε που ήρθαν στην εξουσία, το 2002. Δείχνει όμως ότι αν, στις προηγούμενες βουλευτικές εκλογές, σχεδόν ένας στους δύο Τούρκους ψήφισε Ισλαμιστές, η ψήφος αυτή ήταν και ψήφος υπέρ της δημοκρατίας, δεν ήταν ούτε άνευ όρων προσχώρηση στο ΑΚΡ, ούτε λευκή επιταγή.

Δείχνει άλλωστε και την ύπαρξη πολλών ΅Τουρκιών΅, αφού στα δυτικά παράλια η αντίθεση στον ισλαμικό ΅τρόπο ζωής΅ είναι πολύ έντονη, με τους ψηφοφόρους να στρέφονται στο κόμμα του Μπαϊκάλ, αλλά και να αναγκάζουν τον Μπαχτσελί να στραφεί στο κέντρο, ενώ στο άλλο άκρο, η ΅Ανατολή΅ ζητάει τα δικαιώματά της με τη μορφή των Κούρδων. Το ΑΚΡ πιέζεται επίσης στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, την ¨Αγκυρα και την Πόλη. Παρόλα αυτά, παραμένει κόμμα όλης της Τουρκίας, ένας ισχυρός και, εκ των πραγμάτων, ενοποιητικός πόλος εξουσίας σε όλη τη χώρα.

Η ήττα του Ερντογάν δεν οδηγεί βέβαια σε αμφισβήτηση της δυνατότητάς του να κυβερνήσει, γιατί οι αντίπαλοί του παραμένουν διασπασμένοι και η απόσταση ασφαλείας από το δεύτερο κόμμα, το CHP του Ντενίζ Μπαϊκάλ (23%) είναι πολύ άνετη. Τρίτο, έρχεται το ΜΗΡ του Μπαχτσελί με 16%, ενώ οι «γνήσιοι ισλαμιστές΅, πολιτικοί απόγονοι του Ερμπακάν κάνουν την επανεμφάνισή τους με το Κόμμα της Ευτυχίας και του Νουμάν Κουρτουλμούς, ξεπερνώντας το 5%, ποσοστό μικρό μεν, ικανό όμως να ανησυχήσει τόσο το τουρκικό πολιτικό κατεστημένο, όσο και τα δυτικά κέντρα ισχύος.

Ως συνήθως, στην Ελλάδα και την Κύπρο οι ιθύνοντες παρακολούθησαν με ανησυχία την εκλογική αναέτρηση. ‘όπως και πριν έρθει ο Ερμπακάν στην εξουσία, έτσι και τώρα, η Αθήνα και η Λευκωσία ελπίζουν στην κάπως μαγική ανάδειξη μιας «καλής Τουρκίας», που θα τις απαλλάξει από του να σηκώνουν το \βάρος της αντίστασης της χώρας προς ανατολάς, που εκνευρίζει προς δυσμάς! Δεν μπορούμε ακόμα να εκτιμήσουμε με βεβαιότητα το αποτέλεσμα των εκλογών, και αν καν θα έχει, στην εξωτερική πολιτική της ‘Αγκυρας. Σε μεγάλο βαθμό πάντως οι ελληνικές «αναλύσεις» υπερεκτιμούν ή και παρερμηνεύουν τις συνέπειες του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού στην Τουρκία, αλλά και τη σχετική συνοχή, παρά τις αντιθέσεις του, του διπόλου “στρατοκεμαλισμός” ‘ “οιλσαμισμός “. Στην πραγματικότητα, η πολιτική μειζόνων χειρονομιών καλής θέλησης χωρίς αντάλλαγμα της Αθήνας και της Λευκωσίας είναι, υπογραμμίζουν διπλωματικοί παρατηρητές, ο κύριος τρόπος που αφαιρέθηκαν κίνητρα και λόγοι από την ¨Αγκυρα να μετατοπίσει εκείνη τις θέσεις της. Με αποτέλεσμα, η ενταξιακή πορεία της στην ΕΕ, αντί για μοχλό πίεσης να άρει την κατοχή της Κύπρου και τις απειλές στο Αιγαίο,να έχει μεταβληθεί ντε φάκτο σε μοχλό πίεσης σε Αθήνα-Leykvs;ia να ΅συμμορφωθούν΅ εκείνες προς τις απαιτήσεις της.